Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
«Κύρου Ανάβασις». Μια εκστρατεία που «έδειξε» τον δρόμο στον «Μέγα Αλέξανδρο».

«Κύρου Ανάβασις». Μια εκστρατεία που «έδειξε» τον δρόμο στον «Μέγα Αλέξανδρο».

«Την ιστορία την κυβερνά το απρόβλεπτο».

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος της «Καθόδου των Μυρίων» πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος της «Καθόδου των Μυρίων» πατήστε εδώ.

Το έτος 404 π.Χ υπήρξε μια χρονιά «σταθμός» για τους πολιτισμούς της Μεσογείου αλλά και για την Παγκόσμια Ιστορία εν γένει. Για τις μεν Ελληνικές πόλεις – κράτη σήμανε το τέλος του πιο αιματηρού «εμφυλίου» ανάμεσα τους, του λεγόμενου Πελοποννησιακού Πολέμου. Πλέον η «τύραννος των Ελλήνων», Αθήνα, είχε αποδεχθεί την ήττα της, διαλύοντας την «Πρώτη Αθηναϊκή Συμμαχία», γκρεμίζοντας τα «Μακρά Τείχη» και εγκαταλείποντας, έστω προσωρινά, το όνειρο της να «ηγεμονεύσει» όλων των ελληνικών πόλεων.

Αλλά και από την άλλη πλευρά του Αιγαίου, στην «αχανή» Περσική Αυτοκρατορία, μια νέα εποχή έμελλε να ξεκινήσει. Σε ηλικία 41 ετών ο «Βασιλεύς των Βασιλέων», Δαρείος Β’, ο οποίος τόσα πολλά είχε προσφέρει ώστε να «αλληλοσπαράσσονται» οι Έλληνες, πεθαίνει, μετα από 19 «ένδοξα» χρόνια στην «κεφαλή» της Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Ο «Μεγάλος βασιλέας» αφήνει στο «πόδι» του τους δυο γιους του τον Αρταξέρξη και τον Κύρο τον Νεότερο, όμως κάπου εκεί είναι που το «πράγμα» περιπλέκεται.

Εικόνα: Ο ταφος του Δαρείου Β’, στο Naqsh-e Rostam.

Το ζήτημα της διαδοχής.

Οι σχέσεις μεταξύ των δυο διαδόχων θα μπορούσαν να περιγράφουν ως, επιεικώς, «τεταμένες». Από την μια πλευρά ο Αρταξέρξη, ένας άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες ικανότητες, ούτε «σωματικές» αλλά ούτε και «διανοητικές», είχε την στήριξη της Περσικής αριστοκρατίας, η οποία έβλεπε στο πρόσωπο του έναν «Μεγάλο Βασιλέας» ο οποίος θα ήταν ευκόλως «χειραγωγήσιμος», αφήνοντας αυτούς να «διαχειρίζονται την πραγματική εξουσία.

Από την άλλη πλευρά, ο Κύρος τον Νεότερος, είχε ήδη μαζέψει πολλά «παράσημα» στο στέρνο του. Κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου και μετα τις μεγάλες νίκες του Αλκιβιάδη στο Αιγαίο, ο Κύρος, διορίστηκε από τον του πατέρα του Δαρείο, το 408 π.Χ, «γενικός διοικητής» όλων των σατραπειών της Μικράς Ασίας, με κύριο στόχο να επιβλέπει την «ροή» των αυτοκρατορικών «κεφαλαίων» προς την Σπάρτη, η οποια αποτελούσε την μεγάλη εχθρό των Αθηνών.

Όντας λοιπόν σε αυτό το «πόστο», ο Κύρος, ήρθε σε επαφή με το Σπαρτιάτη ναύαρχο Λύσανδρο, ο οποίος ήταν ένας άνθρωπος με τρομερές «φιλοδοξίες», αλλά και με τον Κλέαρχο, ο οποίος ήδη από το 409 π.Χ. βρισκόταν στην Μικρά Ασία. Η γνωριμία του με αυτά τα δυο άτομα έμελλε να σημαδέψει, όσο τίποτα άλλο, την ζωή του πρίγκιπα των Αχαιμενιδών. Στις Σάρδεις όμως συναντά, για πρώτη φορά, τον Τισσαφέρνη, σατράπη της Λυδίας, ο οποίος «δαιμόνιος» όντας έκανε την δουλεία του Κύρου ακόμα πιο εύκολη, γεγονός που έκανε τον Τισσαφέρνη να κερδίσει τον σεβασμό, αλλά και την «φιλία», του Πέρση πρίγκιπα.

Την άνοιξη όμως του 405 π.Χ, άσχημα νέα έφτασαν από την «Ιερά» πρωτεύουσα των Περσών, τα Σούσα. Ο Δαρείος ήταν βαριά άρρωστος και απ’ ότι φαινόταν, οι «ώρες» του ήταν μετρημένες. Έτσι λοιπόν, η μητέρα του, Παρυσάτιδα, τον καλούσε να έρθει αμέσως στην πρωτεύουσα ώστε να προφτάσει τον Δαρείο ζωντανό και με αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίσει την διαδοχή του στον θρόνο της Αυτοκρατορίας. Ωστόσο σε αυτό το σημείο, ο νεαρός Κύρος, έκανε ένα λάθος που στο μέλλον θα αποδεικνυόταν ολέθριο, πήρε μαζί του πίσω στα Σούσα τον «καλό» του φίλο τον Τισσαφέρνη.

Εικόνα: Ο Αρταξέρξης Β΄ ήταν βασιλιάς της Περσίας από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών και βασίλευσε στην Περσική Αυτοκρατορία από το 404 π.Χ. μέχρι τον θάνατό του το 358 π.Χ.

Παρόλα αυτά ο Κύρος είχε και άλλων έναν «άσσο στο μανίκι του». Αυτό διότι, σύμφωνα με την Περσική παράδοση, στον θρόνο της Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, τον Δαρείο, δεν θα διαδεχόταν ο πρωτότοκος γιος του, δηλαδή ο Αρταξέρξης, αλλά ο πρώτος γιος που είχε αποκτήσει ο εκλιπόντας Βασιλέας από την στιγμή που αυτός είχε ανέλθει στο αυτοκρατορικό αξίωμα, δηλαδή ο Κύρος. Αυτό όμως από μόνο του δεν σήμαινε τίποτα, καθώς ήταν «γνωστό τοις πάσι» πως τα ηνία της Αυτοκρατορίας θα ανήκαν σε αυτόν που θα κατάφερνε να κερδίσει την «υποστήριξη» της αριστοκρατίας, πράγμα στο οποίο ο Αρταξέρξης υπερτερούσε κατά πολύ.

Έτσι λοιπόν έως ότου ο «άτυχος», χαρακτηρισμός ο οποίος θα τον ακολουθεί μέχρι το τέλος της εξιστόρησης μας, Κύρος, να φτάσει από της Σάρδεις στα Σούσα, ο Δαρείος Β’ είχε «εγκαταλείψει» τον μάταιο τούτο κόσμο και ο πρωτότοκος γιος του, ο Αρταξέρξης Β’, είχε ήδη ενθρονιστεί, βιαστικά, «Βασιλεύς των Βασιλέων» στις Πασαργάδες, αφού πρώτα έθαψε τον «πολυαγαπημένο» του πατέρα, ο οποίος είχε μια κάποια ιδιαίτερη αδυναμία στον μικρότερο του αδερφό.

Ένας «επίδοξος» δολοφόνος που εμπιστευόταν λάθος άτομα.

Φτάνοντας ο Κύρος στα Σούσα, πληροφορήθηκε πως ο «αγώνας δρόμου» που είχε διεξάγει ήταν «άσκοπος» μιας και ο Αρταξέρξης ήλεγχε ήδη όλους τους «αρμούς της εξουσίας». Η μητέρα του Παρασάτιδα ωστόσο, προσπάθησε να τον πείσει για την ματαιότητα του να αντιταχθεί στον αδερφό του, αντ’ αυτού του πρότεινε να αποδεχθεί την «εξουσία» του αδερφού του και να «συμπορευθεί» μαζί του, όντας ένας, όσο γίνεται, πιστός υπήκοος του.

Αρχικά ο Κύρος φάνηκε να συμφωνεί θέλοντας να «θολώσει» τα νερά, βαθιά μέσα του όμως ήξερε πως ποτέ δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί την εξουσία του «αδύναμου» αδερφού του, τον οποίο τόσες φορές είχε ταπεινώσει κατά τα εφηβικά τους χρόνια. Δεν πέρασε λοιπόν πολύς καιρός και ο «επίδοξος» Βασιλέας, είχε ήδη ένα σχέδιο στο μυαλό του, για να βγάλει τον «ενοχλητικό» αδερφό του από την μέση.

Κατά την επικείμενη τελετή της «προσκυνήσεως», κατά την οποία το συνολο της αυτοκρατορικής αριστοκρατίας θα ερχόταν στα Σούσα για να «προσκυνήσει» τον Αρταξέρξη, θα τον δολοφονούσε μπροστά σε όλη αυτή την πληθώρα Περσών αλλά και «αλλοεθνών» ηγεμόνων, παίρνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με το δικαίωμα της «κατακτήσεως» τον θρόνο της Αυτοκρατορίας.

Εικόνα: Ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Λύσανδρος, έξω από τα τείχη των Αθηνών, κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Παρόλα αυτά ένα τέτοιο μεγαλεπήβολο σχέδιο δεν θα ήταν ευκόλως πραγματοποιήσιμο, τουλάχιστον χωρίς την βοήθεια ενός μέρους της αριστοκρατίας η οποια θα παρείχε την απαραίτητη στρατιωτική νομιμοποίηση. Σκεπτόμενος τα παραπάνω, ο Κύρος, «αντιλήφθηκε» πως κάνεις δεν θα ήταν καλύτερη «προσθήκη» στο στρατόπεδο του από τον «έμπιστο» και καλό του «φίλο», τον Τισσαφέρνη. Ο «δαιμόνιος» Πέρσης σατράπης, ακούγοντας το σχέδιο του δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του για την πιθανότητα να βοηθήσει στην κατάληψη του θρόνου από τον «νόμιμο» κάτοχο του.

Φτάνοντας στην ημέρα που θα πραγματοποιούνταν η τελετή της «προσκυνήσεως», τα Σούσα είχαν πλημμυρήσει από μια πληθώρα αξιωματούχων που είχαν έλθει από τα πέρατα της Αυτοκρατορίας. Όταν λοιπόν έφτασε η σειρά του Κύρου να προσκυνήσει τον αδερφό, αυτός πλησίασε τον «Μεγάλο Βασιλέα» γονάτισε μπροστά του και πριν προλάβει να τραβήξει το δολοφονικό στιλέτο που έκρυβε στα πλατιά του μανίκια, στρατιώτες όρμησαν καταπάνω του, πιέζοντας το κεφάλι του στο πάτωμα. Αμέσως δεκάδες άτομα από το παραβρισκόμενο κοινό συλλήφθηκαν ενώ η τελετή διαλύθηκε αμέσως. Πλέον ήταν εμφανές πως το σχέδιο είχε προδοθεί και μάλιστα από κάποιον που ο Κύρος θεωρούσε φίλο και έμπιστο του, τον Τισσαφέρνη, που αυτή κιόλας την στιγμή στεκόταν διπλά στον «μισητό» αδερφό του.

Ο Αρταξέρξης διέταξε να πάρουν τον αδερφό του από μπροστά του και να τον φυλακίσουν μέχρι ο «αυθέντης» ανατολίτης ηγεμόνας, να εκδώσει την ετυμηγορία του για της πράξει του Κύρου. Σύντομα και μόνον μερικές μέρες αργότερα, ο Αρταξέρξης, διέταξε να φέρουν μπροστά του τον «αχάριστο» αδερφό του, που ωθούμενος από την «απληστία» και την «ζηλοφθονία» θέλησε να σφετεριστεί την δύναμη του. Ήταν σίγουρο πως η τιμωρία δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από τον θάνατο, με κάποιον από τους «ιδιαίτερους» τρόπους στους οποίους οι Πέρσες εξειδικεύονταν.

Ερχόμενος λοιπόν ο Κύρος αλυσοδεμένος μπροστά στον αδερφό του, άκουσε αυτό που ούτος η άλλως περίμενε. Η ποινή του θα ήταν να «εξορισθεί» στην Μικρά Ασία, λαμβάνοντας το αξίωμα του «σατράπη της Φρυγίας» και φυσικά ζώντας όχι σε ένα κελί αλλά σε ένα ανάκτορο. Όπως προαναφέρθηκε ο Κυρός περίμενε αυτή την απόφαση μιας και κατά την διάρκεια της σύντομης φυλακίσεως του, τον είχε επισκεφθεί η μητέρα του, Παρασάτιδα, η οποια «υπεραγαπώντας» τον, αυτό να το θυμάστε θα μας χρειαστεί, σε βάρος του Αρταξέρξη τον διαβεβαίωσε πως θα πείσει τον «μεγάλο» του αδερφό να του χαρίσει την ζωή.

Παρόλα αυτά, μπορεί ο Κύρος να γλύτωσε το «κεφάλι του, αλλά η «δίψα» του για εξουσία κάθε άλλο παρά «ησύχασε», όπως μας πληροφορεί ο Ξενοφώντας. Εξάλλου τώρα είχε ακόμα έναν λόγο να «κατακτήσει» τον αυτοκρατορικό θρόνο. Αυτός δεν ήταν άλλος από το να τιμωρήσει τον Τισσαφέρνη, αυτόν τον «σιχαμερό», αλλά εξαιρετικά ευφυή θα ήθελα να προσθέσω, προδότη που τόλμησε να μαχαιρώσει πισώπλατα τον «νόμιμο» διεκδικητή του θρόνου.

Εικόνα: Νόμισμα με την προτομή του Τισσαφέρνη, σατράπη της Λυδίας.

Η εξορία στην Φρυγία και μια «συγκεκαλυμένη» εκστρατεία.

Έχοντας ακόμα το κεφάλι του στους ώμους του, ο Κύρος, επέστρεψε στην Μικρά Ασία και αποφεύγοντας να περάσει από την Λυδία, την σατραπεία του πρώην «συμμάχου» του Τισσαφέρνη, κατευθύνθηκε προς την νέα του «επικράτεια», την «απόμακρη και χωρίς ιδιαίτερα «πλούτη» Φρυγία. Βλέπετε ο Αρταξέρξης δεν τον έστειλε σε αυτή την συγκεκριμένη επαρχία για να «καλοπερνάει», αλλά για να «ξεχαστεί» και να μην έχει καμιά ουσιαστική δύναμή και κανέναν τρόπο να διεκδικήσει ξανά την «εξουσία».

Εκεί όμως, σε αυτή την σατραπεία «φυλακή» ο Κύρος είχε μια μοναδική ευκαιρία. Ένας από τους λόγους που ο Αρταξέρξης τον «τοποθέτησε» εκεί ήταν διότι, η Φρυγία, κατοικούνταν κατά κύριο λόγο από φυλές, απολυτά εχθρικές προς την Περσική Αυτοκρατορία, οι οποίες θα του έκαναν την ζωή ακόμα πιο δύσκολη απ’ ότι ήδη ήταν. Όμως ο «πανέξυπνος» Κύρος κατάφερε μέσο της διπλωματικής οδού να ενώσει όλες τις φυλές με την «πρόφαση» πως θα εκστρατεύσουν κατά της σατραπείας της Παμφυλίας, ώστε να υποχρεώσουν κάποιες ανυπότακτες πόλεις που αρνούνταν να πληρώσουν τους ετήσιους φόρους στην Περσική διοίκηση. Όπως καταλαβαίνεται βέβαια, ο Κύρος, δεν συγκέντρωνε δυνάμεις για να βελτιώσει την «οικονομική» κατάσταση της Αυτοκρατορίας, αλλά για να «εκθρονίσει» τον «πολυαγαπημένο» του αδερφό, ο οποίος πριν από λίγους μήνες του είχε χαρίσει την ζωή..

Έτσι λοιπόν κατάφερε να συγκεντρώσει στο «διοικητικό» κέντρο της Μικράς Ασίας ένα «συνονθύλευμα» από 100.000 στρατιώτες και βοηθητικούς, οι οποίοι όμως ήταν αμφίβολης «μαχητικής» ικανότητας αλλά και αξιοπιστίας. Ήταν βέβαιος πως για να «κατακτήσει» τον Περσικό θρόνο θα χρειάζονταν κάτι παραπάνω από τους «φυλάρχους» της Φρυγίας. Έτσι λοιπόν εκμεταλλεύθηκε τις παλιές του «γνωριμίες» από την εποχή που προμήθευε με «κεφάλαια» και «πλοία» τους εμπλεκομένους στην ελληνική Εμφύλια σύρραξη.

Έτσι λοιπόν έστειλε αγγελιοφόρους στον Σπαρτιάτη ναύαρχο Λύσανδρο, με τον οποίο τον συνέδεε μια σχέση βαθιάς «εκτίμησης και εμπιστοσύνης». Οι έμπιστοι αγγελιοφόροι ενημέρωσαν τον Λύσανδρο για της προθέσεις του Κύρου να ανατρέψει τον αδερφό του και του ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια, υπό την μορφή «μισθοφόρων», που εκείνη την εποχή μετα το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου βρισκόντουσαν σε αφθονία στον ελλαδικό χώρο.

Εικόνα: Συνάντηση μεταξύ του Λυσάνδρου και του Κύρου, έργο του Francesco Antonio Grue.

Ο Λύσανδρος δεν φάνηκε αρνητικός στο ενδεχόμενο να «τοποθετήσει» κάποιον που ήξερε στον Περσικό θρόνο, γεγονός που θα βοηθούσε και τις υπέρμετρες «φιλοδοξίες» του ίδιου του Λυσάνδρου, που ήθελε κατά κάποιον τρόπο να «Ηγεμονεύσει» στα πολιτικά πράγματα, τόσο της Σπάρτης, αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας. Έτσι λοιπόν ο Λύσανδρος απέστειλε τον παλιό «γνώριμο» του Κύρου, τον Κλέαρχο, να οργανώσει την προσπάθεια αυτή του Πέρση «διεκδικητή» και να διοικήσει τον μισθοφορικό του στρατό.

Έτσι λοιπόν ο Κλέαρχος, σύμφωνα με της «οικονομικές» δυνατότητες του Κύρου, κατάφερε να συγκεντρώσει, περίπου, 10.000 οπλίτες απ’ όλες σχεδόν της ελληνικές πόλεις – κράτη. Σε αυτό βοήθησε και το γεγονός πως με την λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου ένα πλήθος από οπλίτες είχαν μείνει κατ’ ουσίαν «άνεργοι» και βυθισμένοι στην φτώχια τους. Έτσι λοιπόν συγκεντρώθηκαν, 4.000 οπλίτες υπό τις διαταγές του Ξενία από την Αρκαδία, 1.500 οπλίτες και 500 «γυμνήτες» υπό τις διαταγές του Πρόξενου από τη Βοιωτία, 1.000 οπλίτες υπό τις διαταγές του Σοφαίνετου από τη Στυμφαλία, 500 οπλίτες υπό τις διαταγές του Σωκράτη από την Αχαΐα, 300 οπλίτες και 300 πελταστές με αρχηγό τον Πασίωνα από τα Μέγαρα, πάνω από 2.000 άνδρες υπό τον Σοφαίνετο τον Αρκάδα, 300 οπλίτες με αρχηγό τον Σώσι από τις Συρακούσες, 700 οπλίτες υπό τον Χειρίσοφο από τη Σπάρτη, καθώς και 1.000 οπλίτες και 500 πελταστές υπό τον Μένωνα από τη Φάρσαλο.

Ανάμεσα σε αυτούς ο Πρόξενος από την Βοιωτία, στρατολόγησε και τον Ξενοφώντα τον Αθηναίο, τον μετέπειτα μεγάλο «ιστορικό» των κλασικών χρόνων, ο οποίος θα διαδραματίσει «καθοριστικό» ρολό στα γεγονότα που θα ακολουθήσουν. Οι «Μύριοι» λοιπόν, όπως ονομάστηκαν, συγκεντρώθηκαν στην ηπειρωτική Ελλάδα και με 60 πλοία υπό τις διαταγές του Πυθαγόρα του Λακεδαιμόνιου αλλά και του Αιγυπτίου ναυάρχου Ταμώ, διέσχισαν το Αιγαίο και αποβιβάστηκαν στις ακτές της Μικράς Ασίας.

Η πορεία προς την Μεσοποταμία.

Μετα από λίγες εβδομάδες στα πλοία, οι «Μύριοι», έφτασαν στις Σάρδεις όπου συνάντησαν τον στρατό του Κύρου. Ωστόσο αμέσως μια «εύλογη» απορία δημιουργήθηκε στο ελληνικό σώμα, μόλις αντίκρυσαν το «τεραστίων» διαστάσεων στράτευμα που είχε συγκεντρώσει ο σατράπης της Φρυγίας. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Κύρος φρόντισε να καθησυχάσει τους Έλληνες μισθοφόρους, λέγοντας τους πως, δεν θα έπρεπε να «ανησυχούν» καθώς αυτός ήταν ο τρόπος των Ασιατών να πολεμούν καθώς και μόνον το «μέγεθος» του στρατεύματος θα «τρομοκρατούσε» τις ανυπότακτες πόλεις της Παμφυλίας, γεγονός που θα έκανε την αποστολή ακόμα «ευκολότερη».

Τα «ωραία» λογία του Κύρου, σε συνδυασμό με την πολύ καλή «πληρωμή», έκανε του Έλληνες να πεισθούν από τα λόγια του «επίδοξου» διεκδικητή του θρόνου. Το ίδιο όμως δεν συνέβη και με τον «πανούργο» σατράπη της Λυδίας, ο οποίος μόλις έμαθε για την επικείμενη εκστρατεία του «φίλου» του, αναστατώθηκε φοβούμενος αρχικά πως όλο αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο από μια «παραπλάνηση», ώστε ο Κύρος να επιτεθεί στην Λυδία και κατ’ επέκταση στον ίδιο.

Εικόνα: Χάρτης της Περσικής Αυτοκρατορίας όπου διακρίνετε και η πορεία των Μυρίων.

Όμως, μετα από πολύ σκέψη, ο Τισσαφέρνης, αντιλήφθηκε πως κάτι τέτοιο δεν είχε κανέναν λόγο να γίνει διότι, ακόμα και αν τον «εξολόθρευε», ο πάλε ποτέ «έμπιστος» του θα προκαλούσε την «μήνη» του «Μεγάλου Βασιλέα». Τότε ήταν που αντιλήφθηκε την πλήρη έκταση του σχεδίου του Κύρου, που δεν ήταν άλλο από την προέλαση προς την Μεσοποταμία η οποια θα είχε ως τελικό στόχο την κατάκτηση του Περσικού θρόνου. Για αυτό λοιπόν τον λόγο αποφάσισε πως δεν θα ήταν «συνετό» να δράσει και αντ’ αυτού αποφάσισε να συγκεντρώσει όλες τις διαθέσιμες, σε αυτόν, στρατιωτικές δυνάμεις και να υποχωρήσει προς τα Σούσα ώστε να ενημερώσει τον Αρταξέρξη για της «υποψίες» του.

Τελικός, την άνοιξη του 401 π.Χ, το Περσικό στράτευμα υπό την διοίκηση του Κύρου ξεκίνησε από της Σάρδεις. Ο Κύρος είχε ορίσει τον Κλέαρχο διοικητή των «Μυρίων» και τον ξάδελφο του Αριαίο, διοικητή των Ασιατικών στρατευμάτων. Φτάνοντας στην Πισιδία, το στράτευμα δεν αντίκρισε το εχθρικό κλίμα που ανέμενε, ωστόσο για μια ακόμα φορά, ο Κύρος, κατάφερε να τα «μπαλώσει» πληροφορώντας το ανήσυχο στράτευμα του πως, για λογούς «ασφαλείας» δεν τους είχε αποκαλύψει τον πραγματικό στόχο, ο οποίος όπως τους πληροφορούσε τώρα ήταν η «Κιλικία».

Φτάνοντας στην Κιλικία, ο Κύρος, φρόντισε να κερδίσει την «εύνοια», αλλά και την οικονομική «στήριξη» των Κυλίκων Βασιλέων-εμπόρων, «τάζοντας» του εμπορικά «προνόμια», σε περίπτωση που αναλάμβανε αυτός τον θρόνο. Αυτοί χωρίς να μπορούν να αντισταθούν στο «δέλεαρ» τον προτάσεων του Κύρου αποφάσισαν να στηρίξουν την προσπάθεια του. Έτσι λοιπόν, όταν για μια ακόμα φορά ο στρατός στασίασε κοντά στην Ταρσό, ο Κύρος, τους έκανε «αύξηση» και μάλιστα τους υποσχέθηκε την «πενταπλάσια» αμοιβή αν τον ακολουθούσαν, «λίγο παρακάτω», ώστε να καταστείλουν κάποια «υποτιθέμενη» επανάσταση στην Συρία.

Περνώντας όμως τις «Πύλες της Κιλικίας» και φτάνοντας κοντά στην Ισσό, εκεί που μερικά χρόνια αργότερα ο Μέγας Αλέξανδρος θα συνέτριβε τον Δαρείο κατά την διάρκεια της «μεγαλειώδους» εκστρατείας του, συνέβη το «αναπάντεχο». Στο λιμένα της πόλης κατέφθασαν τρία Σπαρτιατικά πλοία φορτωμένα με 700 μισθοφόρους, ως προσωπικό δώρο του Λυσάνδρου προς τον Κύρο. Από «στόμα σε στόμα» λοιπόν το ελληνικό στράτευμα έμαθε πως οι ενισχύσεις είχαν έλθει από την Σπάρτη για να ενισχύσουν τις προσπάθειες του Κύρου να «ανατρέψει» τον αδερφό του.

Εικόνα: Ανάγλυφο Πέρσου ιππέως που έχει βρεθεί στη Ελλησποντινή Φρυγία.

Μετα την «αποκάλυψη» του αληθινού στόχου της εκστρατείας επικράτησε μεγάλος πανικός και ανησυχία στις ελληνικές δυνάμεις. Δεν είχαν «πληρωθεί» για να πολεμήσουν με τον τακτικό Περσικό στρατό και στο «κάτω-κάτω» δεν έσπερναν και αρκετά, κατά την άποψη τους, για να πεθάνουν για χάρη αυτού του βαρβάρου. Αντιλαμβανόμενος, ο Κύρος, την αναστάτωση, ανέβηκε σε ένα βαρέλι, κατά τα λεγόμενα του Ξενοφώντα, και απευθύνθηκε προς τους Έλληνες λέγοντας τους πως επειδή είχε «προδοθεί» ξανά στο παρελθόν για αυτό δεν τους αποκάλυψε, εξ αρχής της προθέσεις του, ενώ συνέχισε αναλύοντας τους τον τρόπο με τον οποίο ο παλιός του «φίλος» ο Τισσαφέρνης τον είχε προδώσει, λέγοντας πως δεν ήθελε να πάθει ξανά τα ίδια .

Μάλιστα τους υποσχέθηκε πως αν τον ακολουθήσουν στο εγχείρημα του, που σε τελική ανάλυση, θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί χωρίς την βοήθεια τους, θα τους αντάμειβε «πλουσιοπάροχα» και συν της άλλης θα τους έκανε «Ηγεμόνες» των Ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, τις οποίες και θα τους παραχωρούσε. Ακούγοντας τα αυτά, οι «άπληστοι» Έλληνες μισθοφόροι, που ήδη θεωρούνταν μεγιστάνες με τα δεδομένα της εποχής, καθώς είχαν αποσπάσει τεράστια χρηματικά ποσά από τον Κύρο, αποφάσισαν πως θα τον ακολουθούσαν διότι δεν τους «αρκούσε» να γυρίσουν στην πατρίδα τους απλά πλούσιοι, ήθελαν να γυρίσουν έχοντας και την τιμή πως απελευθέρωσαν τις πόλεις της Ιωνίας από τα «δεσμά» των βαρβάρων.

Έπειτα λοιπόν από το παραπάνω περιστατικό, το στράτευμα του Κύρου πέρασε την Συρία και διάμεσου της ερήμου έφτασε στην δυτική όχθη του Ευφράτη, όπου και ανακάλυψαν ένα «δώρο» που τους είχε αφήσει ο Τισσαφέρνης οπισθοχωρώντας. Ο Πέρσης σατράπης της Λυδίας, είχε κάψει όλες της γέφυρες του Ευφράτη σε μια προσπάθεια να τους καθυστερήσει κερδίζοντας χρόνο για τον Αρταξέρξη να οργανώσει τα στρατεύματα του στην Βαβυλώνα. Παρόλα αυτά και έπειτα από μερικές εβδομάδες το «εμπόδιο» του μεγάλου ποταμού προσπεράστηκε και οι δυνάμεις του Κύρου εισέβαλαν στην Μεσοποταμία.

Η μάχη στα Κούναξα.

Χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα η επιβλητική στρατιά διέσχισε τα αρδευτικά κανάλια του Ευφράτη και μια βαθιά «τάφρο» που είχε κατασκευάσει ο στρατός του Αρταξέρξη και συνέχισε την προέλασή της προς την Βαβυλώνα. Κατά την διάρκεια της προελάσεως όμως παρατηρήθηκε πως «ίχνη» από χιλιάδες άλογα και άνδρες, τα οποία «κάλυπταν» τους δρόμους μπροστά τους. Ήταν πλέον εμφανές πως ο στρατός του Αρταξέρξη «υποχωρούσε» ενώπιον τους, ευρισκόμενος σε μικρή απόσταση από την τωρινή τους θέση.

Έτσι λοιπόν πορεύτηκαν επί τρεις ημέρες, όταν ξαφνικά ένας από τους ανιχνευτές του Κύρου έφτασε καλπάζοντας από τον νότο αναφέροντας πως ο αυτοκρατορικός στρατός είχε «σταματήσει» την υποχώρηση του και ερχόταν «καταπάνω» τους. Η ώρα της καθοριστικής μάχης είχε πλέον φτάσει, ήταν πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου του 401 π.Χ. Αμέσως δόθηκε το σύνθημα και η στρατιά μετέπεσε από σχηματισμό πορείας, σε σχηματισμό μάχης. Οι άνδρες οπλίστηκαν και άρχισαν να λαμβάνουν τις προκαθορισμένες τους θέσεις.

Εικόνα: Η μάχη στα Κούναξα, έργο του Adrien Guignet.

Οι Έλληνες τάχθηκαν στο δεξιό κέρας, καλυπτόμενοι από την κοίτη του Ευφράτη. Στην ακραία δεξιά, θέση της παράταξης, τάχθηκαν οι Έλληνες πελταστές και 1.000 Παφλαγόνες ιππείς. Δίπλα τους τάχθηκε η φάλαγγα, με τον Κλέαρχο να διοικεί την δεξιά πτέρυγα, τον Πρόξενο το κέντρο και τον Μένωνα την αριστερή πτέρυγά της. Το κέντρο και το αριστερό κέρας της στρατιάς του Κύρου απαρτιζόταν από περσικά τμήματα αλλά και από υποτελείς. Στο κέντρο επισης τάχθηκε και ο ίδιος ο Κύρος, επικεφαλής 600 επίλεκτων ιππέων της σωματοφυλακής του. Όλοι οι ιππείς έφεραν θώρακες, κράνη και «παραμερίδια», δηλαδή ένα είδος θωράκισης που προστάτευε τα πόδια του πολεμιστή και εφαρμόζονταν στην σέλα.

Ο Κύρος ήταν ο μόνος που αρνήθηκε να φορέσει κράνος για να είναι εύκολα «αναγνωρίσιμος» από τους άνδρες του. Από τη διάταξη και μόνο των δυνάμεών του γίνεται φανερό και το σχέδιο μάχης του Κύρου, κατά το οποίο προφανώς ο Πέρσης πρίγκηπας υπολόγιζε ότι οι Έλληνες θα επικρατήσουν έναντι του εχθρικού αριστερού. Κατόπιν θα μπορούσαν να «πλαγιοκοπήσουν» το εχθρικό κέντρο, εκεί όπου θα πολεμούσε και ο αδερφός του Αρταξέρξης, και με παράλληλη πίεση από τους δικούς του άνδρες και ιδίως από την επίλεκτη σωματοφυλακή του να διασπάσουν της εχθρικές γραμμές. Ο Κύρος για να στεφθεί νικητής δεν αρκούσε να τρέψει σε φυγή τον αντίπαλο στρατό, αλλά θα έπρεπε να σκοτώσει και τον αδερφό του.

Αφού παρατάχθηκαν με τον τρόπο αυτό οι άνδρες του Κύρου ανέμεναν την άφιξη του εχθρού. Πράγματι γύρω στο απόγευμα εμφανίστηκε από τα νότια η τεράστια στρατιά του Αρταξέρξη. Ο Ξενοφών αναφέρει πως, «Φάνηκε ένα λευκό σύννεφο σκόνης, επί της πεδιάδας και σε μεγάλη έκταση». Το θέαμα και μόνο του αυτοκρατορικού στρατού ήταν πραγματικά «επιβλητικό». Στο άκρο αριστερό, της εχθρικής παράταξης, το οποίο διοικούσε ο Τισσαφέρνης, τάχθηκαν βαριά οπλισμένοι ιππείς που όλοι τους έφεραν λευκούς ελληνικούς λινοθώρακες. Δίπλα τους τάχθηκαν «γεροφόροι» Πέρσες και δίπλα σε αυτούς Αιγυπτιακό πεζικό, οπλισμένοι με μεγάλες «ποδήρεις» ασπίδες και δόρατα όπως τα ελληνικά. Κατόπιν είχαν ταχθεί άλλοι ιππείς και τοξότες. Οι στρατιώτες κάθε έθνους πολεμούσαν σε δικούς τους σχηματισμούς και μπορούσες να δεις, σύμφωνα με την περιγραφή του αυτόπτη μάρτυρα Ξενοφώντα, τους τετράπλευρους σχηματισμούς τους, ενώ μπροστά απ’ όλο το μέτωπο ήταν ταγμένα τα δρεπανηφόρα άρματα.

Ενώπιον του εχθρικού μετώπου, το οποίο υπερείχε συντριπτικά σε μήκος του δικού του, ο Κύρος άλλαξε γνώμη και διέταξε τον Κλέαρχο να κινηθεί κλιμακωτά και να προσβάλει το εχθρικό κέντρο. Ο Κλέαρχος όμως, έμπειρος στρατηγός ως ήταν, δε θεωρούσε σωστή ενέργεια να κινηθεί προς το κέντρο και να αφήσει τη σιγουριά που του εξασφάλιζε η κοίτη του Ευφράτη. Αν τυχόν ξεμάκρυνε από τον ποταμό υπήρχε ο κίνδυνος να διασπαστεί η αναγκαστικώς αραιωμένη του παράταξη και να περικυκλωθεί ολόκληρη η φάλαγγα από το ιππικό του Τισσαφέρνη. Για το λόγο αυτό ο Κλέαρχος απάντησε στον Κύρο να μην ανησυχεί και πως ο ίδιος γνώριζε πώς πρέπει να πολεμήσει.

Εικόνα: Ο τάφος του Αρταξέρξη Β΄ στην Περσέπολη στο Ιράν.

Τελικά τα ασιατικά τμήματα του Κύρου άρχισαν να βαδίζουν προς συνάντηση του εχθρού. Οι Έλληνες όμως δεν είχαν ακόμα αρχίσει να κινούνται. Ο Κλέαρχος μόλις είχε δώσει το σύνθημα «Ζεύς σωτήρ και νίκη», το οποίο πέρασε από στόμα σε στόμα και από τον τελευταίο άνδρα. Μόλις ξαναήρθε η σειρά του Κλεάρχου να αναφωνήσει το σύνθημα, δόθηκε η διαταγή και οι Έλληνες άρχισαν να βαδίζουν. Η απόσταση που χώριζε τα δύο στρατεύματα δεν ήταν μεγαλύτερη των 600 μέτρων. Οι Έλληνες βάδιζαν με ταχύ βήμα και έψαλαν τον παιάνα. Μόλις πλησίασαν περισσότερο άρχισαν να αλαλάζουν και να κτυπούν τα δόρατα επί των ασπίδων τους, παράγοντας έναν «δαιμονικό» θόρυβο.

Ενώπιον του θεάματος τούτου και πριν οι Έλληνες πλησιάσουν σε απόσταση του ωφέλιμου βεληνεκούς των τόξων, περίπου στα 150 με 200 μέτρα, οι απέναντί τους βάρβαροι έστρεψαν τα νώτα και τράπηκαν σε φυγή. Ακόμα και οι ηνίοχοι των δρεπανηφόρων αρμάτων τα εγκατέλειψαν και ακολούθησαν τους «αποκαρδιωμένους» συναδέλφους τους. Τα δε δρεπανηφόρα άρματα, με τους ίππους τρομοκρατημένους άρχισαν να τρέχουν και να «κατακόπτουν» το περσικό πεζικό. Μερικά από αυτά στράφηκαν ανεξέλεγκτα και κατά των Ελλήνων. Αυτοί όμως «άνοιγαν τους ζυγούς» τους και τα άφηναν να περνούν ακίνδυνα ανάμεσά τους. Με τον τρόπο αυτό οι Έλληνες διέλυσαν την απέναντί τους εχθρική παράταξη με «μοναδική» απώλεια έναν τραυματία από βέλος.

Ένα «αναπάντεχο» γεγονός.

Την ώρα όμως που οι Έλληνες κατατρόπωναν κυριολεκτικά τους απέναντί τους εχθρούς, στο άλλο άκρο τα πράγματα δεν φαίνεται πως εξελίχθηκαν το ίδιο ευνοϊκά για τον Κύρο. Το αριστερό του Κύρου κάμφθηκε από την εχθρική υπεροχή και ο Κύρος φοβούμενος μην κατακοπεί το ελληνικό στράτευμα, πληττόμενο εκ των νώτων επέλασε με τους 600 επίλεκτους ιππείς του κατά των 6.000 ιππέων του Αρταξέρξη και τους διέσπασε.

Οι νικητές ιππείς του όμως άρχισαν να καταδιώκουν τους φεύγοντες εχθρούς και μόνο λίγοι, οι «ομοτράπεζοι» του έμειναν δίπλα στον Κύρο. Έξαφνα ο Κύρος αντελήφθη την παρουσία του αδερφού του. «Ιδού, τον βλέπω», είπε στους άνδρες του και όρμησε καταπάνω στον Αρταξέρξη. Κατόρθωσε μάλιστα να τον τραυματίσει στο στέρνο τρυπώντας του ακόμα και τον θώρακα. Την ίδια όμως στιγμή ο Κύρος δέχθηκε ένα ακόντιο κάτω από το μάτι. Με τον αρχηγό τους βαριά πληγωμένο, οι λιγοστοί άνδρες του Κύρου προσπάθησαν να τον καλύψουν.

Σε μια άγρια και συγκεχυμένη όμως συμπλοκή που ακολούθησε έπεσαν όλοι, μαζί με τον ηγέτη τους. Οι μεν νικητές έκοψαν το κεφάλι και το δεξί χέρι του Κύρου, οι δε στρατιώτες του νεκρού τράπηκαν σε φυγή και οι άνδρες του Αρταξέρξη κατέλαβαν το στρατόπεδο της στρατιάς του Κύρου. Οι επιζώντες βάρβαροι στρατιώτες του Κύρου, με επικεφαλής τον Αριαίο, κινήθηκαν προς τα πίσω και σταμάτησαν σε απόσταση 25 χιλιομέτρων. από το πεδίο της μάχης.

Εικόνα: Σκίτσο που αναπαριστά την μάχη στα Κούναξα, έργο άγνωστου καλλιτέχνη του 19ου αιώνα.

Στο μεταξύ εντός του στρατοπέδου ξέσπασε μεγάλη μάχη μεταξύ των Ελλήνων φρουρών του στρατοπέδου και των ανδρών του Αρταξέρξη. Οι τελευταίοι αιχμαλώτισαν μάλιστα τη μία από τις δύο Ελληνίδες παλλακίδες του Κύρου. Η δεύτερη κατόρθωσε να ξεφύγει και γυμνή κατέφυγε στους Έλληνες φρουρούς και διεσώθη. Οι Έλληνες φρουροί άντεξαν για κάποια ώρα την εχθρική πίεση. Καθώς όμως όλο και περισσότεροι βάρβαροι έρχονταν εναντίον τους στράφηκαν προς το κύριο σώμα των Ελλήνων του Κλεάρχου. Στο μεταξύ ο Αρταξέρξης είχε πληροφορηθεί από τον Τισσαφέρνη ότι οι Έλληνες είχαν διαλύσει τις απέναντί τους δυνάμεις και διέταξε την αναδιοργάνωση των δυνάμεών του, ώστε να επιτεθούν εκ νέου στους ως τότε νικητές Έλληνες.

Ο Κλέαρχος, όμως, έστρεψε την φάλαγγα και ανέμενε την νέα εχθρική επίθεση. Την ίδια ώρα οι Έλληνες πελταστές, υπό τον Επισθένη από την Αμφίπολη, κατόρθωσαν να προκαλέσουν τεράστιες απώλειες στο επίλεκτο ελαφρύ ιππικό, χρησιμοποιώντας μια άκρως έξυπνη τακτική. Δεχόμενοι την έφοδο του εχθρικού ιππικού οι Έλληνες πελταστές είτε άνοιξαν τους ζυγούς τους, είτε έπεσαν πρηνείς στο έδαφος. Μόλις οι Πέρσες ιππείς περνούσαν οι Έλληνες άρχιζαν να τους κτυπούν από πολύ κοντά με ακόντια, ακόμα και με σπαθιά. Με τον τρόπο αυτό κανείς πελταστής δεν έπαθε το παραμικρό και οι ιππείς τράπηκαν σε φυγή.

Τελικά ο Τισσαφέρνης και οι άνδρες του σταμάτησαν τη φυγή όταν συνάντησαν τα λοιπά βασιλικά στρατεύματα. Έτσι, τώρα, όλοι μαζί κινήθηκαν κατά των Ελλήνων. Τώρα οι Έλληνες θα έδιναν τον υπέρ πάντων αγώνα, μόνοι τους 13.000 άνδρες, κατά των μυριάδων του Αρταξέρξη. Ο εμπειροπόλεμος Κλέαρχος, στην κρίσιμη αυτή στιγμή, έδειξε όλη του την αξία. Διέταξε τους άνδρες του να λάβουν θέσεις όσο το δυνατό πλησιέστερα στον ποταμό, ώστε να έχουν καλυμμένα τα νώτα τους και να είναι σε θέση με απλή κλίση να καλύψει και τις πτέρυγες. Αντίθετα οι Πέρσες τάχθηκαν παραδοσιακά, όπως και πριν και άρχισαν να βαδίζουν κατά των ακατάβλητων Ελλήνων.

Οι Έλληνες, όμως, δεν τους περίμεναν. Έψαλαν τον παιάνα και εφόρμησαν κατά των εχθρών. Αυτή τη φορά οι βάρβαροι τράπηκαν σε φυγή ακόμα νωρίτερα, καταδιωκόμενοι από τους Έλληνες. Ακόμα και το εχθρικό ιππικό, το επίλεκτο περσικό ιππικό, ετράπη επίσης σε φυγή και δεν στάθηκε να αντιμετωπίσει την έφοδο των Ελλήνων πεζών. Οι νικητές Έλληνες στρατοπέδευσαν για τη νύκτα στους πρόποδες ενός γηλόφου, στην κορυφή του οποίου εγκατέστησαν προφυλακές. Λίγο πριν βραδιάσει ο Λύκιος ο Συρακούσιος, ο οποίος εστάλη από τον Κλέαρχο για αναγνώριση, επέστρεψε χαρούμενος και ανέφερε ότι, «φεύγουσιν ανά κράτος». Μια από τις μεγαλύτερες νίκες των αρχαίων Ελλήνων, η πλέον παρεξηγημένη, είχε μόλις επιτευχθεί.

Παρόλα αυτά, οι Έλληνες, μέσα στην αναταραχή της μάχης δεν είχαν καταλάβει πως ο Κύρος είχε σκοτωθεί. Το σκότος έκανε ακόμα πιο δύσκολη την κατάσταση τους, στερώντας τους και την παραμικρή οπτική του πεδίου της μάχης. Ωστόσο το επόμενο πρωί όλοι τους θα αντιλαμβάνονταν την δεινή τους θέση, όταν θα πληροφορούνταν από τον Αριαίο τον θάνατο του Κύρου. Προς το παρών επέλεξαν πως το καλύτερο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να στρατοπεδεύσουν στις όχθες του Ευφράτη, μέχρι να περάσει η νύχτα. Το μέλλον πλέον ήταν αβέβαιο και οι οιωνοί δεν φαίνονταν ευνοϊκοί, αλλά αυτό ας το αφήσουμε για το επόμενο μερος της εξιστόρησης μας.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος της «Καθόδου των Μυρίων» πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος της «Καθόδου των Μυρίων» πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Charles Rollin, «The Ancient History of the Egyptians, Assyrians, Babylonians, Medes, Persians and Grecians».
  • William Smith, «Dictionary of Greek and Roman biography and mythology».
  • Robin Fox, «Η Μεγάλη Πορεία – Ο Ξενοφών Και η Κάθοδος των Μυρίων».
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Άρατος και Αρταξέρξης».
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Λύσανδρος – Σύλλας».
  • Jan Tavernier, «Iranica in the Achaemenid Period».
  • Rüdiger Schmitt, «Encyclopaedia Iranica».
  • Ξενοφών, «Κύρου Ανάβασις».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.