Σύγχρονος Κόσμος
Η μάχη στην διασταύρωση Μπραΐς. Η «ταπεινωτικότερη» ήττα της Ένωσης.

Η μάχη στην διασταύρωση Μπραΐς. Η «ταπεινωτικότερη» ήττα της Ένωσης.

Γράφει ο αξιότιμος κ. Άγγελος Μανσόλας.

Το 1863 υπήρξε καθοριστικό έτος για την έκβαση του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου. Ήταν το έτος κατά το οποίο οι δυνάμεις της Ένωσης σημείωσαν τρεις σημαντικές και πολυπόθητες νίκες που θα αποτελούσαν τα εφαλτήρια για την ήττα της Συνομοσπονδίας, στο Γκέττυσμπεργκ, στο ανατολικό μέτωπο και στο Βίκσμπεργκ και την Τσατανούγκα, στο δυτικό. Ειδικότερα η τελευταία, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, χάρισε στον στρατηγό Ουίλλιαμ Σέρμαν μία μεγάλη στρατιωτική βάση από όπου θα ξεκινούσε την μεγάλη του «Πορεία προς τη Θάλασσα», με πρωταρχικό σκοπό την καταστροφή της στρατιάς του στρατηγού Τζόνστον στο μέτωπό του και κατόπιν, με μία ακάθεκτη προέλαση προς νότο, να κατακτήσει την Ατλάντα, φθάνοντας μέχρι την ακτή του Ατλαντικού. Μία τέτοια διείσδυση στα εδάφη του «Βαθέως Νότου» θα απέκοπτε ουσιαστικά, την επικοινωνία των δυνάμεων της Συνομοσπονδίας μεταξύ ανατολικών και δυτικών πολιτειών.

Ο Σέρμαν όμως, γνώριζε ότι για να εξασφαλίσει την μακρά πορεία του δια μέσω των πολιτειών Τενεσσύ και Τζώρτζια, έπρεπε πρώτα να διασφαλίσει την «υπερεκτεταμένη» γραμμή ανεφοδιασμού του που βασιζόταν στην μία και μοναδική σιδηροδρομική γραμμή Νάσσβιλ-Τσατανούγκα, η οποία κινδύνευε από τις καταδρομικές επιδρομές ιππικού του επικινδυνότερου αντιπάλου του, του στρατηγού Ναίηθαν Μπέντφορντ Φόρρεστ. Ο «δαιμόνιος» αυτός επιδρομέας παραμόνευε πάντοτε «αθέατος» και «ασύλληπτος», κάπου στα μετόπισθεν της στρατιάς του. Προκειμένου να απαλλαγεί από αυτόν τον κίνδυνο ανέθεσε στον στρατηγό Σάμιουελ Στέρτζις να συγκροτήσει μία ισχυρή, ταχυκίνητη δύναμη, για να αποτραβήξει αρχικά τον Φόρρεστ από τα νώτα του, και στη συνέχεια να τον καταδιώξει και να τον καταστρέψει.

Εικόνα: Ο Ουίλιαμ Σέρμαν ήταν Αμερικανός στρατηγός. Στον Εμφύλιο πήρε μέρος ως διοικητής ταξιαρχίας του ομοσπονδιακού στρατού μαζί με τον Γκραντ. Διακρίθηκε στις μάχες του Βίσκσμπεργκ, το 1863, της Ατλάντα, το 1864 καθώς και του Πίτερσμπεργκ και του Ρίτσμοντ, το 1865. Το 1864 ο Σέρμαν ανέλαβε τη διοίκηση των δυτικών στρατιωτικών δυνάμεων και σε συνεργασία με τον Γκραντ εξαπέλυσαν την τελική έφοδο για τη νίκη εναντίον των Νοτίων.

«Κανένας οίκτος για τους άνδρες του Φόρρεστ».

Ο Στέρτζις ξεκίνησε την εκστρατεία του στις αρχές Μαΐου από το Μέμφις του Τεννεσσύ, αλλά η πρόοδός του ήταν «βραδεία» και ο αντίπαλός του απομακρύνθηκε γρήγορα. Στις 13 του μηνός ο Στέρτζις αποφάσισε να επιστρέψει στη βάση του λόγω έλλειψης εφοδίων, γράφοντας στον Σέρμαν πως, «Λυπάμαι πολύ που δεν είχα την ικανοποίηση να σας φέρω το κεφάλι του, αλλά αυτός ο διαβόητος ληστής αποκλείεται να σταθεί να αντιμετωπίσει μία δύναμη ίση με τη δική του».

Όλα αυτά δεν άρεσαν καθόλου στον σκληροτράχηλο Σέρμαν, ο οποίος είχε ήδη ξεκινήσει την εκστρατεία του και όσο βαθύτερα προχωρούσε, τόσο περισσότερο ανησυχούσε για την ασφάλεια των γραμμών του. Ο Φόρρεστ ήταν μία επικίνδυνη εκκρεμότητα, από την οποία έπρεπε να απαλλαγεί το συντομότερο δυνατόν. Χωρίς άλλη καθυστέρηση διέταξε τον Στέρτζις να εξαπολύσει δεύτερη εκστρατεία εναντίον του.

Οι προετοιμασίες ξεκίνησαν αμέσως και αυτή τη φορά ο Στέρτζις φρόντισε προσωπικά για την πληρότητα των εφοδίων, αλλά και την δύναμη του Σώματός του. Ο Σέρμαν θεωρούσε ότι μία δύναμη 6.000 ανδρών θα ήταν ικανοποιητική για μία εκστρατεία αυτού του είδους. Ο Στέρτζις, ξεπερνώντας ακόμα και τα κριτήρια του διοικητή του, κατάφερε να συγκεντρώσει 8.300, ανάμεσα σε αυτούς, 5.000 πεζούς, 3.300 ιππείς και 22 πυροβόλα.

Η δύναμή του ήταν αναμφίβολα η μεγαλύτερη και καλύτερα εξοπλισμένη που είχε σταλεί ποτέ εναντίον του Φόρρεστ. Ανάμεσα στο πεζικό του συγκαταλέγονταν μερικοί από τους καλύτερους άνδρες του «Δυτικού μετώπου», ενώ το ιππικό ήταν εξοπλισμένο με επαναληπτικές καραμπίνες, οι οποίες θα του χάριζαν ένα σημαντικό πλεονέκτημα ισχύος πυρός έναντι του αντιπάλου του.

Το Σώμα του αποτελείτο από δύο μεραρχίες. Η μεραρχία ιππικού τελούσε υπό την διοίκηση του ταξίαρχου Μπεν Γκρίρσον, ενός από τους ικανότερους διοικητές ιππικού της Ένωσης, και ήταν χωρισμένη σε δύο ταξιαρχίες, υπό τους συνταγματάρχες Γουόρινγκ και Γουίνσλοου. Η μεραρχία πεζικού, υπό τον συνταγματάρχη ΜακΜίλλεν, ήταν διηρημένη σε τρεις ταξιαρχίες, των συνταγματαρχών Γουίλκινς, Χοτζ και Μπάουτον.

Ο ζήλος και το ηθικό των ανδρών του ήταν ένα ακόμα στοιχείο για το οποίο μπορούσε να καυχηθεί ο Στέρτζις. Η ταξιαρχία του συνταγματάρχη Μπάουτον αποτελείτο από 1.200 Νέγρους, ορκισμένους να εκδικηθούν την σφαγή των ομόφυλών τους από τους άνδρες του Φόρρεστ στη μάχη του Φορτ Πίλλοου, πριν έναν μόλις μήνα, στις 12 Απριλίου 1864. Σε αναφορά του προς τον Σέρμαν, ο Στέρτζις σημείωσε πως, «σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης θα σταθεί σχεδόν αδύνατον να τους αποτρέψω από πράξεις αντεκδίκησης».

Εικόνα: Ο στρατηγός Ναίηθαν Μπέντφορντ Φόρρεστ θεωρείται σήμερα η μεγαλύτερη στρατιωτική ιδιοφυία που ανέδειξε ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος, ανώτερη ακόμα και των Λη και Γκραντ. Χωρίς καμία επίσημη στρατιωτική εκπαίδευση στη ζωή του, οι τακτικές του θεωρούνται ο προπομπός του ταχυκινήτου πολέμου τεθωρακισμένων και μελετώνται στις στρατιωτικές ακαδημίες.

Οι άνδρες αυτοί, εκτός από τον όρκο που είχαν δώσει, είχαν υιοθετήσει και ένα ιδιαίτερο «επίρραμα» στη στολή τους, στο οποίο αναγραφόταν η φράση, «Θυμηθείτε το Φορτ Πίλλοου. Κανένας οίκτος στους άνδρες του Φόρρεστ». Την εκστρατευτική αυτή δύναμη θα ακολουθούσε μία φάλαγγα 250 αμαξών με όλα τα απαραίτητα εφοδια, τρόφιμα, πυρομαχικά, φαρμακευτικές προμήθειες και ασθενοφόρα, για διάρκεια 20 ημερών.

Αναχώρησαν από το Μέμφις την 1η Ιουνίου 1864 με υψηλό ηθικό, αλλά άσχημες καιρικές συνθήκες από την επόμενη κιόλας ημέρα. Όπως συνήθως, εκείνη την εποχή του έτους στον Βαθύ Νότο, οι ουρανοί άνοιξαν, μουσκεύοντας τους άνδρες, μετατρέποντας τους δρόμους σε κολλώδεις βάλτους και καθηλώνοντας τις άμαξες στη λάσπη. Η πορεία συνεχίστηκε υπό αυτές τις συνθήκες μέχρι τις 8 Ιουνίου, όταν οι εντεινόμενες, καταρρακτώδεις βροχές μετέτρεψαν τη γη σε πραγματικό τέλμα.

Αποθαρρυμένος από την βραδύτητα της προέλασης και με την σύνεση να του υπαγορεύει τη διακοπή της εκστρατείας, ο Στέρτζις συγκάλεσε συμβούλιο διοικητών το ίδιο βράδυ, προτείνοντας την αναβολή της. Δεν είχε καμία αμφιβολία, τους είπε, ότι ακόμα κι αν δεν έβρισκαν οι ίδιοι τον Φόρρεστ, θα τους έβρισκε εκείνος, λίγο νοτιότερα, με ισχυρές δυνάμεις στη διάθεσή του.

«Βαδίζουμε στα τυφλά, με ελάχιστη ενημέρωση για τις κινήσεις του αντιπάλου», συμπλήρωσε. Ο Γκρίρσον συμφώνησε, αλλά ο ΜακΜίλλεν προέβαλλε αντίρρηση, λέγοντας ότι, «Θα προτιμούσα να συνεχίσουμε και να αντιμετωπίσουμε τον εχθρό, έστω κι αν ηττηθούμε, παρά να επιστρέψουμε πάλι στο Μέμφις χωρίς καν να τον έχουμε αντικρίσει». Ο Στέρτζις αναλογίστηκε ότι είχε εγκαταλείψει την πρώτη εκστρατεία, πριν λίγες μόλις εβδομάδες και μία επανάληψη της δικαιολογίας αυτής θα κόστιζε ακριβά στο κύρος του, αν όχι και στη σταδιοδρομία του.

Προσπάθησε να καταπνίξει ένα προαίσθημα καταστροφής που τον βασάνιζε και κατόπιν αρκετών δισταγμών, δέχθηκε να συνεχίσει. Οι διοικητές του, όπως και ο ίδιος, γνώριζαν καλά τη φήμη, αλλά και τον χαρακτήρα του αντιπάλου τους και φρόντισαν να λάβουν κάθε μέτρο προφύλαξης από αιφνιδιαστική επιδρομή του κακόφημου «Μάγου της Σέλλας». Παρόλα αυτά το σχέδιο αντιπερισπασμού του Σέρμαν λειτούργησε επιτυχώς, τουλάχιστον σε αυτή και μόνο την φάση του.

Ο Φόρρεστ εκείνη την περίοδο έδρευε στο Τιουπέλο του Μισσισίπυ και την 1η Ιουνίου κατευθυνόταν προς το Τενεσσύ με σκοπό πράγματι, να πλήξει τις γραμμές ανεφοδιασμού του Σέρμαν. Στις 4 του μηνός είχε φθάσει στην πόλη Ράσσελβιλ της Αλαμπάμα, όταν ενημερώθηκε ότι μία ισχυρή εχθρική φάλαγγα είχε ξεκινήσει από το Μέμφις για να εισβάλει στο Μισσισίπυ. Αμέσως ανέστρεψε πορεία, επιστρέφοντας γρήγορα στο Τιουπέλο την επόμενη ημέρα, υποχρεωμένος να ακυρώσει την εκστρατεία του.

Εικόνα: Λιθογραφία που αναπαριστά την “Σφαγή στο Φορτ Πίλλοου”. Έργο του Frank Leslie.

«Εμείς απλά θα τους πατήσουμε».

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 1864.

Οι ανησυχίες του Στέρτζις για τις προθέσεις του αντιπάλου του ήταν ορθές, αν και έσφαλε σε ότι αφορούσε τις δυνάμεις του. Ο Φόρρεστ κινείτο ήδη βόρεια για να τον συναντήσει, αλλά σίγουρα όχι με «ισχυρές δυνάμεις». Το «Σώμα Ιππικού» του αριθμούσε 4.885 άνδρες, χωρισμένους σε τέσσερις ταξιαρχίες, υπό την διοίκηση των συνταγματαρχών Μπελ, Τζόνσον, Λάϋον και Ράκερ, υποστηριζόμενοι από τα οκτώ πυροβόλα του λοχαγού Μόρτον, και τέλος τους 85 επίλεκτους άνδρες της προσωπικής σωματοφυλακής του.

Μέσω των πληροφοριών των ανιχνευτών του οι οποίοι γνώριζαν άριστα την γεωγραφία της περιοχής, ο Φόρρεστ κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα ότι ο Στέρτζις κατευθυνόταν προς το Τιουπέλο. Παρά την αριθμητική του κατωτερότητα, αποφάσισε να τον αποκρούσει στο ενδιάμεσο της απόστασης, σε ένα ασήμαντο σημείο του χάρτη, 24 χιλιόμετρα βορειότερα του Τιουπέλο. Σαν τον πλοηγό ενός πλοίου ο οποίος χαρτογραφεί μία πορεία σύγκρουσης με ένα επερχόμενο σκάφος, ο Φόρρεστ όρισε τη διασταύρωση του Μπράϊς ως το σημείο συμπλοκής.

Σε εκείνο το σημείο, και εν μέσω πυκνής βλάστησης, συνέκλιναν τέσσερις στενοί δρόμοι, ενώ ενάμισι χιλιόμετρο δυτικότερα, βρισκόταν το ρεύμα του Τισομίνγκο, με την απλή, ξύλινη γέφυρά του, πλημμυρισμένο τώρα από τις βροχές, το οποίο θα έπρεπε υποχρεωτικά να διαβεί η εχθρική φάλαγγα για να συνεχίσει την πορεία της προς νότο. Γνωρίζοντας ότι το ιππικό του Στέρτζις προηγείτο του πεζικού του, επέλεξε να ανασχέσει πρώτα την μεραρχία του Γκρίρσον, ώστε να αναγκάσει το πεζικό τού ΜακΜίλλεν να σπεύσει γρήγορα προς βοήθειά του. Καθ’ οδόν προς το πεδίο της μάχης, ο Φόρρεστ εξέθεσε αναλυτικά το σχέδιό του στον συνταγματάρχη Λάϋον που ίππευε δίπλα του, με την άνεση ενός «μελλοντολόγου».

«Ξέρω ότι υπερτερούν αριθμητικά, αλλά ο δρόμος κατά μήκος του οποίου θα προελαύνουν είναι στενός και λασπωμένος, θα προχωρούν αργά. Η περιοχή είναι δασώδης και οι θάμνοι τόσο πυκνοί, ώστε όταν τους κτυπήσουμε δεν θα καταλάβουν πόσοι είμαστε. Το ιππικό τους θα προηγείται του πεζικού και πρέπει να φτάσει στο σταυροδρόμι περίπου τρεις ώρες νωρίτερα. Σε αυτό τον χρόνο εμείς μπορούμε να τσακίσουμε το ιππικό τους. Μόλις ανάψει η μάχη θα καλέσουν βιαστικά το πεζικό να επέμβει. Εκείνη την ώρα ο τόπος θα «βράζει». Διασχίζοντας εννέα ή δέκα χιλιόμετρα πάνω σε τέτοιους δρόμους, το πεζικό τους θα είναι τόσο εξαντλημένο που εμείς απλά θα τους πατήσουμε».

Το γεγονός ότι ο δρόμος τον οποίον διέσχιζαν εκείνη τη στιγμή ήταν εξίσου στενός και λασπωμένος ή το ότι οι διασκορπισμένες ταξιαρχίες του θα αντιμετώπιζαν τις ίδιες ακριβώς δυσκολίες με εκείνες του αντιπάλου του, δεν διέφευγε της αντίληψης του Λάϋον, ούτε του Φόρρεστ. Ο πρώτος επέλεξε απλά να σιωπήσει, εάν το έλεγε ο διοικητής του, κάτι θα είχε κατά νου. Και αυτό που είχε κατά νου ο Φόρρεστ ήταν η εμπιστοσύνη στις δυνατότητες των ανδρών του, όπως και ο ίδιος, ήταν όλοι γέννημα-θρέμμα του «Βαθέως Νότου», εξοικειωμένοι με το πνιγηρό, υγρό κλίμα της περιοχής και η ικανότητα προέλασής τους κάτω από παρόμοιες ή και χειρότερες συνθήκες είχε δοκιμαστεί επανειλημμένως από την αρχή του πολέμου.

Εικόνα: Το 1864 ο 42χρονος Σάμιουελ Στέρτζις θεωρείτο ένας έμπειρος αξιωματικός, έχοντας κερδίσει μία καλή φήμη, μαχόμενος σε αρκετές ήττες της Ένωσης στο ανατολικό μέτωπο. Η εκστρατεία του κατά του Φόρρεστ απέβη η ταφόπλακα της σταδιοδρομίας του.

Το πρόβλημά του ήταν η συγκέντρωση των ταξιαρχιών του, οι οποίες στην προσπάθειά τους να διαφυλάξουν πολλαπλά πιθανά σημεία εχθρικών εισβολών σε ένα αχανές, δασώδες και δύσβατο μέτωπο, ήταν απελπιστικά διασκορπισμένες. Οι 800 άνδρες του Λάϋον, πλησιέστεροι όλων, απείχαν 10 χιλιόμετρα από τον Φόρρεστ, οι 500 του Τζόνσον 18 χιλιόμετρα, ενώ οι Ράκερ, Μπελ και Μόρτον είχαν να καλύψουν μία απόσταση σχεδόν 30 χιλιομέτρων για να ενωθούν μαζί του, όταν ο αντίπαλός του απείχε λιγότερο από 15 από το πεδίο της μάχης.

Διεμήνυσε στους διοικητές του «να κινηθούν με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα», ενώ ο ίδιος, με τη δύναμη του Λάϋον και τη σωματοφυλακή, θα προηγούντο για να ανοίξουν τη μάχη. Ο Φόρρεστ είχε βέβαια, λάβει υπόψη του και τα άνισα αριθμητικά δεδομένα. Μέχρι την άφιξη των υπόλοιπων ταξιαρχιών του, θα άρχιζε τη μάχη με 885 άνδρες. Ωστόσο, πίστευε ότι η τόλμη των ανδρών του και η φύση του εδάφους θα αντιστάθμιζαν τους αριθμούς. Εφαρμόζοντας για πολλοστή φορά την προσφιλή τακτική του, έσπευσε να καταφθάσει πρώτος στο πεδίο της μάχης, ώστε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλό του και να κερδίσει την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Το βράδυ της 9ης Ιουνίου βρήκε τον Στέρτζις σε καλύτερη διάθεση. Οι βροχή είχε σταματήσει και το επόμενο πρωί θα ξημέρωνε ζεστό, αποκαθιστώντας ίσως, την κατάσταση των δρόμων. Πράγματι, τo πρωινό της Παρασκευής, 10ης Ιουνίου 1864 ξημέρωσε αποπνικτικά ζεστό, με τη θερμοκρασία στους 41° C και την υγρασία να ανεβαίνει όσο προχωρούσε η μέρα, απομυζώντας και την τελευταία ικμάδα ενεργητικότητας από κάθε ζωντανό οργανισμό.

Ο αέρας ήταν ακίνητος, άνθρωποι και άλογα λαχάνιαζαν για μία ανάσα αέρα. Από τις 04.00 τα ξημερώματα εκείνης της ημέρας οι ταξιαρχίες του Φόρρεστ, συγκλίνοντας από διαφορετικές κατευθύνσεις, κάλπαζαν προς το σταυροδρόμι του Μπράϊς. Ο αντίπαλός του αντίθετα, άργησε να ξεκινήσει. Στις 05.30 ο Γκρίρσον με το ιππικό του προπορεύθηκε του Σώματος, αλλά η ανησυχία του Στέρτζις για την κατάσταση των ανδρών του πεζικού, τον ώθησε να τους αφήσει να στρατοπεδεύσουν για δύο επιπλέον ώρες, ώστε να στεγνώσουν τα ρούχα τους και να χαρούν ένα πρωινό γεύμα πριν αντιμετωπίσουν μία ακόμα ημέρα κουραστικής πορείας.

«Ο Θεός του Πολέμου».

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 1864, Ώρα 10.00 με 12.00.

Όπως ακριβώς είχε υπολογίσει ο Φόρρεστ, στις 10.00, οι 800 άνδρες του Λάϋον, κατέφθασαν πρώτοι στο πεδίο της μάχης, αντικρίζοντας τις προφυλακές του Γκρίρσον να εμφανίζονται σε ένα ξέφωτο, σε απόσταση 400 μέτρων μετά τη διασταύρωση. Οι αντίπαλες ταξιαρχίες των Γουόρινγκ και Γουίνσλοου υπερφαλάγγιζαν κατά πολύ το μέτωπο του Λάϋον, ο οποίος, σύμφωνα με τις εντολές του διοικητή του, για να αποκρύψει την αριθμητική του μειονεξία, διέταξε τους άνδρες του να αφιππεύσουν και να εκμεταλλευθούν την πυκνή βλάστηση της περιοχής.

Για περισσότερο από μία ώρα οι άνδρες του, επωμιζόμενοι όλο το βάρος της μάχης, έβαλλαν αδιάκοπα πίσω από θάμνους, δένδρα και φράκτες, καταφέρνοντας να κρατήσουν τις θέσεις τους έναντι 3.200 Βορείων, όχι μόνο χωρίς να υπερκερασθούν, αλλά και πείθοντας τον αντίπαλό τους ότι αντιμετώπιζε «ανώτερη δύναμη, με ισχυρή υποστήριξη». Το τέχνασμα είχε πετύχει.

Εικόνα: Οι επαναληπτικές καραμπίνες με μηχανισμό περιστρεφόμενου μύλου με τις οποίες ήταν εφοδιασμένο το ιππικό της Ένωσης του χάριζαν ένα σημαντικό πλεονέκτημα πυρός έναντι των αντιπάλων του. Το μόνο αντίστοιχο όπλο που είχαν να αντιτάξουν οι ιππείς της Συνομοσπονδίας ήταν τα περίστροφα Colt ή άλλα πιστά αντίγραφά του που κατασκευάζονταν στον Νότο.

Ο ήλιος μεσουρανούσε όταν ξαφνικά, οι γνώριμες «Αντάρτικες κραυγές» των κουρασμένων ανδρών του Ράκερ και του Τζόνσον αντήχησαν σαν γλυκιά μουσική στα αυτιά του Λάϋον. Μετά από έναν καλπασμό 20 χιλιομέτρων, οι συνταγματάρχες, με συνολική δύναμη 1.250 ανδρών, κατέφθασαν, παρατάσσοντας τις ταξιαρχίες τους εκατέρωθεν του Λάϋον, καλύπτοντας τα πλευρά του. Ο Ράκερ έτρεξε αμέσως να συναντήσει τον Φόρρεστ, βρίσκοντάς τον να παρακολουθεί ήρεμος τη μάχη από τη σέλα του αλόγου του. «Τι συμβαίνει, στρατηγέ;», τον ρώτησε.

«Γιάνκηδες και πολλοί από δαύτους. Δεν τους φοβηθήκαμε ποτέ και δεν θα το κάνουμε σήμερα», αποκρίθηκε εκείνος με σταθερό ύφος. Τώρα τα δεδομένα είχαν αλλάξει. Οι ρυτίδες της ανησυχίας εγκατέλειψαν το πρόσωπό του. Με 2.000 άνδρες στη διάθεσή του δεν αμφέβαλλε καθόλου ότι μπορούσε να κατατροπώσει τους 3.200 «Γιάνκηδες» του Γκρίρσον. «Πες στον Μπελ να βιαστεί και να έλθει με ότι έχει», είπε στον αγγελιαφόρο που στεκόταν δίπλα του και εκείνος κάλπασε σαν τον άνεμο.

Συγχαίροντας τον Λάϋον για την ακλόνητη άμυνά του, χρησιμοποίησε ένα ακόμα τέχνασμα για να κλονίσει την αυτοπεποίθηση του αντιπάλου του, διέταξε τις τρεις ταξιαρχίες του να διεξάγουν προσποιητές εφόδους, πριν αποσυρθούν και πάλι στην αρχική θέση τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή τα μηνύματα του Γκρίρσον προς τον διοικητή του για άμεση ενίσχυση των ανδρών του, είχαν αρχίσει να γίνονται πιεστικότερα.

Ο Στέρτζις κάλπασε μέχρι εκεί για να εκτιμήσει προσωπικά την κατάσταση, η οποία δεν έδειχνε καθόλου καλή. Βρήκε το ιππικό του να μάχεται αφιππευμένο, σκληρά πιεζόμενο από τους Νότιους. Ο Γκρίρσον απαίτησε την άμεση ανακούφιση της μεραρχίας του από το πεζικό, αναφέροντας ότι οι άνδρες του, με βαριές απώλειες, είχαν καταφέρει «να απωθήσουν τρεις διαδοχικές, βίαιες, εχθρικές εφόδους». Ο Στέρτζις, χωρίς άλλη καθυστέρηση, ειδοποίησε τον ΜακΜίλλεν να σπεύσει τάχιστα στο πεδίο της μάχης για να διασώσει την κατάσταση.

Τώρα ο Φόρρεστ ένιωθε ότι ο αντίπαλός του ήταν «έτοιμος να σπάσει». Η ώρα ήταν 11.30, το πεζικό της Ένωσης δεν θα αργούσε να εμφανιστεί, οι εξαντλημένοι άνδρες του δεν θα μπορούσαν να αντέξουν μία νέα πίεση 4.000 Βορείων και ο ίδιος δεν θα επέτρεπε ποτέ στον αντίπαλό του να ανακτήσει την επιθετική του πρωτοβουλία. Έτοιμος να εκραγεί από επιθετικότητα, διέταξε έφοδο, «πραγματική», αυτή τη φορά.

Ένας από τους στρατιώτες του περιέγραψε αργότερα τη σκηνή. «Πάνω στο άλογό του, με το ξίφος στο χέρι, τα μανίκια του ανασηκωμένα και την καπαρντίνα του ριγμένη στο πόμολο της σέλλας, έμοιαζε με τον ίδιο τον Θεό του Πολέμου». Η αποφασιστικότητα και η ορμή του είχαν τέτοια επίδραση, ώστε έπειθε τους πάντες ότι η νίκη ήταν δική τους.  Όταν η τελευταία νότα της σάλπιγγας έσβησε, οι στριγκές, διαπεραστικές «Αντάρτικες κραυγές» γέμισαν τον αέρα και κάθε άνδρας όρμησε μπροστά σαν αρπακτικό που καραδοκεί τη λεία του.

Εικόνα: H Μάχη στη Διασταύρωση Μπράϊς, Παρασκευή, 10 Ιουνίου 1864. Αμφότερες οι αντίπαλες δυνάμεις συρρέουν τμηματικά στο πεδίο της μάχης. Α’ ΦΑΣΗ: Τα αντίπαλα ιππικά καταφθάνουν πρώτα και συγκρούονται ως αφιππευμένα πεζικά (1). Ο Φόρρεστ, μαχόμενος μόνο με την ταξιαρχία του Λάϋον, κρατά σθεναρή άμυνα, καθώς η καθυστερημένη φάλαγγα του πεζικού των Βορείων βαδίζει προς το σημείο της σύγκρουσης (2). Με την άφιξη των ταξιαρχιών των Τζόνσον και Ράκερ, ο Φόρρεστ διεξάγει σφοδρή αντεπίθεση, τρέποντας τον Γκρίρσον σε υποχώρηση. Β’ ΦΑΣΗ: Το πεζικό του ΜακΜίλλεν (3) καταφθάνει καταταλαιπωρημένο από την πορεία για να αντικαταστήσει το ηττημένο ιππικό, το οποίο προσπαθεί να οργανώσει μία δεύτερη γραμμή άμυνας (4). Γ’ ΦΑΣΗ: Η μάχη μαίνεται αμφίρροπη μέχρι την άφιξη της ταξιαρχίας του Μπελ και του πυροβολικού του Μόρτον. Με την υποστήριξη τεσσάρων πυροβόλων στην πρώτη γραμμή της μάχης (5), ο Φόρρεστ εξαπολύει γενική επίθεση. Tαυτόχρονα μία ίλη ιππικού του Τεννεσσύ υπερφαλαγγίζει το αριστερό πλευρό των Βορείων (6), πλήττοντας αιφνιδιαστικά τα νώτα τους. Το ιππικό του Γκρίρσον διασπάται πρώτο, πυροδοτώντας την κατάρρευση ολόκληρου του Σώματος, το οποίο τρέπεται σε άτακτη φυγή.

Οι αντίπαλοί τους ανταπάντησαν με τις δικές τους πολεμικές ιαχές και οι ομοβροντίες των επαναληπτικών καραμπίνων τους θέρισαν τις δύο πρώτες γραμμές. Οι Νότιοι είχαν την ευκαιρία μόνο μίας βολής και την κρατούσαν για την τελευταία στιγμή. Στιγμιαία, οι πρώτες απώλειες τούς έκαναν να οπισθοδρομήσουν, να διστάσουν. Όταν όμως, δόθηκε η διαταγή, τα «Ένφιλντ» ανταπέδωσαν τα πυρά με τη μία και μοναδική βολή τους και αμέσως μετά οι άνδρες κατέπεσαν πάνω στους αντιπάλους τους.

Ξιφολόγχες και κοντάκια έσκισαν σάρκες και συνέθλιψαν κρανία. Με την επόμενη διαταγή, πέταξαν τα τυφέκια και τράβηξαν τα περίστροφα. Σε αποστάσεις τόσο μικρές δεν υπήρχε κανένα όπλο πεζικού που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί απέναντι στα φονικά εξάσφαιρα που χρησιμοποιούσε κατά κόρον το ιππικό της Συνομοσπονδίας. Η μάχη σώμα-με-σώμα συνεχίστηκε και σταδιακά οι πρώτες γραμμές των Βορείων άρχισαν να χάνουν έδαφος, καθώς οι Λάϋον, Ράκερ και Τζόνσον ωθούσαν τους άνδρες τους στα άκρα.

«Τα πάντα πηγαίνουν κατά διαόλου».

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 1864, Ώρα 12.30 με 13.00.

Ο Γκρίρσον ήταν πλέον πεπεισμένος ότι αντιμετώπιζε «συντριπτικά ανώτερες δυνάμεις». Η ώρα ήταν 12.30 και το πεζικό δεν είχε εμφανιστεί. Τώρα ζητούσε επίμονα την αντικατάσταση των ανδρών του, οι οποίοι ήταν «εξουθενωμένοι, με τα πυρομαχικά τους σχεδόν εξαντλημένα». Ο ΜακΜίλλεν, προπορευόμενος του πεζικού του, ήταν ο επόμενος που εμφανίστηκε στη σκηνή και ταράχθηκε όταν, σύμφωνα με τα λόγια του, είδε «τα πάντα να πηγαίνουν κατά διαόλου, με το χειρότερο δυνατό τρόπο».

Παρότι μερικοί από τους άνδρες του ήδη κατέρρεαν από την εξάντληση, διέταξε τις ταξιαρχίες των Γουίλκινς και Χοτζ «να καταφθάσουν τροχάδην» για να αποκαταστήσουν τις τάξεις τού υπό διάλυση ιππικού τους. Τα πρώτα σημάδια διστακτικότητας των Βορείων όπλισαν τους αντιπάλους τους με νέο σθένος. Ο Γκρίρσον διαβλέποντας την καταστροφή, υποχώρησε προσπαθώντας να οργανώσει μία νέα γραμμή άμυνας. Αλλά ο «κύβος είχε ριφθεί» και τώρα οι Νότιοι σάρωναν τις γραμμές των κυανοντυμένων ανδρών. Κάποιοι από αυτούς είχαν ήδη αρχίσει να εγκαταλείπουν το πεδίο της μάχης, χωρίς καν να περιμένουν διαταγές.

Οι άνδρες του ΜακΜίλλεν, ανεξοικείωτοι με το βαρύ κλίμα του υγρού Νότου, άξιζαν κάθε επαίνου. Είχαν εκτελέσει τις διαταγές χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία για την σκληρή δοκιμασία στην οποία είχαν υποβληθεί, αγγίζοντας τα όρια των δυνάμεών τους. Από τις 07.30 είχαν καλύψει 10 χιλιόμετρα πεζοπορώντας μέσα στη λάσπη, τους θάμνους και τα έλη, διανύοντας τα τελευταία τρία χιλιόμετρα με γρήγορο βάδισμα και το δέκατο με τροχάδην. Πράγματι, αγκομαχώντας, κάθιδροι και εξουθενωμένοι, αφήνοντας με κάθε βήμα τους το τελευταίο ίχνος ενεργητικότητας που τους κρατούσε όρθιους, έφθασαν στο πεδίο της μάχης ακριβώς την στιγμή που οι συνάδελφοί τους του ιππικού το εγκατέλειπαν ηττημένοι και αποδιοργανωμένοι.

Εικόνα: Μέχρι και το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου η στρατιωτική παράδοση απαιτούσε το ξίφος και την ξιφολόγχη να είναι τα κυριότερα όπλα αξιωματικών και στρατιωτών. Ήταν το ιππικό της Συνομοσπονδίας εκείνο το οποίο «έσπασε» την παράδοση, εγκαταλείποντας το ξίφος από τον εξοπλισμό του και υιοθετώντας το περίστροφο ως το κυριότερο όπλο γιά μάχες μικρών αποστάσεων. Στη φωτογραφία ένα από τα περίφημα Army Colt 1860.

Ο Φόρρεστ, πιστός στο σχέδιό του, είχε τρέψει σε υποχώρηση το ιππικό, αλλά τώρα 3.600 νέοι Βόρειοι, σε βάθος τριών γραμμών, ρίχνονταν στη δίνη της μάχη και οι ομοβροντίες τους ανέκοψαν την Συνομοσπονδιακή ορμή. Ο ΜακΜίλλεν έπραξε αυτό που θα έπραττε κάθε σωστός διοικητής εκείνη την κρίσιμη στιγμή, διέταξε αντεπίθεση. Οι στρατιώτες του τοποθέτησαν τις ξιφολόγχες στα όπλα τους και σηκώθηκαν, προελαύνοντας διά μέσου της πυκνής βλάστησης.

Ο Ράκερ φώναξε στους άνδρες του, «Γονατίστε στο έδαφος, άνδρες, τραβήξτε τα περίστροφα και μην υποχωρείτε». Ήταν μία έφοδος ξιφολογχών εναντίον περιστρόφων και δεν υπήρχε καμία ξιφολόγχη που θα μπορούσε να διασπάσει ένα τείχος πυρός εξάσφαιρων περιστρόφων. Οι πρώτες προελαύνουσες γραμμές των Βορείων θερίστηκαν σαν τα στάχυα. Από πίσω όμως, ακολουθούσαν περισσότεροι. Ο Φόρρεστ είδε τους άνδρες του να κλονίζονται και τους ώθησε στη μάχη με τον δικό του μοναδικό τρόπο, τους επαινούσε, τους έβριζε, τους απειλούσε. «Αν φοβάστε τόσο πολύ μη σας χτυπήσουν οι Γιάνκηδες, θα σας σκοτώσω εγώ ο ίδιος». Και με αυτά τα λόγια ηγήθηκε προσωπικά της άμυνας.

«Που ακούστηκε πυροβολικό να κάνει έφοδο;»

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 1864, Ώρα 13.00 με 15.30.

Η μάχη μαινόταν αμφίρροπη για αρκετά λεπτά, έως ότου στις 13.00, νέοι καλπασμοί ακούστηκαν να πλησιάζουν από τα βόρεια. Ήταν η τελευταία και μεγαλύτερη ταξιαρχία που ανέμενε ο Φόρρεστ σαν θεόσταλτη ευλογία. Ο συνταγματάρχης Μπελ, με τους 2.800 άνδρες του και τα οκτώ πυροβόλα του Μόρτον, κατέφθαναν μετά από επτάωρη, ταχεία πορεία 30 χιλιομέτρων. Τα κατάκοπα άλογά τους έβγαζαν αφρούς και κάποια έπεφταν ξεψυχισμένα. Η ταξιαρχία του αναπτύχθηκε αμέσως στα αριστερά του Ράκερ και ο Φόρρεστ έτρεξε αμέσως να βρει τον Μόρτον.

«Λοχαγέ, μόλις με ακούσεις να ανοίγω την επίθεση θα προωθήσεις τέσσερα πυροβόλα σου στην πρώτη γραμμή, κατά μήκος του δρόμου, και θα ανοίξεις πυρ πάνω στο πεζικό τους, συμβαδίζοντας πάντα με τον ρυθμό της επίθεσης». Μόλις έφυγε ο Φόρρεστ, ένας συνάδελφος του Μόρτον που στεκόταν δίπλα, τον πλησίασε και του είπε, «Μα Τω Θεώ, που ακούστηκε πυροβολικό να κάνει έφοδο;». Ο Μόρτον απάντησε, «Άκουσες τη διαταγή, ετοίμασε τα πυροβόλα σου». Τώρα είχε έρθει η ώρα για τον Φόρρεστ να εξαπολύσει την πρώτη του μαζική έφοδο.

Άρχισε να διατρέχει τις τάξεις των ανδρών του, φωνάζοντας, «Σηκωθείτε, άνδρες! Διέταξα τον Μπελ να επιτεθεί στα αριστερά. Όταν ακούσετε τη σάλπιγγα θα επιτεθείτε όλοι και θα τους στείλουμε στο διάολο!». Τελειώνοντας με τον Μόρτον, ο Φόρρεστ κάλπασε μέχρι τον συνταγματάρχη Μπιούφορντ για να του δώσει διαταγές. Όταν του εξήγησε τον ρόλο του πυροβολικού στη μάχη, ο Μπιούφορντ δεν μπόρεσε να μην εκφράσει την απορία του, «Στρατηγέ, δεν νομίζετε ότι είναι επικίνδυνο να προελάσει το πυροβολικό χωρίς υποστήριξη;». «Μπιούφορντ,» απάντησε ο Φόρρεστ, «όλοι οι Γιάνκηδες μπροστά μας δεν μπορούν να αγγίξουν τα πυροβόλα του Μόρτον».

Εικόνα: Ο ταξίαρχος Μπεν Γκρίρσον θεωρείτο ένας από τους ικανότερους διοικητές ιππικού που διέθετε η Ένωση, αν και στη μάχη του Μπράϊς παραπλανήθηκε από τα τεχνάσματα του Φόρρεστ, χάνοντας τη νίκη μέσα από τα χέρια του. Συνέχισε να υπηρετεί στο Δυτικό μέτωπο μέχρι το τέλος του πολέμου, λαμβάνοντας μέρος σε όλες τις νικηφόρες μάχες ιππικού της Ένωσης. Ωστόσο, εξέπεσε τις εύνοιας των ανωτέρων του, όταν με δική του πρωτοβουλία συγκρότησε ένα εθελοντικό σύνταγμα ιππικού Νέγρων.

Όταν δόθηκε η διαταγή, οι τέσσερις ταξιαρχίες των Νοτίων ξεχύθηκαν μπροστά σαν ορμητικό κύμα, παρασύροντας στο πέρασμά του τους εξαντλημένους άνδρες του ΜακΜίλλεν. Οι πυροβολητές του Μόρτον, αψηφώντας τον θάνατο, ώθησαν τα πυροβόλα με τα χέρια τους πάνω στον λασπωμένο δρόμο και, συμβαδίζοντας με την προέλαση των πεζών, έφθασαν σε απόσταση 50 μέτρων από την πρώτη γραμμή των αντιπάλων τους.

Από εκείνη την απόσταση, οι οβίδες κυριολεκτικά, άνοιγαν ολόκληρους διαδρόμους θανάτου ανάμεσα στις τάξεις των Βορείων χωρίς καν να σημαδεύουν. Στα πλευρό του Μόρτον, οι ταξιαρχίες των Λάϋον και Τζόνσον είχαν ήδη εμπλακεί σε μάχες σώμα-με-σώμα. Οι Βόρειοι έκαναν μία τελευταία απόπειρα να κρατηθούν στο σταυροδρόμι, αλλά η σταθερή προέλαση των Νοτίων, σε συνδυασμό με την ταχυβολία των πυροβόλων του Μόρτον τούς έτρεψαν σε υποχώρηση.

«Στο Βασίλειο του πανικού».

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 1864, Ώρα 15.30 με 20.00.

Περί τις 15.30, όταν η μάχη βρισκόταν στη κορύφωσή της, ο Φόρρεστ έδωσε το τελειωτικό πλήγμα σε έναν αποθαρρυμένο και κλονισμένο αντίπαλο του, απέσπασε τούς 300 άνδρες της 2ης Ίλης Ιππικού του Τεννεσσύ του λοχαγού Τάϋλερ, σε μία ευρεία πλευρική κίνηση από τα δεξιά, υπερφαλαγγίζοντας το αριστερό πλευρό και τα νώτα του Στέρτζις. Προκειμένου μάλιστα να παραπλανήσει τον αντίπαλο περί της πραγματικής επιθετικής του δύναμης, χρησιμοποίησε ένα τελευταίο τέχνασμα.

Κατά τη διάρκεια της επέλασης, ο σαλπιγκτής του Τάϋλερ διέτρεχε τις γραμμές της ίλης, σαλπίζοντας ξανά και ξανά το σύνθημα της εφόδου, σε διαφορετικά, απομακρυσμένα σημεία κάθε φορά. Το απροσδόκητο άκουσμα τόσων σαλπισμάτων, προερχόμενα από διαφορετικά σημεία, προκάλεσε στον εχθρό την εντύπωση επίθεσης πολλαπλών μονάδων ιππικού στα νώτα του.

Το καταβεβλημένο ιππικό του Γκρίρσον δεν είχε καν προλάβει να ανασυνταχθεί από την πρώτη ήττα του, όταν αιφνιδιάστηκε από αυτή την αναπάντεχη εχθρική επέλαση στο πλευρό του. Οι έφιπποι άνδρες του, παγιδευμένοι ανάμεσα στην επερχόμενη φάλαγγα του Μπάουτον στα νώτα τους, το υποχωρούν πεζικό του ΜακΜίλλεν μπροστά τους και τους επιτιθέμενους ιππείς του Τάϋλερ αριστερά, διασπάσθηκε πρώτο. Η ταξιαρχίες του ΜακΜίλλεν, χωρίς την υποστήριξη του ιππικού στο οποίο βασίζονταν για να διατηρήσουν τη θέση τους, τρομοκρατήθηκαν. Μέσα σε λίγα λεπτά η τάξη μετετράπη σε σύγχυση και η σύγχυση σε πανικό.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Στέρτζις είχε θεωρήσει σωστό να κρατήσει σε εφεδρεία την ταξιαρχία των Μαύρων του συνταγματάρχη Μπάουτον, με σκοπό να τους εμπλέξει μόνο στην τελευταία φάση της μάχης. Οι άνδρες αυτοί είχαν παραμείνει στα μετόπισθεν, προστατεύοντας τον στρατωνισμό και την αμαξοστοιχία των εφοδίων, περιμένοντας να έρθει η πολυπόθητη στιγμή της καταδίωξης των Νοτίων, για να πάρουν την εκδίκησή τους.

Εικόνα: Η ξύλινη γέφυρα του ρεύματος Τισομίνγκο όπως διατηρείται ακόμα σήμερα. Κατά την πανικόβλητη φυγή των Βορείων μία άμαξα αναποδογύρισε επάνω της με αποτέλεσμα το πλημμυρισμένο ρεύμα να γίνει ο τάφος πολλών που επεχείρησαν να το διαβούν κολυμπώντας.

Η στιγμή της εκδίκησης είχε έλθει, αλλά από την αντίθετη κατεύθυνση. Οι ανατριχιαστικές, αντάρτικες ιαχές των ανδρών του Τεννεσσύ που είχαν εμφανιστεί από το πουθενά, πάγωσαν το αίμα τους. Ελάχιστοι τόλμησαν να προτάξουν τα όπλα τους στους φρενιασμένους δαίμονες του Τάϋλερ. Οι περισσότεροι άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι, δεξιά-αριστερά, ξηλώνοντας βιαστικά από τα στήθη τους το επίρραμα με τη μοιραία φράση «Κανένας οίκτος στους άνδρες του Φόρρεστ», λόγια εμψυχωτικά για την αναπτέρωση του ηθικού πριν εννέα ημέρες στο Μέμφις, αλλά απαγορευμένα τώρα, στην αιματοβαμμένη Διασταύρωση Μπράϊς.

Η καταιγιστική έφοδος αποδεκάτισε τους περισσότερους από τους άνδρες του Μπάουτον και του Γκρίρσον που βρέθηκαν στο πέρασμά της. Ο στρατός του Στέρτζις άρχισε να εγκαταλείπει ανεξέλεγκτος το πεδίο της μάχης. Ο στενός δρόμος στα νώτα της εφοδιοπομπής υπερχείλισε από στριμωγμένους στρατιώτες. Οι άμαξες και τα πυροβόλα βυθίζονταν στη λάσπη. Καμία δύναμη δεν ήταν σε θέση να ελέγξει την πανικόβλητη μάζα, καθώς αυτή ξεχυνόταν προς τη γέφυρα του Τισομίνγκο.

Το 1/6 της δύναμης του Φόρρεστ βρισκόταν πλέον στα νώτα των Βορείων, αριθμός μικρός, αλλά αρκετός ικανός για να σπείρει τον όλεθρο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Οι άνδρες του Τάϋλερ κάλπαζαν προς κάθε κατεύθυνση, καταπατώντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Άλογα, άμαξες και πυροβόλα είχαν στριμωχτεί στη στενή ξύλινη γέφυρα με αποτέλεσμα πολλοί στρατιώτες να πέφτουν στο πλημμυρισμένο ρεύμα για να διαφύγουν. Ο πανικός και η αταξία κυριάρχησαν.

Οι Νότιοι ίππευσαν πάλι τα άλογά τους, αρχίζοντας μία ξέφρενη καταδίωξη. Σύντομα μία από τις άμαξες στη γέφυρα ανετράπη, αποκλείοντας οριστικά την μοναδική, σύντομη οδό διαφυγής των Βορείων. Όταν ο Φόρρεστ το αντελήφθη διέταξε τον Μόρτον να σύρει τα πυροβόλα του στην άκρη του ρεύματος και να ανοίξει πυρ κατά της απέναντι όχθης. Η πανικόβλητη φυγή μετετράπη σε ανεξέλεγκτη σφαγή. Πολλοί από τους Βόρειους που πάλευαν απεγνωσμένα με την ορμή του ρεύματος βρήκαν τον θάνατο μέσα στο νερό ή προσπαθώντας να αναρριχηθούν στην απέναντι όχθη του.

Οι Νότιοι εκκαθάρισαν τη γέφυρα ρίχνοντας τις άμαξες στο νερό και συνέχισαν την καταδίωξη. Μέσα στην άτακτη φυγή ο Μπάουτον βρήκε τον Στέρτζις και τον εκλιπάρησε να οργανώσει μία στοιχειώδη έστω, άμυνα, προκειμένου να διασωθεί η τιμή των όπλων. «Για όνομα του Θεού, στρατηγέ, μη μας αφήσετε να ηττηθούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο». Ο πανικοβλημένος Στέρτζις τον κοίταξε σαν να μη πίστευε στα αυτιά του και απάντησε, «Μα Τω Θεώ, αν ο κύριος Φόρρεστ με αφήσει ήσυχο, θα τον αφήσω κι εγώ. Το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να σώσετε τους εαυτούς σας».

Αλλά ο Φόρρεστ δεν είχε καμία τέτοια πρόθεση. Με τα πυροβόλα του να βάλλουν «εξ επαφής» στα νώτα τους, ελάχιστοι από τους Βόρειους βρήκαν την ψυχραιμία να ακολουθήσουν μία συντεταγμένη οδό υποχώρησης. Οι περισσότεροι άρχισαν να διασκορπίζονται στα δάση και τις φυτείες εκατέρωθεν του δρόμου, θέλοντας να αφήσουν για πάντα πίσω τους εκείνο τον εφιάλτη. Η καταδίωξη συνεχίστηκε μέχρι τη νύκτα, όταν πλέον οι άνδρες και τα άλογα του Φόρρεστ ήταν φυσικώς αδύνατον έστω και να περπατήσουν.

Στρατοπέδευσαν για να ξεκουραστούν και στις 13.00 του Σαββάτου, 11 Ιουνίου, άρχισαν πάλι την καταδίωξη. Δύο ώρες αργότερα συνάντησαν την οπισθοφυλακή του ιππικού των αντιπάλων τους, προξενώντας νέες απώλειες, συχνά συνεπικουρούμενοι καθ’οδόν από τους απλούς κατοίκους του Τεννεσσύ, οι οποίοι πυροβολώντας μέσα από τα σπίτια τους, δεν έχασαν την ευκαιρία να σκοτώσουν μερικούς από τους κατακτητές τους. Σύντομα, το κάποτε ισχυρό Σώμα Στρατού του Στέρτζις εξαφανίστηκε από προσώπου γης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Εικόνα: Αδριάντας του Φόρρεστ στο Μέμφις του Τεννεσσύ, όπου πέθανε το 1877 σε ηλικία 56 ετών.

Ο στρατός της Ένωσης είχε υποστεί την ολοκληρωτικότερη και ταπεινωτικότερη ήττα τού πολέμου, μία ήττα στην οποία η πορεία από το Μέμφις προς το πεδίο της μάχης είχε διαρκέσει εννέα ημέρες, ενώ η υποχώρηση μόλις 64 ώρες. Η άτακτη φυγή είχε αφήσει πίσω της 1.200 νεκρούς, 2.000 αιχμαλώτους και τραυματίες, 19 πυροβόλα και 21 κιβώτια πυρομαχικών. Ο Στέρτζις υποβιβάσθηκε σε συνταγματάρχη και μετατέθηκε σε κάποιο απομακρυσμένο σημείο της Άγριας Δύσης να μάχεται τους Ινδιάνους.

Οι απώλειες του Φόρρεστ ήταν 140 νεκροί και 300 τραυματίες. Ο Σέρμαν ήταν έξαλλος. Τα νώτα του είχαν παραμείνει προσωρινά ασφαλή, αλλά ο κίνδυνος δεν είχε εξαλειφθεί. «Αυτός ο διάβολος ο Φόρρεστ πρέπει να πεθάνει. Το Τεννεσσύ δεν θα ησυχάσει ποτέ μέχρι τότε. Θα τον κυνηγήσω μέχρι θανάτου, έστω κι αν μου κοστίσει 10.000 ζωές ή ολόκληρο το Θησαυροφυλάκιο». Ήταν ένας όρκος που δεν θα εκπληρωνόταν ποτέ.

Ο Φόρρεστ θα συνέχιζε με επιτυχία την καταδρομική του δράση και οι εκστρατείες εναντίον του δεν θα σταματούσαν παρά μόνο τους τελευταίους μήνες του πολέμου, όταν πλέον το Σώμα του απαριθμούσε μερικές εκατοντάδες ιππείς και ήταν πλέον αδύνατον να αντισταθεί αποτελεσματικώς κατά της εχθρικής πλημμυρίδας. Παρά την αδιάκοπη καταδίωξη που είχε εξαπολύσει εναντίον του ο Σέρμαν, δεν θα έπεφτε ποτέ στα χέρια του εχθρού, ζωντανός ή νεκρός. Εξάλλου, όπως είχε πει και ο ίδιος ο Φόρρεστ «Δεν υπάρχει άνθρωπος που θα με σκοτώσει και θα μείνει ζωντανός».

Πηγές:

  • William Brooksher & David Snider, «Glory at a Gallop – Tales of the Confederate Cavalry», Washington, US, 1995.
  • Shelby Foote, «The Civil War, A Narrative», τομ. 3ος («Red River to Appomatox»), Pimlico, London, 1992.
  • Philip Katcher, «Confederate Cavalryman 1861-65», Osprey Publishing, Warrior, No 54, UK, 2002.
  • Philip Katcher, «Union Cavalryman 1861-65», Osprey Publishing, Warrior, No 13, UK, 1995.
  • Stewart Bennet, «The Battle of Brice’s Crossroads», History Press, UK, 2012.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.