Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
«Η Κάθοδος των Μυρίων». (Μερος Α’). Η πιο ένδοξη «υποχώρηση» στην ιστορία της ανθρωπότητας.

«Η Κάθοδος των Μυρίων». (Μερος Α’). Η πιο ένδοξη «υποχώρηση» στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Για να διαβάσετε την «Κύρου Ανάβασις» πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος της «Καθόδου των Μυρίων» πατήστε εδώ.

Όπως είδαμε, μετα τη μάχη στα Κούναξα και τον, άγνωστο στους Έλληνες, θάνατο του Κυρού η Ελληνική παράταξη βρίσκονταν σε «αμηχανία». Το σκότος κάλυπτε το πεδίο της μάχης, στερώντας τους και την παραμικρή αίσθηση προσανατολισμού. Παρόλα αυτά ο Κλέαρχος αποφάσισε πως το «καλύτερο» θα ήταν να στρατοπεδεύσουν στις όχθες του Ευφράτη περιμένοντας την αυγή για να επιστρέψουν στο στρατόπεδο και να «επανενωθούν» με τον Κύρο.

Η νύχτα πέρασε χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα, ενώ το μόνο που τάρασε την νυχτερινή σιγή ήταν οι κραυγές των βαρβάρων που ψυχορραγούσαν, τραυματισμένοι, στην υπερκείμενη πεδιάδα. Ευτυχώς οι «Μύριοι» πρόλαβαν να εξασφαλίσουν κάποια από τα σιταγωγά, του στρατού του Αρταξέρξη, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτών τον τρόπο την άμεση τροφοδοσία τους.

Έτσι λοιπόν, με το πρώτο φως της αυγής, οι Έλληνες, αφού κανείς δεν είχε έρθει να τους ενημερώσει, αποφάσισαν να κινηθούν προς τα πίσω, για να συναντήσουν τον Κύρο, τον οποίο θεωρούσαν «ζώντα» και «νικητή». Καθώς όμως διατάχθηκαν σε παράταξη προελάσεως δυο ιππείς φάνηκαν στον ορίζοντα. Ήταν ο Προκλής, σατράπης της Τευθρανίας στην Αιολίδα και ο Αιγύπτιος Γλούς, συμπολεμιστές και οι δύο του Κύρου. Από αυτούς έλαβαν τα «θλιβερά» νέα του θανάτου του πρώην εργοδότη τους.

Εικόνα: Ερυθρόμορφος «κύλικας» που αναπαριστά οπλίτη γονατιστό και σε θέση φυλάξεως.

Οι δύο τους, πρότειναν ακόμα στον Κλέαρχο να βαδίσουν προς τα εκεί όπου είχε σταθμεύσει ο Αριαίος με τα «διασωθέντα» βαρβαρικά στρατεύματα του Κύρου. Από εκεί τους είπαν, θα πορευόντουσαν όλοι μαζί προς την Ιωνία και κατά συνέπεια προς την «ασφάλεια» που θα τους προσέφερε η μακρά απόσταση από τον «Μεγάλο βασιλέα». Ο Κλέαρχος όμως, αντ’ αυτού, αντιπρότεινε στους δύο απεσταλμένους πως οι Ελληνικές δυνάμεις ήταν διατεθειμένες να «βοηθήσουν» τον Αριαίο να καταλάβει τον θρόνο, αν βέβαια και αυτός το επιθυμούσε.

Ο Έλληνας «πολέμαρχος» φρόντισε μάλιστα να στείλει στο στρατόπεδο του Αριαίου τον Χειρίσοφο και τον Μένωνα για να συζητήσουν μαζί του και να προσπαθήσουν να τον πείσουν για την «ορθότητα» του παραπάνω εγχηρήματος. Ωστόσο, ο ίδιος παρέμεινε με τους άνδρες του στο στρατόπεδο τους, στις όχθες του Ευφράτη, όπου μάλιστα, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, οι στρατιώτες συνέλεξαν τα εγκαταλελειμμένα όπλα των ηττημένων εχθρών τους και τα χρησιμοποίησαν ως «καύσιμη ύλη» για την παρασκευή του φαγητού τους.

Ο «επαρμένος» αγγελιοφόρος και οι προτάσεις του «Μεγάλου Βασιλέα».

Γύρω στο μεσημέρι όμως και ενώ οι Έλληνες «πρεσβευτές» δεν είχαν ακόμα επιστρέψει από το στρατόπεδο του Αριαίου, εμφανίστηκαν κήρυκες του Αρταξέρξη και του Τισσαφέρνη στης παρυφές του στρατοπέδου. Μεταξύ αυτών ήταν και ένας Έλληνας, ο Φαλίνος, ο οποίος αφού ζήτησε να παρουσιαστούν ενώπιον του οι στρατηγοί των Ελλήνων, τους είπε πως ο Αρταξέρξης «απαιτεί» την παράδοση των όπλων τους αφού, έχοντας σκοτώσει τον Κύρο, θεωρούσε τον εαυτό του νικητή.

Επιπροσθέτως και πιθανών χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα σε ποιους μίλαγε, τους πρότεινε, αφού «παραδώσουν» τον οπλισμό τους, να «εκλιπαρήσουν» τον «Βασιλέα» να τους «ελεήσει», «χαρίζοντας» τους την ζωή τους. Αμέσως ο Κλέαρχος, όντας αψύς και αγέρωχος, πήρε τον λόγο και είπε στον Φαλίνο ότι πίσω στην Ελλάδα, «οι νικητές δεν συνηθίζουν να παραδίδουν τα όπλα τους». Παρόλα αυτά, ο Κλέαρχος, ζήτησε να μάθει και τη γνώμη των άλλων στρατηγών.

Πρώτος μίλησε ο γέροντας Κλεάνωρ, ο Αρκάδας, ο οποίος είπε ότι «πρώτα θα πέθαινε και μετά θα παρέδιδε τα όπλα του». Κατόπιν τον λόγο έλαβε ο Πρόξενος ο Βοιωτός και απευθυνόμενος προς τον απεσταλμένο του Αρταξέρξη του είπε, «Φαλίνε, εκπλήσσομαι και επιθυμώ να μάθω τί από τα δύο συμβαίνει. Ως νικητής δηλαδή ο βασιλιάς ζητά τα όπλα μας, ή ως δώρα φιλίας; Γιατί αν μεν τα ζητά ως νικητής τότε τί ανάγκη έχει να ζητά και δεν έρχεται να τα πάρει μόνος του; Αν πάλι θέλει να τα λάβει διά της πειθούς, τότε ας μας πει τί θα λάβουν οι στρατιώτες αν του τα παραδώσουν για να τον ευχαριστήσουν;».

Εικόνα: Η μεγαλοπρεπής πύλη των Εθνών στα ανάκτορα των Μεγάλων Βασιλέων της Περσέπολης.

Ο Φαλίνος τότε «καγχάζοντας», απάντησε πως, «Ο βασιλιάς έχει τη γνώμη ότι είναι νικητής, αφού σκότωσε τον Κύρο. Αυτό γιατί τώρα πια κάνεις δεν αμφισβητεί την εξουσία του. Νομίζει δε ότι και εσείς του ανήκετε αφού βρίσκεστε στο μέσο της χώρας του, ανάμεσα σε αδιάβατα ποτάμια και είναι σε θέση να οδηγήσει εναντίον σας αναρίθμητο πλήθος ανθρώπων, τους οποίους ακόμα και αν σας τους παρέδιδε αόπλους, δεν θα μπορούσατε να τους σκοτώσετε».

Τέλος λοιπόν στις διαπραγματεύσεις, με τον «αμετροεπή» αγγελιοφόρο του Αρταξέρξη, έδωσε ο Θεόπομπος, ο Αθηναίος, ο οποίος με βλέμμα «ατάραχο» του απάντησε, «Φαλίνε, τώρα, καθώς και εσύ το βλέπεις, δεν έχουμε τίποτα άλλο στα χέρια μας παρά τα όπλα και την ανδρεία μας. Αν λοιπόν έχουμε τα όπλα μας μπορούμε να κάνουμε χρήση και της ανδρείας μας, ενώ αν τα παραδώσουμε, ενδεχομένως θα στερηθούμε και τη ζωή μας. Μη φαντάζεσαι, λοιπόν, πως τα μόνα αγαθά που έχουμε θα σας τα παραδώσουμε». Όταν άκουσε τους λόγους αυτούς ο Φαλίνος ξέσπασε σε δυνατά γέλια. «Πρέπει να γνωρίζεις ότι είσαι ανόητος, αν νομίζεις πως η δική σας ανδρεία μπορεί να υπερισχύσει της δύναμης του βασιλιά», απάντησε.

Καθώς διεξήγετο ο διάλογος αυτός εμφανίστηκε και πάλι ο Κλέαρχος, στον οποίο απηύθυνε τον λόγο ο Φαλίνος. Παρόλα αυτά, ο Κλέαρχος, αρνήθηκε, για «δεύτερη» φορά, την παράδοση των όπλων. Τότε ο Φαλίνος του είπε πως, «Αυτά βέβαια θα τα αναφέρω στον βασιλιά. Αλλά με διέταξε να σας πω και τα εξής, ότι δηλαδή αν μείνετε εδώ που βρίσκεστε δεν θα σας πολεμήσει. Αν όμως κινηθείτε θα σας επιτεθεί. Απαντήστε μου, λοιπόν, τι θα πράξετε, θα μείνετε και θα υπάρχει ειρήνη, ή θα φύγετε και θα αρχίσει πόλεμος»;

Τότε ο Κλέαρχος σηκώθηκε και του είπε, «Πήγαινε και πες στον βασιλιά πως και εμείς έχουμε την ίδια με αυτόν γνώμη. Αν δηλαδή μείνουμε να έχουμε ειρήνη και αν φύγουμε πόλεμο». Εμβρόντητος τότε, ο Φαλίνος, ξαναρώτησε «ειρήνη ή πόλεμο να αναφέρω» για να λάβει την απάντηση «ειρήνη αν μείνουμε, πόλεμο αν φύγουμε». Αφού λοιπόν άκουσε αυτά ο Φαλίνος αναχώρησε απογοητευμένος.

Ο «φόβος» του Αρταξέρξη.

Στο μεταξύ επέστρεψαν από τον καταυλισμό του Αριαίου και οι τρεις απεσταλμένοι του Κλεάρχου, ο Προκλής, ο Χειρίσοφος και ο Μένων. Οι απεσταλμένοι ανέφεραν πως ο Αριαίος ήταν έτοιμος να αναχωρήσει το πρωί της επομένης και πως τους προσκαλούσε να πορευθούν μαζί του, ωστόσο δεν δεχόταν να ανακηρυχθεί αυτός «Βασιλέας». Οι Έλληνες, όπως ήταν φυσικό, συμφώνησαν να ακολουθήσουν τον Αριαίο, στην πορεία του προς τα δυτικά, ενώ άρχισαν να προετοιμάζουν την αναχώρηση τους.

Εκείνη τη νύκτα όμως 300 Θράκες πεζοί και 40 ιππείς αυτομόλησαν προς τον στρατό του Αρταξέρξη, εγείροντας «σοβαρούς» φόβους για επικείμενες «μαζικές» λιποταξίες. Ο Κλέαρχος πάντως δεν απογοητεύτηκε και αφού συγκέντρωσε την στρατιά, έταξε τα υποζύγια πλάι στην όχθη του ποταμού και τους οπλίτες προς την πεδιάδα, προστατεύοντας έτσι της αποσκευές από κάθε πιθανό κίνδυνο. Κατόπιν άρχισε να βαδίζει προς το στρατόπεδο του Αριαίου.

Εικόνα: Κομμάτια από τον εξοπλισμό Πέρση βαρέως ιππέα.

Δεν πέρασε αρκετή ώρα και οι Έλληνες έφτασαν στον καταυλισμό του Αριαίου, γύρω στα μεσάνυκτα. Οι άνδρες στρατοπέδευσαν και ξεκουράστηκαν, ενώ οι αξιωματικοί τους επισκέφθηκαν τον Αριαίο στη σκηνή του. Εκεί ανταλλάχθηκαν «όρκοι» ότι κανείς δεν θα πρόδιδε και δεν θα εγκατέλειπε τον άλλο και αποφασίστηκε από κοινού το σχέδιο απεμπλοκής από το βασιλικό στράτευμα. Με το ξημέρωμα η πορεία επαναλήφθηκε, συνεχίζονταν την κοινή πορεία, καθ’ όλη την διάρκεια της μέρας, με τα ασιατικά στρατεύματα του Αριαίου.

Το δειλινό ωστόσο, οι άνδρες πλησίασαν σε κάποια χωριά της περιοχής τα οποια πριν καλά-καλά τα πλησιάσουν τυλίχθηκαν στις «φλόγες» και πυκνές στήλες καπνού άρχισαν να ανεβαίνουν ψηλά στον ουρανό. Ήταν προφανές πως οι στρατιώτες του Αρταξέρξη ήταν κοντά. Παρόλα αυτά η πορεία συνεχίστηκε και οι Έλληνες τελικά στρατοπέδευσαν εντός και γύρω από τα κατεστραμμένα χωριά. Η νύχτα παρόλα αυτά δεν έμελλε να είναι ατάραχη.

Κάποια στιγμή, μετα τα μεσάνυχτα, δημιουργήθηκε «σύγχυση», που παραλίγο να μετατραπεί σε πανικό. Για να προλάβει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και για να ηρεμήσει τους άνδρες του, ο Κλέαρχος διέταξε τον κήρυκα Τολμίδη να διαλαλήσει πως όποιος στρατιώτης καταγγείλει εκείνον ο οποίος άφησε ελεύθερο έναν «γάιδαρο» εντός του καταυλισμού θα πάρει ως αμοιβή ένα τάλαντο. Φυσικά κανείς δεν είχε αφήσει ελεύθερο κανέναν «γάιδαρο», στο άκουσμα όμως και μόνον των λόγων αυτών, οι άνδρες, γέλασαν, θεωρώντας ανόητους τους φόβους τους. Ο Κλέαρχος δεν είχε αναδειχθεί τυχαία ως αρχηγός των «Μυρίων».

Ξημερώνοντας, η επομένη, ο Κλέαρχος ανασύνταξε τις δυνάμεις του και παρέταξε τη στρατιά σε σχηματισμό μάχης, όταν έμαθε πως πλησίαζαν απεσταλμένοι του Αρταξέρξη. Οι απεσταλμένοι, σημάδι του «φόβου» του βασιλιά, πρότειναν τότε στους Έλληνες «ανακωχή», ξεχνώντας τις προηγούμενες «απειλές» που είχαν εκτοξεύσει. Ο Κλέαρχος όμως τους απάντησε πως οι Έλληνες δεν θα δέχονταν την ανακωχή, εκτός και αν ο βασιλιάς τους εξασφάλιζε τα απαραίτητα τρόφιμα και εφόδια. Ήταν κάτι το «μεγαλειώδες». Οι 13.000 «αποκλεισμένοι» στη μέση του πουθενά Έλληνες «υπαγόρευαν», χάρις στην πολεμική τους αρετή, τους δικούς τους όρους στον «μεγάλο» Πέρση βασιλιά.

Οι απεσταλμένοι του Αρταξέρξη αποχώρησαν και επέστρεψαν λίγο αργότερα, συμπεραίνοντας από αυτό ο Κλέαρχος πως ο Αρταξέρξης με τον στρατό του βρισκόταν κοντά, και δήλωσαν πως ο βασιλιάς δέχεται τους όρους τους και τους αποστέλλει μάλιστα και οδηγούς για να τους πάνε σε μερος από το οποίο θα μπορούσαν να προμηθευτούν τρόφιμα. Οι Έλληνες στρατηγοί δέχθηκαν και ακολούθησαν τους Πέρσες, βαδίζοντας όμως σε σχηματισμό μάχης, προλαμβάνοντας κάθε ενδεχόμενο.

Οι Πέρσες οδηγοί, βέβαια οδήγησαν τους Έλληνες κατά μήκος ενός πεδίου το οποίο ήταν γεμάτο με αρδευτικά κανάλια, τελείως αδιάβατα χωρίς την ύπαρξη γεφυρών. Ωστόσο, οι Έλληνες, αν και υποψιάστηκαν τον περσικό δόλο, εντούτοις δεν λιποψύχησαν. Εργάστηκαν εντατικά και με τα φοινικόδεντρα που υπήρχαν στην περιοχή κατασκεύασαν πρόχειρες γέφυρες και πέρασαν όλα τα εμπόδια. Ο Κλέαρχος ήταν βέβαιος ότι επρόκειτο για τέχνασμα του Αρταξέρξη, ο οποίος ήθελε να υπερτονίσει τις δυσκολίες του ταξιδιού της επιστροφής και να καταρρίψει το ηθικό των Ελλήνων. Τελικά έφτασαν σε μια συστάδα χωριών στα οποία πράγματι προμηθεύτηκαν τρόφιμα.

Ο «δαιμόνιος» Τισσαφέρνης.

Εκεί έμειναν τρεις ημέρες. Στο διάστημα αυτό τους επισκέφθηκε ο Τισσαφέρνης, ο οποίος εμφανίστηκε να διατηρεί τις «καλύτερες» των προθέσεων απέναντι στους Έλληνες. Τους είπε μάλιστα ότι είχε ζητήσει από τον βασιλιά την άδεια να του «επιτραπεί» να τους οδηγήσει αυτός πίσω στην Ελλάδα. Οι Έλληνες δεν αντιμετώπισαν αρνητικά τον Τισσαφέρνη και του δήλωσαν πως δεν έτρεφαν καμιά «εχθρότητα» για τον βασιλιά. Το μόνο που επιθυμούσαν ήταν, ειρηνικά αν ήταν δυνατό, να επιστρέψουν στον τόπο τους.

Με τον τρόπο αυτό η ανακωχή μεταξύ των δύο μερών, τρόπον τινά, ανανεώθηκε και οι Πέρσες εξακολούθησαν να παρέχουν τρόφιμα στους Έλληνες. Κατόπιν ο Τισσαφέρνης αποχώρησε και επέστρεψε ύστερα από μια ημέρα, κομίζοντας, όπως υποστήριζε, διαταγές του βασιλιά, βάσει των οποίων θα τους επέτρεπε να κινηθούν προς την Ελλάδα. Οι Πέρσες «υποσχέθηκαν» είτε να τους δίδουν τρόφιμα, είτε να τους οδηγούν σε περιοχές από όπου θα μπορούσαν να αγοράσουν. Ενώ οι Έλληνες, από την πλευρά τους δεσμεύτηκαν να μην λεηλατήσουν καμιά φιλική προς τους Πέρσες χώρα από την οποία θα περνούσαν.

Ύστερα από τις νέες διαβεβαιώσεις ο Τισσαφέρνης επέστρεψε στο βασιλικό στρατόπεδο, λέγοντας στους Έλληνες να τον περιμένουν να επανέλθει για να τους οδηγήσει πίσω στην πατρίδα. Περίμεναν λοιπόν τόσο οι Έλληνες, όσο και ο Αριαίος με τους άνδρες του στρατοπεδευμένοι στην περιοχή για 20 μέρες. Στο διάστημα αυτό προσέγγισαν τον Αριαίο πολλοί επιφανείς Πέρσες, ακόμα και συγγενείς του, οι οποίοι τον διαβεβαίωναν ότι ο Αρταξέρξης δεν σκόπευε να τον τιμωρήσει.

Εικόνα: Περσικό ελαφρύ ιππικό.

Ο βασιλιάς βέβαια, προσπαθούσε να προσεταιρισθεί τον Αριαίο για να απομονώσει εντελώς τους Έλληνες. Αυτοί αντελήφθησαν φυσικά τη σταδιακή μεταστροφή του Αριαίου, αλλά δεν ήθελαν να αποχωρήσουν πριν την έλευση του Τισσαφέρνη, για να μην δώσουν αφορμή στους Πέρσες να τους κατηγορήσουν για καταπάτηση των όρων της ανακωχής.

Τελικά ο Τισσαφέρνης ήρθε, όχι όμως «μόνος». Μαζί του είχε έρθει, με τα δικά του στρατεύματα, ο σατράπης Ορόντας. Οι δύο σατράπες οδηγούσαν υποτίθεται τα στρατεύματα τους πίσω στις χώρες τους. Ένα πρωί η πορεία ξανάρχισε. Οι Έλληνες όμως ευρίσκοντο ουσιαστικά κυκλωμένοι ανάμεσα σε τρεις βαρβαρικές στρατιές, αυτές του Τισσαφέρνη, του Ορόντα και του Αριαίου. Μη εμπιστευόμενοι όμως τους βαρβάρους, οι Έλληνες προχωρούσαν σε απόσταση ασφαλείας και από τους τρεις.

Κάποιες φορές όμως, όταν οι στρατιώτες συνέλεγαν ξυλα ή χόρτα, έρχονταν σε επαφή με τους βαρβάρους και τότε σημειώνονταν πολλά «επεισόδια», ακόμα και χειροδικίες. Όλα αυτά δεν βοηθούσαν φυσικά στη διατήρηση καλού κλίματος. H «λυκοφιλία» όμως δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ ακόμα. Σύντομα οι βάρβαροι θα έδειχναν το πραγματικό τους πρόσωπο. Αφού στράφηκαν βορειοανατολικά, όλοι μαζί κινήθηκαν προς την πόλη Σιτάκη.

Οι βάρβαροι διάβηκαν τον Τίγρη ποταμό, ενώ οι Έλληνες στρατοπέδευσαν στην δυτική του όχθη. Τότε εμφανίστηκαν απεσταλμένοι του Αριαίου, οι οποίοι τάχα εμπιστευτικά πληροφόρησαν τους Έλληνες ότι ο Τισσαφέρνης σκοπεύει αφενός να καταστρέψει τη γέφυρα που οδηγούσε στην ανατολική όχθη και αφετέρου να τους επιτεθεί. Οι Έλληνες όμως δεν έπεσαν στην παγίδα. Ήταν οι βάρβαροι που φοβόντουσαν μην τυχόν οι Έλληνες «κάψουν» τη γέφυρα και «εξασφαλιστούν» έτσι ανάμεσα στους δυο τεράστιους ποταμούς, τον Ευφράτη και τον Τίγρη.

Δεν έδωσαν λοιπόν σημασία στις προτροπές του Αριαίου. Περιορίστηκαν απλώς να καταλάβουν τη γέφυρα και να τοποθετήσουν φρουρά σε αυτή. Την επομένη τελικά οι Έλληνες πέρασαν τη γέφυρα και βρέθηκαν στην ανατολική όχθη του Τίγρη ποταμού. Κατόπιν, κινούμενοι πάντα κατά μήκος της όχθης και «συνοδευόμενοι» από τους βαρβάρους «φίλους» τους έφτασαν στην πόλη Ώπι και στη συνέχεια εισήλθαν στη Μηδεία και τελικά ύστερα από πολυήμερη κοπιαστική πορεία έφτασαν στον Ζαπάτα ποταμό, τον σημερινό μεγάλο ποταμό Ζαβ.

Ο ποταμός αυτός είχε πλάτος 120 περίπου μέτρων και αποτελούσε ανυπέρβλητο κώλυμα. Εκεί στρατοπέδευσαν και παρέμειναν τρεις μέρες για να αναπαυθούν. Στο διάστημα αυτό ο Κλέαρχος συνάντησε τον Τισσαφέρνη, σε μία προσπάθεια να μεταβάλει το κλίμα «αμοιβαίας» καχυποψίας που είχε δημιουργηθεί. Ο Τισσαφέρνης και πάλι «διαβεβαίωσε» τον Κλέαρχο για τις καλές του προθέσεις. Για να λυθεί μάλιστα η όποια παρεξήγηση, που δηλητηρίαζε τις σχέσεις τους, ο Τισσαφέρνης κάλεσε τον Κλέαρχο να τον επισκεφθεί μαζί με τους άλλους αξιωματικούς του, τους οποίους θα ενημέρωνε για το ποιος έφταιγε για της διαβολές που είχαν εκατέρωθεν ακουστεί.

Εικόνα: Η οπλιτική φάλαγγα όπως αναπαριστάτε σε ερυθρόμορφο αγγείο.

Ο Κλέαρχος αυτή την φορά πείστηκε και έτσι την επόμενη μέρα επανήλθε στην σκηνή του Τισσαφέρνη μαζί με τον Πρόξενο τον Βοιωτό, τον Μένωνα τον Θεσσαλό, τον Αγία τον Αρκάδα και τον Σωκράτη τον Αχαιό. Μαζί τους πήγαν και 20 λοχαγοί και λίγοι στρατιώτες. Λίγο μετά την είσοδο των στρατηγών στη σκηνή όμως, και κατόπιν «ορισμένου» συνθήματος, οι Πέρσες επέπεσαν εναντίον των Ελλήνων και τους κατέσφαξαν. Οι στρατηγοί συνελήφθησαν εντός της σκηνής, όπου το προηγούμενο βράδυ ο Τισσαφέρνης είχε συμφάγει με τον Κλέαρχο και είχαν ανταλλάξει όρκους, και κατόπιν αποκεφαλίστηκαν.

Οι λοχαγοί σφαγιάσθηκαν έξω από τη σκηνή μαζί με τους στρατιώτες τους και κάποιους υπηρέτες τους που είχαν πάει στο βαρβαρικό καταυλισμό για να αγοράσουν τρόφιμα. Οι Έλληνες από τον δικό τους καταυλισμό έβλεπαν πως κάτι γινόταν στον αντίστοιχο βαρβαρικό, μα δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν και να αντιληφθούν τί. Η περιέργεια τους όμως ικανοποιήθηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο όταν ένας στρατιώτης, ο Νίκαρχος ο Αρκάδας, έφτασε «σερνάμενος» και κρατώντας στα χέρια του τα «εντόσθια» του από τον περσικό καταυλισμό.

Από αυτόν έμαθαν οι Έλληνες τί είχε συμβεί και έτρεξαν αμέσως να αναλάβουν τον οπλισμό τους. Πριν προλάβουν να οπλιστούν οι Έλληνες, μέσα στη σύγχυση που ακολούθησε, εμφανίστηκαν ενώπιον τους 300 περίπου βάρβαροι ιππείς. Επικεφαλής τους ήταν ο «φίλος» Αριαίος. Αυτός ζήτησε να παρουσιαστούν ενώπιον του οι εν ζωή Έλληνες στρατηγοί για να τους ανακοινώσει τη θέληση του βασιλιά. Πράγματι εμφανίστηκαν οι Κλεάνωρ ο Ορχομένιος και Σοφαίνετος ο Στυμφάλιος. Μαζί τους παρουσιάστηκε και ο Ξενοφών ο Αθηναίος, ο οποίος ακολουθούσε ως παρατηρητής την εκστρατεία, λόγω της φιλίας του με τον Πρόξενο.

Σε αυτούς ο Αριαίος ανακοίνωσε πως ο μεν Κλέαρχος είχε τιμωρηθεί, γιατί παρέβη τους όρκους, οι δε Πρόξενος και Μένων ήταν ζωντανοί και έχαιραν μεγάλων τιμών από τον βασιλιά, άλλο ένα ασύστολο ψεύδος φυσικά. Τους είπε δε πως ο βασιλιάς απαιτούσε την παράδοση των όπλων τους. Ενώπιον τέτοιου μεγέθους αναισχυντίας, ο Κλεάνωρ, δεν άντεξε και θυμωμένα του είπε, «Κάκιστε των ανθρώπων Αριαίε, και όλοι εσείς που ήσασταν φίλοι του Κύρου, δεν ντρέπεστε ούτε τους θεούς, ούτε τους ανθρώπους, που αν και ορκισθήκατε τους ίδιους φίλους και εχθρούς με εμάς να έχετε, έπειτα μας προδώσατε μαζί με τον ασεβέστατο και πανούργο Τισσαφέρνη και τους ανθρώπους με τους οποίους συνομολογήσατε τους όρκους τους σκοτώσατε;».

Στις κατηγορίες του Κλεάνωρος, ο Αριαίος, αρκέστηκε να ρίξει το βάρος των ευθυνών στον Κλέαρχο και αποχώρησε. Παρά τη γενναία στάση των Ελλήνων στρατηγών, ο «αποκεφαλισμός» του στρατεύματος προκάλεσε όπως ήταν φυσικό την πλήρη «αποθάρρυνση» των ανδρών. Σα να μην τους έφτανε ότι ευρίσκοντο μόνοι και αβοήθητοι στην καρδιά της Περσικής Αυτοκρατορίας, κυκλωμένοι από εχθρούς, έχαναν τώρα και τις «κεφαλές» του στρατεύματός τους, άνδρες «πολύπειρους» και «πανάξιους» στα πολεμικά.

Μια «στρατιωτική» Δημοκρατία εν κινήσει.

Φυσικό το λόγω, λοιπόν, το ηθικό των ανδρών κατέπεσε πλήρως και όλοι θρηνούσαν και έλεγαν ότι δεν επρόκειτο να ξαναδούν την πατρίδα, αλλά θα πέθαιναν μακριά από τα σπίτια τους. Εκείνη την νύκτα κανείς δεν δείπνησε, ούτε κοιμήθηκε. Ένα μαύρο «πέπλο» είχε τυλίξει τον ελληνικό καταυλισμό. Μόνο άνδρες πραγματικοί, με πανίσχυρη θέληση και δυνατή ψυχολογία ήταν ικανοί να ξαναδώσουν ζωή στο απογοητευμένο στράτευμα. Τέτοιοι άνδρες όμως δεν λείπουν ποτέ από την ελληνική ιστορία.

Είναι καθαρά ζήτημα συγκυριών η ανέλιξη και η ανάδειξη τους. Στην συγκεκριμένη περίπτωση την πρωτοβουλία ανέλαβε ο «απόλεμος» ως τότε Ξενοφών. Βάσει κάποιου ονείρου, που υποτίθεται πως είδε εκείνο το βράδυ, συνήγειρε τους επιζώντες λοχαγούς του σώματος του Προξένου και κατόπιν και τους λοιπούς αξιωματικούς και τους ανέλυσε τις σκέψεις του. Συνολικά συγκεντρώθηκαν περί τους 100 αξιωματικοί. Αφού έγινε σύντομη αναφορά στην απελπιστική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει, οι αξιωματικοί αποφάσισαν να εκλέξουν νέους στρατηγούς, υπό την ηγεσία των οποίων θα επιχειρούσαν να διαφύγουν μαχόμενοι από την Περσική Αυτοκρατορία.

Ο στόχος τους ήταν δύσκολος, ίσως και ακατόρθωτος. Δεν επρόκειτο όμως να λυγίσουν, «όσοι μεν επιδιώκουν να σώζουν με κάθε τρόπο τη ζωή τους στον πόλεμο ως επί το πλείστων άνανδρα και άδοξα πεθαίνουν, όσοι δε για τον θάνατο έχουν την άποψιν ότι είναι κοινός και αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους και για έναν ένδοξο θάνατο αγωνίζονται, αυτοί βλέπω ότι συνηθέστερα φτάνουν στα γηρατειά και ζουν ευτυχισμένοι», είπε ο Ξενοφώντας, κατορθώνοντας να αναπτερώσει το ηθικό των Ελλήνων αξιωματικών.

Αμέσως ο ενθουσιασμός επανήλθε. Οι Έλληνες ήταν έτοιμοι για όλα. Μόνο ένας λοχαγός του Προξένου αντέδρασε και είπε ότι ήταν αδύνατο να ξεφύγουν από τον βασιλιά. Απεδείχθη όμως ότι αυτός δεν ήταν Έλληνας, αλλά Λυδός και αμέσως απεπέμφθη από το στράτευμα. Με νέα ορμή, λοιπόν, οι αξιωματικοί ψήφισαν τους νέους τους στρατηγούς οι οποίοι ήταν ο Τιμασίων από τη Δάρδανο της Τρωάδος, ο Ξανθικλής ο Αχαιός, ο Κλεάνωρ ο Αρκάδας, ο Φιλήσιος ο Αχαιός, ο Ξενοφών ο Αθηναίος και ο Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος.

Μετά την εκλογή των στρατηγών οι κήρυκες συγκάλεσαν όλους τους στρατιώτες. Ενώπιον, λοιπόν, της «Εκκλησίας του στρατού» εμφανίστηκαν οι νέοι στρατηγοί και αφού ενημέρωσαν τους άνδρες για τα όσα είχαν συμβεί, τους ανακοίνωσαν τις αποφάσεις τους και ζήτησαν να τις υπερψηφίσουν. Όλοι το έπραξαν υψώνοντας τη δεξιά, όπως ακριβώς οι πρόγονοι τους το έπρατταν στις συνελεύσεις του στρατού έξω από τα τείχη της Τροίας, αιώνες πριν. Οι Έλληνες δεν είχαν αλλάξει, δεν έχουν αλλάξει ως σήμερα. Παραμένουν οι ίδιοι με τα ίδια προτερήματα και ελαττώματα, επιβεβαιώνοντας την ιστορική «συνέχεια» της φυλής, σε πείσμα όλων.

Εικόνα: Ο οπλιτικός εξοπλισμός όπως διασώζετε σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κερκύρας.

Αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης ο Ξενοφών εγερθεί και υπέβαλε προτάσεις για την καλύτερη διεξαγωγή της πορείας. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι οι «Μύριοι» δεν ήταν μόνοι. Συνοδευόντουσαν από μερικές χιλιάδες αμάχους, δούλους, γυναίκες και παιδιά. Υπολογίζεται ότι συνολικά τους 12.500 στρατιώτες συνόδευαν άλλες 20.000 περίπου αμάχων. Επρόκειτο στην κυριολεξία για μια ολόκληρη, «κινητή» πόλη-κράτος.

Το γεγονός αυτό καθιστά την προσπάθεια των Μυρίων ακόμα πιο σημαντική και την επιτυχία τους ακόμα πιο «εκπληκτική». Για την ασφαλή, λοιπόν, μετακίνηση όλου αυτού του πλήθους υιοθετήθηκε ένας σχηματισμός πορείας μορφής τετραπλεύρου. Το εξωτερικό «περίβλημα» του τετραπλεύρου θα αποτελείτο από οπλίτες. Εφεδρεία των μεγάλων πλευρών του τετραπλεύρου θα αποτελούσαν τα τμήματα των ελαφρών πεζών.

Στο εσωτερικό του τετραπλεύρου θα έπαιρναν θέση τα σκευοφόρα και οι άμαχοι, κάτι αντίστοιχο δηλαδή της Ρωμαϊκής «Παράταξις» που εφάρμοσε ο Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός στην μάχη στο Φιλομήλιον το 1117 μ.Χ. Τη διοίκηση της εμπρός πτέρυγας του τετραπλεύρου ανέλαβε ο Χειρίσοφος. Τη διοίκηση της οπισθοφυλακής ανέλαβε ο Ξενοφών και ο Τιμασίων, ενώ τη διοίκηση κάθε πλευράς ανέλαβαν οι γηραιότεροι στρατηγοί. Στη συνέχεια πυρπόλησαν τα πλεονάζοντα υπάρχοντα τους και αφού γευμάτισαν ετοιμάστηκαν να κινήσουν.

«Δια πυρός και σιδήρου».

Πριν προλάβουν να τελειώσουν το γεύμα τους, εμφανίστηκε ο Μιθριδάτης , ενας πρώην «πιστός» ακόλουθος του Κύρου, επικεφαλής 30 ιππέων. Ο Πέρσης ζήτησε να μιλήσει με τους Έλληνες στρατηγούς. Όταν αυτοί εμφανίστηκαν τους ζήτησε να του «γνωστοποιήσουν» τα σχέδια τους, ως «φίλος» τους που ήταν, για να σωθεί και αυτός μαζί τους. Οι Έλληνες, μέσω του Χειροσόφου, απάντησαν ότι σκόπευαν να φύγουν για την πατρίδα τους. Αν δεν τους πείραζε κανείς και αυτοί δεν θα πείραζαν κανέναν από τους υπηκόους του Αρταξέρξη.

Όταν τα άκουσε αυτά ο Μιθριδάτης τους ανταπάντησε ότι ήταν «αδύνατο» να ξεφύγουν χωρίς τη συγκατάθεση του βασιλιά, οι άνδρες του μάλιστα επιχείρησαν να δωροδοκήσουν κάποιους Έλληνες για να αυτομολήσουν, τα αποτελέσματα όμως των προσπαθειών του ήταν πενιχρά, καθώς μόλις είκοσι άνδρες τους ακολούθησαν. Μετά από όλα αυτά οι Έλληνες άρχισαν και πάλι να πορεύονται. Πέρασαν τον Ζαπάτα ποταμό και συνέχισαν την προς Βορρά κίνηση τους.

Έξαφνα όμως εμφανίστηκε ο Μιθριδάτης έχοντας υπό τις διαταγές του 200 ιπποτοξότες και ως 400 ψιλούς τοξότες και σφενδονήτες. Αρχικά ο Μιθριδάτης και οι άνδρες του δεν έδειξαν εχθρικές διαθέσεις. Όταν όμως πλησίασαν σε απόσταση βολής, άρχισαν να βάλουν μαζικά κατά των «Μυρίων», προκαλώντας αρκετές απώλειες. Ιδιαίτερα αρνητικό ήταν το γεγονός ότι οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ανταποδώσουν τα πλήγματα γιατί οι Κρήτες τοξότες είχαν παραταχθεί πίσω από τους οπλίτες, επομένως μπορούσαν να εκτελέσουν μόνο υπερκείμενες βολές, αλλά και τα τόξα τους έριχναν μικρότερα βέλη, έχοντα κατά συνέπεια μικρότερο βεληνεκές των αντίστοιχων περσικών.

Εικόνα: Οι Κρήτες από αρχαιοτάτων χρόνων ήταν γνώστες της τέχνης της τοξοβολίας και ως εκ τούτου άριστοι πολεμιστές. Αυτό τους έκανε περιζήτητους ως μισθοφόρους σε εκτός Κρήτης περιοχές, όπως Μακεδονία, Σπάρτη, άλλα και πέραν των συνόρων της Ελλάδας σε Ασία και Αφρική.

Για να ανακουφιστούν λίγο οι Έλληνες της οπισθοφυλακής εξόρμησαν κατά των εχθρών. Όπως ήταν λογικό όμως δεν μπόρεσαν να έρθουν σε επαφή με τους ταχύτερους εχθρούς, οι οποίοι εξακολουθούσαν να βάλουν και να πλήττουν τους Έλληνες ακόμα και κατά την υποχώρηση τους. Λόγω της παρενόχλησης των εχθρών, λοιπόν, οι Έλληνες μόλις πέντε χιλιόμετρα κατόρθωσαν να διανύσουν εκείνη την ημέρα. Επιτέλους, αργά το απόγευμα ο στρατός έφτασε σε μια συστάδα χωριών, στα οποία θα μπορούσαν να αναπαυθούν.

Την ώρα που οι στρατιώτες προσπαθούσαν να συνέλθουν και να ξεκουραστούν οι στρατηγοί τους αγρυπνούσαν. Αφού εντόπισαν τις αδυναμίες τους αποφάσισαν να συγκροτήσουν τμήματα σφενδονητών, από τους υπηρετούντες στο στράτευμα Ρόδιους, οι οποίοι θεωρούνταν οι «καλύτεροι» σφενδονήτες του αρχαίου κόσμου, αλλά και τμήμα ιππέων. Αμέσως μετά τη λήψη των αποφάσεων οι στρατηγοί έσπευσαν να τις υλοποιήσουν. Έτσι συγκροτήθηκε ένα σώμα 200 Ροδίων σφενδονητών και 50 ιππέων. Διοικητής των τελευταίων ορίστηκε ο Αύκιος ο Αθηναίος.

Οι Ρόδιοι σφενδονήτες χρησιμοποιούσαν μολύβδινα βλήματα, επιτυγχάνοντας μεγαλύτερο βεληνεκές και ακρίβεια βολής από τους Πέρσες συναδέλφους τους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν λίθινα βλήματα. Την επομένη μέρα οι Έλληνες έμειναν στα χωριά όπου είχαν στρατοπεδεύσει και μόνον την μεθεπόμενη άρχισαν και πάλι να πορεύονται. Αφού διέσχισαν γρήγορα μια χαράδρα, σχηματιζόμενη από τον ρού του χειμάρρου Γκχαζίρ, αναπτύχθηκαν και πάλι σε σχηματισμό τετραγώνου πλαισίου, μόλις βρέθηκαν σε ανοιχτό έδαφος.

Μόλις οι Έλληνες πέρασαν τη χαράδρα έκανε την εμφάνιση του και πάλι ο Μιθριδάτης με 1.000 ελαφρούς ιππείς και 4.000 ελαφρούς πεζούς, τοξότες και σφενδονήτες ψιλούς. Μετά από την προηγούμενη επιτυχία του, με ακόμα μικρότερες δυνάμεις, ο Πέρσης αξιωματούχος πίστευε πως δεν θα δυσκολευόταν, εκμεταλλευόμενος την ταχύτητα και την ευελιξία των ελαφρών τμημάτων του, να εξαναγκάσει τους Έλληνες σε παράδοση.

Από «υπερβολική» σιγουριά όμως, ή και από «ματαιοδοξία», ο Μιθριδάτης έκρινε σκόπιμο να ακολουθήσει τους Έλληνες κατά πόδας, διασχίζοντας τη χαράδρα. Σε απόσταση 1.500 περίπου μέτρων από αυτήν οι Πέρσες επιτέθηκαν στους Έλληνες, βάλλοντας αναρίθμητα βλήματα εναντίον τους. Οι Έλληνες στρατηγοί όμως είχαν προβλέψει μία τέτοια εξέλιξη και είχαν συγκροτήσει ειδικά τμήματα καταδίωξης, αποτελούμενα από ελαφρύτερα οπλισμένους οπλίτες, τους λεγόμενους «εκδρόμους», ψιλούς, πελταστές και τους λιγοστούς ιππείς.

Ο Ξενοφών, ως διοικητής της οπισθοφυλακής, άφησε τους εχθρούς να εξέλθουν της χαράδρας και κατόπιν τους επιτέθηκε, με σκοπό να τους παγιδεύσει μεταξύ των ελληνικών όπλων και των κακοτράχαλων πλαγιών της. Έτσι και έγινε. Οι Πέρσες δεν άντεξαν τη συνδυασμένη ελληνική επίθεση και τράπηκαν σε φυγή. Διωκόμενοι όμως εντός της χαράδρας, οι Πέρσες, ιδίως οι ιππείς, αφανίστηκαν. Όσοι δεν σκοτώθηκαν διασκορπίστηκαν και 18 ιππείς αιχμαλωτίστηκαν. Επρόκειτο για μεγάλη και χρήσιμη νίκη των Ελλήνων, η οποία τους απάλλαξε από την καταδίωξη και την παρενόχληση των εχθρών.

Εικόνα: Πέρσης βαρύς ιππέας.

Τώρα πια οι Πέρσες θα το «σκέφτονταν» πολύ σοβαρά πριν ξαναεπιτεθούν. Ιδιαίτερη έκπληξη για τον Μιθριδάτη και τους άνδρες του απετέλεσε η παρουσία και η επιτυχής δράση ελληνικού ιππικού εναντίον τους. Αν και ολιγάριθμοι οι ιππείς του Ξενοφώντα αποδείχθηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι και αποτελεσματικοί. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι 50 Έλληνες ιππείς ήταν βαρεία οπλισμένοι, καθώς διέθεταν και θώρακες. Οι Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τη νίκη τους και προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο και χώρο απέναντι στους Πέρσες.

Αν και δεν γνώριζαν πού ακριβώς ευρίσκοντο οι περσικές δυνάμεις, εντούτοις γνώριζαν ότι αυτές ήταν κοντά και ήταν πολυάριθμες. Κινούμενοι πάντα παράλληλα με την ανατολική όχθη του Τίγρη ποταμού, οι Έλληνες, έφτασαν σε μια μεγάλη έρημη πόλη, την Λάρισα. Οι κάτοικοι της την είχαν μάλλον εκκενώσει λόγω του «φόβου» της ελεύσεως των Ελλήνων. Οι τελευταίοι πάντως συνέχισαν, την επομένη, την πορεία τους και αφού διήνησαν τριάντα χιλιόμετρα έφτασαν στην επίσης εγκαταλελειμμένη πόλη Μέσπιλα. Εκεί οι Έλληνες αναπαύθηκαν και την επομένη κινήθηκαν και πάλι βόρεια.

Αφού κάλυψαν άλλα είκοσι χιλιόμετρα στρατοπέδευσαν, ξαφνικά όμως είδαν απέναντί τους έναν «τεράστιο» όγκο ανδρών, κυρίως ιππέων. Επρόκειτο για τις δυνάμεις του Ορόντα και του Τισσαφέρνη, με τον τελευταίο να έχει το γενικό πρόσταγμα. Ο Τισσαφέρνης απέστειλε μέρος του ιππικού του στα νώτα και στο δεξιό των Ελλήνων και παρέταξε τις λοιπές δυνάμεις του απέναντι από την ελληνική εμπροσθοφυλακή. Με τον τρόπο αυτό οι Έλληνες είχαν πλέον «περικυκλωθεί».

Βόρεια, νότια και ανατολικά υπήρχαν Πέρσες και δυτικά ο ποταμός Τίγρης. Ο κίνδυνος για τους Έλληνες ήταν μεγάλος. Ο Τισσαφέρνης, γνωρίζοντας ότι ήταν αδύνατο για τους ιππείς του να διασπάσουν το ελληνικό τετράπλευρο, δεν διακινδύνευσε να δώσει μάχη. Αρκέστηκε να παρενοχλεί τους Έλληνες με το ελαφρύ του ιππικό και τους ψιλούς του. Σε αυτούς όμως απάντησαν οι Ρόδιοι σφενδονήτες και οι Κρήτες τοξότες. Ήταν δε τόσο το πλήθος των εχθρών, ώστε και να ήθελαν οι Έλληνες να αστοχήσουν δεν θα «μπορούσαν».

Οι Ρόδιοι έκαναν «θραύση», με τα μολύβδινα βλήματα τους και οι Κρήτες, έχοντας διαπιστώσει ότι τα βέλη τους υστερούσαν στην επίτευξη μεγάλου βεληνεκούς, «έπαιρναν» τα περσικά βέλη, τα οποία ήταν μακρύτερα και τα «ξαναέστελναν» στους αποστολείς τους. Οι Κρήτες έβαλλαν επίσης υπερκείμενες βολές, σε καμπύλη τροχιά, εκμεταλλευόμενοι πως το περσικό ελαφρύ πεζικό, κατά κύριο λόγο, δεν χρησιμοποιούσε κράνοι. Με τον τρόπο αυτό οι Έλληνες ψιλοί κράτησαν τους εχθρούς σε απόσταση ασφαλείας από το τετράπλευρο, προκαλώντας τους μάλιστα σημαντικές απώλειες.

H πορεία συνεχίστηκε. Οι Έλληνες βάδιζαν περικυκλωμένοι, με τους εχθρούς να τους ακολουθούν, χωρίς όμως να τολμούν να εμπλακούν σοβαρά μαζί τους. Έτσι οι Έλληνες βάδισαν μέχρι που συνάντησαν μια συστάδα χωριών στα οποία και στρατοπέδευσαν για να διανυκτερεύσουν, βρίσκονταν μάλιστα σε αυτά χορδές για τα τόξα, μόλυβδο αλλά και άλλα χρήσιμα υλικά. Οι Πέρσες, έχοντας νικηθεί στην ανταλλαγή «πυρών», αποσύρθηκαν και αυτοί για να διανυκτερεύσουν σε απόσταση ασφαλείας από τους Έλληνες, φοβούμενοι πάντα τη διενέργεια νυκτερινής εφόδου εναντίον τους.

Εικόνα: Οι απαραίτητες κινήσεις των σφενδονηστών για να εκτοξεύσουν το βλήμα τους καθώς και μια πληθώρα μολύβδινων και λίθινων βλημάτων.

Η αλλαγή στρατηγικής.

Αφού αναπαύθηκαν και ανεφοδιάσθηκαν οι Έλληνες συνέχισαν την πορεία τους, γνωρίζοντάς όμως ότι καταδιώκονταν από τον Τισσαφέρνη, οι στρατηγοί αποφάσισαν να «μεταβάλουν» τον σχηματισμό πορείας του στρατού. Ουσιαστικά δεν επρόκειτο για αλλαγή σχηματισμού, αλλά για «μετατροπή» του υπάρχοντος. Ο τετράπλευρος σχηματισμός που είχαν ως τότε υιοθετήσει οι Έλληνες προσέφερε μεν «ολόπλευρη» άμυνα, αλλά δεν ήταν αρκετά «εύκαμπτος» ώστε να επιτρέπει ταχεία και αβίαστη δυνατότητα κίνησης σε πιο δύσβατα εδάφη.

Για τον λόγο αυτό οι στρατηγοί αποφάσισαν να «τριχοτομήσουν» τις μεγάλες πλευρές του τετραπλεύρου. Αντί ενός «μονολιθικού» σχηματισμού, η εμπροσθοφυλακή και η οπισθοφυλακή θα αποτελούνταν από τρία τμήματα. Τα δύο ακραία τμήματα θα διατηρούσαν τον πυκνό τους σχηματισμό. Το κεντρικό όμως τμήμα, αποτελούμενο από τρεις λόχους οπλιτών, των 100 ανδρών έκαστος, θα αποτελούσε το κινητό τμήμα της παράταξης. Σε περίπτωση διάβασης στενωπού, οι τρεις κεντρικοί λόχοι θα «αποσύρονταν» εντός του πλαισίου, επιτρέποντας στα ακριανά τμήματα να «συγκλίνουν» το ένα προς το άλλο, ώστε αυτόματα να μειωθεί το μήκος μετώπου ολοκλήρου του τετραπλεύρου.

Σε περίπτωση δε που μετά τη διέλευση στενωπού παρουσιαζόταν απόκλιση των ακραίων τμημάτων, οι τρεις λόχοι θα έσπευδαν να καλύψουν το δημιουργούμενο κενό, μεταβάλλοντας κατά περίπτωση και το βάθος του σχηματισμού τους. Ό,τι δε συνέβαινε στην εμπροσθοφυλακή θα συνέβαινε ταυτόχρονα και στην οπισθοφυλακή. Με τον τρόπο αυτό το τετράπλευρο θα μετασχηματιζόταν και κατά περίπτωση θα παρουσίαζε μεγαλύτερο και μικρότερο μέτωπο, διατηρώντας όμως πάντα τη «συνοχή» και σε γενικές γραμμές το σχήμα του.

Ένας «αγώνας» δρόμου με «έπαθλο» την επιβίωση.

Με τον τροποποιημένο του σχηματισμό λοιπόν, το τετράπλευρο των Ελλήνων συνέχισε να κινείται. Οι Έλληνες, αφού διέβησαν μερικά χωριά, έφτασαν σε μια λοφοσειρά. Ανέβηκαν ανενόχλητοι τον πρώτο γήλοφο, κατέβηκαν από αυτόν και άρχισαν να ανεβαίνουν τον επόμενο. Τότε ακριβώς τους επιτέθηκαν οι εχθροί. Οι Πέρσες κατείχαν την κορυφή του δευτέρου γηλόφου και από εκεί έβαλλαν κατά των Ελλήνων, κυλώντας ακόμα και βράχους εναντίον τους.

Με μεγάλους κόπους κατόρθωσαν τελικά οι Έλληνες να ανέβουν και στην κορυφή του δευτέρου λόφου και να εκδιώξουν τους εχθρούς από αυτήν. Κινούμενοι προς τον τρίτο λόφο οι Έλληνες δέχθηκαν και πάλι τα βλήματα των βαρβάρων. Ενώπιον της δύσκολης τακτικής κατάστασης που είχε διαμορφωθεί, οι στρατηγοί αποφάσισαν να εκκαθαρίσουν τα υψώματα, αφ’ υψηλού. Απέστειλαν λοιπόν τους πελταστές στις πλαγιές παρακείμενου όρους, το οποίο βρισκόταν παράλληλα με τους γηλόφους και από το οποίο οι πελταστές θα μπορούσαν να πλήξουν αυτοί τους εχθρούς από ψηλά.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση Έλληνα οπλίτη.

Έτσι και έγινε, καθώς σύντομα οι εχθροί σταμάτησαν να παρενοχλούν το κύριο σώμα και αποσύρθηκαν. H πορεία συνεχίστηκε με αυτόν τον τρόπο, με τους πελταστές να καλύπτουν από την πλαγιά τις κινήσεις του κυρίως σώματος, ώσπου έφτασαν σε μια συστάδα χωριών. Εκεί οι πελταστές επανενώθηκαν με τον υπόλοιπο όγκο. Στα χωριά αυτά οι Έλληνες παρέμειναν τρεις μέρες, και γιατί υπήρχε εκεί αφθονία τροφίμων, αλλά και γιατί είχαν πολλούς πληγωμένους από τις προηγούμενες συγκρούσεις, οι οποίοι έχριζαν περιθάλψεως.

Τελικά την τέταρτη μέρα επανεκίνησαν και κατέβηκαν στην εκτεταμένη πεδιάδα του σημερινού βορείου Ιράκ. Εκεί όμως τους περίμενε ο Τισσαφέρνης με πολυάριθμους ιππείς. Για το λόγο αυτό, μεταφέροντας μαζί τους και πολλούς τραυματίες, οι στρατηγοί αποφάσισαν ότι δεν ήταν σκόπιμο να δώσουν μάχη και στρατοπέδευσαν σε χωριά που συνάντησαν. Οι Πέρσες επιχείρησαν να τους πλήξουν. Οι οχυρωμένοι όμως στα χωριά Έλληνες απέκρουσαν με ευκολία τις εχθρικές επιθέσεις, ώσπου βράδιασε.

Με την έλευση της νύκτας οι βάρβαροι αποσύρθηκαν σε απόσταση 12 χιλιομέτρων περίπου, φοβούμενοι πάντα νυκτερινή προσβολή. Οι Έλληνες στρατηγοί όμως είχαν άλλα σχέδια. Μόλις είδαν τους βαρβάρους να αποσύρονται έδωσαν διαταγή να ετοιμαστεί ο στρατός να συνεχίσει την πορεία. Πράγματι ο στρατός βάδισε και πάλι και εντός της νύκτας διήνυσε απόσταση 12 χιλιομέτρων περίπου, διπλασιάζοντας έτσι την απόσταση που τον χώριζε από τους εχθρούς.

Χάρις στο συγκεκριμένο τέχνασμα οι Έλληνες βάδισαν ανενόχλητοι από τους βαρβάρους για τις δύο επόμενες μέρες, κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο. Τελικά όμως και ο Τισσαφέρνης, λυσσώντας για το προηγούμενο πάθημα του, εκτέλεσε με τον στρατό του νυκτερινή πορεία και κατέλαβε μια άκρως επίκαιρη θέση, άνω και δεξιά της οδού από όπου θα περνούσαν οι Έλληνες. Την ίδια ώρα άλλα περσικά τμήματα ελάμβαναν θέσεις γύρω από το ελληνικό τετράπλευρο.

H κατάσταση ήταν άκρως ανησυχητική για τους Έλληνες, οι οποίοι κινδύνευαν να παγιδευτούν και να κατασυντριβούν από τις ευκίνητες και πολυάριθμες εχθρικές δυνάμεις. Εν όψει της εχθρικής απειλής ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφών αποφάσισαν να δράσουν με τρόπο παρόμοιο, όπως έδρασαν κατά τη «διάβαση» των γηλόφων. Σε επανάληψη της προηγούμενης μάχης και αυτή τη φορά υπεράνω των εχθρικών θέσεων υπήρχε όρος, την κορυφή του οποίου οι εχθροί είχαν αφήσει ακάλυπτη, υπολογίζοντας ότι θα ήταν αδύνατο για τους βαρύτερα οπλισμένους Έλληνες να ανέβουν πρώτοι σε αυτήν.

Οι Έλληνες όμως τους διέψευσαν. Με επικεφαλής τον Ξενοφώντα, οι πελταστές και οι 300 οπλίτες των τριών «ειδικών» λόχων της εμπροσθοφυλακής, όρμησαν με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα να καταλάβουν την κορυφή, ώστε να βρεθούν σε υψηλότερο των εχθρών σημείο, εξαναγκάζοντας τους έτσι να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να αφήσουν ελεύθερη την οδό. Μόλις οι βάρβαροι κατάλαβαν τον σκοπό του αποσπάσματος του Ξενοφώντος όρμησαν και αυτοί να καταλάβουν την κορυφή.

Εικόνα: Ανάγλυφο γλυπτό της «Φρουράς των Σουσών» το οποίο βρίσκετε στην «Ιερά» πρωτεύουσα των Περσών στα Σούσα.

Επρόκειτο για έναν «αγώνα» δρόμου, το έπαθλο του οποίου για τους Έλληνες ήταν η «σωτηρία». Από την πεδιάδα, όλοι οι στρατιώτες προσπαθούσαν με ιαχές και με παροτρύνσεις να «ενθαρρύνουν» τους συμπολεμιστές τους, να τους δώσουν φτερά, για να ανέβουν πρώτοι. Αλλά και οι Πέρσες με φωνές και παροτρύνσεις προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν το δικό τους τμήμα που επιχειρούσε να διεκπεραιώσει το ίδιο εγχείρημα.

Ο Ξενοφών, κινούμενος έφιππος δίπλα στους στρατιώτες τους τους φώναζε συνεχώς πως αγωνίζονταν για την επιστροφή στη πατρίδα, για να ξαναδούν τις συζύγους και τα αγαπημένα τους παιδιά. Δυστυχώς και σε αυτή την κρίσιμη στιγμή κάποιος εκδήλωσε την κακότητα και τη μικροψυχία του. Ήταν ο Σωτηρίδας ο Σικυώνιος, ο οποίος «γόγγυζε» κατά του Ξενοφώντα λέγοντας του ότι ήταν εύκολο γι’ αυτόν, έφιππος καθώς ήταν, να λέει τέτοιους λόγους. Ο ίδιος όμως ταλαιπωρείτο από το βάρος της ασπίδας και των όπλων του.

Στο άκουσμα των «πικρών» αυτών λόγων, ο Ξενοφών αντέδρασε ως πραγματικός «ηγέτης». Κατέβηκε από το άλογο του, άρπαξε από τον Σωτηρίδα την ασπίδα και συνέχισε να βαδίζει. Εξακολούθησε να προτρέπει τους άνδρες του να κινούνται γρήγορα, αν και ο ίδιος δεν το μπορούσε αφού φορούσε θώρακα ιππέα, ο οποίος τον εμπόδιζε να βαδίζει. Έτσι με το προσωπικό του παράδειγμα κέντρισε την έμφυτη φιλοτιμία των ανδρών του, σε σημείο που οι ίδιοι οι στρατιώτες ανάγκασαν τον συνάδελφο τους Σωτηρίδα να αναλάβει τον οπλισμό του και να συνεχίσει να βαδίζει μαζί τους.

Τελικά χάρις στην υπερπροσπάθεια τους κατόθρωσαν και ανέβηκαν πρώτοι στην κορυφή. Οι βάρβαροι, μετά τη νέα τακτική τους αποτυχία, αποσύρθηκαν χωρίς μάχη από τις θέσεις που κατείχαν υπεράνω της οδού. Τους ακολούθησαν και τα υπόλοιπα τμήματα του στρατού του Τισσαφέρνη, με πεσμένο το ηθικό. Οι δε Έλληνες, έχοντας διανοίξει την οδό, διέσχισαν τον λόφο και κατέβηκαν σε μια πεδιάδα, όπου υπήρχαν πολλά πλούσια χωριά, η σημερινή εύφορη κοιλάδα του Ρουζόρ.

Λίγο όμως πριν πέσει η νύκτα και καθώς οι Έλληνες ετοιμαζόντουσαν να στρατοπεδεύσουν, εμφανίστηκαν οι βάρβαροι και σκότωσαν μερικούς Έλληνες που είχαν βγει σε αναζήτηση τροφής. Κατόπιν οι άνδρες του Τισσαφέρνη επιχείρησαν να πυρπολήσουν τα χωριά και με τη βοήθεια των ντόπιων να φυγαδεύσουν τα κοπάδια των ζώων στην αντίπερα όχθη του Τίγρη, ώστε να στερηθούν οι Έλληνες των τροφών, κάτι το οποίο κατάφεραν εν μέρει.

Εικόνα: Η πορεία των Μυρίων.

Στο «στόμα» του λύκου.

Αφού εκτέλεσαν το καταστροφικό τους έργο οι εχθροί αποσύρθηκαν ευχαριστημένοι, θεωρώντας ότι έχουν προκαλέσει μεγάλη καταστροφή στους Έλληνες. Πράγματι η κατάσταση των Ελλήνων δεν ήταν ευχάριστη. Αλλά από την αρχή της πορείας τους δεν ήταν πάντα δύσκολες οι περιστάσεις για αυτούς; Οι Έλληνες πλέον είχαν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Αυτές λοιπόν τους ανάγκαζαν να ξεδιπλώσουν όλο το «εύρος» της επινοητικότητας τους, όλη τη «ευστροφία» τους.

Μετά την τελευταία επίθεση των βαρβάρων οι Έλληνες αξιωματικοί συσκέπτονταν, αναζητώντας τον προσφορότερο τρόπο «εξόδου» από την κρίση, αλλά και την προτιμότερη κατεύθυνση συνέχισης της πορείας. Αρκετοί αξιωματικοί έδειχναν απελπισμένοι καθώς ενώπιον τους τώρα εμφανίζονταν, όχι μόνο ο Τισσαφέρνης, αλλά και ανυπέρβλητα φυσικά εμπόδια.

Την προς την δύση πορεία εμπόδιζε ο Τίγρης ποταμός, με το μεγάλο πλάτος και βάθος και το ορμητικό του ρεύμα. Ανατολικά, απλώνονταν τα «Καρδούχια όρη», τα σημερινά όρη του ανατολικού Κουρδιστάν. Τότε εμφανίστηκε ενώπιον της συνέλευσης των αξιωματικών ένας στρατιώτης Ρόδιος, ο οποίος πρότεινε έναν τρόπο διέλευσης του ποταμού, με τη χρήση πληρωμένων με αέρα ασκών, κατασκευασμένων από δέρμα ζώων. Οι στρατηγοί συμφώνησαν με τον Ρόδιο, αλλά τελικά το σχέδιο του δεν εκτελέστηκε γιατί στην απέναντι όχθη του Τίγρη καραδοκούσε το περσικό ιππικό. Έπρεπε να σκεφτούν μια άλλη λύση και πράγματι την βρήκαν.

Κατόπιν ανακρίσεως των συλληφθέντων αιχμαλώτων, οι Έλληνες στρατηγοί, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι θα ήταν προσφορότερο να βαδίσουν δια μέσου της χώρας των Καρδούχων, η οποια κατοικούνταν από τους γενναίους και αδούλωτους προγόνους των σημερινών Κούρδων. Ο δρόμος ήταν σαφώς δύσβατος, ορεινός και κανείς δεν μπορούσε να τους εγγυηθεί ότι οι κάτοικοι θα τους επέτρεψαν να περάσουν αναίμακτα από τη χώρα τους. Από την άλλη όμως πλευρά, αν κατόρθωναν να διασχίσουν τη χώρα αυτή θα οδηγούντο στην Αρμενία και από εκεί στις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου, σε μια περιοχή γεμάτη με ελληνικές πόλεις, από την εποχή του «Δεύτερου Ελληνικού Αποικισμού».

Εξάλλου οι Πέρσες δεν θα τολμούσαν να τους ακολουθήσουν στην χώρα των Καρδούχων, τόσο λόγω του ορεινού εδάφους, όσο και λόγω του φόβου τους για τους άγριους Καρδούχους. Με αυτό λοιπόν το «σκεπτικό» η απόφαση ελήφθη και δόθηκαν οι αναγκαίες διαταγές στους άνδρες. Έπρεπε όμως να απαγκιστρωθούν και από τους Πέρσες, οι οποίοι εξακολουθούσαν να τους επιτηρούν. Για τον σκοπό αυτό κίνησαν γύρω στις 02.00 μετά τα μεσάνυκτα, κατόπιν προφορικής εντολής και με άκρα μυστικότητα και λίγο μετά το ξημέρωμα βρέθηκαν εντός της χώρας των Καρδούχων.

Εικόνα: Έλληνας ιππέας που αναπαριστάτε σε επιτύμβια στήλη. Το έκθεμα φυλάσσετε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Ο Χειρίσοφος με την εμπροσθοφυλακή και όλους τους ελαφρούς πεζούς κατέλαβε την κορυφή παρακείμενου όρους, πριν οι εχθροί το αντιληφθούν, ώστε να καλύψει την κίνηση και των λοιπών τμημάτων. Πράγματι, όλος ο στρατός, με τους αμάχους και τα σκευοφόρα, ξέφυγαν της επιτήρησης των Περσών και εισήλθαν στην χώρα των Καρδούχων. Δεν πρόλαβαν πάντως να έλθουν σε κάποια συνεννόηση με τους Καρδούχους, οι οποίοι στη θέα των Ελλήνων εγκατέλειπαν τα σπίτια τους μαζί με τις οικογένειες τους και ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν και έβρισκαν καταφύγιο στα γύρω ψηλά βουνά.

Οι Έλληνες έπαιρναν τρόφιμα από τα εγκαταλελειμμένα χωριά, αλλά δεν κατέστρεφαν ούτε επιχείρησαν να ενοχλήσουν τους Καρδούχους, πιστεύοντας ότι οι τελευταίοι θα τους άφηναν να περάσουν τη χώρα τους χωρίς μάχη. Οι Καρδούχοι όμως δεν έδειξαν καμία καλή «πρόθεση» έναντι των Ελλήνων. Δεν απάντησαν ούτε στις προσκλήσεις, μέσω μεταφραστών, για να έρθουν σε συνεννόηση με τους Έλληνες. Αντίθετα, όταν σε κάποια φάση της πορείας βρήκαν ακάλυπτους μερικούς Έλληνες τους επιτέθηκαν και σκότωσαν και τραυμάτισαν μερικούς.

Αφού κινήθηκαν όλη την ημέρα οι Έλληνες στρατοπέδευσαν για να διανυκτερεύσουν στα εγκαταλελειμμένα χωριά των Καρδούχων. Οι τελευταίοι είχαν στρατοπεδεύσει στα γύρω υψώματα και όλη τη νύκτα συντηρούσαν αναμμένες μεγάλες φωτιές, συνεγείροντας με τον τρόπο αυτό και τους ανενημέρωτους ως τότε συμπατριώτες τους. Οι Έλληνες παρατηρούσαν και αυτοί «ανήσυχοι» τις φωτιές των εχθρών.

Μόλις ξημέρωσε οι αξιωματικοί συνήλθαν και πάλι και αποφάσισαν να απαλλαγούν από τους πολλούς αιχμαλώτους, τους οποίους ως τότε κρατούσε ο στρατός. Επίσης καταστράφηκαν πολλά σκευοφόρα. Όλες αυτές οι ενέργειες έγιναν για να επιταχυνθεί η πορεία, εντός του δύσβατου και εχθρικού εδάφους. Κατόπιν η πορεία συνεχίστηκε, παρά και την επιδείνωση του καιρού, ήταν πλέον Νοέμβριος. Σε όλη τη διάρκεια της πορείας οι Καρδούχοι παρενοχλούσαν συνεχώς τους Έλληνες, με βολές εκηβόλων όπλων, χωρίς όμως να τολμούν να εμπλακούν σώμα με σώμα μαζί τους.

Μεταξύ σφύρας και άκμονος.

Οι Καρδούχοι μάλιστα έβαλλαν «μακρά» βέλη με μεγάλη διατρητική ικανότητα. Έτσι σκοτώθηκε ο Κλεώνυμος ο Σπαρτιάτης, όταν ένα εχθρικό βέλος «διέτρησε» την ασπίδα και τον θώρακα του μαζί. Στο πλάι του σκοτώθηκε και ο Βασίας ο Αρκάδας, πάλι από βέλος που του διαπέρασε πέρα ως πέρα το κρανίο. Παρόλα αυτά όμως και οι Έλληνες έστησαν ενέδρα και εκδικήθηκαν τους Καρδούχους, σκοτώνοντας μερικούς και αιχμαλωτίζοντας δύο.

Κατόπιν ανακρίσεως ο ένας Καρδούχος, τρέμοντας για τη ζωή του ενώπιον του πτώματος του ετέρου αιχμαλώτου συμπατριώτη του, αποκάλυψε στους Έλληνες την ύπαρξη άλλης οδού, βατής σε ανθρώπους και υποζύγια. Τους είπε ακόμα ότι επί της οδού αυτής υπήρχε ένα ύψωμα, το όποιο όφειλαν να ελέγξουν εφόσον επιθυμούσαν να συνεχίσουν την πορεία τους. Τότε οι Έλληνες στρατηγοί ζήτησαν τη συγκρότηση ενός εθελοντικού τμήματος το οποίο θα προκαταλάμβανε το ύψωμα και θα το κρατούσε έως ότου έφτανε εκεί και ο υπόλοιπος στρατός.

Οι εθελοντές παρουσιάστηκαν αμέσως και με επικεφαλής τους Αριστώνυμο, Αγασία και Καλλίμαχο, Αρκάδες όλοι τους, αλλά και τον Αριστέα από τη Χίο, κίνησαν να καταλάβουν την δύσβατη διάβαση. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, οι εθελοντές, 2.000 άνδρες τον αριθμό, με τον Καρδούχο αιχμάλωτο ως οδηγό, πορεύθηκαν, υπό ραγδαία βροχή και πλησίασαν από τα νώτα στην ορεινή δίοδο.

Την ίδια ώρα ο Ξενοφών με τους άνδρες του κινείτο από τη φανερή δίοδο κατά των Καρδούχων, με σκοπό να τους αποσπάσουν την προσοχή, ούτως ώστε να κατορθώσουν οι εθελοντές να πλησιάσουν το δυνατό αθόρυβα στην ορεινή δίοδο. Το σχέδιο των Ελλήνων εξελίχθηκε με απόλυτη ακρίβεια και επιτυχία. Οι μεν άνδρες του Ξενοφώντα επιχειρούσαν προσποιητές εφόδους κατά των Καρδούχων φρουρών της κυρίας διόδου. Οι Καρδούχοι αμύνονταν των ελληνικών «επιθέσεων» κατρακυλώντας μεγάλους λίθους που, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα απαιτούσαν άμαξες για να μεταφερθούν.

Οι λίθοι αυτοί «προσέκρουαν» πέφτοντας σε άλλους λίθους, έσπαζαν και λειτουργούσαν ως θραυσματοφόρες «οβίδες», καθιστώντας αδύνατη τη διέλευση των Ελλήνων. Οι Έλληνες όμως δεν ήθελαν να περάσουν. Απλώς αγκίστρωναν τους εχθρούς και τους έδιδαν «φρούδες» ελπίδες. Στο μεταξύ οι εθελοντές πλησίασαν στην κορυφή ενός λόφου, όπου ήταν στρατοπεδευμένοι εχθροί.

Μέσα στο σκοτάδι που σιγά σιγά απλωνόταν οι εθελοντές εξουδετέρωσαν αθόρυβα τους Καρδούχους φρουρούς και οχυρώθηκαν στον λόφο, πιστεύοντας ότι είχαν καταλάβει την δίοδο. Δεν ήταν όμως έτσι. Είχαν καταλάβει έναν λόφο, κάτω από τη δίοδο. Από το σημείο εκείνο όμως οι εθελοντές μπορούσαν να περικυκλώσουν τους Καρδούχους που φρουρούσαν την φανερή δίοδο, εκεί που οι Καρδούχοι όλη τη νύκτα κυλούσαν τους ογκόλιθους.

Με το πρώτο φως της επομένης, οι εθελοντές κινήθηκαν, αθέατοι λόγω της πυκνής ομίχλης κατά των φυλασσόντων την φανερή δίοδο Καρδούχων από τα νώτα. Όταν πλησίασαν αρκετά η σάλπιγγα ήχησε και οι Έλληνες όρμησαν εκ των νώτων κατά των Καρδούχων. Στο άκουσμα του ήχου της σάλπιγγας όρμησαν μπροστά και οι άνδρες του Χειρισόφου. Με τον τρόπο αυτό οι Έλληνες έγιναν κύριοι της βασικής διόδου. Την ώρα που συνέβαιναν όλα αυτά ο Ξενοφών, επικεφαλής του δικού του τμήματος, βάδιζε από την οδό που την προηγούμενη νύκτα είχαν ακολουθήσει οι εθελοντές.

H κίνηση αυτή ήταν αναγκαία, γιατί μόνο από αυτόν τον δρόμο μπορούσαν να περάσουν τα υποζύγια. Οι Καρδούχοι όμως, οι οποίοι είχαν μερικώς συνέλθει από τον αρχικό αιφνιδιασμό, προσπάθησαν να εμποδίσουν την κίνηση της φάλαγγας του Ξενοφώντα. Αναγκαστικά ο Ξενοφών αναγκάστηκε να εμπλακεί με τους εχθρούς. Αφού έταξε τους οπλίτες του σε βαθιά φάλαγγα επιτέθηκε με τη μέγιστη ταχύτητα κατά των Καρδούχων, ενώ κατά την προσπέλαση των Ελλήνων οι Καρδούχοι αμύνονταν εκτοξεύοντας κάθε είδους βλήματα κατά των Ελλήνων.

Όταν όμως οι ελληνική φάλαγγα έφτασε στις θέσεις τους οι Καρδούχοι δεν στάθηκαν να την αντιμετωπίσουν αλλά τράπηκαν σε φυγή. Σύντομα όμως ανασυντάχθηκαν και έλαβαν θέσεις επί γειτονικού λόφου, απειλώντας και πάλι την κίνηση των υποζυγίων. Ο Ξενοφών όμως, αφού άφησε φρουρά στον καταληφθέντα λόφο, επιτέθηκε και κατά των νέων θέσεων των εχθρών και πάλι τους έτρεψε σε φυγή. Όταν όμως ο Ξενοφών επιχείρησε να καταλάβει και έναν τρίτο λόφο είδε έκπληκτος τους Καρδούχους να αποχωρούν αμαχητί.

Εικόνα: Συνδυασμός οπλιτών και πελταστών.

Υποψιαζόμενος ότι κάτι συνέβαινε, ανέστειλε την κίνηση των τμημάτων του. Τότε όμως εμφανίστηκε ενώπιον του ο Αρχαγόρας ο Αργείος, ο οποίος συμμετείχε στη φρούρηση του πρώτου λόφου και του ανακοίνωσε ότι οι Καρδούχοι είχαν επιτεθεί στην ελληνική φρουρά, σκοτώνοντας μερικούς και είχαν ανακαταλάβει τον λόφο. Παρόλα αυτά ο στρατός είχε πια διασχίσει τις στενωπούς. Ο μεγάλος κίνδυνος έδειχνε να έχει περάσει. Δεν ήταν όμως έτσι.

Οι Καρδούχοι από όλα τα γύρω χωριά άρχισαν τώρα να συγκεντρώνονται για να επιτεθούν συγκεντρωτικά κατά των Ελλήνων. Στο μεταξύ όλα τα τμήματα της ελληνικής στρατιάς είχαν επίσης συνενωθεί. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν μικρές. Ωστόσο οι δύο πλευρές κατόρθωσαν να συνάψουν σύντομη ανακωχή και να αποδώσουν οι μεν τους νεκρούς στους δε. Οι Έλληνες απελευθέρωσαν και τον Καρδούχο αιχμάλωτο οδηγό. Κατόπιν τίμησαν τους νεκρούς και αφού αναπαύθηκαν συνέχισαν την επομένη την πορεία τους.

Οι έως τότε αήττητοι Καρδούχοι, οι οποίοι υπερηφανεύονταν ότι είχαν συντρίψει ακόμα και μια στρατιά 120.000 ανδρών του Πέρση βασιλιά, είχαν κυριολεκτικά εξευτελισθεί από μια χούφτα γενναίων ανδρών, που πολεμούσαν για της πατρίδας και της οικογένειας τον νόστο. Οι Καρδούχοι ωστόσο εξακολούθησαν να πολεμούν, υπερασπιζόμενοι κάθε στενωπό. Οι Έλληνες όμως είχαν ήδη μάθει καλά τον τρόπο διάσπασης των εχθρικών γραμμών.

Κάθε φορά που οι Καρδούχοι εμπλέκονταν με την εμπροσθοφυλακή, ο Ξενοφών με την οπισθοφυλακή, εκτελούσε «υπερκερωτικό» ελιγμό και ανέτρεπε εν των νώτων τις εχθρικές αντιστάσεις. Όταν δε οι Καρδούχοι επιχειρούσαν επιθέσεις κατά της οπισθοφυλακής, ήταν η σειρά του Χειρισόφου να εκτελέσει υπερκερωτικό ελιγμό και να «απαγκισρώσει» τους άνδρες του Ξενοφώντα.

Με αυτόν τον καταπληκτικό τρόπο οι ακαταπόνητοι εκείνοι πρόγονοι μας κατόρθωσαν το ακατόρθωτο και έφτασαν στην νότια όχθη του Κεντρίτη ποταμού. Ο συγκεκριμένος ποταμός, το πλάτος της κοίτης του οποίου στο συγκεκριμένο σημείο έφτανε τα 60 μέτρα, αποτελούσε το σύνορο μεταξύ της χώρας των Καρδούχων και της Αρμενίας. Οι Έλληνες καταυλίστηκαν σε κάποια χωριά, που ευρίσκονταν στην μικρή πεδιάδα, μεταξύ των Καρδούχιων όρεων και του Κεντρίτη ποταμού.

Ο κίνδυνος όμως από τους Καρδούχους δεν είχε ακόμα περάσει. Οι Καρδούχοι δεν μπορούσαν να αγνοήσουν τον εξευτελισμό που υπέστησαν, αυτοί οι ως τότε αήττητοι και έχοντας συγκεντρώσει μεγάλες δυνάμεις ετοιμάζονταν να επιτεθούν στους Έλληνες, την ώρα που θα επιχειρούσαν να διασχίσουν τον ποταμό. Οι Έλληνες στρατιώτες αντίκρυζαν με αισιοδοξία το μέλλον. Είχαν στρατοπεδεύσει σε έναν τόπο όπου υπήρχε αφθονία τροφίμων. Εξάλλου άξιζαν λίγη ανάπαυση, καθώς είχαν περάσει τις τελευταίες επτά ημέρες βαδίζοντας σε κακοτράχλα βουνά, πολεμώντας εναντίον πολύ σκληρών αντιπάλων. H ευδαιμονία τους όμως δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ.

Για να διαβάσετε την «Κύρου Ανάβασις» πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος της «Καθόδου των Μυρίων» πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Charles Rollin, «The Ancient History of the Egyptians, Assyrians, Babylonians, Medes, Persians and Grecians».
  • Theodore Ayrault Dodge, «Great Captains: A Course of Six Lectures on the Art of War».
  • William Smith, «Dictionary of Greek and Roman biography and mythology».
  • Robin Fox, «Η Μεγάλη Πορεία – Ο Ξενοφών Και η Κάθοδος των Μυρίων».
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Άρατος και Αρταξέρξης».
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Λύσανδρος – Σύλλας».
  • Jan Tavernier, «Iranica in the Achaemenid Period».
  • Sam Jordison, «Booker Club: The Sea, the Sea».
  • Παντελής Καρύκας, «Ιστορικές μονογραφίες».
  • Christopher Tuplin, «Ancient West & East».
  • Rüdiger Schmitt, «Encyclopaedia Iranica».
  • Ξενοφών, «Κύρου Ανάβασις».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.