Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
«Η Κάθοδος των Μυρίων». (Μερος Β’). Από της «βουνοκορφές» της Αρμενίας μέχρι τις «ακτές» της Θράκης.

«Η Κάθοδος των Μυρίων». (Μερος Β’). Από της «βουνοκορφές» της Αρμενίας μέχρι τις «ακτές» της Θράκης.

Για να διαβάσετε την «Κύρου Ανάβασις» πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος της «Καθόδου των Μυρίων» πατήστε εδώ.

Οι «Μύριοι», έχοντας εξέλθει από τα Καρδούχια όρη μετα από πολλές δυσκολίες, αντίκρυζαν πλέον με αισιοδοξία το μέλλον τους. Είχαν στρατοπεδεύσει σε έναν τόπο όπου υπήρχε αφθονία τροφίμων και άξιζαν λίγη ανάπαυση, καθώς είχαν περάσει τις τελευταίες επτά μέρες βαδίζοντας σε «κακοτράχαλα» βουνά, πολεμώντας εναντίον πολύ σκληρών βαρβαρικών φυλών που διαβιούσαν σε αυτά. H «ευδαιμονία» τους όμως δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ. Την επόμενη κιόλας μέρα τα πράγματα θα έπαιρναν μια πιο περίπλοκη τροπή.

Στις όχθες του Κεντρίτη.

Την επομένη μέρα, με το πρώτο φως, διέκριναν στην βόρεια όχθη του ποταμού Κεντρίτη, εντός του αρμενικού εδάφους, κινήσεις εχθρικού ιππικού, του σατράπη της Αρμενίας Ορόντα. Επρόκειτο για Αρμένιους, Χαλδαίους και Μάρδους, μισθοφόρους που μάχονταν στο πλευρό του περσικού στρατού. Με δεδομένη, λοιπόν, την παρουσία «ισχυρών» εχθρικών δυνάμεων στην βόρεια όχθη του ποταμού, η θέση των Ελλήνων κατέστη αυτομάτως εξαιρετικά «δύσκολη», αν όχι «απελπιστική».

Λίγη ώρα μετα, όλα τα υψώματα, που κείτονταν βορείως του ποταμού, γέμισαν από βαρβάρους του εχθρικού στρατεύματος. Οι Χαλδαίοι κράδαιναν απειλητικά τις λόγχες τους, ενώ φώναζαν λόγια «ακατάληπτα» στους Έλληνες. Μπροστά από τους πεζούς, είχε λάβει θέσεις το «πολυάριθμο» και επίλεκτο αρμενικό ιππικό του Ορόντα, ενώ ακριβώς δίπλα τους υπήρχαν Μάρδοι τοξότες, οι οποίοι θεωρούνταν από τους πλέον επίλεκτους της Περσικής Αυτοκρατορίας.

Εικόνα: Οι πελταστές ήταν συνήθως εξοπλισμένοι με την πέλτη, ελαφριά θρακική ασπίδα η οποία είχε μία εσοχή σαν μισοφέγγαρο, καθώς και τρία ακόντια, τα οποία κρατούσαν το ένα στο ένα χέρι και τα άλλα δύο στο άλλο χέρι μαζί με την ασπίδα.

Οι Πέρσες είχαν ταχθεί στο πιο «βατό» σημείο του ποταμού, το βάθος του οποίου ξεπερνούσε το ένα μέτρο, καθώς γνώριζαν πως, οι Έλληνες, θα αναγκάζονταν αργά ή γρήγορα να «διάβουν» τον ποταμό, ώστε να φτάσουν στις Ελληνικές πόλεις του Ευξείνου Πόντου. Πράγματι, έγινε μια τέτοια πρώτη «απόπειρα» διάβασης, η οποία όμως απέτυχε λόγο του μεγάλου «κινδύνου» που ελλόχευε από την παρουσία των  Μαρδών τοξοτών, όσο και από το Περσικό ιππικό, του Ορόντα, το οποίο θα έπεφτε πάνω στις «απροστάτευτες» μονάδες που θα κατάφερναν να περάσουν το φυσικό αυτό εμπόδιο.

Σαν να μην έφτανε αυτό, το ίδιο βράδυ αντιλήφθηκαν την παρουσία, στα νώτα τους, «μεγάλου» πλήθους Καρδούχων, οι οποίοι αλάλαζαν από της βουνοκορφές και τα περάσματα απ’ όπου οι ίδιοι είχαν εξέλθει μόλις χτες. Όπως ήταν φυσικό μεγάλη «δυσθυμία» κατέλαβε το Ελληνικό στρατόπεδο. Για μερικούς όλα «έμοιαζαν» πλέον χαμένα, καθώς πίστευαν πως η μεγάλη «περιπλάνηση» τους θα τελείωνε με τον πλέον «άδοξο» τρόπο, εδώ στον ποταμό Κεντρίτη, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την αγαπημένη τους Πατρίδα.

Ωστόσο αν και η «μεγάλη» μερίδα των ανδρών είχαν απελπιστεί, οι «ηγέτες» τους δεν είχαν πει ακόμα την τελευταία τους κουβέντα. Φυσικά δεν έτρεφαν «ψευδαισθήσεις», παρά ταύτα γνώριζαν πως η κατάσταση ήταν απογοητευτική, αλλά όχι και «τραγική». Για άλλη μια φορά, την πρωτοβουλία ανέλαβε ο Ξενοφών, βάσει πληροφοριών που του έφεραν δύο νέοι.

Οι άνδρες αυτοί είχαν παρατηρήσει μία οικογένεια ντόπιων να «διαβαίνουν» τον ποταμό, από ένα άλλο βατό σημείο, μάλιστα οι δυο τους είπαν στον Ξενοφώντα πως διάβηκαν τον ποταμό και το νερό έφτανε «μόλις» μέχρι τους μηρούς τους. Αυτή η πληροφορία «αποδείκνυε» στους υπόλοιπους στρατηγούς, πως ο ποταμός δεν είναι μόνον «ευκολοδιάβατος», από εκείνο το σημείο, αλλά τους πληροφορούσε κιόλας πως στην βόρεια όχθη υπήρχαν «μεγάλοι» βράχοι, κοντά στην όχθη, οι οποίοι, όπως είναι φανερό, καθιστούσαν αδύνατη την κίνηση του Περσικού ιππικού κοντά στο βατό εκείνο σημείο του ποταμού.

Όπως ήταν φυσικό η είδηση «ηλέκτρισε» τον Ξενοφώντα. Όλοι μαζί λοιπόν, οι Στρατηγοί των «Μυρίων», συγκάλεσαν την «Εκκλησία του Στρατού» για να αποφασίσουν τον καταλληλότερο τρόπο δράσεως, ώστε και τον «αποκλεισμό» του Περσικό στρατό να διασπάσουν, αλλά και τους Καρδούχους να αποκρούσουν. Τελικά οι στρατηγοί αποφάσισαν να διαβεί ο στρατός τον ποταμό με την χρήση ενός πολύ ευφυούς τεχνάσματος.

Η «επεισοδιακή» διάβαση του ποταμού.

Σύμφωνα λοιπόν με το εκπωνηθέν στρατήγημα, ο στρατός, χωρίσθηκε σε δυο τμήματα. Το πρώτο, με επικεφαλής τον Χειρίσοφο, κινήθηκε παράλληλα με την νότια όχθη του ποταμού, σε απόσταση 800 περίπου μέτρων, ως το βατό εκείνο σημείο του ποταμού που έλεγχαν οι Πέρσες. Τις κινήσεις του τμήματος του Χειρίσοφου παρακολουθούσε από την απέναντι όχθη το εχθρικό ιππικό.

Το δεύτερο τμήμα, με επικεφαλής τον Ξενοφώντα, είχε ως αποστολή να εκτελέσει έναν «δήθεν» υπερκερωτικό ελιγμό κατά του αντιπάλου ιππικού, που βρισκόταν στην αντίπερα όχθη του ποταμού, μέσω της νέας διάβασης, που αναφέραμε παραπάνω. Την ώρα λοιπόν που το τμήμα του Ξενοφώντα ελάμβανε θέσεις για τον υποτιθέμενο «ελιγμό», το τμήμα του Χειρίσοφου έμπαινε στον ποταμό, με τους άνδρες του να ψάλλουν τον παιάνα, αλλά και με τους αμάχους να αλαλάζουν για να τρομάξουν τα άλογα του εχθρικού ιππικού.

Εικόνα: Αναπαράσταση οπλίτη σε ερυθρόμορφο αγγείο, το οποίο βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Οι Αρμένιοι ιππείς πάντως δεν χρειάστηκε να τρομάξουν από τις κραυγές των Ελλήνων, καθώς φοβούμενοι ότι το τμήμα του Ξενοφώντα θα επιχειρούσε πράγματι να διαβεί τον ποταμό δυτικότερα και θα τους έθετε κατ’ αυτόν τον τρόπο μεταξύ δύο πυρών, δεν στάθηκαν να αντιμετωπίσουν ούτε την έφοδο του τμήματος του Χειροσόφου, αλλά τράπηκαν σε φυγή. Έτσι το τμήμα του Χειροσόφου πέρασε με ασφάλεια τον ποταμό.

Υπήρχε όμως και το αντίπαλο πεζικό, το οποίο ήταν παραταγμένο σε κάποια απόσταση από την όχθη. Εναντίον αυτού επετέθη αμέσως ο Χειρίσοφος με τους οπλίτες του, την ώρα που οι λιγοστοί Έλληνες ιππείς καταδίωκαν το εχθρικό ιππικό με τη συνδρομή και του ελαφρού πεζικού. Οι Χαλδαίοι λογχοφόροι όμως και οι Μάρδοι τοξότες, βλέποντας τους ιππείς τους να καταδιώκονται από τους μόλις 50 Έλληνες ιππείς και τη φάλαγγα να έρχεται εναντίον τους, σχηματισμένη σε μεγάλο βάθος και με τους άνδρες να ψάλουν τον παιάνα, προτίμησαν να αποχωρήσουν από το πεδίο και να μην δοκιμάσουν την τύχη τους απέναντι στα ελληνικά δόρατα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Περσικός στρατός τράπηκε σε φυγή, ωστόσο οι πεισματάρηδες Καρδούχοι έρχονταν τώρα καταπάνω στο τμήμα του Ξενοφώντα, το οποίο βρισκόταν ακόμα στη νότια όχθη του Κεντρίτη ποταμού. Βλέποντας τους να εφορμούν ο Ξενοφών διέταξε τους άνδρες του να κινηθούν με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα προς το βατό σημείο του ποταμού, από εκεί που είχε περάσει και το τμήμα του Χειρίσοφου.

Όταν λοιπόν το τμήμα του Ξενοφώντα έφτασαν κοντά στην διάβαση του ποταμού, διατάχθηκε να πάρει θέσεις μάχης με μέτωπο προς την νότια πλευρά του ποταμού, δηλαδή έχοντας απέναντι τους τα Καρδούχια όρη. Έπρεπε να κρατήσουν τις θέσεις τους έως ότου η φάλαγγα των αμάχων και τα σκευφόρα περάσουν τον ποταμό.

Στο μεταξύ οι Καρδούχοι, βλέποντας το άμαχο πλήθος να διασχίζει τον ποταμό, αντελήφθησαν τον μικρό αριθμό των ανδρών του Ξενοφώντα, πήραν θάρρος και επιτέθηκαν. Ωστόσο, ο Χειρίσοφος, έχοντας εξασφαλίσει την βόρεια όχθη, έσπευσε να αποστείλει ενισχύσεις στον Ξενοφώντα, οι οποίες αποτελούνταν από σφενδονήτες και Κρήτες τοξότες. Τους άνδρες αυτούς ο Ξενοφών τους διέταξε να σταθούν έτοιμοι στην βόρεια όχθη, με τα δάχτυλα στις θηλιές των ακοντίων και στις χορδές των τόξων και με τις μολυβδίδες στις θήκες των σφενδονών τους. Τους χώρισε μάλιστα σε δύο τμήματα, τα οποία, όταν θα ερχόταν η ώρα, θα έπαιρναν θέσεις εκατέρωθεν των οπλιτών του Ξενοφώντα, όταν οι τελευταίοι θα οπισθοχωρούσαν διασχίζοντας αργά τον ποταμό.

Οι οπλίτες διατάχθηκαν, μόλις οι λίθοι από τις εχθρικές σφενδόνες αρχίσουν να κτυπούν τις ασπίδες τους, να ψάλλουν τον παιάνα και να εξορμήσουν κατά των Καρδούχων. Μόλις όμως οι εχθροί έστρεφαν τα νώτα και άρχιζαν να φεύγουν, θα ηχούσε η σάλπιγγα και αμέσως οι οπλίτες θα άφηναν την επίθεση και θα έσπευδαν να περάσουν ταχέως τον ποταμό. Αν οι εχθροί επανάκαμπταν θα είχαν να αντιμετωπίσουν τα βλήματα του ελαφρού ελληνικού πεζικού.

Πράγματι όλα εξελίχθηκαν όπως ακριβώς τα είχε σχεδιάσει ο Ξενοφών. Μόλις οι Καρδούχοι πλησίασαν σε απόσταση βολής και τα βλήματα τους άρχισαν να κτυπούν τις ελληνικές ασπίδες, οι οπλίτες έψαλαν τον παιάνα και εξόρμησαν εναντίον τους. Οι ελαφρά οπλισμένοι Καρδούχοι δεν άντεξαν φυσικά την έφοδο των οπλιτών και έστρεψαν τα νώτα τους, αρχίζοντας να απομακρύνονται ασύντακτα. Την ίδια στιγμή ο Ξενοφών διέταξε τον σαλπιγκτή να δώσει το σήμα της οπισθοχώρησης.

Εικόνα: Αναπαράσταση Περσικού βαρύ ιππικού.

Έτσι και έγινε και οι οπλίτες σταμάτησαν την επίθεση και αφού εκτέλεσαν μεταβολή έτρεξαν να περάσουν τον ποταμό. Οι περισσότεροι από τους Καρδούχους συνέχισαν τη φυγή και δεν αντελήφθησαν το τέχνασμα των Ελλήνων. Κάποιοι πάντως από αυτούς το κατάλαβαν, επέστρεψαν και άρχισαν να βάλουν κατά των Ελλήνων, πληγώνοντας μερικούς. Λίγες στιγμές αργότερα όλοι οι Έλληνες ευρίσκοντο στην ασφάλεια της βόρειας όχθης του ποταμού. Ο εφιάλτης των Καρδούχων είχε οριστικά τελειώσει. Οι Έλληνες, χάρις στην παρατηρητικότητα, το θάρρος και την ευστροφία τους, είχαν ξεπεράσει το πλέον δύσκολο ως τότε εμπόδιο.

Οι ακατάβλητοι, λιγοστοί εκείνοι Ελληνες πολεμιστές ήταν αποφασισμένοι να επιστρέψουν στην Ελλάδα και κανείς του κόσμου βάρβαρος δεν θα μπορούσε να τους εμποδίσει, από τη στιγμή που έλαβαν την απόφαση αυτή. Είχε απόλυτο δίκιο ο Ξενοφώντας όταν έλεγε στους άνδρες πως όποιος λάβει την απόφαση να πεθάνει πολεμώντας, τον έβρισκε ο θάνατος στο σπίτι του σε βαθιά γεράματα. Οι άνδρες αυτοί είχαν κατορθώσει πια να νικήσουν και αυτόν τον φόβο, να κυριαρχήσουν σε αυτόν, να τον εκμηδενίσουν.

«Νικώντας» τα χιόνια της Αρμενίας.

H επιτυχής διέλευση του Κεντρίτη ποταμού, υπό τις συνθήκες μάλιστα που επετεύχθη, ανέβασε φυσικά το ηθικό των Ελλήνων. Έτοιμοι να ξεπεράσουν κάθε εμπόδιο εισήλθαν στην Αρμενία και άρχισαν να βαδίζουν βόρεια, παράλληλα πάντα με την ανατολική όχθη του Τίγρη ποταμού. Ύστερα από πορεία 30 περίπου χιλιομέτρων συνάντησαν ένα ανακτορικό συγκρότημα, προφανώς επρόκειτο για το κατάλυμα του τοπάρχη της περιοχής. Από εκεί προμηθεύτηκαν τρόφιμα και συνέχισαν να βαδίζουν, όμως αφού διήνυσαν άλλα 52 χιλιόμετρα πέρασαν τις πηγές του Τίγρη και τωρα ένα ακόμα μεγάλο εμπόδιο, φυσικό αυτή τη φορά, είχε ξεπεραστεί.

Τώρα οι Έλληνες εκινουντο έχοντας τη λίμνη Βαν στα δεξιά. Συνέχισαν έτσι ώσπου συνάντησαν τον Τηλεβόα ποταμό, τον σημερινό Καρά-σου. Τοπάρχης εκείνης της περιοχής ήταν ο Πέρσης Τιρίβαζος, ο οποίος όταν πληροφορήθηκε ότι πλησιάζουν οι Έλληνες έσπευσε να τους συναντήσει, συνοδευόμενος από ιππείς του. Όταν πλησίασε ζήτησε να συνομιλήσει με τους στρατηγούς των Ελλήνων και οι τελευταίοι δεν αρνήθηκαν. Ο Τιρίβαζος τους είπε τότε ότι θα διευκόλυνε την πορεία τους και θα τους προμήθευε τρόφιμα, αρκεί οι Έλληνες να μη λεηλατήσουν τη χώρα του.

Φυσικά οι Έλληνες στρατηγοί δέχθηκαν ευχαρίστως τους όρους αυτούς και οι δύο πλευρές έκαναν συνθήκη επί των συμφωνημένων. Έτσι οι Έλληνες συνέχισαν να πορεύονται με κατεύθυνση βορειοανατολική, με τον στρατό του Τιρίβαζου να τους παρακολουθεί διακριτικά από απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων. Όταν έφτασαν σε μια περιοχή όπου υπήρχαν πολλά χωριά και αφθονία τροφής, αποφάσισαν να καταυλιστούν για να αναπαυθούν. Εκείνο το βράδυ όμως έπεσε πολύ χιόνι και οι Έλληνες διαμοιράστηκαν από τους στρατηγούς τους και καταυλίστηκαν εντός των γύρω χωριών. Κάποιοι όμως στρατιώτες πλησίασαν τους στρατηγούς και τους ανέφεραν ότι είδαν πυρές στα απέναντι όρη. Αμέσως συγκροτήθηκε μια περίπολος, με επικεφαλής τον Τιμοκράτη από την Τήνο ο οποίος στάλθηκε προς τις πυρές.

Εικόνα: Αναπαράσταση οπλομαχίας από αγγείο του 4ου π.Χ. αιώνα.

Όταν η περίπολος επέστρεψε ανέφερε ότι δεν είδε πουθενά φωτιές. Είχε όμως συλλάβει έναν αιχμάλωτο Πέρση, ο οποίος ανακρινόμενος ανέφερε ότι ο Τιρίβαζος είχε συγκεντρώσει μεγάλο στρατό Περσών, Χαλδαίων και Ταόχων, με τον οποίο σκόπευε να επιτεθεί στους Έλληνες όταν αυτοί θα επιχειρούσαν να κινηθούν μέσω της μόνης ορεινής διάβασης που υπήρχε. Αμέσως τότε οι στρατηγοί συγκέντρωσαν τον στρατό και αφού άφησαν φρουρά στους καταυλισμούς, με επικεφαλής τον Σοφαίνετο τον Στυμφάλιο, κινήθηκαν κατά των εχθρών που κρατούσαν την ορεινή διάβαση. Στόχος των Ελλήνων ήταν να πάρουν υπό τον έλεγχο τους τη διάβαση. Με οδηγό τον αιχμάλωτο κινήθηκαν προσεκτικά κατά των εχθρών, οι οποίοι δεν ανέμεναν επίθεση, και εφόρμησαν αιφνιδιαστικά εναντίον τους.

Ο αιφνιδιασμός των βαρβάρων ήταν τόσο πλήρης που δεν χρειάστηκε καν να πολεμήσουν οι οπλίτες. Μόνοι οι πελταστές επιτέθηκαν με κραυγές και ιαχές κατά των Περσών, τους διασκόρπισαν και κυρίευσαν και το στρατόπεδο τους. Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν μερικοί βάρβαροι, οι πολλοί το έβαλαν στα πόδια και σώθηκαν, ενω κυριεύθηκε ακόμα και η σκηνή του Τιρίβαζου, γεμάτη χρυσά και αργυρά αντικείμενα, καθώς και 20 ίπποι. Τέλος συνελήφθησαν επίσης και μερικοί αιχμάλωτοι.

Αμέσως μετά την επιτυχή συμπλοκή οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στους καταυλισμούς τους, φοβούμενοι για την ασφάλεια τους, αλλά και γιατί, υπό τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, δεν μπορούσαν να παραμείνουν στη δίοδο, αποφάσισαν πως την επομένη, πρωί πρωί, ο στρατός θα συνέχιζε την πορεία του. Έπρεπε να κινηθούν όσο το δυνατό ταχύτερα, πριν προλάβει ο Τιρίβαζος να συγκεντρώσει και πάλι τις διασκορπισμένες του δυνάμεις και αποκλείσει τις ορεινές διαβάσεις.

Οι Έλληνες βάδισαν επί 80 χιλιόμετρα μέχρι που πέρασαν τον Ευφράτη ποταμό, κοντά στις πηγές του. Ακόμα και εκεί όμως ο ποταμός είχε βάθος ενός περίπου μέτρου. Φυσικά δεν ήταν ό,τι πιο ευχάριστο να διασχίζουν το παγωμένο νερό και ύστερα να αντιμετωπίζουν κατά πρόσωπο τον παγωμένο Βοριά και το βάθους 2 μέτρων χιόνι. Σε αυτές τις συνθήκες χάθηκαν 30 στρατιώτες και πολλά υποζύγια. Πολλοί δε άλλοι έπεφταν από εξάντληση και από κρυοπαγήματα.

Τελικά με χίλιους κόπους η εμπροσθοφυλακή έφτασε σε ένα χωριό. Εκεί ο Χειρίσοφος είπε ψέματα στον τοπικό άρχοντα, ότι τάχα τους είχε στείλει ο «Μέγας Βασιλιάς» ως μισθοφόρους στον εκεί σατράπη. Ο τοπάρχης πείσθηκε και οι άνδρες της εμπροσθοφυλακής στρατοπέδευσαν κοντά στο μικρό χωριό. Πίσω όμως η κατάσταση ήταν δραματική. Πολλοί στρατιώτες είχαν χάσει την όραση τους από τη λάμψη του χιονιού, εκατοντάδες άλλοι εσέρνοντο κυριολεκτικά με τα πόδια φρικτά πρησμένα από τα κρυοπαγήματα και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, εμφανίστηκαν και οι εχθροί και άρπαζαν τα άρρωστα υποζύγια και κάποιους βραδυπορούντες.

Κάποιοι από τους πιο ταλαίπωρους στρατιώτες ανακάλυψαν μια θερμή πηγή και καταυλίστηκαν γύρω της, αρνούμενοι να συνεχίσουν την πορεία. Μάταια ο Ξενοφών τους παρακαλούσε να προσπαθήσουν να συνεχίσουν, ωστόσο αυτοί του είπαν ότι ήταν προτιμότερο να τους σκοτώσει στο μέρος αυτό παρά να τους υποχρεώσει να ξανασύρουν τα σαπισμένα μέλη τους. Ο ίδιος είδε τα πόδια των ανδρών να ειναι μελανιασμένα και οι ιμάντες από τα σανδάλια τους είχαν εισχωρήσει στο δέρμα τους και είχαν παγώσει και έτσι δεν επέμεινε. Την ίδια ώρα όμως πλησίαζαν οι εχθροί, ξεθαρρεμένοι μετά την αρπαγή των υποζυγίων και τη σφαγή των βραδυπορούντων.

Εικόνα: Ανάγλυφη αναπαράσταση οπλιτών.

Ακόμα και σε αυτή την κρίσιμη στιγμή όμως ο Ξενοφών δεν εγκατέλειψε τους καταπονημένους άνδρες του. Συγκέντρωσε όλους τους υγιείς στρατιώτες και επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά των εχθρών. Την ίδια ώρα οι άρρωστοι, οι οποίοι δεν μπορούσαν να βοηθήσουν στη μάχη, κραύγαζαν δυνατά για να τρομάξουν τους πολεμίους. Πέραν κάθε προσδοκίας η επίθεση των Ελλήνων ήταν επιτυχής και οι εχθροί διασκορπίστηκαν. Ύστερα από την επιτυχία αυτή οι υγιείς άνδρες του Ξενοφώντα κινήθηκαν και στρατοπέδευσαν πλησίον του χωριου, οι δε ασθενείς διανυκτέρευσαν δίπλα στη θερμή πηγή.

Την επομένη το πρωί, απέστειλε ο Ξενοφών τους νεαρότερους και δυνατότερους άνδρες του και παρέλαβαν τους ασθενείς. Τότε όλοι μαζί πορεύθηκαν και σε λίγο έφτασαν στο χωριό που είχε στρατοπεδεύσει το τμήμα του Χειρίσοφου. Κατόπιν συνεννοήσεως οι στρατηγοί αποφάσισαν ότι ο στρατός δεν ήταν σε θέση να κινήσει άμεσα. Αποφάσισαν λοιπόν να στρατοπεδεύσουν στα γύρω χωριά, διαμοιρασμένοι σε μικρά τμήματα. Οι κάτοικοι της περιοχής φιλοξένησαν τους Έλληνες και τους παρείχαν κάθε αναγκαίο.

Αφού παρέμειναν εκεί επί οκτώ ημέρες αποφάσισαν να συνεχίσουν την πορεία. Έχοντας ως οδηγό τον τοπάρχη της περιοχης. Σε κάποια στιγμή όμως της πορείας ο Χειρίσοφος θεώρησε ότι ο Αρμένιος δεν τους οδηγούσε από τον σωστό δρόμο και τον κτύπησε. Έτσι, με την πρώτη ευκαιρία, ο Αρμένιος δραπέτευσε. Το γεγονός αυτό έγινε αιτία προστριβών μεταξύ του Ξενοφώντα και του Χειρίσοφου.

H πορεία όμως έπρεπε να συνεχιστεί. Επί εννέα μέρες βάδιζαν οι Έλληνες, διανύοντας περίπου 230 χιλιόμετρα. Πέρασαν τις υπώρειες του όρους Αραράτ και τον Φάσι ποταμό, τον σημερινό ποταμό Αράς, έφτασαν στη χώρα των Χαλύβων. Συνέχισαν να βαδίζουν προς την ορεινή διάβαση από όπου περνούσε ο δρόμος. Είδαν όμως πως οι εχθροί τους είχαν προλάβει και είχαν καταλάβει τη διάβαση. Οι Έλληνες σταμάτησαν σε απόσταση 5,5 περίπου χιλιομέτρων από τους εχθρούς και αναπτύχθηκαν σε σχηματισμό μάχης. Οι δε στρατηγοί τους εσυσκέπτοντο για την εξεύρεση του πρσφορότερου τρόπου προσβολής των πολεμίων.

Είδαν ότι οι εχθροί είχαν φράξει τη δίοδο με πρόχειρα οχυρώματα και τη φρουρούσαν με μεγάλες δυνάμεις, θα ήταν λοιπόν άκρως επικίνδυνη μια απόπειρα κατά μέτωπο διάσπασης της τοποθεσίας και θα στοίχιζε πολύ σε αίμα. Γι’ αυτό οι στρατηγοί, με εισήγηση του Ξενοφώντα, αποφάσισαν να υπερκεράσουν την εχθρική τοποθεσία. Παράλληλα θα εξαπέλυαν «αντιπερισπασμό» κατά των οργανωμένων εχθρικών θέσεων. Με τον τρόπο αυτό θα «αγκίστρωναν» τις εχθρικές δυνάμεις και θα διευκόλυναν το έργο του αλλου τμήματος που είχε σταλεί να τους υπερκεράσει.

Αμέσως το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή. Ο Χειρίσοφος με τον κύριο όγκο των δυνάμεων πλησίασε σε απόσταση 2 χιλιομέτρων από τις εχθρικές οργανωμένες θέσεις, ώστε να σχηματίσουν την εντύπωση πως προτίθεται εκεί να επιτεθεί. Την ίδια ώρα ένα απόσπασμα οπλιτών, με επικεφαλή τον Αριστόνυμο, πελταστών, με επικεφαλή τον Αριστέα από τη Χίο, αλλά και ψιλών, με επικεφαλή τον Νικόμαχο από την Οίτη, κινήθηκε για να υπερκεράσει την εχθρική τοποθεσία. Μόλις θα το κατόρθωνε οι άνδρες θα άναβαν πυρά για να ειδοποιήσουν τους συναδέλφους τους για την επιτυχία τους. Μόλις νύχτωσε το απόσπασμα που είχε σταλεί να περικυκλώσει την εχθρική θέση, κινήθηκε όσο το δυνατό πιο αθόρυβα και κατέλαβε αμαχητί την κορυφή του όρους, πέρα και υπεράνω της φυλασσόμενης από τους εχθρούς διόδου.

Εικόνα: Προτομή του Ξενοφώντα από την Αφροδισιάδα της Μικράς Ασίας.

Οι εχθροί πάντως αντελήφθησαν ότι η κορυφή είχε καταληφθεί και καθόλη τη διάρκεια της νύκτας άναψαν μεγάλες φωτιές και έμειναν ξύπνιοι. Δεν εγκατέλειψαν όμως τις οργανωμένες θέσεις τους επί της διόδου. Σκόπευαν να επιτεθούν κατά των εχόντων καταλάβει την κορυφή Ελλήνων με το πρώτο φως της ημέρας. Δεν τους δόθηκε όμως ο αναγκαίος χρόνος. Αμέσως μόλις «χάραξε» ο Χειρίσοφος επιτέθηκε με το κύριο σώμα κατά της οργανωμένης εχθρικής τοποθεσίας και την ίδια ώρα το άλλο Ελληνικό τμήμα, από το όρος, επιτέθηκε και αυτό κατά του εχθρικού σώματος που επιχειρούσε να τους διώξει από την κορυφή. Πρώτο το σώμα των Ελλήνων υπερκεραστών συνέτριψε τους βαρβάρους και τους έτρεψε σε άτακτη φυγή.

Την ίδια ώρα και οι πελταστές του Χειρίσοφου άνοιγαν την επίθεση κατά των οχυρωμένων εχθρών. Οι τελευταίοι όμως, βλέποντας και τα φίλια τμήματα να έχουν τραπεί σε φυγή και το Ελληνικό σώμα να κατεβαίνει το όρος και να απειλεί να τους πλαγιοκοπήσει, τράπηκαν και αυτοί σε φυγή. Τότε οι άνδρες του Χειρίσοφου κατέλαβαν το οχύρωμα και σκότωσαν μερικούς από τους υπερασπιστές του. Οι περισσότεροι πάντως από αυτούς σώθηκαν με τη φυγή. Στα χέρια των νικητών περιήλθαν πολλά όπλα των εχθρών και ιδίως πλεκτές ξύλινες ασπίδες.

Η πορεία προς τη θάλασσα.

Μετά τη νίκη τους οι Έλληνες συνέχισαν την πορεία και αφού διέσχισαν τις ορεινές διαβάσεις εισήλθαν σε μια μεγάλη πεδιάδα, όπου υπήρχαν πολλά χωριά και άφθονα τρόφιμα. Ήταν Ιανουάριος του 400 π.Χ. Οι Έλληνες ήδη συμπλήρωναν εννέα μήνες πορειών και μαχών. Είχαν ξεκινήσει τον Μάρτιο του 401 π.Χ. από τις Σάρδεις και τώρα βρίσκονταν πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα «φιλόξενα» ιωνικά παράλια. Έπρεπε όμως να συνεχίσουν διά μέσου των χωρών των Χαλύβων και των Ταόχων και να φτάσουν στις ακτές του Ευξείνου Πόντου.

Όταν εισήλθαν στην χώρα των Ταόχων, χώρα επίσης ορεινή και δύσβατη, έπρεπε και πάλι να περάσουν από ένα στενό πέρασμα. Οι εχθροί όμως κρατούσαν τις κορυφές και από εκεί κυλούσαν τεράστιους λίθους εναντίον όποιου επιχειρούσε να περάσει τον στενό ορεινό δρόμο, ο οποίος στο σημείο εκείνο είχε πλάτος 15 μέτρων. Τότε οι Έλληνες εφάρμοσαν ένα άλλο τέχνασμα, με σκοπό να αναγκάσουν τους εχθρούς να εξαντλήσουν τα «πυρομαχικά» τους.

Μερικοί άνδρες εισήλθαν εντός ενός μικρού πευκοδάσους, το οποίο βρισκόταν ακριβώς δίπλα στη δίοδο, και προσποιούντο ότι θα τη διασχίσουν. Τότε οι εχθροί έριχναν συνεχώς λίθους. Οι Έλληνες όμως επέστρεφαν εντός του δάσους και καλυπτόντουσαν πίσω από τα μεγάλα πεύκα. Έτσι κάποια στιγμή οι εχθροί εξάντλησαν τους λίθους και οι Έλληνες όρμησαν και κατέλαβαν τις θέσεις των εχθρών.

Οι Τάοχοι όμως δεν σκόπευαν να αιχμαλωτιστούν. Όλοι μαζί, γυναίκες, άνδρες και παιδιά έπεφταν από την κορυφή κι αυτοκτονούσαν. Μαζί τους σκοτώθηκε και ο Αινείας ο Στυμφάλιος, ο οποίος προσπάθησε να συγκρατήσει έναν εχθρό, παρασύρθηκε όμως και γκρεμίστηκε μαζί του. Τελικά λιγοστοί Τάοχοι πιάστηκαν ζωντανοί. Στα χέρια των Ελλήνων όμως έπεσαν πολλά βόδια, πρόβατα και υποζύγια. Μετά τη νίκη τους οι Έλληνες συνέχισαν την πορεία τους διαμέσου της χώρας των Χαλύβων.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση φάλαγγας.

Αυτοί ζούσαν σε οχυρωμένες πόλεις και δεν άφηναν τους Έλληνες να διαρπάζουν τρόφιμα. Ευτυχώς υπήρχαν τα ζώα που είχαν αρπάξει από τους Ταόχους και έτσι δεν υπήρξε πρόβλημα επισιτισμού του στρατού. Από την χώρα των Χαλύβων ο στρατός πορεύθηκε στη χώρα των Σκυθηνών, στα όρια της σημερινής Τουρκίας με τη Γεωργία, αφού πέρασαν τον Αρπασο ποταμό, τον σημερινό Αρπά-Τσαί, οι Σκυθηνοί φάνηκαν φιλικοί προς τους Έλληνες και τους προμήθευσαν τρόφιμα και οδηγούς.

Ο δε άρχων στην πόλη Γυμνιάδα, πρόκειται μάλλον το σημερινό Ερζερούμ, τους έστειλε οδηγό ο οποίος υποσχέθηκε ότι μετά από πέντε μέρες πορεία θα τους οδηγήσει σε τόπο από όπου θα μπορούν να δουν τη θάλασσα. Αν δεν γινόταν έτσι, τους είπε, θα έχανε το κεφάλι του. Πράγματι ο οδηγός κράτησε τον λόγο του, καθώς ναι μεν οδήγησε τους Έλληνες διαμέσου εχθρικής προς τους Σκυθηνούς χώρα, λέγοντας τους να καίνε και να λεηλατούν, γι’ αυτό οι Σκυθηνοί προθυμοποιήθηκαν να τους βοηθήσουν, για να τιμωρήσουν με τη «χρήση» των Ελλήνων τους εχθρούς τους, έτσι λοιπον, την πέμπτη μέρα πορείας, οι άνδρες της εμπροσθοφυλακής, από την κορυφή του όρους Χήνιον «αντίκρυσαν» τη θάλασσα.

Οι άνδρες έκλαιγαν και αγκαλιάζονταν και φώναζαν το περίφημο «θάλαττα, θάλαττα». Οι δε άνδρες της οπισθοφυλακής, μη ξέροντας τι συμβαίνει και ακούγοντας τις κραυγές, έσπευσαν να ανέβουν το όρος φοβούμενοι εχθρική ενέδρα, γιατί οι εχθροί των Σκυθηνών παρενοχλούσαν ήδη την ελληνική φάλαγγα και είχαν ήδη σημειωθεί μικροσυμπλοκές με αυτούς. Όταν όμως και οι οπισθοφύλακες ανέβηκαν στην κορυφή και είδαν και αυτοί τη θάλασσα αγκαλιάζονταν και αυτοί μεταξύ τους και οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, αποφάσισαν μάλιστα να σχηματίσουν έναν λοφίσκο με πέτρες, ως μνημείο της πορείας και των ως τότε μαχών και νικών τους.

Όσο για τον οδηγό, οι «Μύριοι» τον αντάμειψαν πλουσιοπάροχα, δίνοντας του 10 χρυσά νομίσματα, ένα ωραίο άλογο, πολυτελή ενδύματα, μια αργυρή φιάλη και πολλά δακτυλίδια. Μάλιστα αυτός, πριν αποχωρήσει και γυρίσει στη χώρα του τους υπέδειξε μια συστάδα χωριών στα οποία θα μπορούσαν να καταλύσουν και τους έδωσε πληροφορίες σχετικά με τον δρόμο τον οποίο θα έπρεπε να ακολουθήσουν για να φτάσουν στη χώρα των Μακρώνων, νότια της ελληνικής πόλης της Τραπεζούντας.

Το «μαινόμεμον μέλι».

Αφού λοιπόν πορεύθηκαν και κάλυψαν άλλα 55 χλμ. περίπου οι Έλληνες εισέβαλαν στη χώρα των Μακρώνων. Εκεί και πάλι είχαν να αντιπαλέψουν με το δύσβατο έδαφος. Δεξιά τους απλώνοντος όρη θεόρατα και αριστερά τους ένας, άγνωστος σε εμάς, ποταμός. Μπροστά τους υπήρχε ένα δάσος, με δένδρα όχι μεγάλα, αλλά πυκνά. Υποχρεωτικά λοιπόν οι Έλληνες άρχισαν να κόβουν τα δένδρα για να ανοίξουν δρόμο. Οι Μάκρωνες όμως τους περίμεναν στην έξοδο του δάσους, παραταγμένοι. Κάποιοι μάλιστα από τους βαρβάρους έριχναν και λίθους κατά των Ελλήνων, που όμως λόγο της απόστασης δεν τους έφταναν.

Εκείνη τη στιγμή παρουσιάστηκε ενώπιον του Ξενοφώντα ένας στρατιώτης, απελευθερωμένος δούλος, ο οποίος υποστήριζε ότι γνώριζε τη γλώσσα των Μακρώνων. Αμέσως ο Ξενοφών, μαζί με τον στρατιώτη πλησίασαν στους Μάκρωνες και τους ρώτησαν γιατί ετοιμαζόντουσαν να τους επιτεθούν. Οι Μάκρωνες απάντησαν ότι ήσαν έτοιμοι να πολεμήσουν για τη χώρα τους, στην οποία οι Έλληνες είχαν εισβάλει. Τότε ο Ξενοφών ανταπάντησε, μέσω του στρατιώτη-διερμηνέα, ότι οι Έλληνες ήθελαν απλώς να διέλθουν από τη χώρα τους.

Εικόνα: Οι Ελληνικές αποικίες του Ευξείνου Πόντου.

Δεν είχαν εχθρικές διαθέσεις εναντίον τους. Είχαν πολεμήσει κατά του Αρταξέρξη, τους είπε, και τώρα προσπαθούσαν και αυτοί να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Κατόπιν των εξηγήσεων τούτων οι Μάκρωνες και οι Έλληνες συνομολόγησαν συνθήκη, βάσει της οποίας, οι Μάκρωνες, βοήθησαν τους Έλληνες να διανοίξουν δρόμο, μέσω του δάσους, και τους παρείχαν τρόφιμα, προς αγορά. Ύστερα από τρεις ημέρες η εργασία είχε ολοκληρωθεί και οι Έλληνες βάδισαν προς τη χώρα των Κόλχων. Εκεί στα σύνορα με τη χώρα των Μακρώνων, είδαν τους Κόλχους παραταγμένους απέναντι τους, έτοιμους να τους επιτεθούν, αμέσως μόλις πατούσαν στη χώρα τους.

Οι Κόλχοι είχαν παραταχθεί στους πρόποδές ενός μεγάλου όρους, ελέγχοντας από ψηλά τα περάσματα. Στη θέα των Κόλχων οι Έλληνες αναπτύχθηκαν για μάχη απέναντί τους. Με εισήγηση του Ξενοφώντα ο ελληνικός στρατός τάχθηκε με τους λόχους των οπλιτών παραταγμένους σε μεγάλο βάθος, με κενά όμως διαστήματα μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό και οι ακραίοι ελληνικοί λόχοι υπερφαλάγγιζαν την εχθρική παράταξη και οι κεντρικοί λόχοι είχαν την απαραίτητη, λόγω βάθους, συνοχή για να αντέξουν σε τυχόν εχθρική επίθεση.

Ούτε οι εχθροί θα τολμούσαν να εισχωρήσουν στα μεταξύ των συμπαραταγμένων λόχων διαστήματα, γιατί αν το έπρατταν θα πλήττονταν ταυτόχρονα από δύο τουλάχιστον ελληνικούς λόχους και θα αφανίζονταν. Τα δε ελαφρά τμήματα του ελληνικού στρατού χωρίστηκαν σε τρεις μονάδες, κάθε μία των 600 ανδρών και τάχθηκαν στο άκρο αριστερό, στο κέντρο και στο άκρο δεξιό. Έτσι και τη φάλαγγα κάλυπταν, αλλά και τις πτέρυγες φρουρούσαν από τυχόν εχθρική υπερκέραση.

Ο παραταγμένος ελληνικός στρατός είχε, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, δύναμη 9.800 συνολικά μαχίμων. Άρα οι μέχρι τότε απώλειες των Ελλήνων πλησίαζαν τους 3.000 άνδρες. Απώλειες που υπέστη η στρατιά σε χρονικό διάστημα 10 περίπου μηνών. Ο ημερήσιος λοιπόν συντελεστής απωλειών ήταν της τάξης των 10 ανδρών, σχετικά χαμηλός, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του επιτεύγματος. Τελικά οι Έλληνες, αφού προσευχήθηκαν, έψαλαν τον παιάνα και εφόρμησαν κατά των εχθρών.

Οι Κόλχοι, βλέποντας ότι υπήρχε κίνδυνος να υπερφαλαγγιστούν και από τις δύο πτέρυγες, προσπάθησαν να επεκτείνουν το μέτωπο της παράταξης τους. Ελίχθηκαν όμως τόσο άσχημα ώστε μεγάλο κενό δημιουργήθηκε στο κέντρο της παράταξης τους. Οι Έλληνες φυσικά δεν άφησαν ανεκμετάλλευτη μια τέτοια ευκαιρία. Το τμήμα των ελαφρών πεζών του κέντρου, με επικεφαλής τον Αισχίνη τον Ακαρνάνα, ρίχθηκε εντός του κενού και αποδιάρθωσε ολόκληρο το εχθρικό μέτωπο.

Καθώς άρχισαν να καταφτάνουν και οι λόχοι των οπλιτών οι Κόλχοι δεν άντεξαν, έσπασαν τους ζυγούς τους και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε οι άτακτοι βάρβαροι να αντιμετωπίσουν έναν πραγματικά επαγγελματικό στρατό, την τελειότερη στρατιωτική μηχανή του κόσμου. Μετά τη νέα νίκη οι Έλληνες πορεύθηκαν εντός της χώρας των Κόλχων και έφτασαν σε μία περιοχή όπου υπήρχαν πολλά χωριά και άφθονα τρόφιμα, αλλά και πολύ δυνατό μέλι. Όσοι από τους στρατιώτες έφαγαν από αυτό, το όπως το ονόμαζαν αργότερα «μαινόμεμον μέλι», σχεδόν αμέσως, έκαναν σαν μεθυσμένοι. Τελικά αφού πορεύθηκαν άλλα 40 χιλιόμετρα περίπου έφτασαν επιτέλους στην Τραπεζούντα, η οποια ηταν αποικία των Σινωπέων, οι οποίοι με τη σειρά τους ήταν άποικοι των Μιλησίων.

Εικόνα: Λιθογραφία του Herman Vogel που αναπαριστά την στιγμή που οι Μύριοι αντίκρισαν την θάλασσα.

Η άφιξη στην Τραπεζούντα.

Η άφιξη του στρατού στην Τραπεζούντα απετέλεσε σημείο αναφοράς για τους «καταταλαιπωρημένους» Έλληνες. Επιτέλους, πατούσαν σε έδαφος προαιώνια ελληνικό, άκουγαν τη θεϊκή ελληνική γλώσσα και έβλεπαν Έλληνες αδελφούς τους. Οι Τραπεζουντιοι δέχθηκαν με δώρα τους «Μυρίους», τους δώρισαν τρόφιμα και τους δέχτηκαν στην πόλη τους. Αλλά και οι Μύριοι ανταπέδωσαν τη φιλοξενία. Πήραν πολλά βόδια από τους Κόλχους και εκτέλεσαν εκατόμβη προς τιμή του Διός Σωτήρος και του Ηρακλή. Οργάνωσαν επίσης αθλητικούς αγώνες.

Μετά το πέρας των εορτασμών όμως επανήλθε επιτακτικά το ερώτημα περί της συνέχειας της πορείας τους. Γιατί, ναι μεν η Τραπεζούντα ήταν πόλη ελληνική, αλλά δεν ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα τους, το σπίτι τους. Για να βρεθεί λύση στο καίριο αυτό ερώτημα, ο στρατός συναθροίστηκε και οι άνδρες εξέφρασαν τις απόψεις τους. Ένας στρατιώτης, ο Λέων από τους Θουρίους της Κάτω Ιταλίας, έθεσε τότε στη σύναξη την πρόταση να συνεχίσουν το ταξίδι της επιστροφής με πλοία. H πρόταση του Λέοντος έτυχε καθολικής σχεδόν αποδοχής από τους κατάκοπους άνδρες, καθώς με αυτή συνεμφώνησαν και οι στρατηγοί. Ο Χειρίσοφος μάλιστα είπε ότι ο ναύαρχος του στο Βυζάντιο ναυλοχούντος σπαρτιατικού στόλου, ο Αναξίβιος, ήταν φίλος του και θα μπορούσε να τον πείσει να στείλει τα πλοία του για να τους παραλάβουν.

Ο Ξενοφών πάντως, προνοητικός όπως πάντα, είπε στους άνδρες ότι θα ήταν σκόπιμο, αναμένοντας τον σπαρτιατικό στόλο, να προσπαθήσουν να συγκεντρώσουν και οι ίδιοι πλοία στην Τραπεζούντα. Τόνισε επίσης την ανάγκη να μην χαλαρώσουν στη σκέψη ότι είχαν πια σωθεί. Έπρεπε να παραμείνουν σε εγρήγορση γιατί οι Κόλχοι εχθροί εξακολουθούσαν να τους παρενοχλούν. Είπε ακόμα στους στρατιώτες να προετοιμάσουν τους εαυτούς τους για συνέχιση της οδοιπορείας, σε περίπτωση που δεν γινόταν τελικά κατορθωτό να εξευρεθούν τα αναγκαία για τη μεταφορά τους πλοία. Οι άνδρες όμως αντέδρασαν.

Είχαν κουραστεί πλέον να βαδίζουν. Ο Ξενοφών πάντως, δρώντας μυστικά, έπεισε τους κατοίκους των παραθαλασσίων ελληνικών πόλεων να επισκευάσουν τους δρόμους προς τη Δύση, για να διευκολύνουν έτσι την αναχώρηση του στρατού. Όσο φιλικοί και αν ήταν άλλωστε οι κάτοικοι, σίγουρα οι «Μύριοι» αποτελούσαν εν δυνάμει απειλή γι’ αυτούς, από την οποία σίγουρα θα επιθυμούσαν να απαλλαγούν.

Αφού κατέληξαν στις παραπάνω αποφάσεις βάλθηκαν να τις υλοποιήσουν. Ως πρώτη κίνηση απέστειλαν μια πεντηκόντορο που τους παραχώρησαν οι Τραπεζούντιοι, για να εκτελέσει την επιχείρηση συγκέντρωσης των πλοίων. Ο πλοίαρχος της Δέξιππος όμως δεν εκτέλεσε την αποστολή του αντίθετα έφυγε με το πλοίο προς Δυσμάς. Αργότερα θανατώθηκε για το έγκλημα του αυτό. Αναγκάστηκαν λοιπόν να επαναλάβουν το εγχείρημα και απέστειλαν μια τριακόντορο, παραχωρημένη και πάλι από τους Τραπεζούντιους, με πλοίαρχο τον Αθηναίο Πολυκράτη.

Ο Πολυκράτης έδρασε επιτυχέστατα και οδήγησε πολλά εμπορικά σκάφη στον αλλά λιμένα της Τραπεζούντας. Το διάστημα της αναμονής οι Μύριοι επάνδρωναν τα πλοία αυτά και εκτελέσουν επιδρομές στη χώρα των Κόλχων. Οι συγκρούσεις με τους Κόλχους δεν είχαν βέβαια πάντα ευχάριστα για τους Έλληνες αποτελέσματα. Σε μία απόπειρα δύο ελληνικών λόχων να καταλάβουν ένα οχυρό των πολεμίων σκοτώθηκε ο λοχαγός Κλεαίνετος και αρκετοί στρατιώτες. Σε λίγο όμως προστέθηκαν νέοι εχθροί.

Εικόνα: Νόμισμα της αρχαίας Τραπεζούντας από τον 4 π.Χ. αιώνα. Το συγκεκριμένο έκθεμα βρίσκετε σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο.

Περιμένοντας τα πλοία.

Ήταν οι Δρίλες, ένα ακόμα βαρβαρικό φύλο, που κατοικούσε στην περιοχή μεταξύ Κερασούντος και Τραπεζούντας. Εναντίον των Δριλών οι Έλληνες ανέλαβαν μεγάλης κλίμακας επιχείρηση. Με επικεφαλής τον Ξενοφώντα συγκεντρώθηκαν 5.000 περίπου στρατιώτες και με Τραπεζούντιους οδηγούς, επέδραμαν στη χώρα των Δριλών. Οι Δρίλες εθεωρούντο οι καλύτεροι πολεμιστές της περιοχής.

Οι Έλληνες επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και κυρίευσαν πολλές θέσεις και οχυρά των Δριλών. Οι τελευταίοι τότε συγκεντρώθηκαν στην πρωτεύουσα τους, μια περιτειχισμένη πόλη, κτισμένη σε μία άκρως απόκρημνη τοποθεσία, προστατευμένη από μία βαθιά χαράδρα. H εκπόρθηση της πόλης αυτής παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες. Οι άνδρες θα έπρεπε να διασχίσουν την χαράδρα και να επιτεθούν από τη μόνη προσβάσιμη πλευρά κατά του ισχυρά επανδρωμένου τείχους της πόλης.

Οι Έλληνες πελταστές, αποτελούντες τον προπομπό του κυρίως σώματος, προέλαυναν ένα χιλιόμετρο περίπου μπροστά από τους οπλίτες. Όταν έφτασαν στη χαράδρα τη διέσχισαν και βρέθηκαν μπροστά στις εχθρικές οχυρώσεις. Τους πελταστές ακολούθησε και τμήμα οπλιτών, ώστε τελικά ενώπιον των τειχών της πόλης βρέθηκαν περίπου 2.000 Έλληνες στρατιώτες. Οι εχθροί ωστόσο αντιμετώπισαν εύκολα την ελληνική έφοδο, γιατί και περισσότεροι ήταν και οχυρωμένοι πίσω από ξύλινα τείχη και τάφρους.

Οι 2.000 Έλληνες βρέθηκαν τώρα σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, απειλούμενοι με πλήρη αφανισμό. Οι εχθροί τους πίεζαν και ήταν βέβαιο πως αν δοκίμαζαν να υποχωρήσουν μέσω της δύσβατης χαράδρας θα πάθαιναν μεγάλη καταστροφή. Τότε οι αποκλεισμένοι έστειλαν μήνυμα στον Ξενοφώντα ζητώντας την συνδρομή του. Μόλις έλαβε το μήνυμα, ο Ξενοφών, κινήθηκε αμέσως προς τα εκεί. Όταν έφτασε στο απέναντι από την εχθρική πόλη χείλος της χαράδρας παρέταξε τους άνδρες του και με τους αξιωματικούς του πραγματοποίησε αναγνώριση του εδάφους.

Το ερώτημα που του γεννήθηκε ήταν αν θα ήτο σκόπιμο να επιχειρήσει να διευκολύνει την υποχώρηση των σκληρά πιεζόμενων 2.000 ή να επιχειρήσει γενική επίθεση κατά του εχθρικής οχυρής πόλης. Τελικά έκρινε ότι ήταν ευκολότερο να κυριεύσει την πόλη, παρά να επιχειρήσει να επαναφέρει πίσω τους αποκλεισμένους. Σωστά έκρινε ότι η επιχείρηση επαναφοράς θα στοίχιζε πολύ σε ελληνικό αίμα. Ο ίδιος πέρασε πρώτος τη χαράδρα, για να διαμορφώσει ακόμα πληρέστερη εικόνα της κατάστασης και ταυτόχρονα διέταξε τους λοχαγούς να περάσουν απέναντι τους άνδρες τους.

Μόλις πέρασε απέναντι, ο Ξενοφών, αναδιοργάνωσε τους 2.000 αποκλεισμένους και θέτοντας υπό την άμεση διοίκηση του το ελαφρύ πεζικό προετοίμασε τη διενέργεια της γενικής εφόδου, όταν θα είχε περάσει απέναντι ολόκληρος ο στρατός του. Σε λίγο το ελληνικό στράτευμα βρισκόταν παραταγμένο απέναντι από τις εχθρικές οχυρώσεις, σε απόσταση βολής τόξου από αυτές. Οι Έλληνες πελταστές είχαν διαταχθεί από τον Ξενοφώντα να πυκνώσουν τους ζυγούς τους και να βρίσκονται σε ετοιμότητα με τα δάχτυλα στις θηλιές των ακοντίων τους.

Επίσης οι τοξότες είχαν έτοιμα τα βέλη τους, τοποθετημένα στις χορδές των τόξων τους. Οι Έλληνες παρατάχθηκαν σε «μηνοειδή» σχηματισμό, ακολουθώντας την γραμμή των τειχών. Αμέσως δε μόλις η σάλπιγγα ήχησε, οι άνδρες έψαλαν τον παιάνα, και με αλαλαγμούς προς τιμήν του «Ενυαλίου Αρεως», όρμησαν με πίστη κατά των εχθρών. Οι πελταστές και οι ψιλοί άνοιξαν τη μάχη βάλλοντας κατά των εχθρών. Σκοπός τους ήταν να αναγκάσουν τους αμυνόμενους στα τείχη Δρίλες να καλυφθούν, έτσι ώστε να πλησιάσουν ανενόχλητοι στις οχυρώσεις οι Έλληνες οπλίτες, μερικοί εκ των οποίων είχαν εφοδιαστεί και με αναμένες δάδες.

Εικόνα: Ο Φαρνάβαζος σατράπης της Βιθυνίας και της Φρυγίας.

Ενώπιον της συνδυασμένης εφόδου των Ελλήνων οι βάρβαροι άρχισαν να λυγίζουν. Διεξήχθη τότε σφοδρή τειχομαχία. Οι Δρίλες έριχνα λίθους από τις επάλξεις, ενώ εκατοντάδες ακόντια και βέλη σκότιζαν τον ουρανό. Μόλις όμως κάποιος Δρίλας πρόβαλε στην έπαλξη για να πλήξει ένα Έλληνα, αμέσως δεχόταν τα αλάνθαστα βέλη των Κρητών τοξοτών και έπεφτε νεκρός. Έτσι με την υποστήριξη πυρός που παρείχαν οι ψιλοί, οι Έλληνες οπλίτες κατόρθωσαν να σκαρφαλώσουν στο εχθρικό τείχος και να εισέλθουν στην πόλη.

Οι πρώτοι που εισήλθαν ήταν ο Αγασίας ο Στυμφάλιος και ο Φιλόξενος ο Παλληνευς. Οι δυό τους άφησαν κάτω τις ασπίδες και τα δόρατα τους και σκαρφαλώνοντας ως πραγματικοί αίλουροι, ανέβηκαν στο τείχος. Ήταν τόσο αποτελεσματική η υποστήριξη πυρός που παρείχαν οι Έλληνες ψιλοί, ώστε αν και άοπλοι, οι δύο άνδρες δεν προσεβλήθησαν καν από τους εχθρούς. Το σχέδιο του Ξενοφώντα είχε και πάλι αποδειχθεί εξαίρετο. Ο «ερασιτέχνης» Αθηναίος στρατηγός είχε μεταβληθεί σε έναν καταπληκτικό γνώστη της στρατηγικής. Στο μεταξύ οι εχθροί είχαν εγκαταλείψει εντελώς τη γραμμή των τειχών και είχαν καταφύγει στην οχυρή ακρόπολη, στα ενδότερα της πόλης. Πίσω τους έτρεχαν οι Έλληνες πελταστές.

Ο Ξενοφών είχε σταθεί στην ορθάνοιχτη πύλη και εμπόδιζε τους άνδρες του να εισέρχονται, φοβούμενος τον συνωστισμό στο στενό εκείνο σημείο. Είχε άλλωστε παρατηρήσει ότι στους γύρω λόφους είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται και άλλοι εχθροί και για το λόγο αυτό ήθελε να κρατήσει δίπλα του εφεδρικά τμήματα. Σε κάποια στιγμή όμως ακούστηκαν κραυγές από το εσωτερικό της πόλης και οι Έλληνες που είχαν εισέλθει έτρεχαν τώρα να εξέλθουν ασύντακτα. Οι εχθροί, με ορμητήριο την ακρόπολη τους, είχαν αντεπιτεθεί στους Έλληνες και τους έσπρωχναν εκτός της πόλης.

Τότε ο Ξενοφών διέταξε τους άνδρες που ευρίσκοντο εκτός της πόλης να εισέλθουν και αυτοί και όλοι μαζί καταδίωξαν και πάλι τους εχθρούς και τους ανάγκασαν να ξανακλειστούν στη ακρόπολη τους. Τότε ο Ξενοφών σκέφτηκε να κυριεύσει και την εχθρική ακρόπολη, γιατί αλλιώς ο στρατός κινδύνευε να βρεθεί μεταξύ δύο πυρών, των εγκλεισμένων στην ακρόπολη εχθρών και των άλλων που είχαν πάρει θέσεις στους γύρω λόφους. Έκρινε όμως πως η άλωση της ακρόπολης ήταν αδύνατη, με τα μέσα που διέθεταν και υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν.

Η θέση των Ελλήνων επιδεινώθηκε μάλιστα καθώς έπεφτε το σκοτάδι. Ο Ξενοφών όμως βρήκε τη λύση. Διέταξε τους άνδρες του να συγκεντρώσουν σωρούς ξύλων στην πύλη της πόλης. Όταν οι άνδρες του, οι οποίοι ευρίσκοντο εντός της πόλης αποχώρησαν καταδιωκόμενοι από τους Δρίλες, τέθηκε πυρ στους σωρούς των ξύλων και έτσι δημιουργήθηκε ένα φράγμα φωτιάς μεταξύ των υποχωρούντων Ελλήνων και των βαρβάρων. Παράλληλα πυρολύθηκαν και μερικά ξύλινα σπίτια της πόλης, έτσι ώστε οι βάρβαροι να απασχοληθούν με την κατάσβεση της πυρκαγιάς και να πάψουν να ενοχλούν τους Έλληνες.

Με το πρώτο φως της επομένης το ελληνικό στράτευμα αποχώρησε ανενόχλητο, την ώρα που οι Δρίλες προσπαθούσαν μάταια να θέσουν υπό έλεγχο την φωτιά που κατέκαυσε τελικά την πόλη τους, εκτός από την ακρόπολη. Για τους υποχωρούντες Έλληνες όμως υπήρχε πάντα ο κίνδυνος και των εκτός της πόλης Δριλών που παραμόνευαν στα δασωμένα μονοπάτια. Για να αντιμετωπίσει και αυτή την απειλή, ο Ξενοφών, εγκατέστησε ενέδρα σε ένα σημείο όπου οι εχθροί σίγουρα θα έβλεπαν τους παραφυλάγοντες Έλληνες.

Εικόνα: Βαρύς Πέρσης ιππέας επιτίθεται σε Έλληνα πελταστή.

Σκοπός του ήταν να τρομάξει τους εχθρούς, κάτι το οποίο πέτυχε. Την ώρα που η στρατιά υποχωρούσε ανενόχλητη, οι Δρίλες, πιστεύοντας ότι οι 11 Έλληνες ήταν το δόλωμα, το οποίο αν έπλητταν θα έπεφταν σε παγίδα, δεν έπραξαν το παραμικρό. Μόνο όταν είδαν τον όγκο του ελληνικού στρατεύματος να αποχωρεί κατάλαβαν το λάθος τους και επιτέθηκαν στο μικρό απόσπασμα. Δεν επέτυχαν όμως παρά να τραυματίσουν ελαφρά έναν μόνο στρατιώτη.

Με τον τρόπο αυτό και με το στρατήγημα του Ξενοφώντος το στράτευμα αποχώρησε με αμελητέες απώλειες, όλες προερχόμενες από τη μάχη γύρω και μέσα στην πόλη των Δριλών. Έτσι και οι Δρίλες, το «πολεμικότερο» έθνος της περιοχής, γνώρισαν την ισχύ των Ελλήνων, στο πολεμικό αλλά και στο πνευματικό πεδίο. Γιατί δεν ήταν μόνη η πολεμική αρετή και ικανότητα των Ελλήνων που τους χάρισε τη νίκη, όσο μέτρησε η εξυπνάδα και η καθαρή σκέψη του Ξενοφώντος.

Ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου.

Ύστερα από τη νέα μεγάλη νίκη τους οι Έλληνες επέστρεψαν στην Τραπεζούντα και συνενώθηκαν με το υπόλοιπο στράτευμα που παρέμενε εκεί. Ο Χειρίσοφος όμως, ο οποίος είχε μεταβεί στο Βυζάντιο για να φέρει πλοία, δεν είχε επιστρέψει, ούτε είχε αποστείλει κάποιο μήνυμα. Γι’ αυτό αποφασίστηκε να συνεχίσουν την πορεία ως την κοντινή άλλη μεγάλη ελληνική πόλη των ακτών του Ευξείνου, την Κερασουντα. Στα πλοία που είχαν ως τότε συγκεντρώσει θα έβαζαν τους ασθενείς, τους τραυματίες και τους γεροντότερους.

Επικεφαλής όλων αυτών τοποθέτησαν τους γέροντες στρατηγούς Σοφαίνετο και Φιλήσιο. Οι υπόλοιποι, με επικεφαλής τον Ξενοφώντα, θα βάδιζαν ως την Κερασουντα, μέσω της οδού που είχαν διανοίξει οι Τραπεζούντιοι. Πράγματι όλα προχώρησαν βάσει σχεδίου και ύστερα από τριήμερη πορεία ο στρατός έφτασε στην Κερασουντα. Εκεί έγινε καταμέτρηση και επιθεώρηση του στρατού και βρέθηκαν 8.600 ένοπλοι άνδρες. Εκεί στην Κερασουντα πωλήθηκαν όλοι οι αιχμάλωτοι και τα κυριευμένα λάφυρα και τα χρήματα μοιράστηκαν στους στρατιώτες.

Το 1/10 των χρημάτων, η λεγόμενη «δεκάτη», αφιερώθηκε στους θεούς, ως αντάλλαγμα για τη σωτηρία τους. Ωστόσο νέοι αγώνες ανέμεναν του ακατάβλητους, παρόλα αυτά, Μυρίους. Αφού παρέμειναν 13 ημέρες στην Κερασουντα, επιβίβασαν και πάλι στα πλοία τους ασθενείς, τους αμάχους και τους γεροντότερους και τους έστειλαν προς τη Δύση. Οι υπόλοιποι, με επικεφαλής τον Ξενοφώντα, θα συνέχιζαν πεζή την πορεία τους διαμέσου της χώρας των Μοσσυνοίκων.

Πριν πάντως εισβάλουν έστειλαν πρεσβεία σε αυτούς ζητώντας τους να τους επιτρέψουν τη διέλευση. Οι Μοσσύνοικοι όμως αρνήθηκαν, εμπιστευόμενοι τις τύχες τους στην ανδρεία και στα οχυρά τους. Τότε όμως συνέβαινε να βρίσκονται οι Μοσσύνοικοι σε εμφύλιο πόλεμο. Το γεγονός αυτό το γνώριζε ο Τραπεζούντιος Τιμησίθεος, ο οποίος οδηγούσε το ελληνικό στράτευμα. Ο Τιμησίθεος λοιπόν εισηγήθηκε στον Ξενοφώντα την πρόταση να προσεγγίσουν την άλλη φατρία των Μοσσυνοίκων.

Πράγματι οι Έλληνες ήρθαν σε επαφή με τους δυτικούς Μοσσύνοικους και έκαναν μαζί τους συνθήκη, βάσει των όρων της οποίας οι Έλληνες θα βοηθούσαν τους δυτικούς Μοσσύνοικους στον πόλεμο τους κατά των ανατολικών Μοσσυνοίκων, και οι βάρβαροι θα τους επέτρεπαν να διέλθουν από τη χώρα τους και θα τους προμήθευαν με τρόφιμα. Μετά την επίτευξη της συμφωνίας οι Έλληνες εισέβαλαν στην περιοχή των ανατολικών Μοσσυνοίκων, με τη συνδρομή ένος τμήματος 600 μαχίμων δυτικών Μοσσυνοίκων, οι οποίοι θα έπαιζαν περισσότερο το ρόλο του οδηγού.

Εικόνα: Απόσπασμα από τα Ελληνικά του Ξενοφώντα. Τα παραπάνω βρίσκονται στην Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας.

Υπό την καθοδήγηση λοιπόν των βαρβάρων οι Έλληνες πορεύθηκαν και έφτασαν απέναντι από ένα οχυρό, το οποίο βρισκόταν κοντά στην πρωτεύουσα των ανατολικών Μοσσυνοίκων. Εναντίον αυτού του οχυρού επιτέθηκαν οι σύμμαχοι των Ελλήνων Μοσσύνοικοι. Μαζί τους κινήθηκαν και αρκετοί Έλληνες, ασύντακτα όμως και χωρίς διαταγές, έχοντας κατά νου να λαφυραγωγήσουν το οχυρό.

Οι εντός του οχυρού όμως ανατολικοί Μοσσύνοικοι επιτέθηκαν κατά των ομοφύλων και των Ελλήνων και τους έτρεψαν σε φυγή. Σκότωσαν μάλιστα και μερικούς Έλληνες, των οποίων τα κεφάλια απέκοψαν και επιδείκνειαν κρατώντας τα στα χέρια και χορεύοντας βαρβαρικούς χορούς. Ενώπιον αυτού του θεάματος οι στρατιώτες στεναχωρήθηκαν πολύ. Δεν είχαν συνηθίσει να αντικρύζουν τα κεφάλια των συντρόφων τους, λάφυρα στα χέρια των βαρβάρων. Με την επέμβαση όμως του Ξενοφώντος επανήλθε η ηρεμία στο στράτευμα.

Κατόπιν ο Αθηναίος στρατηγός διέταξε τους άνδρες του να γευματίσουν, τους εξεφώνησε παραινετικό λόγο και προετοιμάστηκε να επιτεθεί κατά του εχθρικού οχυρού. Την επομένη το πρωί οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να εκδικηθούν τη σκύλευση των νεκρών συντρόφων τους. Ο στρατός τάχθηκε για μάχη με τους οπλίτες στο κέντρο και τμήματα ελαφρών πεζών στις πτέρυγες. Οι ψιλοί τοξότες τάχθηκαν ανάμεσα στους λόχους των οπλιτών, για να παρέχουν υποστήριξη με τις βολές τους.

Με αυτόν τον σχηματισμό ο στρατός βάδισε με απόλυτη τάξη κατά των πολεμίων. Οι ανατολικοί Μοσσύνοικοι δεν ανέμεναν αδρανείς την έφοδο των Ελλήνων. Απέστειλαν ελαφρά τους τμήματα να πλαγιοκοπήσουν τη φάλαγγα των οπλιτών. Οι αντίπαλοι ψιλοί όμως βρήκαν απέναντι τους τους Έλληνες πελταστές και αναχαιτίστηκαν. Βλέποντας την εξέλιξη αυτή, ο Ξενοφών, διέταξε ένα σώμα πελταστών να επιτεθεί κατά του κυρίως όγκου των εχθρών, οι οποίοι ανέμεναν παρατεταγμένοι εμπρός από το οχυρό.

Οι βάρβαροι άντεξαν στην έφοδο των Ελλήνων πελταστών, οι οποίοι ήσαν άλλωστε και λιγότεροι τους, όχι όμως και στην επίθεση της φάλαγγας των οπλιτών που ακολούθησε. Οι Έλληνες καταδίωξαν συντεταγμένα τους οπισθοχωρούντες εχθρούς, προσπέρασαν το οχυρό και βάδισαν κατά της πρωτεύουσας των ανατολικών Μοσσυνοίκων. Εκεί οι βάρβαροι συγκεντρώθηκαν και ετοιμάστηκαν να δώσουν τον υπέρ πάντων αγώνα. Κραδαίνοντας θεόρατα δόρατα, ρίπτοντας ακόντια και άλλα βλήματα, προσπάθησαν οι βάρβαροι να αναχαιτήσουν την φάλαγγα.

Μάταια όμως. φάλαγγα αποδείχθηκε και πάλι ακατάβλητη. Οι δε βάρβαροι, βλέποντας το μέτωπο τους να καταρρέει, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και τράπηκαν σε φυγή. Μόνο ο βασιλιάς τους δεν έφυγε, αλλά προτίμησε να καεί ζωντανός στο ξύλινο παλάτι του. Αυτή ήταν και η τελευταία μεγάλη μάχη και η τελευταία νίκη που έδωσαν και κέρδισαν οι Έλληνες επί ασιαστικού εδάφους. Μετά τη μάχη παρέδωσαν το οχυρό και την πόλη στους συμμάχους τους δυτικούς Μοσσύνοικους και κινήθηκαν εναντίον άλλων θέσεων των ανατολικών Μοσσυνοίκων, διασχίζοντας κάθετα τη χώρα τους, ώσπου έφτασαν στη φιλική γι’ αυτούς δυτική χώρα των Μοσσυνοίκων.

Κάθε οχυρό που είτε κυρίευαν, είτε τους παραδόθηκε αυτοβούλως, το παρέδωσαν στους συμμάχους τους. Εν τέλει, αφού ανεφοδιάστηκαν με τρόφιμα συνέχισαν την πορεία τους, μέσω της χώρας των Χαλύβων, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με τους Χάλυβες που συνάντησαν στην Αρμενία. Η διάβαση των Ελλήνων και από τις δύο αυτές χώρες ήταν ειρηνική, άλλωστε η φήμη του αήττητου προηγείτο αυτών, επιβάλλοντας σε κάθε βάρβαρο, ο οποίος τυχόν επιθυμούσε πόλεμο, να το ξανασκεφθεί.

Εικόνα: Ανάγλυφο έργο από την Περσέπολη που αναπαριστά Πέρσες και Μήδους στρατιώτες.

Ύστερα από σύντομη πορεία οι Έλληνες έφτασαν τελικά στα Κοτύωρα, στις 4 Απριλίου του 400 π.Χ. Στην επίσης ελληνική εκείνη πόλη έμειναν 45 ημέρες. Ως τότε είχαν διανύσει βαδίζοντας, από τα Κούναξα ως τα Κοτύωρα περίπου 3.255 χιλιόμετρα. Οι κάτοικοι των Κοτυώρων δεν δέχθηκαν πάντως, λόγω φόβου, τους «Μύριους». Έκλεισαν τις πύλες της πόλης τους και δεν τους προμήθευαν τρόφιμα προς αγορά. Σε απάντηση οι Μύριοι άρχισαν να αρπάζουν τρόφιμα με τη βία, γιατί ήδη είχαν εξαντλήσει όλα τους τα εφόδια και αντιμετώπιζαν το φάσμα του λιμού.

Τελικά η παρεξήγηση λύθηκε, με την επέμβαση των Σινωπέων, αποικία των οποίων ήταν τα Κοτύωρα. H πόλη άνοιξε τις πύλες της και τρόφιμα δόθηκαν στον στρατό. Εδώ έληξε ουσιαστικά η μεγάλη περιπέτεια των Μυρίων. Από τα Κοτύωρα μεταφέρθηκαν τελικά με πλοία στη Σινώπη και στη συνέχεια αποβιβάστηκαν, τον Οκτώβριο του 400 π.Χ. στην ευρωπαϊκή θρακική ακτή. Εκεί χρειάστηκε να δώσουν νέους αγώνες, όχι όμως ιδιαιτέρως σημαντικούς.

Ο επίλογος ενός έπους.

Κατόπιν οι περισσότεροι, περί τους 6.000 άνδρες, από τη στρατιά των «Μυρίων» αποβιβάστηκαν και πάλι στην Μικρά Ασία και ενώθηκαν με τα στρατεύματα του Σπαρτιάτη στρατηγού Θίβρωνα, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες, καθώς είχε πλέον επισήμως κηρυχθεί ο πόλεμος μεταξύ Περσικής Αυτοκρατορίας και Σπάρτης. H μεγάλη περιπέτεια είχε όμως λήξει. Οι Μύριοι είχαν κατορθώσει το ακατόρθωτο. Είχαν διασχίσει ολόκληρη την Περσική Αυτοκρατορία. Είχαν ταπεινώσει τους στρατούς του «Μεγάλου Βασιλιά» και των υπηκόων του και είχαν καταφέρει να επιβιώσουν και να γυρίσουν στην πατρίδα.

Φυσικά δεν υπάρχει παγκόσμιο προηγούμενο, ούτε επόμενο, στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία όλων των εθνών της γης. H κάθοδος των Μυρίων ήταν και παραμένει ένα καταπληκτικό επίτευγμα λίγων, μα αποφασισμένων ανδρών. H πορεία τους από τα Κούναξα της Βαβυλώνας, όπου και εκεί ήταν νικητές, ως τις εσχατιές του Ευξείνου Πόντου, είναι γεμάτη με εικόνες απαράμιλλου θάρρους, γενναιότητας, αλλά και συντροφικότητας και αλληλεγγύης.

Οι «Μύριοι», λιγοστοί και προδομένοι, ξεπέρασαν κάθε αντιξοότητα, νίκησαν τους εχθρούς, αλλά και τη φύση και χάρις στο πείσμα και το πνεύμα τους νίκησαν και η νίκη τους έμεινε για πάντα στην ιστορία, διά χειρός ενός από τους πρωτεργάτες της, του Ξενοφώντος. Τα επιτεύγματα του ερασιτέχνη αυτού στρατηγού, ο οποίος κατά σύμπτωση βρέθηκε μαζί με τον στρατό, υπήρξαν καταπληκτικά. Ο ερασιτέχνης Ξενοφών φάνηκε ανώτερος στην τακτική σκέψη πολλών επαγγεματιών στρατηγών του καιρού του. Ο ίδιος όμως υπήρξε αντιπροσωπευτικό δείγμα Έλληνα πολίτη-οπλίτη της εποχής. Για τους αρχαίους προγόνους μας οι δύο αυτές έννοιες ήταν αλληλένδετες και δεν νοείτο πολίτης που δεν ήταν και στρατιώτης.

«Νόμιζε την πατρίδα οίκον, τους δε πολίτας εταίρους».

Ξενοφών

Για να διαβάσετε την «Κύρου Ανάβασις» πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος της «Καθόδου των Μυρίων» πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Charles Rollin, «The Ancient History of the Egyptians, Assyrians, Babylonians, Medes, Persians and Grecians».
  • Theodore Ayrault Dodge, «Great Captains: A Course of Six Lectures on the Art of War».
  • William Smith, «Dictionary of Greek and Roman biography and mythology».
  • Robin Fox, «Η Μεγάλη Πορεία – Ο Ξενοφών Και η Κάθοδος των Μυρίων».
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Άρατος και Αρταξέρξης».
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Λύσανδρος – Σύλλας».
  • Jan Tavernier, «Iranica in the Achaemenid Period».
  • Sam Jordison, «Booker Club: The Sea, the Sea».
  • Παντελής Καρύκας, «Ιστορικές μονογραφίες».
  • Christopher Tuplin, «Ancient West & East».
  • Rüdiger Schmitt, «Encyclopaedia Iranica».
  • Ξενοφών, «Κύρου Ανάβασις».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.