Η Ρωμαϊκή Δημοκρατία (509- 27 π.Χ)
Η «Κυψέλη των εθνών» και οι πρώιμες Γερμανικές φυλές.

Η «Κυψέλη των εθνών» και οι πρώιμες Γερμανικές φυλές.

Η παρατήρηση του Ιορδάνη του Αλανού, στο έργο του «Γετικά», ότι η «Σκάντζα», δηλαδή η σημερινή Σκανδιναβία, είναι «η κυψέλη και η μήτρα των εθνών», επαληθεύεται στην περίπτωση των γερμανικών φύλων. Τα φύλα αυτά βρίσκονται, κατά την αυγή της πρώτης χιλιετίας π.Χ, στην νήσο Σκάντζα, αναφέρετε ως «νήσος» διότι οι αρχαίοι γεωγράφοι θεωρούσαν την Σκανδιναβική χερσόνησο ως τέτοια, έτοιμα να εξορμήσουν στις απέναντι Γερμανικές ακτές της Βαλτικής.

Από την νότια Σκανδιναβία περνούν στην Δανία και τις παρακείμενες περιοχές μεταξύ Έλβα και Όντερ. Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε, ότι την εποχή εκείνη, αλλά και στις πολύ μεταγενέστερες, ούτε ο όρος «Γερμανοί» υπήρχε, αλλά ούτε κάποια άλλη «κοινή» εθνική συνείδηση, που να συνδέει τις φυλές αυτές και να καθοδηγεί τις μετακινήσεις τους. Σύνδεσμος και κοινή «φυλετική» συνείδηση υπάρχει ανάμεσα στα άτομα της ίδιας φυλής και μόνο. Με την σειρά τους αυτά αντιμετωπίζουν και αντιμετωπίζονται ως ίσοι, μόνο όσοι είναι πολεμιστές τις ίδιας φυλής, ενώ βλέπουν με δυσπιστία ή ακόμα και εχθρότητα μέλη άλλων «συγγενικών φυλών». Αυτό, βέβαια, έχει την εξήγησή του.

Εικόνα: Η επέκταση των Γερμανιών φυλών που εξήλθαν από την Σκανδιναβία στην Ηπειρωτική Ευρώπη.

Σε μια περιοχή περιορισμένη, όπως είναι αυτή της Σκανδιναβικής χερσονήσου, με «κάτοικους» οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο «νομάδες» οι οποίοι αναζητούν «ζωτικό χώρο» στον οποίο θα εγκατασταθούν «προσωρινά», μέχρι να εξαντλήσουν τις δυνατότητές του και στην συνέχεια θα μετακινηθούν στις περιοχές των γειτόνων τους, τους οποίους πρέπει να εκδιώξουν. Δύσκολα, λοιπόν, γειτονικές φυλές αναπτύσσουν τους απαραίτητους δεσμούς που θα σφυρηλατήσουν συμμαχία, κοινή δράση, ανταλλαγές πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση του θεσμού της φυλής, ώστε να σχηματιστεί μια «εθνική» οντότητα. Το προαναφερθέν θα συμβεί πολύ αργότερα και θα δούμε κάτω από ποιες συνθήκες.

Η πρώτη «επαφή» με την Ρώμη.

Περίπου το 1000 π.Χ. παρατηρείται μια κινητικότητα στη Βόρεια Ευρώπη. Τα ήδη εγκατεστημένα γερμανικά φύλα εισβάλουν στις περιοχές των Κελτών και φέρνουν τα σύνορα, των δυο αυτών «φυλετικών» ομάδων, στους ποταμούς Ρήνο στα ανατολικά και Μάιν στα νότια. Η μετακίνηση αυτή των «συνόρων» είναι αργή και σταδιακή και δεν ολοκληρώθηκε πριν το 200 π.Χ. Η νότια Γερμανία «πληρούται» με γερμανικό πληθυσμό, κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, ενώ μετά το 100 π.Χ. ξεκινά η προσπάθεια, από της Γερμανικές φυλές, να υπερβούν τον Ρήνο και να εισβάλουν στην Γαλατία.

Την εποχή αυτή γίνονται οι πρώτες επαφές Ρωμαίων και Γερμανών, για την ακρίβεια συγκρούσεις, με αποτέλεσμα την αναχαίτιση των τελευταίων και τον περιορισμό τους ανατολικά του Ρήνου. Ωστόσο στην ανατολική Γερμανία παρατηρούνται καινούργιες μετοικήσεις από τη Σκανδιναβία, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στις ακτές μεταξύ των εκβολών του Όντερ και του Βιστούλα.

Οι μετοικήσεις αυτές πραγματοποιούνται στην ύστερη περίοδο του Χαλκού, για την περιοχή, μεταξύ 600 και 300 π.Χ. και θα συνεχιστούν με την διάβαση του Βιστούλα και την εξάπλωση ανατολικά στην περιοχή των σημερινών Καρπάθιων ορέων. Οι εξελίξεις στην περιοχή αυτή σχετίζονται με την «εθνογένεση» των Γότθων και δεν θα μας απασχολήσουν περαιτέρω. Η διαμάχη μεταξύ Γερμανών και Σλάβων ιστορικών για την σχηματοποίηση των διάφορων γοτθικών «λαών» δεν θα μας απασχολήσει, επίσης, απλώς την αναφέρουμε διότι συμβουλευτήκαμε για την ιστορία των αρχαίων Γερμανών, κυρίως τον Τζων Μπάγκνελ Μπιούρυ, τον Ντέιβιντ Νίκολας και σε κάποια σημεία τον παλαιότερο Γουόλτερ Πέρρυ. Οι τρεις αυτοί θεωρούν δεδομένη την προέλευση των Γότθων από γερμανικά φυλά ή ακόμη περισσότερο την υπαγωγή τους σε ένα από αυτά, οπότε αποφεύγουμε να επεκταθούμε στο θέμα καθότι δεν αφορά το θέμα μας.

Εικόνα: Ειδώλιο που αναπαριστά Σουηβό πολεμιστή να προσεύχεται, με τα μαλλιά του δεμένα στον λεγόμενο “Σουηβικό δεσμό”.

Οι πρώτες επαφές γερμανικών φυλών με τους Ρωμαίους καταγράφονται στο έργο του Ιούλιου Καίσαρα, το περίφημο «Περί Γαλατικού Πολέμου», σύγγραμμα που γράφτηκε στα μέσα του 1ου π.Χ. αιώνα. Αυτός διαχωρίζει τους Κέλτες που ζούσαν στην δεξιά όχθη του Ρήνου από τους πιο πρωτόγονους Γερμανούς. Αναφορές βρίσκουμε και στα έργα του Τάκιτου, «Agricola» και «Germania», που γράφτηκαν στο τέλος του 1ου αιωνα μ.Χ.

Ο θαυμασμός που καταγράφεται από μέρους του Τάκιτου για την βάρβαρη και γι’ αυτό «ανεξέλεγκτη» ζωή των αρχαίων Γερμανών, τον κατέστησε «θεωρητικό» καθοδηγητή για τις επόμενες γενιές ιστοριογράφων. Αυτοί, αν και ανδρωμένοι σε έναν πιο εξελιγμένο πολιτισμό, υπέρμαχοι της λογικής, δεν δυσκολεύονται να την παραμερίσουν, οσάκις αναφέρονται στους «κοινούς προγόνους», τους οποίους εκθειάζουν ως τους ελεύθερους άνδρες, που εξήλθαν από τα δάση για να γονατίσουν τους ηγέτες του κόσμου, δηλαδή τους «Ρωμαίους της Δύσης».

Παραλείπουν, όμως όλες τις ενδιάμεσες σελίδες της ιστορίας από την έξοδο των τευτονικών φυλών από τα δάση μέχρι την επικράτησή τους στη Δυτική Ευρώπη. Οι Γερμανοί αποκρούσθηκαν αρχικά από τον Ιούλιο Καίσαρα και θα πάθαιναν συνεχόμενες πανωλεθρίες από όλους τους Καίσαρες και αυτοκράτορες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι και την εποχή του Ιουλιανού του «Παραβάτη». Την εποχή αυτή έγραψε γι’ αυτούς ο Αμμιανός Μαρκελίνος στην ιστορία του «Res Gestae». Άλλωστε δεν κέρδιζαν τον τίτλο «Γερμανικός» αναίμακτα πολλοί από τους πρώτους Καίσαρες.

Οι «αιτίες» και οι «προοπτικές» των μετακινήσεων.

Ποιες, όμως, ήταν οι αιτίες που οδηγούσαν τους Βάρβαρους να περνάνε το Ρήνο και να έρχονται αντιμέτωποι με τις λεγεώνες των Ρωμαίων; Για ν’ απαντήσει κάποιος σ’ αυτή την ερώτηση θα πρέπει να ασχοληθεί με τον τρόπο ζωής των αρχαίων αυτών φύλων. Ήταν κυρίως νομάδες, περιπλανώμενοι πολεμιστές, που κατοικούσαν σε «οάσεις» στέπας περικυκλωμένες από άγρια δάση. Αυτή την περιγραφή δίνουν οι γεωγράφοι για τη μορφολογία της Γερμανίας την εποχή εκείνη.

Οι άνθρωποι αυτοί μισούσαν κάθε μορφή χειρωνακτικής εργασίας, ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, και σε ορισμένες περιπτώσεις επιδίδονταν στην καλλιέργεια ορισμένων φυτών, κυρίως για την παραγωγή μπύρας και υφασμάτων. Εννοείτε ότι τις εργασίες αυτές ανέθεταν, ως «υποτιμητικές», σε γυναίκες ή δούλους, ενώ οι ελεύθεροι άνδρες επιδίδονταν στο κυνήγι ή τον πόλεμο.

Εικόνα: Η εκστρατεία του Γερμανικού στη Γερμανία το έτος 16 μ.Χ, η οποια επέφερε την “τελετουργική” καύση και σφαγή σχεδόν όλης της Γερμανίας σαν αντίποινα για την μάχη του Τευτονοβουργικού Δρυμού.

Στις περιπτώσεις που η αύξηση πληθυσμού καθιστούσε την περιοχή που είχαν εγκατασταθεί, ανεπαρκή για να τους διαθρέψει, οι προοπτικές που παρουσιάζονταν ήταν δύο. Ή εκμετάλλευση της γης, που σημαίνει μόνιμη εγκατάσταση και σκληρή εργασία ή μετακίνηση που σημαίνει συγκρούσεις με γείτονες και κατάκτηση με αίμα, όσων δεν μπορεί να αποδώσει ο ιδρώτας. Η δεύτερη λύση ήταν αυτή, την οποία προτιμούσαν σχεδόν πάντα.

Όταν, όμως, οι συγκρούσεις με την αυτοκρατορία σταμάτησαν την πρόοδό τους στην περιοχή της Γαλατίας, τότε παρουσιάστηκε και μια «Τρίτη» ευκαιρία. Να εγκατασταθούν ως «Φοιδεράτοι» στα εδάφη που δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν και να υπηρετήσουν στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού. Αυτό σήμαινε και την είσοδό τους στον πολιτισμένο κόσμο. Ήταν το σημείο εκκίνησης γι’ αυτούς που μέχρι πριν λίγο καιρό ζούσαν περιπλανώμενοι, μια «ημιάγρια» νομαδική ζωή, να εγκατασταθούν μόνιμα, ν’ αναπτύξουν συνήθειες πολιτισμένες και κυρίως ν’ ασπαστούν τον Χριστιανισμό.

Η επιρροή της Ρώμης και η επίδραση της στις Γερμανικές φυλές.

Από την πλευρά της αυτοκρατορίας, η ήττα στον Τευτοβουργικό Δρυμό, είχε δείξει, ότι το να υποτάξουν τους βάρβαρους πέρα από τον Ρήνο, απαιτούσε μεγάλη εισφορά σε ρωμαϊκό αίμα, χωρίς τα ανάλογα οφέλη, εφόσον στην γη τους δεν υπήρχαν πόλεις για να κατακτήσουν, αγροκτήματα για να τα εκμεταλλευθούν, αλλά ούτε και ενιαία κεντρική διοίκηση για να την υποτάξουν. Η Γερμανία δεν είχε τίποτα να προσφέρει στη Ρώμη, εκτός από στρατιώτες.

Γι’ αυτό τον λόγο οι Ρωμαίοι προχώρησαν στην κατασκευή ενός δικτύου συνοριακών φυλακίων κατά μήκος της αμυντικής γραμμής Ρήνου-Δούναβη, το λεγόμενο «Limes», το οποίο είχε ως αποστολή την αποτροπή των εισβολών στις ρωμαϊκές επαρχίες. Η συνοριακή αυτή γραμμή ποτέ δεν υπήρξε «στεγανή». Οι επαφές Ρωμαίων και Γερμανών συνεχίστηκαν και μάλιστα υπήρξαν ειρηνικές με κάποιες φυλές. Μέσω των Ρωμαίων, για παράδειγμα, οι Γερμανοί έμαθαν να πίνουν κρασί, αν και ποτέ δεν δοκίμασαν να το καλλιεργήσουν οι ίδιοι.

Έτσι το αγαθό αυτό έγινε εμπορεύσιμο προϊόν, μαζί με υφάσματα και άλλα είδη πολυτελείας, προϊόντα μεταλλοτεχνίας και υαλοτεχνίας, που παρήγαγε η ρωμαϊκή βιοτεχνία. Κάποια προϊόντα υπόκειντο σε αυστηρό τελωνειακό έλεγχο και δεν επιτρεπόταν η εξαγωγή τους, όπως τα όπλα. Οι έμποροι φυλών που δεν διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με την Ρώμη μετακινούνταν με στρατιωτική συνοδεία μέχρι τους τελωνειακούς σταθμούς και πάλι πίσω στα σύνορα.

Εικόνα: Πίνακας που αναπαριστά τον Αρμίνιο και την Θουσνέλντα. Ο πίνακας ειναι έργο του Johannes Gehrts.

Εκτός από εμπορικές πραγματοποιήθηκαν και πολιτιστικές επιρροές στους γερμανικούς λαούς. Ενώ το 1200 π.Χ. εντοπίστηκαν από την αρχαιολογική σκαπάνη λίγα πυρηνικά χωριά κυρίως στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας, τον 2ο μ.Χ. αιώνα τα χωριά αυτά επεκτείνονται και ο πληθυσμός τους αυξάνεται σταθερά μέχρι τον 4ο αιώνα. Στα χωριά αυτά εντοπίζεται πάντα μια έπαυλη στα περίχωρα, κάτι που δείχνει την ύπαρξη ενός άρχοντα με σαφή κοινωνική διάκριση.

Αυτό συνεπάγετε πως ενώ μέχρι τότε ο αρχηγός της φυλής είχε τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις βάσει του «άγραφου» νόμου και κατοικούσε, όπως και οι υπόλοιποι ελεύθεροι άνδρες σε κάρο κατά την περίοδο των μετακινήσεων, τώρα εγκαθίσταται σε κατοικία που ξεχωρίζει από τις άλλες. Δεν θα ήταν άτοπο λοιπόν να υποθέσουμε, ότι τα προϊόντα της λαφυραγώγησης προμηθεύουν τις γερμανικές φυλές με τον απαραίτητο νομισματικό όγκο για τις εμπορικές συναλλαγές τους. Οι μισθοί των «Φοιδεράτων» δεν παίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτές τις συναλλαγές καθότι αυτοί κατοικούν εντός των ορίων της ρωμαϊκής επικράτειας.

Αλλά και σε στρατιωτικό επίπεδο παρατηρούνται επιδράσεις. Αναφέρεται, λοιπόν, σε συνέχεια της ανωτέρω παρατήρησης, ότι οι Xάττοι «εγκαθίδρυσαν» πειθαρχία ανάμεσα στους πολεμιστές τους και «μπορούσαν», όχι μόνο να εκλέξουν αρχηγό, αλλά και να «υπακούουν» σε αυτόν. Από τις τακτικές του ρωμαϊκού στρατού, φυσικά, υιοθέτησαν, όσες μπορούσαν να προσαρμόσουν και να εφαρμόσουν στον δικό τους τρόπο μάχης.

Ταυτοχρόνως οι φυλές του Βορά δέχονται και επιδράσεις από το «Ελληνορωμαϊκό πάνθεον». Οι Γερμανοί ήταν παγανιστές. Πιθανολογείται, ότι οι θεότητές τους είχαν σκανδιναβική προέλευση, όπως και οι ίδιοι, ενώ συμπεριλαμβάνονταν στην σκανδιναβική μυθολογία. Έχει, βέβαια, διατυπωθεί η άποψη, ότι η θρησκευτικότητά τους ήταν περιορισμένη στο ελάχιστο, σχεδόν ανύπαρκτη. Η άποψη αυτή στηρίζεται κυρίως στην περιγραφή του Ιουλίου Καίσαρα, ότι «λάτρευαν αυτούς μόνο από τους θεούς που μπορούσαν να δουν την μορφή τους και να αισθανθούν την ευεργετική τους επίδραση, όπως τον ήλιο, το φεγγάρι και το στοιχείο της φωτιάς».

Για τους υπόλοιπους «Θεούς» τους, ο Ιούλιος Καίσαρας, δεν είχαν ακούσει «ποτέ και τιποτα». Ιερείς δεν συνάντησε στις επαφές που είχε μαζί τους. Η άποψη που σχημάτισε γι’ αυτούς ο μεγάλος στρατηγός της Ρώμης οφείλεται, ίσως, στο ότι τους συνάντησε μακριά από τις εστίες τους. Ο μεταγενέστερος Τάκιτος αναφέρει τον Ερμή, τον Άρη και τον Ηρακλή, ως τους κύριους «δαίμονες» των Γερμανών και ειδικά για τους Σουηβούς προσθέτει την λατρεία της Ίσιδας. Είναι εμφανές, ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν από την εποχή του Ιούλιου Καίσαρα, έως την εποχή που γράφει ο Τάκιτος, οι επιρροές που δέχθηκαν οι Γερμανοί, μέσω των εγκατεστημένων στις αυτοκρατορικές επαρχίες, ομοφύλων τους, είναι έντονες. Η απόδοση λατινικών ονομάτων στους τευτονικούς Θεούς αντιστοιχίζεται ως εξής. Ο Ελληνορωμαϊκός Mercury, ήταν ο Γερμανικός Γουόταν, ο Jupiter αντιστοιχούσε στον Ντόναρ,  ο Mars στον Ζίους και η Isis στην Χόλντα.

Εικόνα: Έργο του Emil Doepler που αναπαριστά τον Γουόταν και την Χόλντα να συναντούν δυο νύμφες τον δασιών.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της λατρείας των «Γερμανικών» Θεών.

Είναι δύσκολο να συστηματοποιηθούν οι δοξασίες και οι προλήψεις τόσων πολλών, κατά πολύ διαφοροποιημένων φυλών και να ακολουθηθούν οι εξελίξεις τους στο πέρασμα των χρόνων. Δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες από τους ίδιους τους Γερμανούς, πολύ περισσότερο μια γερμανική μυθολογία κατά τα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής. Ότι γνωρίζουμε προέρχεται από συγγράμματα των Ρωμαίων, από παραδόσεις και τραγούδια.

Τα στοιχεία αυτά υπέστησαν επεξεργασία με κριτήρια δανεισμένα από την σκανδιναβική μυθολογία, εφόσον οι Γερμανοί θεωρούνται σκανδιναβικός κλάδος. Την πρακτική αυτή ακολούθησαν οι Καρλ Κόππεν και Καρλ Σίμροκ. O Γιάκομπ Γκριμ κατέβαλε αξιόλογη προσπάθεια ν’ αποκόψει την γερμανική από την σκανδιναβική μυθολογία, αλλά το αποτέλεσμα κρίθηκε ανεπαρκές. Εμείς θα σταθούμε σ’ εκείνα τα σημεία του γερμανικού παγανισμού που είναι κοινά, αν όχι σε όλες, τουλάχιστον στις περισσότερες φυλές.

Ξεχωριστοί τόποι λατρείας δεν υπάρχουν στην αρχαία Γερμανία. Ένας βωμός στηνόταν στην όχθη ενός ποταμού ή μιας λίμνης, στην κορυφή ενός λόφου ή στην καρδιά ενός πυκνού δάσους και αυτό αρκούσε. Αναφέρεται η περίπτωση των Σαμνόνων, παρακλάδι των Σουηβών, οι οποίοι λατρεύουν τον Άλφαντιρ, μέσα σε αρχαίο και ανήλιαγο δάσος, ιερό γι’ αυτούς, στην περιοχή του Βρανδεμβούργου. Για την τελετή συγκεντρώνονταν αντιπρόσωποι από όλα τα γένη των Σουηβών και κατά την διάρκειά της τελούνταν «ανθρωποθυσίες».

Τέτοιου είδους θυσίες απαιτούσε και η λατρεία του Γουόταν από τις άλλες φυλές, ενώ υποδεέστεροι Θεοί αρκούνταν στις θυσίες ζώων. Κατά τον Γουόλτερ Πέρρυ το φρικτό αυτό έθιμο συνεχίστηκε, σε κάποιες περιπτώσεις και από τους Φράγκους, όσους δεν μεταστράφηκαν στον Χριστιανισμό, κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα. Την πληροφορία αυτή επιβεβαιώνει η επιστολή του Αγίου Βονιφατίου στον πάπα Γρηγόριο Β’ το 724 μ.Χ.

Στην επιστολή αυτή ο ιεραπόστολος των Σαξόνων, αναφέρει στον Ρωμαίο Ποντίφικα την πορεία του έργου του και ζητά συμβουλές για την παραπέρα δράση του. Ένα από τα θέματα τα οποία θίγει, αφορά την πώληση σκλάβων στους ειδωλολάτρες για θυσία. Ο πάπας του ζητά να απαγορεύσει αυτή την συνήθεια και όσοι από τους νεοφώτιστους Γερμανούς την πράττουν να τιμωρηθούν με επιτίμια ανάλογα της ανθρωποκτονίας.

Εικόνα: Η καταστροφική περιπλάνηση των Κίμβρων και τον Τευτόνων.

Άλλο χαρακτηριστικό της θρησκείας αυτής είναι η ύπαρξη γυναικών προφητών κατά τα «πρότυπα» της αρχαιοελληνικής Πυθίας. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα μαντεία. Η προφητική ιδιότητα, κατ’ αυτούς κατοικούσε στο γυναικείο φύλο και μόνο. Για παράδειγμα, η προφήτης  της φυλής των Βρουκτέρων, η Βαλέντα, που μάντεψε την νίκη τους έναντι των Ρωμαίων τιμήθηκε από τους ομοεθνείς της με βασιλικές τιμές. Στη συνέχεια συνελήφθη και κόσμησε τον Θρίαμβο του Δομητιανού στην Ρώμη, όπως αναφέρει ο Ρωμαίος ποιητής Πόπλιος Παπίνιος Στάτιος.

Αυτή είναι και η μόνη περίπτωση, κατά την οποία γυναίκες συμμετέχουν στις λήψεις αποφάσεων. Εκτός των παραπάνω υπήρχαν και άλλες τελετές οιωνοσκοπίας. Οιωνούς έβλεπαν οι αρχαίοι Γερμανοί στο πέταγμα και το κελάϊδισμα των πουλιών, στην μονομαχία ενός δικού τους πολεμιστή με έναν αιχμάλωτο, στην διακύμανση της φωνής κατά την εκτέλεση ενός «Μπάρτιτους», δηλαδή ενός πολεμικού παιάνα. Ρωμαίοι ιστορικοί αναφέρουν και την χρησιμοποίηση μιας ειδικής μεθόδου, σύμφωνα με την οποια, ένα κλαδί οπωροφόρου δένδρου τεμαχίζονταν και ρούνοι χαράσσονταν πάνω σε κάθε κομμάτι. Στη συνέχεια τα κομμάτια διασκορπίζονταν πάνω σε λευκό ύφασμα και ο εντεταλμένος ιερέας «διάβαζε το θέλημα των θεών».

Τέλος όπως αναφέραμε παραπάνω συγκεκριμένο ιερατείο δεν υπήρχε. Κάποιος από τους προκρίτους της φυλής που γνώριζε τα τυπικά των τελετών, μπορούσε να τις εκτελεί, είτε επρόκειτο για θυσίες, προσευχές ή οιωνοσκοπία. Σε οικογενειακό επίπεδο το ρόλο αυτό αναλάμβανε ο πατέρας της οικογένειας, κατά τα Ρωμαϊκά ο «πατερφαμίλιας». Άλλο ένα συστατικό στοιχείο των δοξασιών τους είναι η πίστη στη μετά θάνατον ζωή.

Σε μελλοντικό μας άρθρο θα προσπαθήσουμε να φέρουμε στο φως και άλλα στοιχεία γύρο από την «δράση» άλλα και την επίδραση των Γερμανικών φυλών τόσο στην Μεσαιωνική όσο και στην σύγχρονη Ευρωπαϊκή ιστορία. Επισης καλό θα ήταν να αντιληφθούμε πως από αυτές της φυλές «ξεπήδησαν» όλοι εκείνοι οι εχθροί της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι οποίοι αποτέλεσαν τεράστιο «πονοκέφαλο» για την Ρωμανία.

Πηγές:

  • Monumenta Germaniae Historica, Epistolae Selectae, «Die Briefe des heiligen Bonifatius und Lulus».
  • Ιστορικά Θέματα, Δημήτριος Μπαζίνας, τεύχος 54, «Η μάχη στον Τευτοβούργιο Δρυμό».
  • B. Bury, «The invasion of Europe by the barbarians».
  • Jacob Ludwig & Karl Grimm, «Deutsche Mythologie».
  • Διόδωρος ο Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη».
  • Publius Cornelius Tacitus, «Germania».
  • Gaius Julius Caesar, «De Bello Gallico».
  • Walter C. Perry, «The Franks».
  • Ιορδάνης ο Αλανος, «Γετικά».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.