Ελληνική Επανάσταση
Ιερά Συμμαχία. Ο «χωροφύλακας» της Ευρώπης αντιμέτωπος με την Ελληνική Επανάσταση.

Ιερά Συμμαχία. Ο «χωροφύλακας» της Ευρώπης αντιμέτωπος με την Ελληνική Επανάσταση.

Η οριστική ήττα του Ναπολέοντα μετα την μάχη του Βατερλό, στις 18 Ιουνίου 1815, έφερε σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές στον ευρωπαϊκό χάρτη. Οι αντιπρόσωποι των Βασιλέων της Ευρώπης που τόσο είχαν «κοπιάσει» να ανατρέψουν το Γάλλο Αυτοκράτορα, σχηματίζοντας επτά «Συνασπισμούς», είχαν πλέον συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, την Βιέννη, για να «επανατοποθετήσουν» τα σύνορα της Ευρώπης, αλλά και για να «παλινορθώσουν» το «status quo» που επικρατούσε στην Ευρώπη, πριν την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης.

Στο Συνέδριο της Βιέννης, όπως έμεινε στην ιστορία, συμμετείχαν όλες οι «Μεγάλες Δυνάμεις» της «Γηραιάς Ηπείρου», με άλλα λόγια η Αγγλία, η Πρωσία, η Αυστρία και η Ρωσία, αλλά και η «ηττημένη» των Ναπολεόντειων Πολέμων, δηλαδή η Γαλλία. Σε αυτό το σημείο φρόνιμο θα ήταν να τονίσουμε πως στο συνέδριο δεν συμμετείχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο «Μεγάλος Ασθενής», όπως χαρακτηριζόταν, στεκόταν «εμπόδιο» στην πρόσβαση των αποικιοκρατικών δυνάμεων, ειδικότερα της Αγγλίας, προς τις ανατολικές αποικίες τους, ενώ ταυτόχρονος οι σχέσεις της με την Ρωσία πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Έτσι λοιπόν, «ατύπως», η Αυτοκρατορία των Οθωμανών κηρύχθηκε «persona non grata».

Εικόνα: Η ανακατανομή των εδαφών της Ευρώπης μετα το Συνέδριο της Βιέννης.

Κατά την διάρκεια των διεργασιών του συνεδρίου ο Γάλλος εκπρόσωπος, Σαρλ-Μωρίς ντε Ταλλεϋράν, κατάφερε, το «πρωτάκουστο», να επικρατήσει το πνεύμα που ο ίδιος εισηγήθηκε, δηλαδή η «Αρχή της Νομιμότητας». Σύμφωνα με αυτή, όλα τα σύνορα αλλά και τα πολιτεύματα θα επανέρχονταν πίσω στην «θέση και στην κατάσταση» στην οποια βρίσκονταν το 1789. Παραβλέποντας το γεγονός πως ο Γάλλος πληρεξούσιος «προωθούσε» τα συμφέροντα της αντίπαλης παράταξης, αυτό συνεπαγόταν ένα είδος «reset» της πολιτικής «σκακιέρας» της Ευρώπης.

Έτσι λοιπόν όλοι οι μονάρχες που είχαν κηρυχθεί έκπτωτοι από το 1792, χρονιά κατά την οποια καταργήθηκε η βασιλεία στην Γαλλία, και έπειτα θα επέστρεφαν στους θρόνους τους, με όλα τα φεουδαρχικά προνόμια τα οποια είχαν πριν την Επανάσταση. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπο και έγινε, με τον γηραιό Λουδοβίκος ΙΗ’ να ανακαταλαμβάνει τον θρόνο της Γαλλίας. Σύμφωνα λοιπόν με τις αποφάσεις του συνεδρίου, οι «φιλελεύθερες» ιδέες, ακόμη κι αν αποβλέπουν στην εθνική «απελευθέρωση» ή στην κοινωνική δικαιοσύνη, ήταν θεμελιακή «απειλή» για τα καθεστώτα της Ευρώπης, αλλά και προς αποφυγή εμφανίσεως ενός δεύτερου Ναπολέοντα, κάθε τέτοια ενέργεια θα έπρεπε «άμα τη εμφανίσει» να καταπνίγεται.

Συν τοις άλλοις, με αφορμή διάφορες κοινωνικοανατρεπτικές ιδέες, όπως ο Ιακωβινισμός και ο Καρμποναρισμός, ιδρύουν έναν «θεσμό» που θα αποτελέσει τον «χωροφύλακα» της Ευρώπης για τα επόμενα σχεδόν 10 χρόνια. Αυτός δεν ήταν άλλος από την «Ιερά Συμμαχία», η οποια είχε ως σκοπό να καταπνίγει ένοπλα κάθε φιλελεύθερο κίνημα, όπου κι αν ξεσπούσε επί του Ευρωπαϊκού εδάφους.

«Ψυχή» του νεοϊδρυθείσας αυτής συμμαχία ήταν ο αυστριακός «Καγκελάριος» Κλέμενς φον Μέττερνιχ, ενώ στην οξεία «αντιδραστική» πολιτική που καθορίστηκε στη Βιέννη πρωτοστάτες, πλην της αυστριακής διπλωματίας, ήταν ο Γάλλος Ταλλεϋράνδος κι ο Τσάρος Αλέξανδρος Α’. Παρόλα αυτά τα ιδρυτικά μέλη της συμμαχίας ήταν η Αυστρία, η Ρωσία και η Πρωσίας. Δια ταύτα οι τρεις «Μεγάλες Δυνάμεις» αποφάσισαν να συναντηθούν στο Κάρλσταντ για να οργανώσουν τις κινήσεις τους σε περίπτωση κάποιου κινήματος, ενώ έναν χρόνο αργότερα, το 1820, συγκεντρώθηκαν στο Τροπάου της της Σιλεσίας, θορυβημένοι από διάφορες εξεγέρσεις στην ιταλική και την ιβηρική χερσόνησο.

Εικόνα: Ελαιογραφία του Κλέμενς φον Μέττερνιχ. Έργο του Τόμας Λόρενς.

Το συνέδριο του Λάϊμπαχ.

Ωστόσο καθώς διαφωνούσαν, γύρο από των τρόπο αντιμετώπισης της εξέγερσης στην Ισπανία, διακόπτουν τις εργασίες της συνόδου και αποφασίζουν να τις ξαναρχίζουν τον Ιανουάριο του 1821 στο Λάιμπαχ, την σημερινή Λιουμπλιάνα, της Σλοβενίας. Ήταν εκεί λοιπόν που τα μέλη της «Ιεράς Συμμαχίας» πληροφορήθηκαν, στις 22 Φεβρουαρίου, πως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε διαβεί τον Προύθο και είχε εισχωρήσει στις ημιαυτόνομες «Παραδουνάβιες Ηγεμονίες» κηρύσσοντας την ουσιαστική έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Ο Τσάρος Αλέξανδρος έσπευσε να αποκηρύξει το κίνημα στην Μολδοβλαχία και να διαγράψει τον Υψηλάντη από τους ρωσικούς στρατιωτικούς καταλόγους. Κατά τον Κυριάκο Σιμόπουλο, «Η ανθελληνική πολιτική του Τσάρου δεν ήταν ούτε συγκυριακή, ούτε ετεροκίνητη, αντιθέτως ευνοεί μόνο όσα κινήματα κατά των Οθωμανών εξυπηρετούν τα Ρωσικά συμφέροντα».

Πάντως το «άδοξο» τέλος της Επανάστασης στις Ηγεμονίες και οι Τουρκικές θηριωδίες ως αντίποινα απέδειξαν ενώπιον των Ευρωπαίων πώς εννοούσε ο Σουλτάνος να καταπνίξει την Επανάσταση. Έτσι, μολονότι ματοκύλισε αθώους και ενόχους, ένοπλους και άοπλους, σημαντική θεωρείται η προσφορά του Αλέξανδρου Υψηλάντη, εκείνους τους πρώτους μήνες, στον Ελληνισμό, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο, ρίχτηκαν τα πρώτα «σπέρματα» του «υγιούς» Φιλελληνισμού στην Ευρώπη.

Η 25η Μαρτίου 1821.

Όταν, τον Μάρτιο του ’21, ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση, ο Τσάρος βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα. Από την μια πλευρά τον δέσμευε η συμμέτοχή του στην «Ιερά Συμμαχία», το συνέδριο του Λάιμπαχ βρίσκετε ακόμα εν εξελίξη, ενώ από την άλλη δεν μπορούσε για πολύ ακόμα να μην ακολουθήσει την «πάγια» αντι-Οθωμανική πολιτική της χώρας του. Οι οικονομικές δραστηριότητες των Ελλήνων εμπόρων στη Ρωσία, η εκεί ίδρυση της «Φιλικής Εταιρείας», η πετυχημένη σταδιοδρομία διαφόρων Ελλήνων στην Τσαρική Αυλή, ο μεν Καποδίστριας ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών, ο δε Υψηλάντης ήταν στρατιωτικός καριέρας, υπασπιστής του ίδιου του Αλέξανδρου, συντέλεσαν τα μέγιστα στην αναποφασιστικότητα του.

Εικόνα: Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διερχόμενος τον Προύθο, πίνακας από την Στοά του Μονάχου.

Με αυτόν το συλλογισμό, ίσως, εξηγείται κι η ελπίδα του Αλέξανδρου Υψηλάντη πως στον εθνικοαπελευθερωτικό τους Αγώνα θα έχουν «μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας», δηλαδή τη Ρωσία. Ωστόσο οι Οθωμανικές φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων, με αποκορύφωμα τον απαγχονισμό του Οικουμενικού Πατριάρχη, το Πάσχα του 1821 και η παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων στη Μολδοβλαχία μετά την αποτυχία του Υψηλάντη θα προβληματίσουν περισσότερο τον Τσάρο.

Έτσι λοιπόν σχηματίζονται δυο στρατόπεδα στο εσωτερικό της Ρωσικής διπλωματίας. Από την μια πλευρά είναι αυτοί που προτρέπουν τον Αλέξανδρο να μείνει πιστός στο «πνεύμα» της «Ιεράς Συμμαχίας» και αν δεν θέλει να δράσει να αφήσει έστω τις άλλες δυνάμεις της συμμαχίας και τους Οθωμανούς να «πνίξουν» την Επανάσταση. Κυρίος εκφραστής αυτού του δόγματος ήταν ο υπουργός εξωτερικών, κάτι σαν αρχισύμβουλος επί των εξωτερικών, Κάρολος Ροβέρτος Νέσσελροντ, ο οποίος παρέμεινε σε αυτή την θέση έως και το 1856.

Στον αντίποδα, η «φιλοπόλεμη» παράταξη, ήθελε αν όχι επιδίωκε έναν ακόμα Ρωσοτουρκικό πόλεμό, για να λυθούν τα οποια προβλήματα με τους Οθωμανούς. Ωστόσο σε αυτό το σημείο ο «Θεός της Ελλάδος» έβαλε ξανά το χέρι του στην υπόθεση. Μεγαλύτερος εκφραστής της φιλοπόλεμης παράταξης δεν ήταν άλλος από τον ιεραρχικά δεύτερο του υπουργείου εξωτερικών. Φυσικά δεν θα μπορούσα να μιλάω για άλλων από τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Με δύο εγκυκλίους του, ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, Στρογγάνοφ, φανερώνει, στους πρώτους μήνες του 1821, την επίσημη Ρωσική πολιτική. Συγκεκριμένα, έδωσε, με τη μεν πρώτη, στις 21 Μάρτιου, εντολές στα ρωσικά προξενεία στην Ανατολή να τονίζουν ότι η Ρωσία είναι παντελώς αμέτοχη όσων έχουν γίνει στη Μολδοβλαχία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους συνεργάτες του, ενώ με τη δεύτερη, στις 16 Απριλίου, ανακοίνωνε πως ο Τσάρος καταδικάζει τους Επαναστάτες στην Μολδοβλαχία.

Στις 6 Ιουλίου, πάντως, του ίδιου χρόνου, ο Στρογγάνοφ διατάσσεται να επιδώσει στην Υψηλή Πύλη ένα αυστηρό τελεσίγραφο, με το οποίο απαιτούσε ως ελάχιστη ικανοποίηση, μεταξύ άλλων, τα εξής:

  • Να έχει στο εξής η Ρωσία το «δικαίωμα» να προστατεύει τους χριστιανούς της Αυτοκρατορίας.
  • Να «αποχώρηση» ο Οθωμανικός στρατός από τη Μολδοβλαχία.
  • Να γίνεται «διάκριση» ενόχων & αθώων από τους Τούρκους κατά την αντιμετώπιση της Επανάστασης.

Εικόνα: Έφιππο πορτραίτο του Αλεξάνδρου Α’ της Ρωσίας.

Όπως ήταν φυσικό, ο Σουλτάνος, αρνήθηκε κι οι ρωσοτουρκικές διπλωματικές σχέσεις διακόπηκαν με την ανάκληση της ρωσικής διπλωματικής αντιπροσωπείας από την Πόλη. Ένας ακόμα Ρωσοτουρκικός πόλεμος ήταν προ των πυλών, ωστόσο ο Αλέξανδρος, επηρεασμένος πάντα από το Μέττερνιχ, δεν προχώρησε στην υλοποίηση του εγχηρήματος. Συν τοις άλλοις, η «θαλασσοκράτειρα» Αγγλία ήθελε να προωθήσει τα οικονομικά «συμφέροντά» της στην ανατολική Μεσόγειο και να ελέγχει αυτή τους εμπορικούς δρόμους προς την Ινδία. Φυσικό, λοιπόν, ήταν να μην επιθυμεί τις επεκτατικές, προς τα νότια, βλέψεις της Ρωσίας και να τις εμποδίζει. Η «ασθενής» οθωμανική αυτοκρατορία την εξυπηρετούσε στα σχέδιά της και γι’  αυτό ακολουθούσε το «αξίωμα» της «ακεραιότητας της αυτοκρατορίας του Σουλτάνου».

Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Στέλνοντας αυτό που σήμερα λέμε «εξωτερικούς παρατηρητές», η Αγγλία, διαφώνησε τόσο στο Τροπάου, όσο και στο Λάιμπαχ με την αρχή της «Ιεράς Συμμαχίας» για στρατιωτικές επεμβάσεις, αφού προτιμούσε τη μέθοδο της οικονομικής «διείσδυσης». Με οικονομικές «συμβάσεις και με δάνεια» υπό επωφελείς για τον δανειστή όρους η αγγλική οικονομική διείσδυση ήταν πιο κερδοφόρα κι οδηγούσε σε διαρκέστερη εξάρτηση του «δανειζόμενου από το δανειστή».

Σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση, οι Έλληνες του Λονδίνου διάβασαν στους «Times» της 11ης Απριλίου 1821 την εξής είδηση που τους έκανε να ριγήσουν από συγκίνηση και ενθουσιασμό. «Ο Πρίγκιψ Υψηλάντης έχει ένα έντιμο και διακεκριμένο όνομα μεταξύ των συμπατριωτών του. Ο πατήρ του είχε εξορισθή υπό του Τούρκου κυβερνήτου και ο πάππος του είχεν θανατωθή σκληρώς υπ’ αυτών. Κατά συνέπειαν ωθείτο εις την εχθρότητά του κατά της Πύλης υπό διπλού κινήτρου. Της εκδικήσεως και της φιλοπατρίας. Οι Τούρκοι σφαγιάζονται παντού και εις τον Μωρέαν και εις την Ήπειρον. Ο Αλή πασάς και ο Υψηλάντης είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν ο ένας τον άλλον. Χθες έφθασαν ενταύθα πληροφορίαι περί επαναστάσεως εις την Κωνσταντινούπολιν, εν συνεχεία επαναστάσεως εις την Βλαχίαν. Λέγεται ότι ο Έλλην Πατριάρχης εσφαγιάσθη».

Την ίδια στιγμή,  όμως, η Αγγλική κυβέρνηση κρατά «ουδέτερη» στάση. Μάλιστα, τον πρώτο καιρό της Επανάστασης, περίμενε και ανάλογα με τις εξελίξεις θα προσάρμοζε και τη δική της πολιτική και ο Άγγλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, Στράγκφορντ, έδειχνε σαφέστατα φιλοτουρκική στάση και έκανε ό,τι του περνούσε από το χέρι, για να εμποδίσει τη ρωσική πολιτική, ενώ, την ίδια εποχή, δέχτηκε και πρόταση από το σουλτάνο, όπως γράφει ο Ιωάννη Κορδάτο, «να μετακληθούν από τη Μάλτα μερικά αγγλικά πολεμικά πλοία για να καθαρίσουν το Αιγαίο από τον επαναστατικό ελληνικό στόλο». Ο Άγγλος διπλωμάτης έπαιρνε οδηγίες από το υπουργό του επί των εξωτερικών κατά την περίοδο 1821 – 1822, Ρόμπερτ Στιούαρτ Κάσλρεϊ, γνωστότερος εδώ στην Ελλάδα ως Κάστλερηγ, ο οποίος έβριζε και χλεύαζε τον ελληνικό αγώνα και αποκαλούσε τους Έλληνες «ανθρωπάρια ανάξια να ξεσκλαβωθούν».

Εικόνα: Παράταξη αγημάτων κατά το Συνέδριο του Λάιμπαχ, έργο του Leander Russ.

Από την άλλη πλευρά, η Γαλλία δεν ήθελε ούτε τη Ρωσία, ούτε την Αγγλία να προωθηθούν εις βάρος της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και μάλιστα στην ανατολική Μεσόγειο. Οι «διομολογήσεις», που περιλάμβαναν ευνοϊκές ρυθμίσεις για τα γαλλικά συμφέροντα, έχοντας υπογραφεί από το 1535, ήταν πολύ επικερδείς. Γίνετε λοιπόν αντιληπτό εξ αρχής, πως για την Γαλλία το «παιχνίδι» ήταν ξεκάθαρο, διότι αν ακολουθούσε την γραμμή της «Ιεράς Συμμαχίας» προωθούσε και τα δικά της συμφέροντα στην περιοχή.

Ταυτοχρόνως η Αυστρία, με «Καγκελάριο» Κλέμενς φον Μέττερνιχ συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό με την γειτονική της Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αρχικά ήταν και οι δυο κράτη όπου επικρατούσε «Απόλυτη μοναρχία», επομένως είχαν καθεστωτική συγγένεια. Επιπροσθέτως και οι δυο Αυτοκρατορίες μοιράζονταν ένα κοινό «πρόβλημα», ήταν και οι δυο πολυεθνικές, γεγονός που της οδηγούσε να αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα, είτε αυτά είχαν την μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, είτε αυτά ήταν οι Καρμπονάροι της Ιταλίας. Η συνεργασία μεταξύ των δυο λοιπόν ήταν αγαστή, με τους Αυστριακούς να παραδίδουν, στα τέλη του 18ου αιώνα, τον Ρήγα Φεραίο στους Οθωμανούς και φυλακίζοντας τον Αλέξανδρο Υψηλάντη μετα την αποτυχία της Επανάστασης στις Ηγεμονίες.

Ο Εθνικός χαρακτήρας του Αγώνα.

Αν και αρχικά είχε ανάμεσα στον Ελληνισμό επικρατήσει η σκέψη πως, λόγω του ευρωπαϊκού θαυμασμού για την ελληνική κλασική παιδεία, η χριστιανική Δύση θα βοηθούσε για την απελευθέρωση της Ελληνοχριστιανικής Ανατολής, στο ξεκίνημα του 19ου  αιώνα οι Έλληνες, βλέποντας και καταλαβαίνοντας τις ιδιοτελείς βλέψεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων όπως περιεγράφηκαν παραπάνω και για μην «καταδικαστεί» η κίνησή τους από τα ευρωπαϊκά «σαλόνια» ως κοινωνικοανατρεπτική επηρεασμένη από Ιακωβίνους ή καρμπονάρους, ενώ ήταν μόνο Εθνικοαπελευθερωτική κατά των τυράννων Οθωμανών, πιστεύουνε πως μπορούσαν κι «όφειλαν» μονάχοι τους να διεκδικήσουν την ελευθερία τους.

Για να αντικρούσουν πιθανές επικρίσεις από την «Ιερά Συμμαχία», συναντούμε από τους πρώτους μήνες του 1821 σ’  όλα τα κείμενα των πρώτων διακηρύξεων σαφείς δηλώσεις των Ελλήνων για την εθνική κι όχι κοινωνικοανατρεπτική φύση της Επανάστασης. Έτσι λοιπόν μέσα από της διακηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη, της «Μεσσηνιακή Γερουσία», του «Αχαϊκού Διευθυντηρίου», αλλά και στο λόγο του Κολοκοτρώνη στα Τρίκορφα για ν’   αποτρέψει αδελφοκτόνο σύγκρουση στρατού–προκρίτων, καθώς επίσης και στην αλληλογραφία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, βλέπουμε να διακηρύττετε εντόνως ο Εθνικοαπελευθερωτικός σκοπός της Επανάστασης.

Στο Λάιμπαχ οι «Δυνάμεις» αποδοκίμασαν την Ελληνική Επανάσταση και τάχτηκαν αλληλέγγυες με τη «νόμιμη» εξουσία του Σουλτάνου. Τα αμέσως επόμενα χρόνια, όμως, ο Μέττερνιχ, έχοντας ως «δεξί του χέρι» τον επίσης ανθέλληνα και θιασώτη της απολυταρχίας Φρειδερίκο Φον Γκεντζ, θα έμενε μόνος πιστός στις απολυταρχικές κι αντιδραστικές αρχές της «Ιεράς Συμμαχίας», καθώς οι άλλες δυνάμεις αναθεώρησαν τη στάση τους προς την Επανάσταση και τους Έλληνες, κατά κύριο λόγο εξαιτίας του διογκούμενου, λόγω των τουρκικών βιαιοτήτων, φιλελληνικού ρεύματος, των πολεμικών επιτυχιών των Ελλήνων κατά των Τούρκων τα δυο πρώτα χρόνια του Αγώνα ή μήπως επανεκτίμησαν τα συμφέροντά του στη νοτιοανατολική Μεσόγειο;

Στις 30 Απρίλη του 1821 έρχονται στο Λάιμπαχ, για άλλη μια φορά, ο Τσάρος, ο βασιλιάς της Πρωσίας κι ο Αυστριακός αυτοκράτορας, με τους υπουργούς τους και τους υψηλά ιστάμενους διπλωματικούς συνεργάτες τους, αλλά και Γάλλοι κι Άγγλοι εκπρόσωποι. Είχαν μαζευτεί για να αποφασίσουν τη βίαιη καταστολή των απελευθερωτικών κινημάτων του Πεδεμοντίου και της Νεάπολης της ιταλικής χερσονήσου. Εκεί κυκλοφορεί και η περίφημη «Διακήρυξη της Ιεράς Συμμαχίας», σύμφωνα με την οποια, καταδικαζόταν ως εγκληματική κάθε φιλελεύθερη κίνηση των λαών για εθνική απελευθέρωση ή κοινωνική δικαιοσύνη.

Εικόνα: Ελαιογραφια του Λουδοβίκος ΙΗ’ της Γαλλίας.

Η μεταστροφή του 1822.

Κι αφού μεσολάβησε στις 6 Ιουλίου το ρωσικό τελεσίγραφο, με το οποίο παρουσιάζεται η Ελληνική Επανάσταση ως ξεσηκωμός καταδυναστευομένου από βάρβαρο δυνάστη έθνους κι όχι ως στασιαστική εξέγερση υποκινούμενη από «διεθνείς ανατροπείς», το 1822 εισέρχεται με ένα καλό νέο για τους Έλληνες. Το πρώτο κράτος που αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση του 1821 επίσημα ήταν η Αϊτή, αυτή η μικρή δημοκρατία της Καραϊβικής. Ο πρόεδρός της Γιόχαν Μπόγερ έστειλε στις 15 Γενάρη του 1822 έγγραφο στην ελληνική επιτροπή του Παρισιού, απαντώντας στην έκκληση του Κοραή, στο οποίο ανάγγειλε την αναγνώριση της ελληνικής προσωρινής διοίκησης και ευχόταν τη νίκη της Επανάστασης.

Την άνοιξη του 1822, όμως, ο Τσάρος της Ρωσίας, Αλέξανδρος, εμφανίζεται απρόθυμος να πολεμήσει εναντίον του Σουλτάνου. Εγένετο, μάλιστα, όπως γράφει ο Παύλος Καρολίδης, «ειρηνικός, συντελεσάντων εις τούτο των αγγελθέντων υπό του αδελφού αυτού αντιβασιλέως της Πολωνίας μεγάλου δουκός Κωνσταντίνου του πρότερον υποψηφίου Έλληνος αυτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως περί επικειμένης επαναστάσεως των Πολωνών εν περιπτώσει πολέμου  και της εκραγείσης επαναστάσεως εν Ισπανία».

Στις εαρινές συζητήσεις Ρωσίας και Αυστρίας, απεσταλμένος του Τσάρου ήταν ο Τάτιστσεφ, στον οποίο ο Μέττερνιχ είπε ότι η Αυστρία θα εγκατέλειπε τους Ρώσους εάν κήρυτταν τον πόλεμο κατά του Σουλτάνου και ότι μόνο για βελτίωση της τουρκικής διοίκησης μπορούσαν να γίνουν διαπραγματεύσεις και όχι για τη δημιουργία ημιανεξαρτήτου Ελλάδας, όπως είχε προτείνει ο Αλέξανδρος. Όμως ενώ αποφασίστηκε να γίνει μια νέα Σύνοδος των ηγεμόνων της Ευρώπης, ο Τσάρος, για να έχει τη σύμπραξη των συμμάχων του, θα έπρεπε, κατά το Μέττερνιχ, να «θυσιάσει» τον Ιωάννη Καποδίστρια. Πράγματι, η τσαρική πολιτική επέφερε και την απομάκρυνση του Επτανήσιου διπλωμάτη από τη Ρωσική Αυλή προς τα τέλη του θέρους του 1822.

Λίγους μήνες, λοιπόν, αργότερα στα μέσα του Οκτωβρίου του 1822, οι επιθυμίες του Τσάρου ευοδώθηκαν, καθώς ξεκινά τις εργασίες του το Συνέδριο της Βερόνας. Συμμετείχαν οι αυτοκράτορες Ρωσίας κι Αυστρίας, ο βασιλιάς της Πρωσίας, ανώτατοι άρχοντες μικρότερων κρατιδίων της ιταλικής χερσονήσου, ο νικητής του Ναπολέοντα, Δουκας του Ουέλλιγκτον, ως επικεφαλής της αγγλικής αποστολής αντί του αυτόχειρα υπουργού εξωτερικών Κάστλερηγ, ο  αντιπρόσωπος του Πάπα, καρδινάλιος Σπίνα, ο Μέττερνιχ και οι Γάλλοι πολιτικοί, Σατομπριάν και Μονμορανσύ.

Να σημειωθεί πως κατακαλόκαιρο, τον Ιούλη του 1822, ο Αυστριακός καγκελάριος θορυβημένος γράφει στο Βρετανό πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη πως το ελληνικό ζήτημα πρέπει να λυθεί μπροστά σε ευρωπαϊκό δικαστήριο, αλλά τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ο Σουλτάνος, Μαχμούτ Β’, προβάλλει πεισματική αντίδραση στην ιδέα μιας ευρωπαϊκής επέμβασης στο ελληνικό θέμα.

Εικόνα: Ο Μαχμούτ Β’ Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βασίλεψε από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839, ενώ κλήθηκε να αντιμετωπίσει την Ελληνική Επανάσταση.

Αφού ο Μέττερνιχ δεν άφησε τον Πάπα Πίο Ζ’ να δεχτεί τον Ανδρέα Μεταξά και τον Γάλλο αξιωματικό Πιέρ Ζουρνταίν, αλλά ούτε και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, που απεστάλη κατόπιν με δελεαστικές προτάσεις για ένωση της Ελληνικής με την Παπική Εκκλησία, οι Ρώσοι κι οι Τούρκοι ξανασυνάπτουν διπλωματικές σχέσεις. Οι όροι του σχετικού πρωτοκόλλου, που υπογράφεται στις 9 Σεπτεμβρίου του 1822, είναι ξεκάθαρα υπέρ των συμφερόντων του Τσάρου.

Σ’ ό,τι αφορά την Ελληνική Επανάσταση, σύμφωνα με τη διακήρυξη των αποφάσεων του συνεδρίου της Βερόνας, που εκδόθηκε με το πέρας των εργασιών του στις 2 Δεκεμβρίου, καταδικάζεται ξανά ως ενέργεια ασύνετη, εγκληματική και κοινωνικοανατρεπτική. Οι Ευρωπαίοι, επειδή δεν ήθελαν διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εθελοτυφλούν, το 1822, μπροστά στο υπαρκτό Ελληνικό πρόβλημα, παραβλέποντας δε τις επίμονες διακηρύξεις των Ελλήνων πως ο Αγώνας τους είναι μόνον εθνικοαπελευθερωτικός.

Επιπλέον, όπως αναφέρει λεπτομερώς ο πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, το 1822, σε υπόμνημά του προς τους πολιτικούς του επικεφαλής στο Παρίσι, οι λόγοι που ώθησαν την Αγγλία στην αρχική υιοθέτηση μιας χωρίς προσχήματα εχθρικής στάσης απέναντι στην Επανάσταση του 1821 έγκειται στους φόβους της ότι στο επαναστατημένο μ’ απώτερους σκοπούς την απελευθέρωσή του από το Σουλτάνο και την πολιτική ανεξαρτησία του ελληνικό έθνος η Αγγλία διείδε μια ναυτική δύναμη, ανταγωνίστρια των αγγλικών συμφερόντων στην περιοχή του Αιγαίου και της Μεσογείου.

Η Αγγλία, μετά το συνέδριο της Βερόνας, στα τέλη 1822, άρχισε να αναθεωρεί τη στάση της απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, γιατί πίστεψε πως τα οικονομικοπολιτικά της συμφέροντα στη Βαλκανική και στην ανατολική Μεσόγειο δε θα διασφάλιζε πια μια «ακέραια» Οθωμανική αυτοκρατορία. Έτσι λοιπόν μετα το 1822 μπορούμε να μιλάμε για τον βιολογικό θάνατο της «Ιεράς Συμμαχία», του επονομαζόμενου και ως «χωροφύλακα» της Ευρώπης.

Πηγές:

  • Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια».
  • Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντινος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Ασπρέας Γεώργιος, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος».
  • Κυριάκος Σιμόπουλος, «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21».
  • Ιωάννης Κορδάτος, «Οι επεμβάσεις των Άγγλων στην Ελλάδα».
  • Παύλος Καρολίδης, «Ιστορία της Ελλάδος μετ’ εικόνων».
  • Αναστάσιος Βουρνάς, «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας».
  • Εκδοτική Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Ιωάννης Κορδάτος, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας».
  • Διονύσιος Κόκκινος, «Η ελληνική επανάστασις».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.