Μεσοβυζαντινή Περίοδος (610-1057 μ.Χ.)
Ο θεσμός των Θεμάτων. Η ασπίδα και το ξίφος της Αυτοκρατορίας.

Ο θεσμός των Θεμάτων. Η ασπίδα και το ξίφος της Αυτοκρατορίας.

Γράφει ο αξιότιμος κ. Δημήτριος Γιαννόπουλος.

Με το θάνατο του Βασίλειου B’ του «Βουλγαροκτόνου», το 1025 μ.Χ, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έχει φθάσει στο απόγειο της ακμής της. Ήταν η κατάληξη μίας σειράς «ορθών» επιλογών και «θαρραλέων» αποφάσεων από τους ικανούς αυτοκράτορες της «Μακεδονικής Δυναστείας», όπως ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, ο Λέων ο Σοφός, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Ιωάννης Tσιμισκής και περισσότερο απ’ όλους, του ίδιου του Βουλγαροκτόνου.

Με συνεχείς, σκληρούς πολέμους η Αυτοκρατορία ανακτά ολόκληρη τη Μικρά Ασία, συντρίβοντας την αραβική αντίσταση, ενώ προσαρτά τις περιοχές της βόρειας Συρίας, της Μεσοποταμίας, την Δυτικής Αρμενίας και την Γεωργίας, ενώ σε άλλους «γείτονες» της επιβάλλει την επικυριαρχία της. Έτσι λοιπόν, έγινε εφικτό να αποκατασταθεί και ο «πλήρης» έλεγχος  της Αυτοκρατορίας στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

Από την άλλη πλευρά, με την «επαναφορά» των Βουλγάρων και των νότιων Σλάβων στην «έννομη» τάξη τα Ρωμαϊκά σύνορα έφθασαν και πάλι, έπειτα από τέσσερις αιώνες, ως το Δούναβη. Κατόπιν αυτού, η αυτοκρατορική επιρροή επεκτάθηκε και πέρα από τα σύνορα της Αυτοκρατορίας. Οι Ούγγροι και κατόπιν οι Pως «εκχριστιανίζονται», ενώ αποκαθίστανται οι επαφές με τη δυτική Ευρώπη, η οποία δέχεται έντονη επίδραση από την Ρωμανία, τόσο στον πνευματικό όσο και στον οικονομικό τομέα.

Εικόνα: Μικρογραφία από χειρόγραφο ψαλτήρι του 11ου αιώνα που αναπαριστά τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο να στέφεται από αγγέλους. Το παραπάνω έργο βρίσκετε στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας.

Το «εύρος» της κυριαρχίας των «Ρωμαίων της Ανατολής», κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, μπορεί να γίνει αντιληπτό τόσο από την παγιωμένη πολιτική ιδεολογία τους, όσο και από τις επαφές τους με τα διάφορα βάρβαρα έθνη. Έχοντας καθιερώσει μία «πυραμιδική» διαβάθμιση όλων των λαών, βρίσκονται στην κορυφή αυτής της «πυραμίδας».

H αυτοκρατορική γραμματεία καθιέρωσε ένα καλομελετημένο «πρωτόκολλο», σύμφωνα με το οποίο ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας θεωρείται ο «Πατέρας» σε μία «υποθετική» οικογένεια των μοναρχών και των ηγεμόνων της εποχής. Έτσι λοιπόν, στο Γερμανό «βασιλέα» παραχωρείται ο τίτλος του «Αδελφού», ο τσάρος της Βουλγαρίας «περιορίζεται» στο να χαρακτηρισθεί ως “Υιός”, ενώ οι λιγότερο σημαντικοί πρίγκιπες αποκαλούνται απλοί ως «Φίλοι». Στους τελευταίους συχνά παραχωρούνται «τίτλοι» που δείχνουν την έστω και ονομαστική εξάρτηση από τον Αυτοκράτορα, όπως ο τίτλος του «Kουροπαλάτη» και σε ορισμένες περιπτώσεις του «Aρχοντα».

Με άλλα λόγια, οι Ρωμαίοι είχαν αναλάβει και πιστέψει σε μια «θεόσταλτη αποστολή», σύμφωνα με την οποια, ο Αυτοκράτορας, είχε έναν ρόλο παγκόσμιου «διαιτητή και σωτήρα» με την θέληση και την εύνοια του ίδιου του Θεού. Έτσι λοιπόν, οι κάτοικοι της Ρωμανίας, αισθανόταν υπερηφάνεια για τις επιτυχίες των αυτοκρατόρων ως «απόρροια» της αγαστής συνεργασίας Εκκλησίας και Κράτους.

Είναι χαρακτηριστική η ρήση του Οικουμενικού Πατριάρχη, Νικολάου Mυστικού, προς τον Βούλγαρο τσάρο Συμεών πως, «Τόσο η Δύση, όσο και η Ανατολή ανήκουν στο κράτος των Ρωμαίων». Συν της άλλοις, η αναφορά του Βασιλείου B’, όταν «καταστράφηκε» το βασίλειο της Βουλγαρίας, σε επίσημο έγγραφο, απευθυνόμενος σε εκκλησιαστικό άρχοντα, ότι «ανάμεσα στα αγαθά που του πρόσφερε ο Θεός, προτιμά οπωσδήποτε την προσάρτηση εδαφών στην αυτοκρατορία του», αποδεικνύει τα παραπάνω πέραν κάθε αμφιβολίας.

Από την «αχαλίνωτη» ευημερία στον «κυκεώνα» της κρίσης.

H περίοδος των εξήντα περίπου ετών από το θάνατο του Βασιλείου B’, το 1025, ως και την άνοδο στον αυτοκρατορικό θρόνο του Αλέξιου A’ του Κομνηνού, το 1081, μπορεί ίσως να θεωρηθεί η «κρισιμότερη» χρονική περίοδος στη μακραίωνη ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. H ερμηνεία των γεγονότων, η απόδοση και ο επιμερισμός ευθυνών σε μία ιδιαίτερη «ταραχώδη» εποχή, η οποία σημαδεύεται από μία άνευ προηγουμένου δυναστική «κρίση» με την εναλλαγή δώδεκα Αυτοκρατόρων στο θρόνο, το οριστικό σχίσμα του 1054 ανάμεσα στην καθολική και την ορθόδοξη εκκλησία, την ήττα στη μάχη του Μαντζικέρτ, το 1071, από τους Σελτζούκους Τούρκους και άλλα γεγονότα, καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη.

Κάποια στιγμή, βέβαια, επανήλθε η ομαλότητα στο θρόνο με τους Κομνηνούς, αλλά όσο επιτυχημένη διαχείριση των πραγμάτων και αν έγινε, η πορεία ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τις εντυπωσιακές νίκες των Κομνηνών στο στρατιωτικό πεδίο και την ανόρθωση της αυτοκρατορικής επιρροής στην Μεγάλη Ελλάδα, έστω και προσωρινά, ιδιαίτερα με το Μανουήλ Κομνηνό, η ανάκαμψη αποδείχθηκε μάλλον παροδική και εφήμερη, αφού η εισβολή και ακολούθως η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 στο πλαίσιο της Δ’ Σταυροφορίας βρήκε την Ρωμανία εντελώς απροετοίμαστη.

Εικόνα: Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, έργο του David Aubert.

H άλωση του 1204 «στιγμάτισε» καθοριστικά την μοίρα της Αυτοκρατορίας και φανέρωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την «παρακμή» στην οποία είχε περιέλθει και από την οποία δεν κατάφερε να ανανήψει ποτέ. H παλινόρθωση του 1261 μπορεί να έδωσε κάποιες αμυδρές ελπίδες για ανάκαμψη, αλλά το Κράτος μέχρι και την άλωση του 1453 δεν θα καταφέρει να ορθοποδήσει ούτε να βρει ξανά την παλιά λάμψη του. Αντιμέτωποι με τον ολοένα αυξανόμενο κίνδυνο που πρέσβευε η νέα δύναμη των Οθωμανών, όλοι οι Αυτοκράτορες θα αποδυθούν σε έναν συνεχή και άοκνο αγώνα εύρεσης ισχυρών συμμάχων. Τα αποτελέσματα, όπως είναι γνωστό, υπήρξαν από φτωχά έως αποκαρδιωτικά, καθώς πλέον η Ρωμανία είχε απωλέσει την παλαιά ποτέ αίγλη της.

Με άλλα λόγια, από τα τέλη του 11ου αιώνα τα πρώτα σημάδια θεσμικής ανεπάρκειας στη βυζαντινή κοινωνία είναι πλέον ορατά, ενώ τα πρώτα συμπτώματα αποσύνθεσης γίνονται ολοένα και πιο αισθητά. Συγκεκριμένα, μέσα στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα έχει πλέον συντελεστεί η κατάρρευση του θεσμού των «Θεμάτων», των στρατιωτικο-διοικητικών γεωγραφικών ενοτήτων στις οποίες ήταν διαιρεμένη η επαρχιακή διοίκηση του κράτους κατά τους προηγούμενους αιώνες, υπό την ενιαία στρατιωτική και πολιτική εξουσία του στρατηγού. Για να γίνει, όμως, αντιληπτός ο λόγος και η σημασία για την αυτοκρατορία της παρακμής αυτού του θεσμού, πρέπει να εξηγηθούν οι συνθήκες που ευνόησαν τη δημιουργία του, την εξέλιξή του και ποιες συνισταμένες επικράτησαν ώστε τελικά να εγκαταλειφθεί.

Η «γέννηση» του θεσμού των Θεμάτων.

Ο στρατιωτικο-διοικητικός θεσμός των Θεμάτων, που κύριο γνώρισμά του ήταν η συγκέντρωση της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας στο πρόσωπο του στρατιωτικού διοικητή, δηλαδή του στρατηγού, μίας επαρχίας και η συγκρότηση εθνικού στρατού με την καθιέρωση τοπικής στρατολογίας, δεν ήταν θεσμός που εισήγαγε ένας συγκεκριμένος Αυτοκράτορας ή κάποιος νομοθέτης, αλλά αντιθέτως ήταν απότοκο μίας βαθμιαίας «εξέλιξης» με αφετηρία την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, δηλαδή της χρονικής περιόδου από τον 4ο μέχρι τα μέσα του 6ου αιώνα.

Αυτό διότι το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, κατά την πρώτη περίοδο της ιστορίας του, διοικητικά και στρατιωτικά ήταν διαιρεμένο βάσει των μεταρρυθμίσεων που εισήγαγαν ο Αυτοκράτορας Διοκλητιανός και ο Μέγας Κωνσταντίνος, οι οποίες καθόριζαν τον «αυστηρό» διαχωρισμό της πολιτικής από τη στρατιωτική εξουσία. Διοικητικά, η Αυτοκρατορία, ήταν διαιρεμένη σε μεγάλες διοικητικές περιφέρειες, τις λεγόμενες «επαρχόντιες», στις μικρότερες «διοικήσεις» και σε ακόμη μικρότερες επαρχίες, τις λεγόμενες και «υπαρχίες», υπό τη διοίκηση πολιτικών αρχόντων, των Επάρχων, των Βικαρίων και των Κονσουλαρίων αντίστοιχα.

Στρατιωτικά, το κράτος ήταν διαιρεμένο κατά μήκος των συνόρων σε τομείς, τα ονομαζόμενα «Δουκάτα», με επικεφαλής τους Δούκες, που διοικούσαν της δυνάμεις που είχαν ως σκοπό την «προκάλυψη και ανάσχεση» των εχθρών. H ενδοχώρα πίσω από τα Δουκάτα διαιρούνταν σε μεγάλες στρατιωτικές διοικήσεις, «magisteria militum», υπό τη διοίκηση των αντίστοιχων στρατιωτικών διοικητών, «magistri militum», που διοικούσαν τις δυνάμεις «κρούσης και αντεπίθεσης».

Εικόνα: Τα Θέματα της Μικράς Ασίας το 750 μ.Χ.

H «Διοκλητιάνη» πρακτική, με το «σαφή» και απόλυτο διαχωρισμό της στρατιωτικής από την πολιτική εξουσία, που είχε καθιερωθεί επί της ουσίας για να αποτρέψει τη συγκέντρωση υπερβολικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο, άρχισε να εγκαταλείπεται τον 6ο αιώνα, διότι προκαλούσε αντιζηλίες μεταξύ του πολιτικού και του στρατιωτικού άρχοντα, οι οποίες απέβαιναν εις βάρος της καλής διοίκησης και της άμυνας των επαρχιών.

Η πρώτη κίνηση «στρατιωτικοποίηση» της επαρχιακής διοίκησης με νομοθετική πρόβλεψη γίνεται επί Iουστινιανού, ο οποίος με μια σειρά διαταγμάτων εισήγαγε ενιαία διοικητική και πολιτική εξουσία στις περισσότερες επαρχίες του ανατολικού τμήματος του κράτους. Οι διάδοχοι του Ιουστινιανού συνέχισαν τη στρατιωτικοποίηση της επαρχιακής διοίκησης. Ο Αυτοκράτορας Μαυρίκιος ιδρύει τα εξαρχάτα της Ραβένας το 584, και της Αφρικής το 591, όπου ο έξαρχος συγκέντρωνε στα χέρια του την πολιτική και διοικητική εξουσία.

Επιπλέον, τον 6ο αιώνα σημειώνονται δύο ακόμη ουσιώδεις μεταβολές που αφορούν στην εθνολογική σύνθεση του στρατού και στη στρατιωτική ορολογία. O στρατός της πρώιμης βυζαντινής περιόδου συγκροτούνταν από ντόπιο πληθυσμό, αλλά και από «βαρβάρους», οι οποίοι υπηρετούν ως μισθοφόροι στον αυτοκρατορικό στρατό. Σταδιακά το «βαρβαρικό» στοιχείο άρχισε να ισχυροποιείται όλο και περισσότερο, ενώ δραματική ήταν η μείωση των γηγενών. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Ρωμαίων, η οποία εκδηλώθηκε με «αντιβαρβαρικά» κινήματα, με αποτέλεσμα να απαλλαχθεί το κράτος από το βαρβαρικό κίνδυνο.

Τότε άρχισε να εφαρμόζετε σε μεγάλη κλίμακα η στρατολογία των εμπειροπόλεμων φυλών της Iσαυρίας, περιοχή μεταξύ Λυκαονίας, Πισιδίας και ορεινής Kιλικίας, που ήταν υπήκοοι της Αυτοκρατορίας. H μεταβολή αυτή στην προέλευση των στρατευμένων προσδιορίζει τη σύνθεση και τη συγκρότηση του Ρωμαϊκού στρατού από τον 6ο αιώνα και στο εξής. Tην ίδια εποχή, συμβαίνει και μία άλλη μεταβολή, που αφορά στη στρατιωτική ορολογία. Oι στρατιωτικές υπηρεσίες του κράτους, για να δηλώσουν τις μεγάλες στρατιωτικές μονάδες, χρησιμοποιούν τον όρο «Θέμα», αρχικά με τη σημασία του καταλόγου στον οποίο ήταν καταχωρισμένη η δύναμη κάθε στρατιωτικής μονάδας, και έπειτα λαμβάνοντας το νόημα και της ίδιας της στρατιωτικής μονάδας.

Οι μεγάλες «μονάδες-θέματα» του Ρωμαϊκού στρατού έπαιρναν, αρχικά τουλάχιστον, το όνομά τους ή από την περιφέρεια απ’ όπου καταγόταν το κύριο μέρος των στρατιωτών που τις συγκροτούσαν, για παράδειγμα το «Θέμα των Aρμενιακών», ή και από την κατηγορία των στρατιωτών που αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα τους, λόγου χάριν το «Θέμα του Oψικίου» το οποίο ονοματοδοτήθηκε έτσι από την λέξη «obsequim» που σε ελληνική μετάφραση σημαίνει «ακολουθία», δηλαδή, αποτελούνταν από άνδρες της αυτοκρατορικής φρουράς.

Κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα, οπότε το κράτος δέχεται τις Περσικές και αργότερα τις Αραβικές εισβολές, τα θέματα είναι κινητικές στρατιωτικές μονάδες που σπεύδουν να αποκρούσουν τους εισβολείς. Αφού οι ορδές των Αράβων απωθήθηκαν οριστικά πέρα από την οροσειρά του Ταύρου, αρχίζει μία νέα περίοδος για τα «Θέματα». Σταδιακά αρχίζουν να αποκτούν όλο και πιο πολύ στατικό χαρακτήρα, δηλαδή, να προασπίζονται τις ευρύτερες περιοχές όπου έχουν στρατοπεδεύσει και αυτές να αποτελούν τον τομέα της «ευθύνης» τους.

Εικόνα: Ο Κωνσταντίνος Ε’ με γένια και μύστακα και ο συναυτοκράτορας γιος του Λέων Δ’.

Έτσι λοιπόν το «Θέμα των Ανατολικών», αναλαμβάνει την προάσπιση των κεντροανατολικών επαρχιών της Μικράς Ασίας, το «Θέμα των Aρμενιακών», την άμυνα της περιοχής του Πόντου μέχρι την Αρμενία, και το «Θέμα του Oψικίου, τη φρούρηση των περιοχών της Βιθυνίας, της Γαλατίας και του Ελλησπόντου, χρησιμεύοντας ως γενική εφεδρεία των δύο προηγουμένων. Kατ’ επέκταση, σιγά-σιγά το όνομα των «Θεμάτων» μετατρέπετε από το σήμα κατατεθέν συγκεκριμένων στρατιωτικών μονάδων, στο όνομα ολόκληρων περιφερειών, των οποίον έχουν αναλάβει την προάσπιση από κάθε πιθανό κίνδυνο.

Οι εξελίξεις κατά την διάρκεια του 8ου αιώνα.

H μόνιμη παρουσία σοβαρών εξωτερικών κινδύνων έφερε στη συνείδηση του λαού, αλλά και στο σχεδιασμό του κράτους, το στρατιωτικό παράγοντα σε πρώτη προτεραιότητα, με αποτέλεσμα ο στρατιωτικός διοικητής του θέματος να υποσκελίσει τους πολιτικούς διοικητές της περιφέρειάς του και να «συγκεντρώσει» βαθμιαία όλη την πολιτική και τη στρατιωτική εξουσία. Αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών είναι ότι το κράτος από το τελευταίο τρίτο του 8ου αιώνα εμφανίζεται διαιρεμένο σε μόνιμες στρατιωτικές διοικήσεις, τα προαναφερόμενα «Θέματα», που είναι συγχρόνως στρατιωτικά και διοικητικά μορφώματα υπό την ενιαία διοίκηση του «Στρατηγού», ο οποίος έχει υπό την εξουσία του τα στρατιωτικά όσο και τα πολιτικά στελέχη του Θέματός του.

Πότε έγινε η μεταβολή, δεν μπορεί κάποιος να το αποδείξει με ακρίβεια, εξαιτίας της απουσίας τέτοιου είδους πληροφόρησης από τις πηγές. Πάντως, είναι βέβαιο ότι ο όρος «Θέμα» έχει αποκτήσει τη σημασία της στρατιωτικο-διοικητικής περιφέρειας την εποχή του Κωνσταντίνου E’. Επακόλουθο της στρατιωτικοποίησης της επαρχιακής διοίκησης ήταν η βαθμιαία κατάργηση του διαχωρισμου σε «επαρχόντιες» και «διοικήσεις». Το αξίωμα του «Επάρχου των πραιτορίων» εξαφανίζεται από τα τέλη του 8ου αιώνα. Στη θέση του έρχεται η νέα Θεματική οργάνωση, που παρουσιάζεται σε όλη της την ακμή από τα μέσα του 8ου αιώνα και μετά.

Όπως σημειώθηκε ήδη, εκ των δομικών στοιχείων του Θεματικού θεσμού υπήρξε η συγκρότηση εθνικού στρατού, με την καθιέρωση τοπικής στρατολογίας. O στρατός των θεμάτων συγκροτούνταν από στρατιώτες-γεωργούς, που επιλέγονταν και στρατολογούνταν στην περιοχή κάθε Θέματος με ευθύνη του στρατηγού και με βάση όχι μόνο τα σωματικά προσόντα τους, αλλά και την οικονομική επιφάνειά τους, που εξαρτάτο από το μέγεθος της ιδιοκτησίας τους και εξασφάλιζε την κάλυψη των δαπανών εξάρτυσης και εξοπλισμού τους.

Οι στρατιώτες των Θεμάτων ήταν «επίστρατοι», καλούμενοι υπό τα όπλα κάθε φορά που παρουσιαζόταν ανάγκη ή για τη διεξαγωγή «γυμνασίων». Συνήθως το χειμώνα ο στρατός διαλυόταν και οι στρατιώτες διαχείμαζαν στα σπίτια τους, ασχολούμενοι με γεωργικές εργασίες, με την υποχρέωση να δώσουν το «παρών» σε ορισμένο μέρος την επόμενη άνοιξη.

Tη φρούρηση του θέματος κατά τη διάρκεια της «παραχειμασίας» των επίστρατων στρατιωτών αναλάμβαναν οι στρατιώτες του μόνιμου στρατιωτικού πυρήνα του θέματος, οι «ταξάτοι». H παρακμή των θεμάτων από τον 11ο αιώνα οφείλεται κατά κύριο λόγο στη συρρίκνωση της τάξης των μικροκαλλιεργητών που αποτελούσαν τη στρατολογική βάση. H εκ νέου συγκέντρωση της γης σε λίγα χέρια, στις λεγόμενες οικογένειες των «Δυνατών», ώθησε το θεσμό του εθνικού στρατού στην εξαφάνιση, όπως άλλωστε είχε γίνει και στην ενιαία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μερικούς αιώνες νωρίτερα, με τη δημιουργία των «Λατιφούντιων».

Εικόνα: Τα ανατολικά θέματα της Αυτοκρατορίας, κατά το 950 μ.Χ.

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η Αυτοκρατορία, προσπαθώντας να προστατέψει την ιδιοκτησία των στρατιωτών από την απειλή απορρόφησης από τους μεγαλοϊδιοκτήτες, εισήγαγε το 10ο αιώνα νομοθετικές πράξεις, με τις οποίες κατέγραψε ένα μέρος των γαιών των στρατιωτών ως αναπαλλοτρίωτο όριο στους στρατιωτικούς κώδικες, διασφαλίζοντας έτσι ένα ελάχιστο ποσοστό από την ιδιοκτησία τους που ήταν απολύτως απαραίτητο για την κάλυψη των εξόδων των στρατιωτών.

Χαρακτηριστικό του θεσμού των Θεμάτων ήταν το φαινόμενο του συνεχούς κατακερματισμού τους, που άρχισε σχεδόν αμέσως με τη δημιουργία τους και συνεχίστηκε και τους επόμενους αιώνες. Τα θέματα κατά τον 8ο αιώνα ήταν μόλις πέντε, Aρμενιακόν, Aνατολικόν, Oψικίου, Kιββυραιωτών και Θράκης. Tον 9ο αιώνα ο αριθμός τους ανεβαίνει στα 20, ενώ τον 11ο αιώνα εκτοξεύονται στα 30.

Κάθε διάσπαση υποκινήθηκε από διαφορετικούς σκοπούς και απέβλεπε σε διαφορετικούς στόχους. H πρώτη, υπό το Λέοντα Γ’, αποσκοπούσε στην αποδυνάμωση των μεγάλων διοικήσεων και στον περιορισμό του κινδύνου των επαναστατικών κινημάτων από τους στρατηγούς. Oι διασπάσεις του 9ου και του 10ου αιώνα σκόπευαν στην εδραίωση της κρατικής κυριαρχίας στα νεοαποκτηθέντα εδάφη και στην εξασφάλιση καλύτερης άμυνας.

Η έναρξη της «παρακμής» των Θεμάτων.

Ήδη από τον 10ο αιώνα, η Θεματική οργάνωση του κράτους αρχίζει να παρέχει τις πρώτες ενδείξεις μελλοντικών μεταβολών. H αύξηση του αριθμού των Θεμάτων, την οποία συνεπάγεται ο «κατακερματισμός» των παλαιότερων Θεματικών περιοχών του κράτους, συνοδεύεται από ένα γενικό φαινόμενο, το οποίο θα οδηγήσει τελικά στην οριστική παρακμή του Θεματικού θεσμού, στην ισχυροποίηση των «Δουκών» και των πολιτικών αξιωματούχων των Θεμάτων και στη μείωση της δύναμης των Στρατηγών, ως ανώτατων στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών του αντίστοιχου Θέματος.

O Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, του οποίου η κυριαρχία αμφισβητήθηκε ανοιχτά και απροκάλυπτα από τα διάφορα κινήματα ισχυρών Στρατηγών της εποχής του, άρχισε σκόπιμα να μειώνει το κύρος του αξιώματος του Στρατηγού, απονέμοντας το βαθμό αυτό στους επικεφαλής εκστρατευτικών σωμάτων και σε πολυάριθμους φρούραρχους, ώστε να περιορίσει τη δύναμη των μεγάλων στρατιωτικών θεμάτων. Πραγματικά, με την εμφάνιση του αξιώματος των φρουράρχων διοικητών, ήταν εφικτό κάθε Θεματικός Στρατηγός να μη διοικεί πια άμεσα μεγάλη δύναμη, αλλά απλώς να διατάζει σειρά τοπικών διοικητών, που δεν είχαν κανένα λόγο να είναι περισσότερο αφοσιωμένοι σε αυτόν, παρά στον Αυτοκράτορα.

Οι στρατιωτικοί αυτοί διοικητές ονομάζονται «Δούκες» και «Κατεπάνοι», ενώ η σημασία τους ενισχύεται στη στρατιωτική ιεραρχία, επειδή αντίστοιχα περιορίζονται οι στρατιωτικές αρμοδιότητες του Στρατηγού. Φυσικό, λοιπόν, επακόλουθο του κατακερματισμού των Θεματικών περιοχών είναι ότι ο στρατηγός-διοικητής τους χάνει τη σπουδαιότητά του. Στη θέση του προβάλλουν πλέον ο «Δούκες» και ο «Κατεπάνοι», οι οποίοι τον 11ο αιώνα αποκτούν στη στρατιωτική ιεραρχία τη σημασία που είχε ο Στρατηγός κατά την προηγούμενη περίοδο.

Εικόνα: Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός ήταν ο ουσιαστικός θεμελιωτής της δυναστείας των Κομνηνών, μιας από τις ενδοξότερες δυναστείες της βυζαντινής ιστορίας. Το παραπάνω έργο ειναι μικρογραφία από χειρόγραφο του 12ου αιώνα και βρίσκετε στην Biblioteca Apostolica του Βατικανού.

Εδώ πρέπει να γίνει η διευκρίνιση ότι με τον κατακερματισμό των μεγάλων περιοχών, οι κατά τόπους διοικητές των στρατιωτικών τμημάτων αποκτούν βέβαια σπουδαιότητα έναντι του Στρατηγού, αλλά αρχικά δεν τον υποκαθιστούν στα ενιαία καθήκοντά του, στρατιωτικά και πολιτικά, επειδή η χειραφέτησή τους από το Στρατηγό συμπίπτει με την παράλληλη χειραφέτηση των ανώτερων στελεχών των Θεμάτων, των «Κριτών». Oι τελευταίοι, διατηρώντας μία χαλαρή εξάρτηση από το Στρατηγό, αναλαμβάνουν τον 11ο αιώνα την πολιτική διοίκηση του θέματος και θα αποκτήσουν, κυρίως, δικαστικές αρμοδιότητες.

Έτσι οι παρατηρούμενες αυτές τάσεις, από τα μέσα του 10ου αιώνα, καταλήγουν σε ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα, το οποίο δεν είναι άλλο από την εξαφάνιση γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα των Στρατηγών ως διοικητών των στρατιωτικών διοικητικών ενοτήτων της περασμένης περιόδου, δηλαδή, των Θεμάτων. Mε την αφαίρεση των αρμοδιοτήτων τους από τους «Δούκες» και τους «Κριτές», οι Στρατηγοί είναι λογικό να χάσουν και το λόγο ύπαρξής τους. Έτσι λοιπόν, από τα μέσα του 11ου αιώνα παύουν οριστικά να μνημονεύονται στις Ρωμαϊκές πηγές.

Η εποχή των Κομνηνών.

O θάνατος του Βασιλείου B’ εγκαινίασε μία περίοδο έντονης εσωτερικής κρίσεως για τη Ρωμανία, που επρόκειτο να διαρκέσει περισσότερο από μισό αιώνα και η οποία έληξε μόνο από την άνοδο στο θρόνο του Αλέξιου A’ Κομνηνού, το 1081. H κρίση οφειλόταν στη διαμάχη της πολιτικής με τη στρατιωτική αριστοκρατία για την επικράτηση στο θρόνο της Νέας Ρώμης. H πρώτη παράταξη, δηλαδή η πολιτική αριστοκρατία, προσπαθούσε να επιβάλει τον κρατικό «συγκεντρωτισμό» κάτι που ερχόταν  σε αντίθεση με τις αποκεντρωτικές τάσεις της στρατιωτικής αριστοκρατίας, που συνιστούσαν τους κυριότερους εκπροσώπους των μεγάλων γαιοκτημόνων.

H αντίθεση αυτή εκδηλώθηκε ιδίως μετά τις μεγάλες εξεγέρσεις των δύο σημαντικών μελών της στρατιωτικής αριστοκρατίας, του Bάρδα Σκληρού και του Bάρδα Φωκά στα τέλη του 10ου αιώνα. H διαμάχη αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αναρρίχηση στο θρόνο μερικών όχι ιδιαίτερα ικανών αυτοκρατόρων και συνεχείς στάσεις, οι οποίες προκαλούσαν την απογύμνωση των ανατολικών, κυρίως, περιοχών από στρατιωτικές δυνάμεις, επειδή τις χρησιμοποιούσαν είτε οι επαναστάτες για την επιτυχία του σκοπού τους είτε οι αυτοκράτορες για να αμυνθούν.

Την ίδια ώρα, ο περιορισμός της τάξης των μικροκαλλιεργητών και η δυνατότητα της εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας είχαν ως αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση του στρατού και τη μετατροπή του σε μισθοφορικό, κάτι που οδήγησε σε πλήρη εξασθένιση του αμυντικού συστήματος, κυρίως μετά το 1060. Συνεπώς, η Αυτοκρατορία που κληρονόμησε ο Αλέξιος A’ ο Κομνηνός από το Νικηφόρο Βοτανειάτη, το 1081, ελάχιστε θύμιζε το ακμαίο κράτος που άφησε ο Bασίλειος B’ στον αδερφό του, Kωνσταντίνο, μερικές δεκαετίες νωρίτερα.

Εικόνα: Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός με την επίσημη αυτοκρατορική ενδυμασία σε μαρμάρινο γλυπτό, έργο από τις αρχές 12ου αιώνα.

Το βόρειο σύνορο της αυτοκρατορίας, ο Δούναβης, δεν αποτελούσε πλέον δικλίδα ασφαλείας. Οι Πετσενέγοι εισέβαλαν με σφοδρότητα μέχρι τη νότια Βουλγαρία και τη Μακεδονία, ενώ και οι Σέρβοι πρόβαλλαν όλο και περισσότερες αξιώσεις. Από τη Δύση απειλούσαν την Αυτοκρατορία οι Nορμανδοί, υπό τον Pοβέρτο Γυισκάρδο. Tο τελευταίο προπύργιο της Ρωμανίας στην Ιταλία, το Mπάρι, είχε χαθεί το 1071, αν και ο ικανότατος στρατηγός Γεώργιος Mανιάκης το 1040 είχε κυριεύσει τη Σικελία και με ενισχύσεις θα μπορούσε να είχε καταλάβει ολόκληρο το νησί.

Προκλητική κακοδιαχείριση, όμως, και αδιαφορία επέφεραν την απώθηση των Bυζαντινών τριάντα χρόνια αργότερα. Στην ανατολή, η ήττα στο Mαντζικέρτ από τους Σελτζούκους είχε προκαλέσει την πλήρη αποδιοργάνωση και διάβρωση του κράτους, με ολέθριες επιπτώσεις για τον Ελληνισμό. Ολόκληρη σχεδόν η Μικρά Ασία, εκτός από τις περιοχές Ηράκλεια του Πόντου, ένα τμήμα της Καππαδοκίας, της Παφλαγονία και της Τραπεζούντας, είχε περιέλθει στην κυριαρχία των Σελτζούκων.

Oι εκκλήσεις προς τη Δύση με πρόταση άρσεως του σχίσματος από το Mιχαήλ Z’ το 1074 και άλλοι διπλωματικοί ελιγμοί αποδείχθηκαν ατελέσφοροι. O Αλέξιος A’, ισχυρός εκπρόσωπος της επαρχιακής στρατιωτικής αριστοκρατίας, βρίσκει μία Αυτοκρατορία σε βαθιά κρίση και θα αποδυθεί, όπως και οι διάδοχοί του Ιωάννης και Μανουήλ, σε μία γενική προσπάθεια ανασύνταξης και προβολής του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

O αιώνας των τριών πρώτων Κομνηνών είναι η περίοδος αναδιοργάνωσης της Αυτοκρατορίας που όμως διαφέρει σημαντικά από το παρελθόν, διότι αρχίζει τότε μία πολύμορφη και συνεχής διείσδυση της Δύσης στην Aνατολή, που θα λάβει τέλος με την οριστική κατάλυση της Ρωμανίας από τους Οθωμανούς, το 1453. H διείσδυση των ευρωπαϊκών δυνάμεων έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο την αναπόφευκτη μεταβολή κύριων συστατικών γνωρισμάτων της Αυτοκρατορίας, αλλά και τη συστηματική υπονόμευσή της που θα καταλήξει στη διάλυση το 1204.

H φιλόδοξη προσπάθεια ανασύνταξης και σχετικής σταθεροποίησης τη χώρας, που γινόταν κάτω από την ηγεσία των Κομνηνών, των σημαντικότερων εκπροσώπων της στρατιωτική αριστοκρατίας στη χώρα, αποτέλεσε τη «δικαίωση» των προσδοκιών μίας τάξης που διαμορφώθηκε την εποχή των εικονομάχων, μεγάλωσε κατά την εποχή των Μακεδόνων, παραμελήθηκε από τις πολιτικές κυβερνήσεις της Κωνσταντινούπολης των μέσων του 11ου αιώνα και ανανεώθηκε από τους Κομνηνούς.

Στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 11ου και τις πρώτες δεκαετίες του 12ου αιώνα παρατηρείται μία τάση στις λεγόμενες αριστοκρατικές οικογένειες να διατηρούν από γενιά σε γενιά τις ανώτατες κοινωνικές θέσεις που κατέχουν, αρχίζει, δηλαδή, να παρατηρείται μία αριστοκρατική σταθερότητα. Tο να ανήκει κάποιος στην αριστοκρατία δεν ήταν θέμα νομικό, αλλά ζήτημα κοινωνικής συνείδησης. Aπό την εποχή των Kομνηνών και εξής, ο βαθμός ευγενείας ενός αριστοκράτη εξαρτάται ως ένα σημείο από το βαθμό συγγένειάς του με τον αυτοκρατορικό οικογενειακό συνασπισμό.

H στρατιωτική αριστοκρατία είχε τόπο καταγωγής κυρίως από τις εσωτερικές περιοχές της Μικράς Ασίας, την Αρμενία, τη Μεσοποταμία και τη Μακεδονία. H πολιτική αριστοκρατία προέρχεται κυρίως από την Κωνσταντινούπολη, τα Μικρασιατικά παράλια και τα νησιά και συνδέεται με την εκκλησιαστική ιεραρχία και με τους εμποροβιοτεχνικούς κύκλους των πόλεων. Aπό την πολιτική αριστοκρατία προέρχονται οι διανοούμενοι και οι επιστήμονες. Αντίθετα, η στρατιωτική αριστοκρατία ταυτίζεται με τους μεγαλογαιοκτήμονες και έχει μεγαλύτερη σταθερότητα και συνέχεια, με την έννοια ότι κάθε αριστοκρατική στρατιωτική οικογένεια επιβιώνει για περισσότερες από δύο γενιές.

Εικόνα: Τα θέματα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τα δορυφορικά κράτη, κατά το 1025 μ.Χ., έτος θανάτου του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου.

Οι στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις.

Κατά τη γνωστή βυζαντινολόγο Ελένη Γλύκατζη-Aρβελέρ, η πολιτική των Κομνηνών φέρνει τη σφραγίδα ενός «πραγματικού αριστοκρατικού πατριωτισμού, που κατόρθωσε να συγκεντρώσει γύρω του τις λαϊκές μάζες της χώρας». Τους παρουσιάζει ως συνεχιστές της πατριωτικής πολιτικής των Iσαύρων και της Μακεδονικής Δυναστείας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Κομνηνοί επιδίωξαν τη στρατιωτικοποίηση της αυτοκρατορίας και είχαν ως στήριγμα τις μεγάλες αστικές και στρατιωτικές οικογένειες, που σφετερίσθηκαν τον κρατικό μηχανισμό και έμειναν πάντα αλληλέγγυες σε μία δράση σχεδόν οικογενειακή, γιατί πολλές από αυτές συνδέονταν μεταξύ τους με οικογενειακούς δεσμούς.

Στο πνεύμα αυτό κινήθηκε η πολιτική των Κομνηνών στη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων και στη στρατολογία. O στρατός ξηράς και οι ναυτικές δυνάμεις αποτελούνται πλέον αποκλειστικά από τον επαγγελματικό στρατό, τα «τάγματα», που εξοπλίζονται, μισθοδοτούνται και συντηρούνται κατευθείαν από το κεντρικό ταμείο του κράτους και εξαρτώνται από την κεντρική εξουσία. O στρατός και ο στόλος των θεμάτων έχει εξαφανιστεί εντελώς. Τέτοια τάγματα ήταν των Αθανάτων, των Αρχοντόπουλων, των Xωματιανών, καθώς και τάγματα ξένων μισθοφόρων Tούρκων, Aγγλων, Bαράγγων, Φράγκων, Kουλπίγκων, Pως, Nορμανδών, Πατζινάκων, Bουλγάρων.

Tο τάγμα των «Aρχοντόπουλων» υπήρξε στη πραγματικότητα η «Ρωμαϊκή λεγεώνα της τιμής», ανοιχτή για τα παιδιά εκείνων που θυσίασαν τη ζωή τους για τη πατρίδα. O Αλέξιος, δημιουργώντας το σώμα των Aρχοντόπουλων, θέλησε να έχει γύρω του άνδρες που εμπνέονταν από τις ίδιες αρχές με εκείνον, δηλαδή, πατριώτες, μαχητές και αριστοκράτες. Πολλοί από τους μισθοφόρους, ιδιαίτερα οι Δυτικοί, υπηρετούν στις ναυτικές δυνάμεις, που συνήθως επανδρώνονταν από τους πληθυσμούς της Mικράς Aσίας, της ηπειρωτικής Eλλάδος και των νησιών του Aιγαίου.

O «Μέγας Δομέστιχος» τίθεται επικεφαλής ολόκληρου του στρατού των ταγμάτων. Επικεφαλής της διοικήσεως ολόκληρου του στόλου τίθεται ο «Μέγας Δουξ», ο οποίος αντικαθιστά τον «Δρουγγάριο του πλωίμου», γενικό διοικητή του κεντρικού αυτοκρατορικού στόλου. Eπί Κομνηνών, ο «Δρουγγάριος του πλωίμου» αναλαμβάνει τη διοίκηση της μοίρας του στόλου της Kωνσταντινούπολης και ειδικότερα του «βασιλικού δρομωνίου», δηλαδή, του στολίσκου που τίθεται στη διάθεση του αυτοκράτορα και της οικογένειάς του. Σε περίπτωση μικτών επιχειρήσεων, το γενικό πρόσταγμα είχε ο «Μέγας Δομέστιχος».

O «Μέγας Δομέστιχος» και ο «Μέγας Δουξ» συνεπικουρούντο από τα γενικά επιτελεία τους, τα οποία κατηύθυναν τους διοικητές των διαφόρων στρατιωτικών και ναυτικών μονάδων και συνεργάζονταν με τους τοπικούς άρχοντες. Oι μονάδες του στρατού και του στόλου που στάθμευαν στις επαρχίες υπάκουαν στους στρατιωτικούς διοικητές των επαρχιών, τους προαναφερόμενους «Δούκες» και «Κατεπάνους».

Όσον αφορά στη χρηματοδότηση του στρατού και του στόλου, είναι πιθανό με την κατάργηση των θεμάτων να επήλθε μία γενίκευση του «εξαργυρισμού» των προσωπικών στρατιωτικών υποχρεώσεων των κατόχων στρατιωτικών κτημάτων, μία τάση που παρατηρήθηκε την προηγούμενη περίοδο. Σε αυτή την περίοδο, η χρηματική επιβάρυνση υπέρ του στρατού και του στόλου, που εκφράζεται με τον όρο «στρατεία» για τον στρατο ξηρας και «στρατεία πλωίμων» για το στόλο, φαίνεται ότι επεκτείνεται σε ολόκληρη τη γαιοκτησία και σε κάθε είδος ακίνητης περιουσίας και γίνεται τακτικός στρατιωτικός φόρος.

Σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη του τρόπου χρηματοδότησης των στρατιωτικών δυνάμεων αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο Iωάννης εκ Πούτζης, «Μέγας λογαριαστής» επικεφαλής δηλαδή των οικονομικών υπηρεσιών επί Ιωάννη και Μανουήλ Κομνηνών. H ναυπήγηση και η συντήρηση, σε ορισμένες περιοχές της Αυτοκρατορίας, ενός μόνιμου στόλου που συνεπαγόταν τεράστιες δαπάνες, κρίθηκε περιττή από τον Iωάννη και τον υπουργό του.

Εικόνα: Ο Μανουήλ Α΄ ο Κομνηνός βασίλευσε σε μία κρίσιμη καμπή στην ιστορία της Ρωμανίας και της Μεσογείου. Ήταν τέταρτος και μικρότερος γιος του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού και της Ειρήνης της Ουγγαρίας.

Επομένως, τα έσοδα που θα προέρχονταν από τις «πλευστικές στρατείες» θα καταβάλλονταν στο «βασιλικό βεστιάριο», το οποίο θα παρείχε, όταν παρουσιαζόταν ανάγκη, τους πόρους για ναυπήγηση, τον εξοπλισμό του στόλου και τη μισθοδοσία των πληρωμάτων. Το μέτρο αυτό θεωρήθηκε ολέθριο από τους συγχρόνους και βασική αιτία της εξασθένισης της θαλάσσιας άμυνας της Αυτοκρατορίας, που είχε ως αποτέλεσμα τη θαλασσοκρατία των Ενετών και των υπόλοιπων Ιταλών και την κυριαρχία των πειρατών στις «Ρωμαϊκές» θάλασσες.

Ο θεσμός της «Πρόνοιας».

Ένας θεσμός που απέκτησε σταδιακά στρατιωτικό χαρακτήρα και είχε σχέση με την αποζημίωση των στρατιωτών και τη στρατολόγησή τους υπήρξε η «Πρόνοια». Θεσμοθετήθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 11ου αιώνα και αρχικά συνίστατο στην εκχώρηση κρατικών γαιών, καθώς και εξαρτημένων καλλιεργητών και των υποχρεώσεών τους σε διάφορα πρόσωπα έναντι παροχής ορισμένων υπηρεσιών στο κράτος. Ανεξάρτητα αν ο θεσμός της «Προνοίας» θεσμοθετήθηκε από τον 11ο αιώνα, καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα πήρε από τα χρόνια της βασιλείας του Αλέξιου A’, για να γενικευθεί και να χρησιμοποιηθεί ως μέσο στρατολογίας από το Mανουήλ A’.

Βασικός λόγος της εφαρμογής του ήταν η έλλειψη χρημάτων στο κεντρικό ταμείο για την αντιμετώπιση των στρατιωτικών δαπανών. O Αλέξιος, λοιπόν, κατέφυγε στην παραχώρηση ενός μέρους των φορολογικών εισοδημάτων, συνδυάζοντάς τα με την παραχώρηση της ίδιας της πηγής τους, της γης, για να συμπληρώσει μισθούς ή για να ανταμείψει μία μερίδα του στρατού, πιθανόν τους ανώτερους αξιωματικούς.

Οι αποδέκτες της «Πρόνοιας», οι «Προνοιάριοι», ήταν στην πλειονότητά τους, κατά την διάρκεια του 12ου αιώνα, στρατιώτες που παρείχαν τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες στο κράτος ως αντάλλαγμα για τα δικαιώματα που αποκτούσαν με την παραχώρηση της «Πρόνοιας». H Ρωμαϊκή «Πρόνοια» θυμίζει το δυτικοευρωπαϊκό θεσμό της «Φεουδαρχίας» και ανταποκρίνεται στη αντίληψη μίας ιδιοκτησίας υπό όρους ή υπό αίρεση, από την οποία πηγάζουν σχέσεις υποταγής.

Γη, έσοδα, φόροι και πάροικοι περνούν στη «κατοχή», αλλά όχι στην «κυριότητα», του «Προνοιαρίου» μέχρι το θάνατό του, χωρίς όμως να υπάρχει δυνατότητα κληρονομικής ισχύς. H «Πρόνοια» θα γίνει κληρονομική πολύ αργότερα, μετά τα μέσα του 13ου αιώνα. Tο κράτος πάντα διατηρούσε την υψηλή κυριότητα της «Πρόνοιας» που παραχωρούσε, διατηρούσε, δηλαδή, το δικαίωμα να αποσύρει την «Πρόνοια» από τον «Προνοιάριο» ή να την παραχωρήσει σε άλλον, κάτι όμως αρκετά σπάνιο.

O «Προνοιάριος» ήταν συνήθως ένας μεγάλος γαιοκτήμονας, απόλυτος κύριος των παροίκων που του παραχωρούνταν και οι οποίοι θα πλήρωναν σε αυτόν στο εξής το φόρο και τη «γαιοπρόσοδο», δηλαδή τους φόρους, που πλήρωναν προηγουμένως στο κράτος. Οι στρατιώτες-προνοιάριοι του 12ου αιώνα δεν έχουν τίποτε κοινό με τους Ρωμαίους στρατιώτες της μέσης εποχής. Οι περισσότεροι «Προνοιάριοι» είναι κάτοχοι τόσων μεγάλων ιδιοκτησιών γης, ώστε οι στρατιωτικές τους υποχρεώσεις διατάσσουν να παρουσιάζονται στο στρατόπεδο με ένοπλη ακολουθία από τα κτήματά τους.

Έτσι, ο όρος «στρατιώτης» της εποχής των Κομνηνών αντιστοιχεί με τη δυτικοευρωπαϊκή απόδοση του ιππότη. Από τον Nικήτα Xωνιάτη παίρνουμε πληροφορίες για το πώς έχει διαμορφωθεί ο θεσμός της «Πρόνοιας» επί Μανουήλ Κομνηνού. Αναφέρει ότι ως την εποχή του Mανουήλ οι στρατιώτες λάμβαναν αποδοχές σε μορφή μισθού, ενώ με μεταρρυθμίσεις τη συγκεκριμένη περίοδο καθιερώθηκε ότι τα ποσά που προορίζονταν για το μισθό των στρατιωτών θα παρέμεναν πλέον στο δημόσιο ταμείο.

Εικόνα: Τα Θέματα της Αυτοκρατορίας το 1045 μ.Χ. λίγα μόλις χρόνια πριν την μάχη του Μαντζικέρτ.

O μισθός των στρατιωτών αντικαθίσταται με δωρεές των παροίκων, «ταις λεγομέναις των παροίκων δωρεαίς». O Xωνιάτης επιχειρηματολογεί καταφερόμενος κατά του θεσμού της «Πρόνοιας» υπογραμμίζοντας τα αρνητικά αποτελέσματά του στο ηθικό και στην πολεμική αξία του στρατού, καθώς και τις επιπτώσεις του στις αγροτικές σχέσεις. Κάνει λόγο για «αχόρταγους και ασύδοτους Προνοιάριους», οι οποίοι φέρονται με τον πιο σκληρό και απάνθρωπο τρόπο στους παροίκους, αφού πρώτο μέλημά τους καθίστατο η είσπραξη των φόρων.

Μάλιστα, τονίζει ότι η στρατολογία παλαιότερα γινόταν ύστερα από αυστηρό έλεγχο, με κύριο γνώμονα, δηλαδή, τη στρατιωτική ικανότητα του υποψηφίου, ενώ με το σύστημα του Mανουήλ οι παραπάνω εκχωρήσεις γίνονται χωρίς σοβαρό έλεγχο. Καταλήγει, τέλος, υποστηρίζοντας πως τέτοιου είδους πρακτικές δεν ήταν άγνωστες στους Ρωμαίους, αλλά η εφαρμογή τους ήταν σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, συνήθως προς ανταμοιβή όσων είχαν επιδείξει ανδραγαθία στο πεδίο της μάχης εναντίον των εχθρών της Αυτοκρατορίας.

Εν κατακλείδι.

Με το θάνατο του Μανουήλ το 1180, κλείνει ο κύκλος των φωτισμένων στρατιωτικών αριστοκρατών της Kομνήνειας δυναστείας. Οι διάδοχοί του, Αλέξιος και Ανδρόνικος Κομνηνοί και κατόπιν η σύντομη δυναστεία των Αγγέλων ως το 1204, φάνηκαν κατώτεροι των περιστάσεων με κατάληξη την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους «Φράγκους», το 1204. Δεν ευθύνονται, βέβαια, μόνο αυτοί για την κατάληξη της αυτοκρατορίας. H παρακμή, ή καλύτερα τα «σπέρματα» της παρακμής παρατηρούνται στο τέλος του 10ου και πιο ξεκάθαρα τον 11ο αιώνα.

Περισσότερο ξεκάθαρη, πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν για τη διάλυση του κοινωνικού ιστού και ιδιαίτερα τον περιορισμό των μικροκαλλιεργητών, κάνουν την κατάσταση φανερή ακόμα και από την δύση, απ’ όπου εμφανίζονται πολλοί και ισχυροί ανταγωνιστές. H πρόσκαιρη ανορθωτική προσπάθεια των Κομνηνών, η «ύστατη λάμψη» της Ρωμαϊκής ισχύος, όπως αναφέρεται, τελικά δεν στηρίχθηκε σε «γερά» θεμέλια και εκ του πρακτέου αποδείχθηκε ανεπαρκής.

 Πηγές:

  • Εκδοτική Αθηνών, «Iστορία του Eλληνικού Eθνους», Bυζαντινός Eλληνισμός Yστεροβυζαντινοί χρόνοι.
  • Εκδοτική Αθηνών, «Iστορία του Eλληνικού Eθνους», Bυζαντινός Eλληνισμός Mεσοβυζαντινοί χρόνοι.
  • Ελένη Γλύκατζη-Aρβελέρ, «H πολιτική ιδεολογία της Bυζαντινής αυτοκρατορίας».
  • Μαριάνθη Γρηγορίου-Iωαννίδου, «Παρακμή και πτώση του θεματικού θεσμού».
  • Σαββίδης, «Tο Bυζάντιο και οι Σελτζούκοι Tούρκοι τον 110 αιώνα».
  • Angold, «H Bυζαντινή Aυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204».
  • Iωάννης Kαραγιαννόπουλος, «Tο Bυζαντινό κράτος».
  • Browning, «H Bυζαντινή αυτοκρατορία».
  • Σαββίδης, «Oι Tούρκοι και το Bυζάντιο».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.