Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
Η μάχη της Ιμέρας. Ο θρίαμβος που «σμίλεψε» την Μεγάλη Ελλάδα.

Η μάχη της Ιμέρας. Ο θρίαμβος που «σμίλεψε» την Μεγάλη Ελλάδα.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. ένας «ανηλεής» αποικιακός αγώνας ανάμεσα στους Έλληνες και τους Φοίνικες, αποικία των οποίων ήταν η Καρχηδόνα, λάμβανε χώρα στην δυτική Μεσόγειο, από τις «Ηράκλειες Στήλες» μέχρι τις ακτές της Ιταλικής χερσονήσου και από την νότια Γαλατία μέχρι την Βόρειο Αφρική. Στην προσπάθειά τους να επιβληθούν ως ναυτική δύναμη, οι Φοίνικες, σύναψαν συμμαχία με πειρατές από τις διάφορες περιοχές της Ετρουρίας και οργάνωσαν ένα σύστημα πόλεων-κρατών στις ακτές της δυτικής Σικελίας, με σκοπό να αποτελέσουν ανασχετική δύναμη στον ολοένα και «εντονότερα» αυξανόμενο επεκτατισμό των ελληνικών αποικιών.

Οι ένοπλες συγκρούσεις ξεκίνησαν όταν, γύρω στο 580 π.Χ, όταν μια ομάδα Ελλήνων αποικιστών, υπό τον Πένταθλο, προσπάθησε να αποικήσει μία περιοχή στα δυτικά της Σικελίας, πολύ κοντά στις φοινικικές πόλεις. Οι Φοίνικες επιτέθηκαν στην ελληνική αποστολή και ο Πένταθλος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης. Οι άντρες που σώθηκαν αναγκάστηκαν να αποσυρθούν προς τη βόρεια ακτή του νησιού, όπου και ίδρυσαν την πόλη Λιπάρα. Η δημιουργία της πόλης, σε συνδυασμό και με τον αποικισμό του Ακράγαντα προκάλεσαν την επέμβαση της Καρχηδόνας, η οποία το 560-550 π.Χ. εκστρατεύει κατά της Σικελίας με στρατηγό τον Μάλχο.

Εικόνα: Χάρτης που παρουσιάζει τις πόλεις της αρχαίας Σικελίας το 480π.Χ.

Δυστυχώς, δε σώζονται πολλά στοιχεία για την εκστρατεία, γνωρίζουμε ωστόσο ότι ήταν επιτυχής και οι Καρχηδόνιοι κατάφεραν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την περιοχή της βορειοδυτικής Σικελίας. Στη συνέχεια, τα στρατεύματα του Μάλχου κατέλαβαν και τη Σαρδηνία, νησί πλούσιο σε σιτηρά και μέταλλα. Ανάλογες συγκρούσεις πραγματοποιούνταν σε όλη τη λεκάνη της δυτικής Μεσογείου. Οι Φωκείς της Μασσαλίας μάλιστα οργάνωσαν ένα σύστημα αποικιών θέτοντας έτσι υπό τον έλεγχό τους τις ακτές της Ισπανίας. Επίσης, ίδρυσαν στην Κορσική νέα πόλη, την Αλαλία.

Οι Καρχηδόνιοι όμως, που είχαν ισχυρή παρουσία στο νησί αντέδρασαν άμεσα. Έπειτα από συνεννόηση με τους πειρατές της Ετρουρίας επιτέθηκαν εναντίον της νέας αποικίας και καταβύθισαν το φωκικό στόλο. Όσοι άνδρες κατάφεραν να επιβιώσουν της μάχης μπόρεσαν να περισώσουν τις οικογένειές τους και τα αγαθά τους. Ωστόσο η Αλαλία καταστράφηκε ολοσχερώς, με αποτέλεσμα η Κορσική να περιέλθει στους Ετρουρούς ενώ με ανάλογες επιδρομές οι Καρχηδόνιοι κατάφεραν να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στη Σαρδηνία, ανακόπτοντας έτσι τη δημιουργία μιας αλυσίδας ελληνικών πόλεων από τη Μασσαλία έως τη Σικελία.

Πλέον, γινόταν φανερό πως ο πόλεμος βρισκόταν προ των πυλών. Όλες αυτές οι αψιμαχίες και οι έριδες θα λύνονταν με την ολοκληρωτική επικράτηση της μίας έναντι της άλλης πλευράς. Τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα Ελλήνων και Καρχηδονίων στην περιοχή θα οδηγούσαν από κοινού μαζί και με άλλους παράγοντες στο Σικελικό πόλεμο, ο οποίος θα καθυστερούσε για λίγα χρόνια εξαιτίας κάποιων πολεμικών επιχειρήσεων των Καρχηδονίων στη Σαρδηνία και στη Λιβύη.

Η Φοινικική επέμβαση.

Αφορμή για την Καρχηδονιακή εισβολή στάθηκε η διαμάχη μεταξύ του τυράννου του Ακράγαντα Θήρωνα και του Τήριλλου, τυράννου της Ιμέρας. Νικητής της σύρραξης αναδείχθηκε ο Θήρων, ο οποίος και εκδίωξε τον Τήριλλο από την Ιμέρα. Ο εξόριστος πλέον τύραννος, χωρίς να μπορεί να υπολογίζει στις δυνάμεις του στενού του φίλου Αναξίλαου του Ρηγίου, αποφάσισε πως καλύτερη λύση για αυτών ήταν να καταφύγει στους Καρχηδονίους, από τους οποίους και ζήτησε βοήθεια για να ανακτήσει τη θέση του.

Συν τοις άλλοις, οι Καρχηδόνιοι, έχοντας συμφωνήσει με τους Πέρσες να προσπαθήσουν την ίδια εποχή με τα Μηδικά να καταβάλουν τις Ελληνικές αποικίες της Σικελίας, είχαν πλέον την τέλεια αφορμή. Έτσι λοιπόν πραγματοποίησαν μεγάλες προπαρασκευές ως προς τα χρειώδη του πολέμου, ενώ συγκέντρωσαν πάνω από 300.000 άνδρες, οι οποίοι ήταν κατά κύριο λόγο Φοίνικες, Λίβυοι, Ίβηρες, Λίγυες, Ελισύκοι, Σαρδήνιοι και Κύρνιοι, καθώς και περισσότερες από 200 τριήρεις και σχεδόν 3.000 μεταγωγικά πλοία, σύμφωνα με όσα μας παραδίδει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης.

Εικόνα: Αργυρό δεκάδραχμο των Συρακουσών που κόπηκε προς ανάμνηση της μάχης της Ιμέρας. Στη μία πλευρά τέθριππο που το στέφει η Νίκη και στην άλλη η νύμφη Αρέθουσα με την μορφή της συζύγου του Γέλωνα, Δημαρέτης.

Όταν λοιπόν ετοιμάστηκαν τα πάντα όπως έπρεπε, εξέλεξαν για στρατηγό τους τον Αμίλκα, προτιμώντας τον άνθρωπο που εκτιμούσαν περισσότερο ανάμεσα σε όλους τους υπόλοιπους Καρχηδόνιους πολίτες. Αυτός, αφού παρέλαβε τις μεγάλες δυνάμεις πεζικού και ναυτικού που είχαν συγκεντρωθεί, απέπλευσε από την Καρχηδόνα με προορισμό την Σικελία. Όμως αφού διέσχισε το Λιβυκό πέλαγος, έπεσε σε τρικυμία με αποτέλεσμα να χάσει τα πλοία που μετέφεραν τους ιππείς και τα άρματα που έφερνε από την Βόρειο Αφρική.

Έπειτα από την παραπάνω κακοτυχία, ο στόλος του Αμίλκα, κατέπλευσε στη Σικελία, στο λιμάνι του Πανόρμου, πιστεύοντας πως ο πόλεμος είχε ήδη «τελειώσει», μιας και κατά την «γνώμη» του μόνον η θάλασσα θα μπορούσε να σώσει της ελληνικές αποικίες, αλλά και αυτήν, όπως έλεγε με «στόμφο» την είχε ήδη  ξεπεράσει. Φτάνοντας ο Καρχηδόνιος στρατηγός στον Πάνορμο ξεκούρασε για τρεις μέρες τους στρατιώτες και διόρθωσε τις ζημιές που είχαν προκληθεί στον στόλο από την τρικυμία. Έπειτα από αυτή την ανάπαυλα ξεκίνησε να βαδίζει προς την Ιμέρα, με το ναυτικό να πλέει παράλληλα με τον στρατό.

Ο «αποκλεισμός» της Ιμέρας.

Οι Καρχηδόνιοι μόλις έφτασαν κοντά στην Ιμέρα, έστησε δυο στρατόπεδα, το ένα για το πεζικό και το άλλο για το ναυτικό, μάλιστα τράβηξαν όλα τα πολεμικά πλοία τους στην ξηρά και τα περίβαλε με βαθιά τάφρο και ξύλινο τείχος, ενώ το στρατόπεδο του πεζικού το οχύρωσαν, στήνοντάς το απέναντι από την πόλη και εκτείνοντας περιτείχισμα από το στρατοπέδου του ναυτικού μέχρι τους λόφους που βρίσκονταν το στρατόπεδο του πεζικού.

Έχοντας λοιπόν καταλάβει όλα τα δυτικά προάστια της πόλης, ξεφόρτωσε τα εφόδια από τα φορτηγά πλοία και τα απέστειλε αμέσως να φέρουν σιτάρι και άλλα εφόδια από τη Λιβύη και τη Σαρδηνία. Ο Αμίλκας μάλιστα παίρνοντας μαζί του τους πιο άριστους από τους στρατιώτες του, επέδραμαι προς τα περίχωρα της πόλης, τρέποντας σε φυγή εκείνους που του εναντιώθηκαν και σκοτώνοντας πολλούς που είχαν την ατυχία να βρίσκονται έξω από τα τείχη της πόλεως.

Βλέποντας το αυτό, ο Θήρων, ο ηγεμόνας των Ακραγαντίνων, ο οποίος φρουρούσε με αρκετή δύναμη την Ιμέρα, θορυβήθηκε κι έστειλε αγγελιοφόρους στις Συρακούσες, ζητώντας από τον Γέλωνα να έρθει τάχιστα σε βοήθεια των δυνάμεων του στην Ιμέρα. Φτάνοντας ο κομιστής στις Συρακούσες ενημέρωσε των Γέλων, για την δεινή θέση στην οποια βρισκόταν ο Θήρων και του κοινοποίησε πως αν αυτός δεν δρούσε τάχιστα, η Ιμέρα και κατά πάσα πιθανότητα όλη η Σικελία ήταν καταδικασμένη.

Εικόνα: Ερείπια του ναού της Νίκης στην Ιμέρα που οικοδομήθηκε από τον Θήρωνα εις ανάμνησιν της μάχης.

Μαθαίνοντας τα αυτά, ο τύραννος των Συρακουσών, δεν έχασε χρόνο και άρχισε να συγκεντρώνει τον στρατό της πόλεως του. Μετα από λίγες ημέρες και δρώντας κεραυνοβόλα ο Γέλων είχε στην διάθεση του 50.000 πεζούς και σχεδόν 5.000 ιππείς, δυνάμεις πρωτοφανείς αν αναλογιστεί κάνεις τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Έπειτα λοιπόν από μια κουραστική πορεία, διασχίζοντας την ενδοχώρα της Σικελίας, το ελληνικό στράτευμα έφτασε στους λόφους που δέσποζαν στον νότο της Ιμέρας, μόλις μερικά χιλιόμετρα μακριά από την πόλη.

Έχοντας καλύψει με μεγάλη ταχύτητα την απόσταση, έκανε και αυτούς που προηγουμένως είχαν τρομοκρατηθεί από τις δυνάμεις των Καρχηδονίων να πάρουν θάρρος. Έστησε μάλιστα το στρατόπεδο του σε κατάλληλο σημείο, ενώ το οχύρωσε με βαθιά τάφρο και ένα πλατύ χαράκωμα, στέλνοντας όλους τους ιππείς του εναντίον των Καρχηδονίων που λυμαίνονταν στην περιοχή και επιδίδονταν σε λεηλασίες.

Κατά την διάρκεια μιας επιδρομής των Φοινίκων, οι Συρακούσιοι ιππείς, εμφανίστηκαν αναπάντεχα μπροστά τους όσο αυτοί ήταν διεσπαρμένοι στην ύπαιθρο και κατόρθωσαν να συλλάβουν πάνω από 10.000 αιχμάλωτους, τους οποίους και οδήγησαν στην Ιμέρα. Έπειτα λοιπόν από το παραπάνω συμβάν, ο Γέλων, έτυχε μεγάλης αποδοχής και οι κάτοικοι της Ιμέρας, οι οποίοι άρχισαν πλέον να μην υπολογίζουν τους βαρβάρους, έχοντας κατά νου τις κατώτερες πολεμικές τους ικανότητες.

Η μάχη της Ιμέρας.

Έχοντας υψηλό φρόνημα, οι οπλίτες του Γέλωνα, άνοιξαν όλες τις πύλες των τειχών της Ιμέρας που οι άντρες του Θήρωνα είχαν προηγουμένως χτίσει λόγω των βαρβάρων. Γενικά ο Γέλων που υπερείχε σε στρατηγική ικανότητα και οξύνοια, άρχισε αμέσως να αναζητάει με ποιο τρόπο θα μπορούσε, ακίνδυνα να νικήσει με πολεμικό τέχνασμα τους Φοίνικες και να καταστρέψει εντελώς τη δύναμή τους. Στην εφευρετικότητά του συνέβαλε πολύ και η τύχη, ένεκα της παρακάτω περίστασης.

Ο Γέλων είχε αποφασίσει να επιτεθεί και να κάψει τα πλοία των βαρβάρων την ημέρα που γνώριζε πως ο Αμίλκας θα βρισκόταν στο στρατόπεδο του ναυτικού ώστε να προσφέρει μεγαλοπρεπή θυσία στον Ποσειδώνα. Σε αυτή του την προσπάθεια τον βοήθησε το γεγονός πως μερικές μέρες πριν την επίθεση έφτασαν ιππείς από την ύπαιθρο που του έφεραν έναν αιχμάλωτο αγγελιοφόρο που μετέφερε επιστολές από τους Σελινούντιους οι οποίες ανέφεραν πως το ιππικό που τους είχε ζητήσει ο Αμίλκας θα ερχόταν την προκαθορισμένη μέρα που αναφερόταν στις επιστολές, δηλαδή την ημέρα κατά την οποια ο Αμίλκας θα τελούσε την θυσία προς τιμήν του Ποσειδώνα. Για άλλη μια φορά η τύχη ευνοούσε την ελληνική παράταξη.

Εικόνα: Ο θάνατος του Αμίλκα, έργο του Giuseppe Sciuti.

Έχοντας λοιπόν κατά νου τα παραπάνω, ο Γέλων, αποφάσισε να αποστείλει δικούς του ιππείς στο Καρχηδονιακό στρατόπεδο, οι οποίοι θα προσποιούνταν ότι είχαν έρθει από τον Σελινούντα, ενώ θα έστηνε ενέδρα στους Σελινούντιους ιππείς ώστε να μην φτάσουν ποτέ στον προορισμό τους. Οι Συρακούσιοι ιππείς αφού θα διείσδυαν στο στρατόπεδο των βαρβάρων, είχαν πάρει εντολή να σκοτώσουν τον Αμίλκα κατά την διάρκεια της τελετής και να κάψουν τον εχθρικό στόλο στην στεριά, απομονώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τους Φοίνικες στην Σικελία.

Έτσι λοιπόν και έγινε. Την νύχτα πριν την προκαθορισμένη μέρα, οι Συρακούσιοι ιππείς, έφυγαν από το ελληνικό στρατόπεδο, περιπλανώμενοι στο εσωτερικό της Σικελίας, παριστάνοντας πως έρχονταν στην Ιμέρα από τον Σελινούντα. Ο Γέλων είχε επισης φροντίσει να τοποθετήσει φρουρές στους λόφους πάνω απ’ την πόλη, τους οποίους διέταξε μόλις δουν τους ιππείς να έχουν περάσει μέσα στο τείχος του εχθρικού στρατοπέδου να τον ενημερώσουν άμεσα, ανάβοντας μεγάλες φωτιές, ώστε και ο ίδιος, έχοντας παρατάξει από το ξημέρωμα το στρατό του, να επιτεθεί κατά των εχθρικών θέσεων.

Φτάνοντας το μεσημέρι, οι ιππείς έφτασαν στο στρατόπεδο των Καρχηδονίων, όπου και έγιναν δεκτοί από τους φύλακες σαν να ήταν σύμμαχοι. Αντιθέτως όμως αυτοί, περνώντας το προστατευτικό οχύρωμα, έτρεξαν αμέσως προς τον Αμίλκα που ήταν απασχολημένος με τη θυσία, τον σκότωσαν και έβαλαν φωτιά σε ένα μεγάλο μερος του Φοινικικού στόλου. Βλέποντας το αυτό οι ελληνικές φρουρές στους λόφους άναψαν μεγάλες φωτιές και οι δυνάμεις των Συρακουσίων όρμησαν ψάλλοντας τον παιάνα κατά των εχθρικών στρατοπέδων.

Κατά την σύγκρουση που ακολούθησε, έγινε μεγάλο φονικό και η μάχη ταλαντευόταν μια από δω και μια από κει, όταν ξαφνικά οι φλόγες από τα πλοία σηκώθηκαν ψηλά και κάποιοι ανήγγειλαν τον φόνο του Φοίνικα στρατηγού, οπότε οι Έλληνες πήραν θάρρος και με ανυψωμένο ηθικό πίεζαν με μεγαλύτερη τόλμη τους βαρβάρους, ενώ οι Καρχηδόνιοι τρομοκρατήθηκαν και έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για νίκη τράπηκαν σε φυγή.

Επειδή ο Γέλων είχε δώσει εντολή να μην πιάσουν κανέναν αιχμάλωτο, ακολούθησε μεγάλη σφαγή αυτών που το είχαν βάλει στα πόδια και στο τέλος σφαγιάσθηκαν όχι λιγότεροι από 150.000 Φοίνικες. Οι υπόλοιποι κατέφυγαν σε κάποιο οχυρό τόπο και στην αρχή αμύνονταν εναντίον των επιτιθεμένων, αλλά, επειδή ο τόπος που είχαν καταλάβει ήταν άνυδρος, αναγκάστηκαν πιεζόμενοι από τη δίψα, να παραδοθούν στους νικητές. Μέχρι το απόγευμα λοιπόν όλα είχαν τελειώσει και οι ελληνικές αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας ήταν πλέον ασφαλείς.

Εικόνα: Ο Γέλων επιστρέφει νικητής στις Συρακούσες μετά τη μάχη της Ιμέρας, έργο του Τζουζέππε Κάρτα.

Τα επακόλουθα της μάχης.

Ο Γέλων, που είχε νικήσει σε περίλαμπρη μάχη, στην οποία επικράτησε κυρίως λόγω της δικής του στρατηγικής ικανότητας, απέκτησε ξακουστή δόξα όχι μόνο ανάμεσα στους Σικελιώτες αλλά και σ’ όλους τους άλλους Έλληνες. Αυτό διότι κανένας από τους προγενεστέρους του δεν μνημονεύεται να είχε χρησιμοποιήσει τέτοιο στρατήγημα, ούτε να είχε κατασφάξει σε μια μάχη περισσότερους βαρβάρους, ή να είχε συλλάβει τόσο μεγάλο πλήθος αιχμαλώτων.

Γι’ αυτό το λόγο, πολλοί από τους ιστορικούς παραβάλλουν αυτή τη μάχη με εκείνη που έδωσαν οι υπόλοιποι Έλληνες στις Πλαταιές και το στρατήγημα του Γέλωνος με τα επινοήματα του Θεμιστοκλή. Όσο για την πρωτιά, λόγω της εξαιρετικής πολεμικής αρετής αμφοτέρων, άλλοι την απονέμουν στους μεν κι άλλοι στους δε. Αυτό γιατί όταν ο κόσμος στην Ελλάδα, στις Πλαταιές αφενός και στη Σικελία αφετέρου, είχε τρομοκρατηθεί πριν από τη μάχη, η νίκη των Ελλήνων της Σικελίας που προηγήθηκε έκανε τους ανθρώπους στην Ελλάδα να αναθαρρήσουν, όταν έμαθαν για τη νίκη τους κατά των βαρβάρων.

Όσο γι’ αυτούς που και στους δυο στρατούς είχαν τη γενική αρχηγία, στους μεν Πέρσες κατάφερε να διαφύγει ο βασιλιάς και μαζί του πολλές μυριάδες ανδρών, ενώ οι Καρχηδόνιοι όχι μόνο έχασαν τον στρατηγό τους αλλά και όσοι συμμετείχαν στον πόλεμο σφαγιάσθηκαν και όπως λέγεται δεν σώθηκε ούτε ένας για να φέρει την είδηση στην Καρχηδόνα. Επιπλέον, ως προς τους επιφανέστερους αρχηγούς, που στους Έλληνες ήταν ο Παυσανίας και ο Θεμιστοκλής, ο πρώτος θανατώθηκε από τους συμπολίτες του για πλεονεξία και προδοσία, ενώ ο δεύτερος εξορίσθηκε από την Ελλάδα και κατέφυγε στον Ξέρξη, τον μεγαλύτερο εχθρό του, ζώντας κοντά του μέχρι το θάνατό του.

Από την άλλη, ο Γέλων, μετά τη μάχη απολάμβανε όλο και μεγαλύτερης αποδοχής από τους Συρακούσιους, γέρασε όντας βασιλιάς πεθαίνοντας τιμημένος και ήταν τόσο ισχυρή η εύνοια των πολιτών προς το πρόσωπό του, ώστε η εξουσία παρέμεινε στα χέρια τριών μελών του οίκου του. Με την νίκη αυτή εξαλείφεται η απειλή των Καρχηδονίων κατά των Ελληνικών πόλεων στη Σικελία και παρέχεται η δυνατότητα στον Ελληνισμό της Δύσης να μεγαλουργήσει και να δημιουργήσει την Μεγάλη Ελλάδα.

Πήγες:

  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Οδυσσέα Χατζόπουλου, «Οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας».
  • B. Bury & Meiggs Russwell, «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας».
  • Διόδωρου Σικελιώτη, «Ιστορική Βιβλιοθήκη».
  • Ulrich Wilcken, «Αρχαία Ελληνική Ιστορία».
  • David Asheri, «Cambridge Ancient History».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.