Η Ρωμαϊκή Δημοκρατία (509- 27 π.Χ)
Ο Αννίβας στην Ιταλία, η μάχη των Καννών και ο «τελειότερος» επιθετικός σχηματισμός του αρχαίου κόσμου.

Ο Αννίβας στην Ιταλία, η μάχη των Καννών και ο «τελειότερος» επιθετικός σχηματισμός του αρχαίου κόσμου.

Την άνοιξη του 218 π.Χ. ο Αννίβας με 50.000 πεζούς, 9.000 ιππείς και 37 ελέφαντες, διάβηκε τα Πυρηναία και αφού υπόταξε της εκεί Ιβηρικές φυλές, άρχισε την προέλαση του στη νότια Γαλατία, με απώτερο σκοπό να αιφνιδιάσει την Ρωμαϊκή Δημοκρατία διασχίζοντας της Άλπεις και εισβάλοντας στην Βόρειο Ιταλία, που πριν από μερικά μόλις χρόνια είχε περάσει κάτω από τον έλεγχο της Ρώμης. Η πορεία του ήταν κατά κύριο λόγο αναίμακτη, μιας και κυρίως με την χρήση δώρων, αλλά και εκμεταλλευόμενος το μίσος τον Γαλατών κατά των Ρωμαίων, δεν έχανε ευκαιρία να διαβεβαιώνει τους Γαλάτες πως μόνος του σκοπός δεν ήταν άλλος απ’ το να περάσει από τα εδάφη τους για να πολεμήσει τους κοινούς τους εχθρούς.

Συν τοις άλλοις απεσταλμένοι των Γαλατικών φυλών από την κοιλάδα του Πάδου τον διαβεβαίωναν πως θα είχε την πλήρη βοήθεια των εκεί Γαλατών που ήδη στέναζαν κάτω από τον Ρωμαϊκό ζυγό. Αυτό ήταν ένα καλό νέο για τον Αννίβα διότι με τους Γαλάτες της κοιλάδας του Πάδου να το υποστηρίζουν μπορούσε να προσδοκά, τόσο σε ενισχύσεις, όσο και σε υλική βοήθεια, εφόδια αλλά και χρήματα.

Εικόνα: Χάρτης που αναπαριστά κατά προσέγγιση την επικράτεια της Ρώμης και της Καρχηδόνας.

Η διάβαση των Άλπεων.

Ωστόσο η Ρωμαίοι δεν θα άφηναν τον Αννίβα να πραγματοποιήσει απρόσκοπτα τα σχέδια του. Καθώς ο στρατός του πλησίαζε τον ποταμό Ροδανό, οι δυνάμεις του Πόπλιου Κορνήλιου Σκιπίωνα, γνωστότερου μετέπειτα ως «Αφρικανού», που είχαν σταλεί από την Σύγκλητο για να φρουρούν την Μασσαλία, αποβιβάστηκαν έξω από την ελληνική αποικία. Ο Σκιπίων έχοντας την «ψευδαίσθηση» πως οι Καρχηδόνιοι είναι ακόμα πολύ μακριά δεν έδρασε, στην ουσία όμως ο Αννίβας βρισκόταν μόλις μερικά χιλιόμετρα δυτικά στις όχθες του Ροδανού.

Με αστραπιαίες κινήσεις, ο Αννίβας, ακολούθησε τον ρου του ποταμού προς τον βορά, έως ότου έφτασε στο πιο βατό του σημείο. Εκεί όμως αντίκρυσε την Γαλατική φυλή των Καβάρων, που ήταν σύμμαχοι της Ρώμης να φυλούν τις διαβάσεις του ποταμού. Χρησιμοποιώντας ένα καταπληκτικό σχέδιο, κατά την διάρκεια της νύχτας και με την βοήθεια Γαλατών που ήξεραν την περιοχή, έστειλε το ιππικό του, υπό τον αδερφό του Άννωνα, στον βορρά να περάσει τον ποταμό από ένα άλλο βατό σημείο και με το πρώτο φως της αυγής ο στρατός του έπεσε με μανία πάνω στους Καβάρους. Εκείνοι βλέποντας πως έχουν υπερφαλαγγιστεί τράπηκαν σε άτακτη φυγή αφήνοντας ανοικτό το δρόμο για τους Φοίνικες να περάσουν τον ποταμό.

Έπειτα από μερικές μέρες κάποιοι από τους υποχωρούντες Καβάρους ενημέρωσε τον Σκιπίωνα, πως ο Αννίβας είχε περάσει τον ποταμό και βάδιζε προς τις Άλπεις, αλλά όταν ο Ρωμαίος στρατηγός έσπευσε βόρεια βρήκε μόνον το εγκαταλελειμμένο Καρχηδονιακό στρατόπεδο. Ο Αννίβας είχε δράσει ταχύτατα βαδίζοντας βόρεια ανέβηκε τις Άλπεις από το όρος της Γενεύης και μέσω απίστευτων δυσκολιών και με πολλές θυσίες κατάφερε, τον Νοέμβριο του 218 π.Χ, να βγει στην κοιλάδα του Πάδου έχοντας χάσει πάνω από 15.000 άνδρες και πολλούς πολεμικούς ελέφαντες. Ωστόσο το κατόρθωμα του παρέμεινε μέχρι και σήμερα μυθικό μιας και για να γίνει μια παρόμοια προσπάθεια θα έπρεπε να περάσουν σχεδόν 2.000 χρόνια, αναφερόμαστε στην διάβαση των Άλπεων από τον Μέγα Ναπολέων.

Δια πυρός και σιδήρου.

Πληροφορούμενοι οι Ρωμαίοι πως οι Φοίνικες πέρασαν της Άλπεις έστειλαν δυο υπατικές στρατιές να τους αντιμετωπίσουν. Ακολούθησαν δυο σημαντικές συγκρούσεις, η πρώτη κοντά στον Τίκινο ποταμό και η δεύτερη κοντά στον Τρεβία ποταμό και στις δύο μάχες νίκησε ο Αννίβας, ο οποίος στη συνέχεια διαχείμασε στην κοιλάδα του Πάδου, όπου αναδιοργάνωσε και ενίσχυσε το στρατό του με τους συμμάχους του Γαλάτες, οι οποίοι βλέποντας της νίκες των Καρχηδονίων έσπευσαν να συνταχθούν μαζί τους κατά των προαιώνιων εχθρών τους.

Την άνοιξη του 217 π.Χ. ο Αννίβας κινήθηκε προς το νότο. Ωστόσο μετα την ήττα του Τιβέριου Λόγγου στον Τρέβια ποταμό η σύγκλητος εξέλεξε δύο νέους ύπατους, τον Σερβίλιο Γεμίνιο και τον Γάιο Φλαμίνιο. Αυτοί οι δύο ύπατοι είχαν ως αποστολή να καταστρέψουν τον Αννίβα και να τον διώξουν τάχιστα από την Ιταλία. Έτσι συγκέντρωσαν περίπου 20.000 άνδρες, ο καθένας για να τον αντιμετωπίσουν. Ο υπατικός στρατός του Φλαμίνιου κινήθηκε προς το Αρέτιουμ και οχυρώθηκε εκεί, ελπίζοντας πως ο Αννίβας θα πέσει στην παγίδα και θα τον πολιορκήσει την πόλη, ενώ από την άλλη ο Γεμίνιος οχυρώθηκε στο Αριμίνουμ. Με αυτόν τον τρόπο και οι δυο δρόμοι που περνούσαν τα Απέννινα όρη ήταν πλέον κλειστεί και υπό Ρωμαϊκό έλεγχο.

Εικόνα: Άγαλμα του Αννίβα στο Λούβρο, έργο του Σεμπαστιάν Σλοτς.

Ο Αννίβας ωστόσο περνά τους βάλτους 7 χιλιόμετρα μακριά από το Αρέτιουμ, λεηλατεί άγριός την πεδιάδα της Τοσκάνης και αντί να επιτεθεί στα τείχη της πόλης, απλώς στρατοπεδεύει και χλευάζει το «θάρρος» του του Ρωμαϊκού στρατού. Ακούγοντας αυτές τις προσβολές και βλέποντας την λεηλασία της ρωμαϊκής υπαίθρου από το στράτευμα του Αννίβα , ο «θιγμένος» Γάιος Φλαμίνιος, αποφάσισε να δώσει ένα τέλος. Έτσι λοιπόν εξέρχεται από το ασφαλές Αρέτιουμ για να τον αντιμετωπίσει σε ανοιχτή μάχη.

Όμως, ο Αννίβας, δεν στέκετε να πολεμήσει, ενώ καταδιώκετε από τον ρωμαϊκό στρατό σε όλη την πεδιάδα της Τοσκάνης υποχωρεί και φέρνει τους Ρωμαίους εκεί που θέλει. Ο ευφυής Φοίνικας στρατηγός αποφασίζει να πολεμήσει στις όχθες της λίμνης Τρασιμένης, η οποία ήταν περικυκλωμένη από λόφους με πυκνή βλάστηση και συνεχή ομίχλη. Έτσι έστησε ένα «ψεύτικο» στρατόπεδο οπού τοποθέτησε μια φρουρά 6.000 στρατιωτών ενώ τους υπόλοιπους τους έκρυψε στους γύρω λόφους. Η εμπροσθοφυλακή του Φλαμίνιου είδε τις φωτιές του στρατοπέδου και διατάχθηκε να επιτεθεί, ενώ ο υπόλοιπος στρατός θα στρατοπέδευε στις όχθες της λίμνης.

Η λεγεώνα που στάλθηκε περίμενε τους στρατιώτες του Αννίβα απροετοίμαστους για μάχη με αποτέλεσμα την εύκολη καταστροφή τους. Όμως οι Καρχηδόνιοι ήταν έτοιμοι και μάλιστα τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά. Κατά τη διάρκεια της αψιμαχίας, όμως οι δυνάμεις του Αννίβα έκαναν μια ψεύτικη υποχώρηση παρασύροντας τους ανυποψίαστους Ρωμαίους προς τους λόφους, αλλά τότε μέσα από την πυκνή ομίχλη ξεπρόβαλε ολόκληρος ο καρχηδονιακός στρατός ο οποίος τους επιτέθηκε και τους έτρεψε σε φυγή.

Ο Αννίβας, βλέποντας την επιτυχία του σχεδίου του, διέταξε μαζική επίθεση στον υπόλοιπο ρωμαϊκό στρατό, ο οποίος ήταν εντελώς απροετοίμαστος για μάχη καθώς δεν είχε σχηματισμό και οι λεγεώνες ήταν αποδιοργανωμένες. Οι Καρχηδόνιοι στρατιώτες τους επιτέθηκαν, τους περικύκλωσαν και τους υποχρέωσαν σε ταπεινωτική ήττα. Η μάχη τελείωσε μέσα σε τρεις ώρες και άλλος ένας ρωμαϊκός στρατός είχε καταστραφεί. Από τους 20.000 λεγεωνάριους οι 15.000 έπεσαν νεκροί, ανάμεσα τους και ο Γάιος Φλαμίνιος, ενώ οι καρχηδονιακές απώλειες ανήλθαν στους 1.500 νεκρούς.

Εικόνα: Ο θάνατος του Γάιου Φλαμίνιου όπως αναπαριστάτε στο έργο του Joseph-Noël Sylvestre.

Η συνταγή της καταστροφής.

Φτάνοντας τα νέα στην Ρώμη η Σύγκλητος πανικοβλήθηκε από τις αλλεπάλληλες αποτυχίες και διόρισε «Δικτάτορα» τον Κόιντο Φάβιο Μάξιμο «Κουνκτάτωρ». Ο προαναφερόμενος όντας γνώστης των τακτικών του Αννίβα προσπάθησε να εφαρμόσει αντίθετη τακτική από τους προκατόχους του. Απέφευγε τη μάχη παρατάξεως και καταπονούσε τον Αννίβα με αψιμαχίες, ενώ φρόντιζε να βρίσκεται πάντα με το στρατό του μεταξύ του Αννίβα και της Ρώμης. Ο Αννίβας όμως λεηλατούσε την ύπαιθρο και κατά συνέπεια ο πόλεμος παρατεινόταν, με αποτέλεσμα τη δυσαρέσκεια τόσο της Συγκλήτου όσο και της κοινής γνώμης.

Η σύγκλητος τότε, πιεζόμενη από την κατάσταση, κατάργησε τη «Δικτατορία» του Φάβιου και διόρισε δύο υπάτους, τον Τερέντιο Βάρωνα και το Λεύκιο Αιμίλιο Παύλο. Επίσης, διέταξε την ίδρυση 8 νέων λεγεώνων με δύναμη 5.000 ανδρών η καθεμιά.  Μετά από τη συγκρότηση του συνόλου της στρατιάς η Σύγκλητος διέταξε τους δύο υπάτους να προελάσουν στην Απουλία και να αντιμετωπίσουν τον Αννίβα, ο οποίος στο μεταξύ είχε καταλάβει τις Κάννες που ήταν ένα σημαντικό κέντρο ανεφοδιασμού των Ρωμαϊκών δυνάμεων.

Το έδαφος του πεδίου της μάχης γενικά ήταν κατάλληλο για αγώνα αντιπαρατάξεως και προσφερόταν για εκτέλεση ελιγμών ιππικού σε βάθος. Η δύναμη των Ρωμαίων έφθανε στους 80.000 πεζούς και περίπου 7.000 ιππείς. Τη διοίκηση του Ρωμαϊκού στρατού αναλάμβαναν «εναλλάξ» οι δύο ύπατοι κάθε μέρα, κάτι που προμήνυε τι θα επακολουθήσει στη συνέχεια.

Όταν λοιπόν το στράτευμα έφθασε για να αντιμετωπίσει τους Καρχηδονίους, ο Λεύκιος Αιμίλιος, ο οποίος είχε τη διοίκηση εκείνη τη μέρα, διέκοψε την πορεία. Παρατήρησε ότι το έδαφος ήταν πεδινό, ομαλό και επειδή φοβόταν τη δράση του Καρχηδονιακού ιππικού αποφάσισε να μη δώσει τη μάχη, αλλά να επιδιώξει να «παρασύρει» τον αντίπαλο σε πιο πρόσφορο έδαφος, όμως δεν υπολόγιζε τα σχέδια του συν-ύπατου του.

Έτσι, την επομένη, όταν την αρχηγία ανέλαβε ο Βάρων, ο οποίος είχε αντίθετη γνώμη, έθεσε το στράτευμα σε πορεία με εμπροσθοφυλακή και το ιππικό ενισχυμένο με ικανή δύναμη πεζικού. Η εμπροσθοφυλακή αυτή αψιμάχησε με ίλες του Αννίβα και είχε επιτυχία. Μετά από αυτό ο Βάρων διέταξε να εγκατασταθεί το Ρωμαϊκό στρατόπεδο στην αριστερή όχθη του Αυφίδου ποταμού, σε απόσταση 2 χιλιομέτρων περίπου από το στρατόπεδο του Αννίβα. Την επόμενη μέρα ο Λεύκιος Αιμίλιος, επειδή πίστευε ότι η θέση του στρατοπέδου δεν ήταν ασφαλής και δε μπορούσε να υποχωρήσει κάτω από το βλέμμα του Αννίβα, για αυτόν λοιπόν τον λόγο έστειλε το ένα τρίτο της δυνάμεώς του απέναντι και στη δεξιά όχθη του ποταμού, όπου εγκατέστησε δεύτερο μικρό στρατόπεδο για μεγαλύτερη ασφάλεια.

Εικόνα: Αναπαράσταση σφενδονιστή από της Βαλεαρίδες Νήσους.

Στις 2 Αυγούστου του 216 π.Χ, όταν τη διοίκηση ανέλαβε πάλι ο Βάρων, με το πρώτο φως της αυγής, έβγαλε το στράτευμά του από το στρατόπεδο και διέταξε να προετοιμαστούν για μάχη. Οι ρωμαϊκές δυνάμεις παρατάχθηκαν στη δεξιά όχθη του Αυφίδου ποταμού, όπου, ο Βάρων, θεωρούσε το έδαφος πιο κατάλληλο. Στη δεξιά πτέρυγα κοντά στον ποταμό τάχθηκε το Ρωμαϊκό ιππικό, 2.400 ιππείς υπό το Λεύκιο Αιμίλιο Παύλο. Στο κέντρο οι λεγεώνες συμπαραταγμένες σε τρεις γραμμές όπως συνήθως, με αρχηγούς τους υπάτους του προηγούμενου έτους Μάρκο Ρηγούλο και Γναίο Σερουίλιο και στην αριστερή πτέρυγα το ιππικό των συμμάχων, 4.800 ιππείς υπό το Βάρωνα.

Ο τελευταίος, επειδή πίστευε ότι οι μέχρι τότε επιτυχίες του Αννίβα οφείλονταν στο βάθος του σχηματισμού του, διέταξε την αύξηση του βάθους των στοίχων σε βάθος 16 ανδρών.  Το μέτωπό του βέβαια μίκρυνε αλλά με την αριθμητική του υπεροχή εξακολουθούσε να υπερκαλύπτει το μέτωπο του αντιπάλου. Μια λεγεώνα και άλλα τμήματα συνολικής δυνάμεως 10.000 ανδρών παρέμειναν στα μετόπισθεν για την ασφάλεια του μεγάλου στρατοπέδου. Σύμφωνα με μια άλλη έγκυρη, επίσης, ιστορική πηγή η δύναμη αυτή είχε αποστολή να επιτεθεί εναντίον του στρατοπέδου του Αννίβα και να απειλήσει τα νώτα των Καρχηδονίων κατά τη μάχη.

Ο Αννίβας όταν πληροφορήθηκε τις κινήσεις των Ρωμαίων και έμαθε τη διαφορά αντιλήψεων των δύο υπάτων, με την χρήση του αρίστου δικτύου πληροφοριών του, παρέταξε το στράτευμά του και περίμενε. Πράγματι ο Λεύκιος Αιμίλιος δεν αντιπαρατάχθηκε και παρέμεινε στο στρατόπεδο προσδοκώντας απλά να περάσει η μέρα ώστε να αναλάβει τη διοίκηση του στρατού ο Βάρων.

Τα σχέδια των εμπλεκομένων.

Η στάση αυτή των Ρωμαίων αναπτέρωσε το ηθικό των Καρχηδονίων.  Ο Αννίβας γύρω στο μεσημέρι επανέφερε το στράτευμα του στο στρατόπεδο και για να εξερεθίσει το Βάρωνα, διέταξε τους Νουμιδούς ιππείς να προσβάλουν τους Ρωμαίους οπλίτες του μικρού στρατοπέδου. Όταν το πρωί της επομένης ο Αννίβας είδε την έξοδο των Ρωμαίων από το στρατόπεδό τους, διέταξε τα ελαφρά στρατεύματά του να περάσουν τον ποταμό και να ταχθούν για μάχη σε αρκετή απόσταση μπροστά, με μέτωπο προς τον αντίπαλο, για να αποκρύψουν τη διάβαση του ποταμού από το κύριο σώμα και για να καλύψουν τη διάταξη μάχης του.

Στη συνέχεια ο Αννίβας πέρασε στη δεξιά όχθη το κύριο σώμα και έλαβε την ακόλουθη διάταξη. Στην αριστερή πτέρυγα κοντά στον ποταμό έταξε το βαρύ ιππικό, 8.000 ιππείς υπό τον αδελφό του Χάσμπρουμπαλ. Επειδή δεν υπήρχε αρκετός χώρος, το ιππικό αυτό παρατάχθηκε σε δύο γραμμές. Στο κέντρο έταξε το πεζικό με δύναμη 32.000 ανδρών έναντι 80.000 Ρωμαίων. Για να καλύψει το μέτωπο του αντιπάλου, ο οποίος υπερείχε σε αριθμό, επινόησε την παρακάτω διάταξη. Στα δύο άκρα της παρατάξεως του πεζικού έταξε το Αφρικανικό πεζικό το οποίο ήταν επίλεκτο, σε επαφή με το ιππικό και με βάθος 16 οπλιτών.

Εικόνα: Ρωμαίοι λεγεωνάριοι της εποχής του Β’ Καρχηδονιακού Πολέμου.

Στο μέσο της παρατάξεως μεταξύ των δύο αφρικανικών τμημάτων έταξε το πεζικό των συμμάχων του Ιβήρων και Γαλατών με βάθος 8 ανδρών σε αλλεπάλληλα τμήματα με κλιμακωτή διάταξη προς τα εμπρός. Η ελάττωση του βάθους της παρατάξεως του κέντρου εξασθένησε τη δύναμη του μέρους αυτού της φάλαγγας, αλλά έδωσε τη δυνατότητα στον Αννίβα να καλύψει το μέτωπο του αντιπάλου, αν και μειονεκτούσε σε αριθμό. Επίσης, η διάταξη αυτή εξυπηρετούσε και τον ελιγμό του όπως θα δούμε παρακάτω. Στη δεξιά πτέρυγα ο Αννίβας έταξε 2.000 Νουμιδούς ιππείς υπό τον άλλο αδελφό του Άννωνα, με εντολή να επεκτείνουν την παράταξη και να καλύψουν το μέτωπο του πολυάριθμου συμμαχικού ιππικού των Ρωμαίων.  Τέλος, στο κέντρο της παρατάξεως όπου ήταν το πιο κρίσιμο σημείο τάχθηκε ο ίδιος ο Αννίβας.

Από την άλλη πλευρά το Ρωμαϊκό σχέδιο ήταν απλό, επίθεση σε όλο το μέτωπο. Στη δεξιά πτέρυγα με το ιππικό, για αντιμετώπιση του Καρχηδονιακού ιππικού και κάλυψη του δεξιού πλευρού του Ρωμαϊκού πεζικού. Στο κέντρο με τις λεγεώνες πεζικού για ανατροπή και διάσπαση του πεζικού των Καρχηδονίων και στην αριστερή πτέρυγα, με το ιππικό για ανατροπή του Νουμιδικού ιππικού, υπερφαλάγγιση και προσβολή του δεξιού πλευρού του πεζικού του Αννίβα για καταστροφή του αντιπάλου σε συνδυασμό με την ενέργεια των λεγεώνων του κέντρου.

Ο Αννίβας ήξερε ότι δεν μπορούσε να υποστηρίξει μια ολομέτωπη επίθεση για αυτό και κατέστρωσε ένα πιο επιτήδειο σχέδιο μάχης. Στη δεξιά πτέρυγα κάλυψη του δεξιού πλευρού του φίλιου πεζικού με το ιππικό.  Στην αριστερή πτέρυγα επίθεση με το ιππικό για ανατροπή του Ρωμαϊκού ιππικού. Στη συνέχεια ευρεία υπερφαλάγγιση της Ρωμαϊκής παρατάξεως με το ιππικό και προσβολή του ιππικού του Βάρωνα από το πλευρό και τα νώτα.  Ανάκληση των ελαφρών τμημάτων από μπροστά και ανάπτυξή τους σε δεύτερη γραμμή πίσω από το Καρχηδονιακό πεζικό. Εμπλοκή του πεζικού σε ολόκληρο το μέτωπο και σύμπτυξη του συμμαχικού πεζικού του κέντρου μέχρι σε ένα όριο, πριν από το οποίο πρέπει να αναχαιτισθεί ο αντίπαλος του Αφρικανικού πεζικού των δύο άκρων για εγκλωβισμό του αντιπάλου, μετά από σύγχρονη προσβολή των νώτων του από το ιππικό του Χάσμπρουμπαλ και καταστροφή του αντιπάλου.

Όταν ο Αννίβας τελείωσε την παράταξη των στρατευμάτων του, η οποία ήταν σε ευθεία γραμμή, διέταξε το κέντρο να προχωρήσει για ένα διάστημα, ώστε τα τμήματα που βρισκόταν από τις δύο πλευρές του με την κλιμακωτή διάταξή του να αποκτήσουν το απαιτούμενο βάθος. Με αυτόν τον τρόπο τα συμμαχικά στρατεύματα του κέντρου αποτέλεσαν μια εξέχουσα διάταξη της παρατάξεως των Καρχηδονίων.

Εικόνα: Το Λυβικό πεζικό αποτελούσε την αιχμή του δόρατος των δυνάμεων του Αννίβα.

Η μάχη των Καννών.

Όταν η παράταξη του Καρχηδονιακού στρατού ήταν έτοιμη να δράσει, ο Αννίβας, διέταξε το ιππικό της αριστερής πτέρυγας και επιτέθηκε στο Ρωμαϊκό ιππικό που βρισκόταν απέναντι και με τον όγκο του το ανέτρεψε αμέσως. Κατόπιν, ανακάλεσε από μπροστά τα ελαφρά στρατεύματα τα οποία αναπτύχθηκαν πίσω από το πεζικό του κέντρου σε δεύτερη γραμμή και δύο τμήματά τους τάχθηκαν πίσω από δύο ισχυρά τμήματα του Αφρικανικού πεζικού, σύμφωνα με το σχέδιο.

Το Ρωμαϊκό πεζικό επιτέθηκε με ορμή και προσέκρουσε πρώτο στην εξέχουσα διάταξη των συμμαχικών στρατευμάτων του Αννίβα. Τα τελευταία, αν και ήταν ελαφρότερα οπλισμένα και με μικρότερο βάθος σχηματισμού, πολέμησαν γενναία και συγκράτησαν για λίγο τη Ρωμαϊκή φάλαγγα. Σιγά–σιγά όμως, με την ισχυρή πίεση των Ρωμαϊκών λεγεώνων άρχισαν να συμπτύσσονται ενώ μάχονταν συντεταγμένα.  Η εξέχουσα διάταξη άρχισε να ευρύνεται και σε μια στιγμή η παράταξη των Καρχηδονίων ευθυγραμμίσθηκε και στη συνέχεια έγινε κοίλη στο κέντρο όπου το Ρωμαϊκό πεζικό συνέχισε την προώθησή του.

Η εισχώρηση αυτή των Ρωμαίων συνεχίσθηκε και η ορμητικότητά τους παρέσυρε μέσα στο σχηματιζόμενο θύλακα και τις δύο πτέρυγες του Ρωμαϊκού πεζικού, οι οποίες αναγκάσθηκαν να λοξεύουν για να μην αποχωρισθούν από το κέντρο τους. Έτσι, τα δύο άκρα του πεζικού των Καρχηδονίων, αποτελούμενα από τις επίλεκτες Αφρικανικές μονάδες, βρέθηκαν στα πλευρά της Ρωμαϊκής φάλαγγας. Συγχρόνως, η δεύτερη και η τρίτη γραμμή των Ρωμαίων πύκνωσαν στην πρώτη και λόγω του περιορισμένου χώρου αναπτύξεως αποτέλεσαν με αυτήν μια πυκνή μάζα.

Η κρίσιμη στιγμή είχε φθάσει. Ο Αννίβας είχε σχεδιάσει την υποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων του κέντρου του και την εξέλιξη της μάχης. Τότε διέταξε αρχικά, τα ελαφρά στρατεύματα της δεύτερης γραμμής να κινηθούν προς τα εμπρός και να ενισχύσουν τα σκληρά δοκιμαζόμενα τμήματα της πρώτης. Έπειτα τα Αφρικανικά στρατεύματα να επιτεθούν αποφασιστικά εναντίον των πτερύγων του Ρωμαϊκού πεζικού με τη βοήθεια ελαφρών στρατευμάτων τα οποία είχαν ταχθεί πίσω τους και είχαν αποστολή να επιτεθούν κατά των πλευρών του αντιπάλου.

Τέλος το ιππικό να ολοκληρώσει την αποστολή του, δηλαδή ο Χάσμπρουμπαλ να προσβάλει το ιππικό του Βάρωνα από τα πλευρά και τα νώτα, ώστε να απομονωθούν οι Ρωμαϊκές λεγεώνες. Οι διαταγές του Αννίβα εκτελέσθηκαν με ακρίβεια και ταχύτητα. Στην αριστερή πτέρυγα των Καρχηδονίων, μετά την ανατροπή του Ρωμαϊκού ιππικού, ο Λεύκιος Αιμίλιος αγωνίσθηκε ηρωικά και προσπάθησε μάταια να συγκρατήσει τους ιππείς του.

Εικόνα: Οι αρχικές παρατάξεις των δύο αντίπαλων στρατών. Οι Ρωμαίοι διακρίνονται με το κόκκινο χρώμα να επιτίθενται στον καρχηδονιακό στρατό που διακρίνεται με το μπλε χρώμα.

Ο Χάσμπρουμπαλ έστειλε τις ίλες της δεύτερης γραμμής να εκτελέσουν την καταδίωξη του ιππικού του Αιμίλιου και ο ίδιος με το μεγαλύτερο μέρος του ιππικού του διέσχισε λοξά το πεδίο της μάχης πίσω από τις Ρωμαϊκές λεγεώνες και πρόσβαλε το ιππικό του Βάρωνα από τα πλευρά και τα νώτα. Τότε είχε εκδηλωθεί και η επιθετική κίνηση των δύο πτερύγων του Αφρικανικού πεζικού και των ελαφρών τμημάτων κατά των πλευρών της Ρωμαϊκής φάλαγγας.

Οι Ρωμαϊκές λεγεώνες αναμίχθηκαν και ως μάζα πια έχασαν κάθε μαχητική δυνατότητα.  Οι Ρωμαίοι ήταν πλέον υποχρεωμένοι να μάχονται επί τόπου χωρίς να μπορούν να ελιχθούν ούτε ως τακτικά τμήματα ούτε ακόμη και ως άτομα. Τέτοια ήταν η συσσώρευση του Ρωμαϊκού πεζικού, ώστε μετά από λίγο η μάχη μετατράπηκε σε σφαγείο.

Οι απώλειες των Ρωμαίων ήταν τρομακτικές. Περίπου 70.000 άνδρες έπεσαν στο πεδίο της μάχης, μεταξύ των οποίων ο Μάρκος Ρήγουλος, ο Γναίος Σερουίλιος, 21 χιλίαρχοι, 80 Γερουσιαστές και μεγάλος αριθμός πρώην υπάτων. Διασώθηκαν από τους ιππείς μόνο 70 στη Βενουσία με το Βάρωνα και περίπου 300 ιππείς οι οποίοι κατέφυγαν στις συμμαχικές πόλεις των Ρωμαίων.  Από τους πεζούς, 10.000 αιχμαλωτίσθηκαν και περίπου 3.000 ίσως διέφυγαν στις κοντινές πόλεις. Οι απώλειες των Καρχηδονίων έφθασαν σε 4.000 Γαλάτες και Ισπανούς, 1.500 Αφρικανούς και 200 ιππείς, δηλαδή συνολικά 5.700 νεκροί.

Ο επίλογος ενός δράματος.

Στη μάχη των Κανών οι Ρωμαίοι υπερείχαν από τους Καρχηδονίους σε αριθμό και ποιότητα στρατευμάτων. Όμως, νικήθηκαν ολοκληρωτικά στο πεδίο της μάχης και η τόσο μεγάλη ήττα τους αποδίδεται στις στρατιωτικές αρετές και κυρίως στην ανώτερη τακτική αντίληψη του Αννίβα. Η νίκη του οφείλεται βασικά σε δύο λόγους. Πρώτον, στη γνώση της φύσεως και των προθέσεων του αντιπάλου και δεύτερο, στον καλύτερο τακτικό ελιγμό του. Σχετικά με τον πρώτο λόγο, αναμφισβήτητα είναι έργο του άριστου δικτύου πληροφοριών του Αννίβα.

Σχετικά με τον ελιγμό του Αννίβα, παρατηρείται ότι βασικά πρόκειται για τον ελιγμό που εφαρμόσθηκε από το Μιλτιάδη στη μάχη του Μαραθώνα, δηλαδή, ενίσχυση των πτερύγων και εξασθένιση του κέντρου, για διπλή υπερκέραση του αντιπάλου. Επίσης, ο Αννίβας, ο οποίος είχε ιδιαίτερα μελετήσει την ελληνική ιστορία, έλαβε υπόψη του και τις βελτιώσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δηλαδή τη χρησιμοποίηση του ιππικού ως κύριου όπλου κρούσεως, σε συνδυασμό με το πεζικό και τον εξαναγκασμό του εχθρού να δημιουργήσει ο ίδιος τις συνθήκες της καταστροφής του.

Εικόνα: Οι τελικές θέσεις των Καρχηδόνιων και των Ρωμαίων στη μάχη των Καννών.

Γενικά, παρατηρείται ότι η σύλληψη, η προπαρασκευή και η εκτέλεση του ελιγμού αυτού υπήρξαν υποδειγματικές. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι ο ελιγμός του Αννίβα στη μάχη των Κανών θεωρείται ο τελειότερος ελιγμός της αρχαιότητας. Η τόσο καλή αξιολόγησή του ως ελιγμού αλλά και ως σχεδίου ενεργείας γενικότερα, αποδίδεται στην κατάλληλη εφαρμογή αρχών του πολέμου με κεφαλαιώδη σπουδαιότητα και αξία, ακόμη και στις μέρες μας.

Για μια περίοδο, μετα την μάχη, επικρατούσε πλήρης αταξία στη Ρώμη. Οι καλύτεροι υπατικοί στρατοί της δημοκρατίας είχαν καταστραφεί και ο επιζών ύπατος, Βάρρων, είχε στιγματιστεί. Ήταν μια πλήρης καταστροφή για τους Ρωμαίους. Σύμφωνα με την παράδοση, στη Ρώμη κηρύχθηκε μέρα πένθους, καθώς δεν υπήρχε ούτε ένας πολίτης, που να μην είχε συγγενή ή γνωστό μεταξύ των πεσόντων. Οι Ρωμαίοι έφτασαν σε τόση απελπισία που κατέφυγαν στην ανθρωποθυσία, θάβοντας δύο ζωντανούς σκλάβους στο Ρωμαϊκό Φόρουμ κι εγκαταλείποντας ένα υπερμέγεθες βρέφος στην Αδριατική.

Ο Λούκιος Καικίλιος Μέτελλος, ένας χιλίαρχος, απελπίστηκε τόσο πολύ μετα την μάχη στις Κάννες, που δήλωσε πώς όλα χάθηκαν και πρότεινε να τεθούν στην υπηρεσία ενός ξένου ηγεμόνα. Οι επιζώντες των Καννών, Ρωμαίοι στρατιώτες ανασυγκροτήθηκαν σε δύο λεγεώνες και στάλθηκαν στη Σικελία ως τιμωρία για την ταπεινωτική τους λιποταξία στο πεδίο της μάχης. Εκτός από τη φυσική απώλεια του στρατού της, η Ρώμη υπέστη και μία ήττα γοήτρου.

Ένα χρυσό δαχτυλίδι ήταν ένδειξη ότι ο κάτοχός του ανήκε στην ανώτερη κοινωνική τάξη της Ρώμης. Ο Αννίβας και οι στρατιώτες του συγκέντρωσαν 20.000 τέτοια δαχτυλίδια από τους πεσόντες στις Κάννες και τα έστειλαν στην Καρχηδόνα ως απόδειξη του θριάμβου τους. Η φριχτή αυτή συλλογή ρίχτηκε στο δάπεδο ενώπιον της Γερουσίας της Καρχηδόνας, η οποια αδυνατούσε να πιστέψει το αποτέλεσμα της μάχης.

Εικόνα: Η ασπίδα του Ερρίκου Β’ της Γαλλίας, η οποία απεικονίζει τη νίκη του Αννίβα κατά των Ρωμαίων, παρομοιάζοντάς την με την σύγκρουση της Γαλλίας με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τον 16ο αιώνα.

Ο Αννίβας, κερδίζοντας ακόμη μια μάχη, μετά από αυτές του Τρεβίου και της Τρασιμένης, είχε κατατροπώσει οκτώ υπατικές στρατιές. Μέσα σε 20 μήνες, η Ρώμη είχε χάσει το 1/5 του συνολικού πληθυσμού της άνω των 17 ετών. Επιπλέον, η ήττα επηρέασε και τους συμμάχους της, οι οποίοι αποφάσισαν να πάρουν το μέρος του Αννίβα. Μετά τη μάχη των Καννών, οι νότιες ελληνικές επαρχίες της Αργυρίππας, της Σαλαπίας, της Χερδονίας, του Ουζέντουμ, συμπεριλαμβανομένων της Καπύης και του Τάραντα, υποτάχθηκαν στον Αννίβα.

Ο Λίβιος σημειώνει, «Το πόσο σοβαρό ήταν το αποτέλεσμα της ήττας των Ρωμαίων στις Κάννες, μπορεί κανείς να καταλάβει από τη συμπεριφορά των συμμάχων της Ρώμης, αφού πριν από αυτή τη μοιραία μέρα, ήταν πιστοί στη Ρώμη, αλλά μετά άρχισαν να αμφιβάλλουν κατά πόσο δυνατή ήταν η Ρώμη». Την ίδια χρονιά οι πόλεις της Σικελίας παρακινήθηκαν να επαναστατήσουν κατά της Ρώμης και ο Φίλιππος Ε’ της Μακεδονίας εγγυήθηκε την υποστήριξή του στον Αννίβα αρχίζοντας τον «Πρώτο Μακεδονικό Πόλεμο». Επίσης ο Αννίβας εξασφάλισε τη συμμαχία του Ιερώνυμου των Συρακουσών. Μετά τη μάχη, ο αρχηγός του ιππικού των Νουμίδων, ο Μαάρβας, παρότρυνε τον Αννίβα να επιτεθούν κατά της Ρώμης. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός όμως αρνήθηκε και η απάντησή του προκάλεσε έκπληξη στον Μαάρβα, ο οποίος του είπε «Αννίβα, ξέρεις πως να κερδίζεις μια μάχη, αλλά δεν ξέρεις πως να εκμεταλλευτείς τη νίκη σου».

Πηγές:

  • James Carlton, «The Military Quotation Book».
  • Dexter B. Hoyos, «Hannibal: Rome’s Greatest Enemy».
  • Gregory Daly, «Cannae: The Experience of Battle in the Second Punic War».
  • Hans Delbrück, «Warfare in Antiquity».
  • Πλουτάρχου, «Βίοι Παράλληλοι», Φάβιος Μάξιμος.
  • Theodore Ayrault Dodge, «Hannibal».
  • Leonard Cottrell, «Enemy of Rome».
  • Πολύβιος, «Ιστορίες».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.