Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Η μάχη του Σαρανταπόρου. Εκεί που θα γινόταν ο υποτιθέμενος «τάφος» του Ελληνικού Στρατού.

Η μάχη του Σαρανταπόρου. Εκεί που θα γινόταν ο υποτιθέμενος «τάφος» του Ελληνικού Στρατού.

Γράφει ο Ταγματάρχης (ΠΒ) Γεώργιος Β. Σκαλτσογιάννης.

Η περίοδος που αρχίζει με την ήττα στον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και φτάνει μέχρι τα χρόνια της έναρξης των Βαλκανικών Πολέμων χαρακτηρίζεται από ένα καθολικό αίτημα για ανανέωση της εθνικής ζωής σε όλους τους τομείς και ειδικά για αναδιάρθρωση της κρατικής λειτουργίας. Στην Ελλάδα η συνολική κατάσταση το 1909 προκαλούσε δυσαρέσκεια στην πλειοψηφία των Ελλήνων. Μέσα σε αυτή τη μάλλον αδιέξοδη κατάσταση σχηματίζεται η πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου, εγκαινιάζοντας μια περίοδο ανασυγκρότησης και μεταρρύθμισης για τη χώρα. Την εποχή ακριβώς αυτή, που η Ελλάδα ανασυντάσσεται και αναδιοργανώνεται, αναταραχές σημειώνονται σε διάφορα σημεία της Οθωμανικής Aυτοκρατορίας.

Η κατάσταση του Ελληνικού και του Οθωμανικού στρατού.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου επανέφερε το διάδοχο Κωνσταντίνο στη διοίκηση του στρατεύματος, ενώ καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια για την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων της χώρας και παράλληλα κλήθηκαν Γαλλική και Αγγλική αποστολή για να αναλάβουν αντίστοιχα την εκπαίδευση του στρατού και του ναυτικού. Από τις 16 Σεπτεμβρίου 1912, με πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, και όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 του σχετικού διατάγματος, ο εν ειρήνη στρατός είχε τεθεί σε κατάσταση επιστράτευσης.

Ως τον Οκτώβριο του 1912 ο Βενιζέλος ανέβασε την ισχύ των ελληνικών μονάδων που ήταν έτοιμες για κινητοποίηση και τις εξόπλισε με ένα σημαντικό αριθμό οπλισμού, ενώ υπήρχαν και είχαν παραγγελθεί στολές που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών. Φυσικά προβλήματα, έστω και μικρής έκτασης, συνέχιζαν να υπάρχουν, όπως προκύπτει και από διάφορα σχετικά έγγραφα, στα οποία αναφέρονται προβλήματα λόγω έλλειψης ιματισμού, εξαρτύσεων, οπλισμού, λίπους για την επάλειψη του οπλισμού, φορητών εργαλείων αλλά και άλλων απαραίτητων εφοδίων. Παρά ταύτα, η επιστράτευση βρήκε κατά γενική ομολογία το στρατό κατάλληλα εξοπλισμένο με απόλυτα σύγχρονο οπλισμό και με άρτια εκπαίδευση.

Εικόνα: Ο Κωνσταντίνος κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Έργο του Όθων Γιαννόπουλου.

Ταυτόχρονα, η Επιτελική Υπηρεσία του Στρατού εξέδωσε διαταγές και οδηγίες προς τις Μονάδες, σχετικά με το σχέδιο επιστράτευσης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την άμεση ενεργοποίηση των μονάδων για τη μελέτη και προεργασία του μηχανισμού επιστράτευσης. Από την 18η του μηνός Σεπτεμβρίου μέχρι την 26η του ίδιου μήνα κατέφθαναν οι έφεδροι, οι οποίοι, αφού εξοπλίζονταν, συγκροτούσαν τις μονάδες και οδηγούνταν προς τις ζώνες συγκεντρώσεως αυτών. Παράλληλα, τα τμήματα προκαλύψεως, τρεις ώρες μετά την κοινοποίηση του διατάγματος επιστράτευσης, κινήθηκαν προς τους προκαθορισμένους σε αυτά τομείς και έτσι αυθημερόν η προκάλυψη ανέλαβε το έργο της.

Η κατάσταση στον τουρκικό στρατό δεν ήταν εξίσου καλή. Λεπτομέρειες παραδίδει στα απομνημονεύματά του ο Χασάν Ταξίν Πασάς, που ανέλαβε την αρχιστρατηγία στα ελληνοτουρκικά σύνορα στις αρχές Οκτωβρίου. Επικρατούσε σύγχυση και ακαταστασία, οι ελλείψεις σε τρόφιμα και εφόδια ήταν τραγικές, δεν υπήρχε ούτε ένα ορεινό πυροβόλο, που ήταν απαραίτητο για την περιοχή, ενώ οι στρατιώτες χαρακτηρίζονταν από απροθυμία που πολλές φορές έφθανε ως τη λιποταξία. Είναι φανερό ότι έχει έλθει η ώρα να δράσει και η Ελλάδα. Η θύελλα φαίνεται έτοιμη να ξεσπάσει στα Βαλκάνια.

Η κήρυξη του πολέμου και η απελευθέρωση της Ελασσόνας.

Παραμονές της ενάρξεως του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, μπορούσε κάνεις να διαβάσει στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «ΕΜΠΡΟΣ», «Η κήρυξις λοιπόν του πολέμου άνευ άλλης τινός παρεμβολής θα γίνει σήμερον ή αύριον εάν δεν εγένετο ήδη την στιγμήν καθήν γράφομεν τας γραμμάς ταύτας». Έτσι η Ελλάδα θα μπει στον Βαλκανικό αγώνα. Στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της 5ης Οκτωβρίου 1912 μεταξύ άλλων αναφέρετε πως, «Η Ελλάς εκήρυξε τον πόλεμον κατά την διάρκεια της νυκτός».

Με την έναρξη του πολέμου οι δυνάμεις του Στρατού Ξηράς είχαν προσανατολιστεί προς τη Θεσσαλία και την Ήπειρο και είχε οργανωθεί αντίστοιχα η «Στρατιά Θεσσαλίας» με Αρχιστράτηγο τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο και ο «Στρατός Ηπείρου» με Διοικητή τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη. Η «Στρατιά Θεσσαλίας» τις πρωινές ώρες της 5ης Οκτωβρίου 1912 πέρασε την ελληνοτουρκική μεθόριο και παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες στρατιώτες και πολλοί αξιωματικοί έβλεπαν μάχη για πρώτη φορά και παρά την πεισματική αντίσταση των Τούρκων, τα ελληνικά τμήματα πέρασαν τα σύνορα και απώθησαν τα τουρκικά φυλάκια.

Εικόνα: Ο Παναγιώτης Δαγκλής από τη θέση του επιτελάρχη του Γενικού Στρατηγείου Θεσσαλίας διηύθυνε τη σχεδίαση των επιχειρήσεων, παρακολούθησε τη νικηφόρα πορεία του στρατού και εισήλθε μαζί με τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο στη Θεσσαλονίκη.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα για την πρώτη αυτή μέρα συναντάμε στο ημερολόγιο του Απόστολου Πουλόπουλου, του 10ου Λόχου του 1ου Συντάγματος Πεζικού, που σήμερα βρίσκεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο. Μεταξύ άλλων αναφέρει πως, «Την Παρασκευήν 5ην Οκτωβρίου νυκτερινήν διετάχθημεν να εγερθώμεν και να ετοιμασθώμεν δια προχώρησιν. Την 6ην είμεθα παρατεταγμένοι και μετ’ ολίγον ανεχωρήσαμεν. Εξήλθαμεν προς τα σύνορα δια του Τυρνάβου υπό τας ευχάς των υπολειφθέντων κατοίκων. Πριν ανεβώμεν το βουνόν διετάχθημεν να σταματήσωμεν. Ο λοχαγός μας μάς είπε μερικά λόγια ειπών ότι καθήκον είναι εις την παρούσαν περίπτωσιν να πολεμήσωμεν υπέρ του πολιτισμού και ότι εσφαλμένη η ιδέα μερικών λεγόντων ότι και ο εχθρός είναι όμοιος μας. Ηκούαμεν αλλεπαλλήλους αρκετούς πυροβολισμούς, περί την 6ην δε ηκούσαμεν ισχυρόν κρότον ο οποίος προήλθεν εκ δυναμιτιδος την οποίαν οι ημέτεροι δυναμιτισταί έθεσαν. Ούτω κατεκρυμνήσθη ο τουρκικός σταθμός ούτος, μένει δε ο της Μελούνης».

Λίγο αργότερα και προς επιβεβαίωση τούτου, με έγγραφό της, η «Ιη Μεραρχία» αναφέρει πως, «καταλάβαμεν άνευ αντιστάσεως υψώματα Μελούνας». Η προέλαση του στρατού συνεχίστηκε με την απελευθέρωση της Ελασσόνας και της Δεσκάτης, δίνοντας στο Διάδοχο το βάπτισμα του πυρός, ο οποίος διηύθυνε αυτοπροσώπως τον αγώνα. Παράλληλα, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων μεταφέρουν μήνυμα του Αρχηγού Δαγκλή, «Η Ελασσών κατελήφθη υπό του Ελληνικού Στρατού. Ο Διάδοχος διηύθυνε τον αγώνα. Ο επίδοξος διάδοχος έλαβε το βάπτισμα του πυρός».

Ο δημοσιογράφος Γιώργος Βεντήρης περιγράφει χαρακτηριστικά την πρώτη μέρα των επιχειρήσεων. «Προ της Ελασσώνος οι Τούρκοι αντεστάθησαν με πείσμα. Οι Έλληνες στρατιώται και πολλοί αξιωματικοί, έβλεπαν, πρώτην φοράν, μάχην. Εις την αρχήν εκλονίσθησαν, αλλ’ οι νεώτεροι αξιωματικοί τους παρέσυραν εμπρός. 0 διάδοχος διηύθυνε την μάχην από της γραμμής του πυρός. Οι Τούρκοι απεσύρθησαν ατάκτως προς το Σαραντάπορον».

Την ίδια ημέρα συναντάμε στο ημερολόγιο του Απόστολου Πουλόπουλου. «Σάββατον 6 Οκτωβρίου. Ολίγον πάλιν ήπιαμε νερό και ετοιμάσθημεν διά αναχώρησιν. Καθ’ οδόν είδομεν λιποτάκτην Έλληνα του τουρκικού στρατού. Ότε εφθάσαμεν ημείς εκ του λόφου Σκόμπας το πυροβολικόν μας ήχε αρχίσει ήδη να κροτή βάλλων κατά του απέναντι τουρκικού πυροβολικού. Το θέαμα της μάχης ήτο θαυμάσιον εκείθεν. Το βράδυ κατεσκηνώσαμεν, την δε επομένην πρωίαν μετέβην εις την πόλιν Ελασσών δια να την περιέλθω. Τα τουρκικά καταστήματα είχον ανοιχθή υπό των στρατιωτών και εγίνετο αρκετό πλιάτσικο, όχι τόσον εκ μέρους του στρατού, όσον εκ μέρους των εντοπίων, οι οποίοι έπραξαν τούτο εκδικούμενοι τους Τούρκους».

Εικόνα: Από την Ελασσόνα στο Σαραντάπορο.

«Κυριακή 7 Οκτωβρίου. Ανάπαυσις καθ’ όλην την ημέραν. Ελλειψις άρτου καθολοκληριαν. Σφάζονται αρνιά τα οποία μισοψημένα τρώγαμεν άνευ άρτου». Την πληροφορία αυτή από το ημερολόγιο του Πουλόπουλου την επιβεβαιώνει πλήρως και σχετική αναφορά της «ΙΙης Μεραρχίας», της ίδιας ημέρας προς το «Γενικό Στρατηγείο», με την οποία αναφέρεται πως, «από χθες οι άνδρες στερούνται άρτου και τα κτήνη νομής».

Όπως είδαμε κατά τη φάση της επιστράτευσης, αλλά όπως θα δούμε και πιο κάτω κατά τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και εδώ εμφανίζονται μικρά μεν αλλά όχι αξεπέραστα προβλήματα του στρατού. Οι αναφορές για έλλειψη άρτου, ο οποίος παρασκευαζόταν στην ζώνη των επιχειρήσεων, ήταν αρκετές. Παρόμοιες αναφορές θα δούμε και στη συνέχεια και για άλλα ζητήματα διοικητικής μέριμνας, αλλά επίσης και για θέματα υγειονομικού και επικοινωνιών.

Από τις 7 Οκτωβρίου η Στρατιά άρχισε να προελαύνει προς βορρά για να συναντήσει τις κύριες τουρκικές δυνάμεις, που αποτελούνταν από δύο και περισσότερες Μεραρχίες, υπό το Στρατηγό Χασάν Ταξίν Πασά και ήταν εγκαταστημένες αμυντικά στην οχυρή τοποθεσία Σαρανταπόρου και Λαζαράδων – Βογκόπετρας. Η πορεία αυτή ήταν αναμενόμενη, ωστόσο ο αντίκτυπος της υπήρξε ολέθριος για τους Τούρκους.

Ο άμαχος μουσουλμανικός πληθυσμός της περιοχής υποχωρούσε, ακολουθώντας το δρόμο προς τα Σέρβια, μέσω των «Στενών του Σαρανταπόρου», όπου βρίσκονταν οι μετόπισθεν υπηρεσίες. Το ηθικό των στρατιωτών άρχισε να κάμπτεται και τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα άρχισαν να επιδεινώνονται. Την ίδια μέρα, συνεχίζοντας την καταγραφή των γεγονότων, ο Απόστολος Πουλόπουλος αναφέρει, «Δευτέρα 8 Οκτωβρίου. Την πρωίαν την 7ην ανεχωρήσαμεν δια μέσου της Ελασσώνος ακολουθούντες την οδόν αμαξιτήν βαίνουσαν εις Σέρβια. Δρόμος ανηφορικός και κοπιώδης. Την 6ην βραδινήν εσταματήσαμεν επί λόφου ως πρωτοφυλακή. Παρά το χωριόν Λακούδι περί την 5μ.μ. εσταθμεύσαμεν. Εβγάλαμεν σκοπούς και κατεκλίθημεν επί του εδάφους κρυπτόμενοι. Ο εχθρός είχε ανάψει πυρά επί του απέναντι βουνού. Ψύχος δριμύ». Τα ελληνικά τμήματα είναι πλέον προ των στενών του Σαρανταπόρου, παραμονές της μεγάλης μάχης.

Τα στενά του Σαρανταπόρου και οι θέσεις των αντιμαχόμενων.

Η τοποθεσία Σαρανταπόρου ήταν από τη φύση της εξαιρετικά ισχυρή και οχυρωμένη υπό την επίβλεψη του Αρχηγού της «Γερμανικής Στρατιωτικής Αποστολής» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Στρατηγού Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς, ο οποίος είχε δηλώσει ότι, «το Σαραντάπορο είναι απόρθητο φρούριο και θα γίνει ο τάφος των Ελλήνων, αν επιχειρήσουν να το καταλάβουν».

Ειδικότερα, το ύψωμα Σκοπιά δεσπόζει σε ολόκληρο το προς νότια και νοτιοανατολικά έδαφος. Η ισχύς της τοποθεσίας αυτής επαυξάνεται σημαντικά και από το ότι τα πλευρά της στηρίζονται ανατολικά στα απότομα νότια αντερείσματα του όρους Τίταρος και δυτικά στο δεσπόζον ύψωμα Αμάρβες, στα Καμβούνια όρη. Αναλόγως, η τοποθεσία Λαζαράδες – Βογκόπετρα φράσσει τις οδεύσεις από Δεσκάτη προς Σέρβια και από Λουτρό και Λειβαδερό προς τον Αλιάκμονα ποταμό.

Εικόνα: Πίνακας του Κενάν Μεσαρέ, γιου του Χασάν Ταχσίν Πασάς, με θέμα τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Έτσι για να διασχίσει το πέρασμα, ο επιτιθέμενος θα ήταν εκτεθειμένος στο τουρκικό Πυροβολικό, χωρίς να καλύπτεται από το δικό του και χωρίς να μπορεί να ανταποδώσει τα πυρά. Ουσιαστικά, αυτή ήταν η μοναδική θέση, όπου η κατώτερη αριθμητικά τουρκική δύναμη μπορούσε να ανακόψει την ελληνική προέλαση. Παρόλα αυτά, ο αμυνόμενος στα στενά είχε να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο πρόβλημα, που γνώριζε καλά ο Τούρκος αρχιστράτηγος. Αυτό ήταν το γεγονός πως υπήρχε μόνο ένας δρόμος υποχωρήσεως, μέσω των «Στενών της Πόρτας» και ο κίνδυνος εγκλωβισμού του στρατού του μέσα στη στενωπό ήταν σοβαρός. Ωστόσο, ο τουρκικός στρατός δεν διέθετε ούτε τα μέσα ούτε και το δυναμικό να διαφυλάξει ισχυρά τα νώτα του.

Η διάταξη του τουρκικού στρατού, σύμφωνα με στοιχεία του Οθωμανικού Επιτελείου είχε ως εξής. Στον αριστερό τομέα της τοποθεσίας Σαρανταπόρου ήταν ταγμένη μια μεραρχία, ενώ το ίδιο ίσχυε και για τον δεξί τομέα του Σαρανταπόρου. Δύο ίλες ιππικού είχαν προωθηθεί, για να καλύπτουν το δεξιό κέρας των Τούρκων προς την κατεύθυνση του χωριού Γιαννωτά. Τέλος τέσσερα τάγματα πεζικού με λόχο πολυβόλων στην βρισκόταν στην τοποθεσία Λαζαράδων – Βογκόπετρας.

Οι παραπάνω δυνάμεις των Τούρκων μπορούσαν να ενισχυθούν επίσης από τις περιοχές Μοναστηριού και Θεσσαλονίκης. Επομένως, ο τουρκικός στρατός που επρόκειτο να αντιπαραταχθεί στη «Στρατιά Θεσσαλίας» μπορούσε να ανέλθει, σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπήρχαν μέχρι την παραμονή της μάχης, σε 31 τάγματα Πεζικού, 10 ίλες ιππικού και 35 πυροβολαρχίες.

Αν οι τουρκικές δυνάμεις πλεονεκτούσαν λόγω της αμυντικής τους θέσης, οι ελληνικές υπερτερούσαν αριθμητικά. Η ‘Στρατιά Θεσσαλίας» είχε συνολικά 49 τάγματα πεζικού, 6 τάγματα Ευζώνων, 60 πολυβόλα, 26 πεδινές πυροβολαρχίες, 5 ορειβατικές πυροβολαρχίες, 8 ίλες ιππικού, 6 ημιλαρχίες, 7 λόχους Μηχανικού, 2 λόχους τηλεγραφητών, 2 λόχους γεφυροποιών και 4 αεροπλάνα αναγνωρίσεως.

Πιο συγκεκριμένα οι μονάδες της «Στρατιάς Θεσσαλίας», το βράδυ της 8ης Οκτωβρίου, έφθασαν στις περιοχές συγκεντρώσεως μάχης, αναπτύχθηκαν ως εξής. Οι «I, II και III Μεραρχία», από το χωριό Κοκκινόγι μέχρι το χωριό Λυκούδι, η «ΙV Μεραρχία» στο χωριό Γιαννωτά και η «V Μεραρχία» στο χωριό Λουτρό. Η «Ταξιαρχία Ιππικού» και το «Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη» αναπτυχθήκαν στη Δεσκάτη, ενώ το «Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινόπουλου» στο χωριό Καλύβια. Το πεδινό πυροβολικό των Μεραρχιών θα υποστήριζε τον αγώνα συγκεντρωτικά, ενώ τέλος το «Γενικό Στρατηγείο» εγκαταστάθηκε στην Ελασσόνα.

Εικόνα: Αναθηματική αναπαράσταση της μάχης του Σαρανταπορου.

Με απόφαση που έλαβε η Τουρκική Διοίκηση, διατάχθηκε σθεναρή άμυνα, με το σύνολο σχεδόν των διατιθέμενων δυνάμεων, στις οχυρές τοποθεσίες Σαρανταπόρου και Λαζαράδων – Βογκόπετρας. Από την άλλη πλευρά, το σχέδιο ενεργείας του «Γενικού Στρατηγείου» βασιζόταν γενικά στην κατά μέτωπο επίθεση εναντίον των αμυνόμενων στη «στενωπό» Σαρανταπόρου κύριων τουρκικών δυνάμεων, με ταυτόχρονη και από τις δύο πλευρές υπερκερωτική ενέργεια προς τα Σέρβια, για αποκοπή της συμπτύξεώς τους και καταστροφή του εχθρού.

Για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού, το «Γενικό Στρατηγείο» εξέδωσε στις 8 Οκτωβρίου τις σχετικές διαταγές και οδηγίες επιχειρήσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι, λόγω της δυσκολίας που παρουσιαζόταν στους προϊσταμένους να επικοινωνούν με τους υφισταμένους τους και αντίστροφα, τόσο εξαιτίας των δυσμενών εδαφικών και καιρικών συνθηκών, όσο και καθαρά λόγω των υλικών διαβιβάσεων, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος εξέδωσε μια μέρα νωρίτερα «Γενική Διαταγή», με την οποία ουσιαστικά έδινε οδηγίες προς τις Μεραρχίες για το πώς θα ενεργήσουν σε περίπτωση καθυστερημένης ή ελλιπούς επικοινωνίας.

Η μάχη του Σαρανταπόρου.

Έτσι λοιπόν και έγινε. Το βάρος έπεσε στη μετωπική επίθεση και οι τρεις Μεραρχίες στο κέντρο προχωρούσαν με δυσκολία, εξαιτίας της διαμόρφωσης του εδάφους, αλλά κυρίως λόγω των σφοδρών πυρών του τουρκικού πυροβολικού. Το ελληνικό πυροβολικό, από την άλλη πλευρά, είχε καθυστερήσει εξαιτίας του ανώμαλου εδάφους και μόλις αργά το μεσημέρι άρχισε να υποστηρίζει την προέλαση του πεζικού, που στο μεταξύ είχε υποστεί σοβαρές απώλειες.

Η συνδρομή του ελληνικού πυροβολικού περιγράφεται χαρακτηριστικά από τον Χασάν Ταξίν Πασά ο οποίος ανέφερε πως, «η δράσις πυρός του εχθρού επεκτείνεται καταστρεπτικός και αποτελεσματικός, τα πυροβόλα του βροντούν διαρκώς, σχεδόν άτρωτα από την δράσιν των ιδικών μας, τα οποία, παρ’ όλην την μαθηματικήν ακρίβειαν βολής και του ιδίου βεληνεκούς δεν ημπορούν να σιγήσουν ούτε εν εχθρικόν πυροβόλον».

Την ατμόσφαιρα της μάχης μας διασώζει ο δημοσιογράφος Γιώργος Βεντήρης, που βρισκόταν στο Σαραντάπορο. «Στις 6 το βράδυ το πυρ δεν είχε παύσει. Κατά τις 7 το Σαραντάπορο φαινόταν σαν φλεγόμενο φρούριο. Ψηλά άστραφταν τα κανόνια. Άγρια θύελλα εξέσπασε τότε. Η κοιλάς του αιματηρού αγώνος εβυθισθη εις φρίκην, χειροτέραν από εκείνην της μάχης. Η νύκτα ήλθεν ως όνειρον τρόμου μετά τον εφιάλτην της ημέρας. Πληγωμένοι εσύροντο εις το λασπωμένο χώμα. Κανείς δεν επαράστεκε την αγωίαν των νεκρών. Οι νοσοκόμοι έτρεχαν ως φαντάσματα. ‘Οταν δεν έπεφτε αστροπελέκι, ακούοντο στεναγμοί και η βροχή εμαστίγωνεν επίμονα, αλύπητα, τα πτώματα, τους ανθρώπους, τα άλογα, τα δένδρα».

Εικόνα: Πίνακας του Κενάν Μεσαρέ με θέμα την μάχη του Σαρανταπόρου.

Αλλά και ο Απόστολος Πουλόπουλος στο ημερολόγιό του καταγράφει τα εξης. «Τρίτη 9 Οκτωβρίου 06:30 συσσίτιον ζωμός και κρέας. Σύνταξις των λόχων και εκκίνησις προς πορείαν. Εκκινήσαμεν βαδίζοντες διά λόφων οργωμένων. Εκεί ακούσαμεν κανονιοβολισμούς προερχομένους εκ του εχθρού οχυρωμένου εις τα υψώματα Σαρανταπόρου βάλλοντος κατά του εξ αριστερών προχωρούντος 7ου πεζικού συντάγματος και εκ των προπορευομένων λόχων του 1ου τάγματος του συντάγματος μας. Αι οβίδαι εκρήγνυντο ολίγα βήματα μακράν μας άνωθεν των κεφαλών μας αλλά δεν μας κάμνουν καμμίαν εντύπωσιν. Ιδιάζουσα οσμή αισθανόμεθα προερχομένην εκ της πυρίτιδος. Ηδη έχομεν πλησιάσει εις την βολήν τουρκικού και αι σφαίραι συρίζουν άνωθεν δεξιά και αριστερά.

Προχωρώ πρηνηδόν και τάσσομαι εις την γραμμήν. Σκοπεύω αριστερά κατά διαταγήν του επιλοχίου επί της κλητείος και ολίγον κατωτέρω της κορυφογραμμής με πυρ ταχύ. Αίφνης ακούω τον Ρετσινόπουλον να φωνάζη: «Αποστόλη πάει το χέρι μου», γυρίζω και ατενίζω και βλέπω το πρόσωπό του καταματωμένον. Σφαίρα τον επλήγωσε εις τα μάγουλα και την χείρα, του φωνάζω «κουράγιο» και εξακολουθώ να ρίχνω. Είμεθα τόσο εκτεθειμένοι διότι ο εχθρός είναι τουλάχιστον 100 μέτρα υψηλότερά μας και μας βλέπει καλά.

Εις εκάστην βολήν του τηλεβόλου μας αισθανόμεθα άμετρον θάρρος και εις κάθε ομοβροντία του φωνάζομεν «μπράβο, βάρα του». Ο επιλοχίας μου ζητεί καπνόν και μου στρίβει τσιγαρέτον καθώς και εις τον εαυτόν του, καπνιζομεν μετά δυσκολίας Καμία κίνηση, όμως, δεν παρουσιαζόταν στην πλευρά των Τούρκων. Από τις περιπόλους διαπιστώθηκε ότι είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους κατά τη διάρκεια της νύχτας».

Όταν βράδιασε, ο αγώνας στο μέτωπο των τριών Μεραρχιών του κέντρου διακόπηκε. Ο Τούρκος Αρχιστράτηγος, που άκουγε από μακριά τα πυροβόλα του να σιγούν, αναφέρει με απελπισία πως σώθηκαν μόνο τρία. Γνώριζε ήδη πως η μάχη είχε κριθεί. Όλα σχεδόν τα τμήματα της Στρατιάς, όλη τη μέρα της 9ης Οκτωβρίου, κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες, αφού πάλεψαν όχι μόνο εναντίον ισχυρά οργανωμένου αντιπάλου, αλλά και ενάντια στις εδαφικές και καιρικές δυσχέρειες.

Το επόμενο πρωί οι ελληνικές Μεραρχίες προετοιμάζονταν για τη συνέχιση της επίθεσης του τουρκικού στρατού. Η υποχώρηση των Τούρκων δεν έγινε αντιληπτή από τα ελληνικά τμήματα, κυρίως λόγω της πυκνής ομίχλης και της βροχής. Πραγματοποιήθηκε δε τόσο βιαστικά, ώστε οι Τούρκοι δεν πρόλαβαν να ειδοποιήσουν ένα τάγμα τους που βρισκόταν στο χωριό Λιβάδι. Αυτό το συνάντησε το επόμενο πρωϊ το «Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινόπουλου» στην προέλασή του. Η μάχη διάρκεσε 3 ώρες και τελικά το τάγμα κατάφερε να ξεφύγει προς τα Σέρβια, αλλά άφησε πίσω του 80 αιχμαλώτους.

Εικόνα: Οι απώλειες της «Στρατιάς Θεσσαλιας» κατά την διάρκεια της μάχης του Σαρανταπόρου.

Για αυτή την επόμενη μέρα ο Απόστολος Πουλόπουλος καταγράφει τα εξης. «Τετάρτη 10 Οκτωβρίου. Ανιχνευταί και περίπολοι μας ειδοποιούν ότι ο εχθρός την νύχτα εγκατέλειπε την οχυρωτάτην του θέσιν. Περί ώραν 6η π.μ. διατάσσεται εκκινησις προς τα πρόσω. Ο συνταγματάρχης μας καλέσας ημάς μας γνωστοποίησεν διαταγήν του αρχηγού Διαδόχου εις ήν εξέφραζε την ευαρέσκειάν του προς το 1ον Πεζικόν Σύνταγμα. Επεσκέφθην τας θέσεις του εχθρού οπόθεν διέκρινα και την ιδικήν μας. Αι του εχθρού οχυρώτατοι, είχαν σκάψει τάφρους βάθους 1μ. κάτωθεν της κορυφογραμμής, η δε ιδική μας θέσις εφαίνετο πολύ χαμηλά. Το απόγευμα εγένετο εκκινησις προηγουμένου του 3ου Συντάγματος δια των Στενών του Σαρανταπόρου τα οποία διασχίζει αμαξιτή οδός».

Το «Γενικό Στρατηγείο», όταν στο μεταξύ πληροφορήθηκε τη σύμπτυξη των Τούρκων, εξέδωσε διαταγές, με τις οποίες καθορίζονταν οι επιμέρους αποστολές των ελληνικών τμημάτων για την καταδίωξη των Τούρκων προς όλες τις κατευθύνσεις. Για την υλοποίηση των νέων διαταγών του Γενικού Στρατηγείου, οι Μεραρχίες τέθηκαν σε κίνηση και πέτυχαν να κυριεύσουν ολόκληρο σχεδόν το πεδινό πυροβολικό, μέρος από το υπόλοιπο υλικό των Τούρκων και να αιχμαλωτίσουν περιορισμένο αριθμό αποκομμένων τμημάτων και ανδρών.

Εν κατακλείδι.

Η προέλαση του ελληνικού στρατού συνεχίστηκε. Στις 10 Οκτωβρίου εισήλθε ελευθερωτής στην πόλη των Σερβίων και στις 11 Οκτωβρίου απελευθερώνει την Κοζάνη. Η μάχη του Σαρανταπόρου ήταν η πρώτη σημαντική νίκη του Ελληνικού Στρατού στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Χασάν Ταξίν Πασάς, ήταν μια νίκη «περηφανής, λαμπρά δε και από απόψεως συνεπειών».

Στο γενικό θετικό απόηχο της νίκης, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τα προβλήματα που υπήρξαν και στις δύο πλευρές. Αυτά των Τούρκων ήταν αξεπέραστα. Αυτά των Ελλήνων ευτυχώς δεν επαναλήφθηκαν και δε στάθηκαν μοιραία ούτε για την πρώτη σημαντική μάχη ούτε για τη συνέχεια. Ήταν, όμως, αναμενόμενα, καθώς αυτή ήταν η πρώτη σοβαρή επιχείρηση και η πρώτη δοκιμή για τον Ελληνικό Στρατό και τον Κωνσταντίνο μετά τον «ατυχή» πόλεμο του 1897.

Παρόλο που το αρχικό σχέδιο του «Γενικού Στρατηγείου» δεν εφαρμόστηκε ακριβώς, διοτι η κακή εκτίμηση του εδάφους και του χρόνου που θα χρειαζόταν για την κάλυψη των αποστάσεων δεν επέτρεψε την έγκαιρη δράση του πυροβολικού και των πλάγιων μεραρχιών, γεγονός που επέτρεψε στους Οθωμανούς να διαφύγουν, δεν θα πρέπει να μειώνετε η σημασία μιας νίκης που τόνωσε το ηθικό των ελληνικών δυνάμεων και άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας μας.

Πηγές:

  • Ιωάννης Γιανουλόπουλος, «Τα εθνικά θέματα από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή».
  • Edward J. Erickson, «Defeat in Detail: The Ottoman Army in the Balkans, 1912-1913».
  • Richard C. Hall, «The Balkan Wars, 1912–1913: Prelude to the First World War».
  • Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού ΔΙΣ / ΓΕΣ, «Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.