Μεσαιωνική Περίοδος (476–1453 μ.Χ)
Η Ευρώπη περνά «δια πυρός και σιδήρου». Η μεγάλη μογγολική εισβολή του 1237.

Η Ευρώπη περνά «δια πυρός και σιδήρου». Η μεγάλη μογγολική εισβολή του 1237.

Οι Μογγολικές εισβολές στη Ρωσία και την ανατολική Ευρώπη πραγματοποιήθηκαν πρώτα με μια σύντομη «αναγνωριστική» εκστρατεία το 1223, υπό τον θρυλικό Σουμπουτάι, ενώ στη συνέχεια, υπό την ηγεσία του ίδιου, ακολούθησε μια πολύ μεγαλύτερη εκστρατεία μεταξύ 1237 και 1242 μ.Χ.. Οι Μογγόλοι φαίνονταν σαν να έρχονται από το πουθενά, ενώ οι ντόπιοι πληθυσμοί τους αποκαλούσαν χαρακτηριστικά ως «ιππείς του διαβόλου», καθώς απολάμβαναν τη μία νίκη μετά την άλλη, δείχνοντας «ελάχιστο» έλεος σε όσους δεν δήλωναν «άμεσα» υποταγή, φτάνοντας τελικά ως και την δυτική Πολωνία.

Μεγάλες πόλεις όπως η Τιφλίδα, το Κίεβο και το Βλαντίμιρ έπεσαν στα χέρια τους και καταστράφηκαν ολοκληρωτικά, ενώ φτάνοντας στον ποταμό Δούναβη, λεηλάτησαν τις ουγγρικές πόλεις της Βούδας, την Πέστη και το Έστεργκομ. Ούτε τα Ρωσικά πριγκιπάτα αλλά ούτε οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις μπόρεσαν να οργανωθούν για να ανταποκριθούν επαρκώς στις επιθέσεις που εξαπέλυσαν οι Μογγόλοι ή να αντιμετωπίσουν το γρήγορο ιππικό τους, τις εμπρηστικές πολεμικές μηχανές τους και τις τακτικές τρομοκρατίας που εφάρμοζαν.

Εικόνα: Πορτρέτο του Τζένγκις Χαν όπως διασώζετε σήμερα στο Εθνικό Μουσείο της Ταιβάν.

Η υπόλοιπη Ευρώπη σώθηκε μόνον εξαιτίας του απροσδόκητου θανάτου του Ογκεντέι Χαν και της αναταραχής που επακολούθησε σχετικά με το ποιος θα αναδυθεί στον θρόνο της «Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Μογγόλων». Ωστόσο, πάρα τον θάνατο και την καταστροφή, που έφεραν μαζί τους οι Μογγόλοι, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε πως δημιούργησαν και μια «εμπορική» γέφυρα ανάμεσα στην «άγνωστη» σε αυτούς Δύση και στην «μυστηριακή» Ανατολή. Έτσι λοιπόν, δυτικοί ταξιδιώτες άρχισαν να επισκέπτονται την ανατολική Ασία, μια περιοχή που μέχρι τότε θεωρούταν μια «θρυλική» γη τεράτων, μια άποψη που είχαν και οι Κινέζοι για την Ευρώπη. Έτσι λοιπόν φτάνουμε στο συμπέρασμα πως με την «Μεγάλη Μογγολική Εισβολή της Ευρώπη», ο κόσμος έγινε πολύ πιο βίαιος, αλλά και λίγο πιο «μικρός». Καλό θα ήταν όμως να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τα μεγαλεπήβολα σχέδια του νέου «Χαν».

Όλα ξεκίνησαν με την άνοδο του Ογκεντέι Χαν στον θρόνο της Μογγολικής Αυτοκρατορίας το 1229, την οποια κληρονόμησε από τον πατέρα του, τον «μυθικό» Τζένγκις Χαν μετα τον θάνατο του το 1127. Ωστόσο ο νέος «Χαν» αντιμετώπιζε δύο μεγάλα προβλήματα στην αρχή της βασιλείας του. Κατ’ αρχήν, το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο ήταν άδειο την ώρα που υπήρχε απόλυτη ανάγκη χρημάτων προκειμένου να κρατήσει τον Μογγολικό στρατό πιστό, ενώ δεύτερον, οι Μογγόλοι έχοντας νικήσει αναρίθμητους αντιπάλους και έχοντας κατακτήσει τα «πάντα» βορείως των Ιμαλαίων, από την Σινική θάλασσα μέχρι τον Καύκασο, είχαν φτάσει πλέον σε ένα σημείο να μην μπορούν να διοικήσουν την επικράτεια τους. Αυτό διότι είχαν πολύ μεγάλη «εμπειρία» στο να κατακτούν, αλλά ελάχιστη γνώση στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ο κρατικός μηχανισμός, το γραφειοκρατικό σύστημα και γενικά δεν είχαν απολύτως καμία ιδέα για το πως να κυβερνήσουν αποτελεσματικά όλα αυτά τα κατακτημένα εδάφη.

Έτσι λοιπόν ο Ογκεντέι συνειδητοποίησε ότι η επίλυση του δεύτερου προβλήματος και η δυνατότητα επιβολής φόρων στους κατακτημένους λαούς θα έλυνε και το πρώτο πρόβλημα. Αυτό έγινε δυνατόν με την αποστολή αξιωματούχων για τη διοίκηση διαφόρων περιοχών και για την επίβλεψη των τοπικών φοροεισπρακτόρων. Με μια νέα πρωτεύουσα που ιδρύθηκε στο Καρακορούμ, το 1235, ένα πιο σταθερό κρατικό σύστημα, το οποίο πλέον είχε σταθερά έσοδα, ο Μεγάλος Χαν θα μπορούσε πλέον να στρέψει την προσοχή του στην περαιτέρω επέκταση της Αυτοκρατορίας. Εκεί όμως που πολλοί πίστευαν πως ο νέος Χαν θα προσπαθούσε να προσαρτήσει οριστικά την Κίνα, η οποια αποτελούσε πάντα για τους Μογγόλους το μεγαλύτερο εδαφικό τρόπαιο που διέθετε τον περισσότερο πλούτο και το μεγαλύτερο κύρος, ο Ογκεντέι στράφηκε προς την Δύση.

Εικόνα: Έργο του Rashid al-Din που αναπαριστά την στέψη του Ογκεντέι Χαν

Ωστόσο οι στρατιές του εκλιπόντα Τζένγκις Χαν, υπό τον Σουμπουτάι και τον Τζέμπε, είχαν ήδη σαρώσει την δυτική Ασία και την νότια Ρωσία και είχαν πάρει τον δρόμο του γυρισμού προς την Μογγολία γύρω από την Κασπία Θάλασσα, μόλις έμαθαν τα νέα για τον θάνατο του Τζέγκις Χαν. Ωστόσο ο Ογκεντέι έστειλε επιπλέον στρατεύματα ώστε να τους πείσουν να επιστρέψουν πέρα από τον Καύκασο, με την δικαιολογία πως μετα τον θάνατο του Τζέγκις Χαν πολλά από τα ηττημένα Ρωσικά πριγκιπάτα δεν φάνηκαν πολύ πρόθυμα να πληρώσουν στον διάδοχό του εκλιπόντα «Μεγάλου Χαν» τον αναμενόμενο φόρο υποτέλειας. Οι «ψημένες» δυνάμεις του Σουμπουτάι άλλο που δεν ήθελαν να επιστρέψουν στην Ρωσία, έλαβαν με ευχαρίστηση τις ενισχύσεις του Ογκεντέι έκαναν «αναστροφή» και έβαλαν πλώρη για την «κατάκτηση» της Ευρώπης. Σύντομα ποταμοί αίματος και σύννεφα καπνού θα κατέκλεινα την «γηραιά» ήπειρο.

Η Ρωσία περνά «δια πυρός και σιδήρου».

Πριν ακομα περάσουν στην Ευρώπη, τα Μογγολικά στρατεύματα σκότωσαν, ότι είχε μείνει ζωντανό, από την Αυτοκρατορία των Χορασμίων, κοντά στον Καύκασο και ισοπέδωσαν την Τιφλίδα, χωρίς να δείξουν έλεος ούτε στα οικόσιτα ζώα. Η μία νίκη διαδέχονταν την άλλη και ο στρατός των Μογγόλων κατευθύνθηκε προς το Καζακστάν λεηλατώντας πόλεις και αποσπώντας φόρο υποτελείας από τους τοπικούς ηγεμόνες. Με μια πολυμέτωπη «διηπειρωτική» επίθεση στην Ευρασία και την Ανατολική Ευρώπη, το 1236, ένας άλλος στρατός πέρασε από το Ουζμπεκιστάν, νικώντας στην πορεία του τους Μπασκίρ και τους Βούλγαρους του Βόλγα, για να επιτεθούν στη συνέχεια στις ρωσικές ηγεμονίες πέρα από τον ποταμό Βόλγα το χειμώνα του 1237.

Στους Μογγόλους άρεσαν οι τραχιές πεδιάδες και τα παγωμένα ποτάμια του ρωσικού χειμερινού τοπίου καθώς τους θύμιζαν τη σκληρή στέπα στην οποία ήταν τόσο συνηθισμένοι αυτοί και τα ανθεκτικά τους άλογα. Το χειμώνα του 1237 πολιόρκησαν το Ριαζάν μεταξύ 16 και 21 Δεκεμβρίου, η φοβερή μοίρα της πόλης περιγράφεται στο Χρονικό Βοσκρεσένσκ, σύμφωνα με το οποίο, «Οι Τάταροι όταν κατέλαβαν το Ριαζάν και τα έκαψαν όλα, σκότωσαν τον πρίγκιπα Γιούρι και την πριγκίπισσα του και αιχμαλώτισαν τους άντρες, τις γυναίκες και τα παιδιά, τους μοναχούς, τις μοναχές και τους ιερείς. Μερικούς τους έσφαξαν με σπαθιά, ενώ άλλους με βέλη και τους πέταξαν στις φλόγες. Ακόμα άλλους τους αιχμαλώτισαν και τους έδεσαν, τους έσφαξαν και τους ξεκοίλιασαν. Την πιο πικρή τύχη από όλους την είχαν οι γυναίκες της πόλης που βιάσθηκαν αναρίθμητες φορές τόσο από τους ίδιους όσο και από τα κτήνη που καβαλούσαν».

Εικόνα: Η καταστροφή του Σουζντάλ, το 1238, όπως αναπαριστάτε από μινιατούρα σε Χρονικό του 16ου αιώνα.

Ο τρόμος του Ριαζάν επαναλήφθηκε ξανά και ξανά καθώς οι Μογγόλοι δεν έδειχναν έλεος, ενώ οι Ρώσοι ηγεμόνες, λόγω των μακροχρόνιων αντιπαραθέσεων, δεν μπορούσαν να συνεργαστούν ούτε σε αυτή την κρίσιμη στιγμή. Μετά ήρθε η σειρά της Μόσχας να πυρποληθεί, η οποία βέβαια τότε δεν θα ήταν ιδιαίτερα σημαντική και μεγάλη πόλη, τουλάχιστον εκείνη την εποχή. Σειρά τώρα είχε το Σούζνταλ, ενώ τελικά πολιορκήθηκε το Βλαντίμιρ. Ο Μεγάλος Δούκας Γιούρι Β’ έφυγε από την πόλη, αφήνοντας τη γυναίκα και τους γιους του να αντιμετωπίσουν την επίθεση. Έχοντας συγκεντρώσει το στρατό του, ο Μεγάλος Δούκας επέστρεψε για να προσπαθήσει να λύσει την πολιορκία, αλλά η πόλη είχε ήδη πέσει στις 7 Φεβρουαρίου στους μογγολικούς πολιορκητικούς κριούς και τους καταπέλτες και ο καθεδρικός ναός της πόλης είχε πυρολυθεί. Παρόλα αυτά, ο στρατός του δούκα του Βλαντίμιρ ηττήθηκε και ο ίδιος ο Γιούρι σκοτώθηκε στη μάχη του ποταμού Σιτ.

Η μία καταστροφή ακολουθούσε την άλλη, το Τορσόκ ήταν μια ακόμα πόλη που έπεσε στα χέρια των Μογγόλων, αυτή τη φορά μετά από παρατεταμένη αντίσταση, στις 23 Μαρτίου του 1238. Αντίθετα, το Νόβγκοροντ σώθηκε από την επίθεση καθώς ο ηγεμόνας του Αλέξανδρος Νιέφσκι έσπευσε εξ αρχής να δηλώσει υποταγή στις επελαύνουσες μογγολικές ορδές. Έτσι λοιπόν με την έλευση της άνοιξης του 1238 οι Μογγόλοι αποσύρθηκαν στις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας ώστε να υποτάξουν τους εκεί ηγεμόνες και να καταστρώσουν τα νέα τους σχέδια. Είχαν πλέον καταφέρει αυτό που σήμερα φαντάζει ακατόρθωτο. Είχαν κατακτήσει την Ρωσία μέσα σε μόλις «έναν» χρόνο.

Ένα τρίτο κύμα Μογγόλων ξεχύθηκε στην Ουκρανία το 1239, νίκησε τους Κουμάνους και στη συνέχεια κατέλαβε το Κίεβο μετά από μια σύντομη πολιορκία στις 6 Δεκεμβρίου 1240. Οι κάτοικοι του Κιέβου είχαν την ίδια τύχη με αυτούς των προηγούμενων πόλεων. Ο Τζιοβάνι Ντε Πιάνο Καρπίνι, απεσταλμένος του Πάπα πέρασε από την περιοχή έξι χρόνια αργότερα και έκανε την ακόλουθη παρατήρηση, σύμφωνα με την οποια, «Όταν ταξιδεύαμε σ’ αυτή τη γη, συναντήσαμε αμέτρητα κρανία και ανθρώπινα οστά που βρίσκονταν στο έδαφος. Το Κίεβο ήταν μια πολύ μεγάλη και πυκνοκατοικημένη πόλη, αλλά τώρα δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα».

Από το Κίεβο, ο στρατός μετακινήθηκε μέσω της Γαλικίας και της Ποδολίας προς την Ανατολική Ευρώπη, μια πτέρυγα κινήθηκε βορειοδυτικά και επιτέθηκε στην Πολωνία, βαδίζοντας στη Βοημία και τη Μοραβία και έπειτα επιτέθηκε στην Ουγγαρία, ενώ μια άλλη κατευθύνθηκε νότια και επιτέθηκε στην Τρανσυλβανία, τη Μολδαβία και τη Βλαχία. Η Ουγγαρία επιλέχθηκε ως πρωταρχικός στόχος λόγω των λιβαδιών της, τα οποία οι Μογγόλοι θεωρούσαν την τέλεια βάση για τα άλογά τους. Από εκεί θα μπορούσαν να επιτεθούν σε ολόκληρη την δυτική Ευρώπη.

Εικόνα: Αναπαράσταση της μάχης του Λάιγκνιτς.

Από νίκη σε νίκη.

Οι πόλεις της Πολωνίας πυρολύθηκαν και η πόλη της Κρακοβίας καταλήφθηκε εύκολα, το 1241, μετά την εγκατάλειψή της από τον ηγεμόνα της, τον Μπολέσλαφ τον Αγνό. Ακολούθησε βέβαια η συνηθισμένη πλέον μαζική σφαγή και λεηλασία. Ο σαλπιγκτής που είχε αρχικά σημάνει συναγερμό για την άφιξη των εισβολέων χτυπήθηκε στο λαιμό από ένα βέλος των Μογγόλων. Οι κάτοικοι της πόλης αναπαριστούν, μέχρι σήμερα, το γεγονός στα τείχη της πόλης, χωρίς την ρίψη βέλους φυσικά.

Σειρά είχε το Μπρέσλαου, αλλά εκεί οι κάτοικοι είχαν φοβηθεί τόσο πολύ, ώστε οι ίδιοι έκαψαν την πόλη και κατέφυγαν στο κάστρο της. Η πόλη απέφυγε την κατάκτηση όταν, το 1241, οι Μογγόλοι διοικητές πληροφορήθηκαν ότι ένας μεγάλος πολωνικός στρατός συγκεντρώθηκε υπό την διοίκηση του Ερρίκου του Ευσεβούς, του Δούκα της Σιλεσίας. Στο Βάλστατ κοντά στο Λάιγκνιτς, ο στρατός αυτός περιλάμβανε Πολωνούς, Γερμανούς, Τεύτονες και άλλους βαριά οπλισμένους ιππότες. Ο μογγολικός στρατός έσπευσε για να τους συναντήσει στις 9 Απριλίου, χρησιμοποίησε αμέσως τη δοκιμασμένη τακτική της προσποιητής υποχώρησης, και στη συνέχεια επιτέθηκε ξανά μέσα από ένα σύννεφο καπνού που είχε προκαλέσει το κάψιμο των καλαμιών της περιοχής.

Οι Μογγόλοι για άλλη μια φορά εξολόθρευσαν κάθε αντίσταση. Ο Ερρίκος σκοτώθηκε και το κεφάλι του αποτέλεσε τρόπαιο που περιέφεραν οι νικητές πάνω σε ένα κοντάρι, ενώ η μάχη του Λάιγκνιτς αποτέλεσε το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία της εισβολής. Ήταν επίσης το δυτικότερο σημείο στο οποίο έφτασαν οι Μογγόλοι. Λέγεται ότι, μετά τη μάχη, οι Μογγόλοι πολεμιστές γέμισαν εννέα σάκους με το αγαπημένο τους τρόπαιο, δηλαδή τα αυτιά των θυμάτων τους.

Την ίδια στιγμή που η Πολωνία υπέφερε νοτιότερα, η Ουγγαρία βρέθηκε επίσης στο στόχαστρο των Μογγόλων. Μια πολυμέτωπη επίθεση ξεκίνησε το 1241 με ένα στράτευμα να κινείται μέσω της Μοραβίας στο βορρά και τρία ακόμη να περνούν μέσα και γύρω από τα Καρπάθια Όρη στα δυτικά. Το δυτικότερο Μογγολικό στράτευμα εισέβαλε βαθιά μέσα στη Μολδαβία και τη Βλαχία και στη συνέχεια γύρισε για να επιτεθεί στην Ουγγαρία από το νότο. Ο ουγγρικός στρατός με επικεφαλής τον βασιλιά τους Μπέλα Δ’ κινητοποιήθηκε για να συναντήσει τους εισβολείς σε «ανοιχτό» έδαφος.

Εικόνα: Έργο του Rashid al-Din που αναπαριστά Μογγόλους ιππείς εν δράση.

Ο Βασιλιάς Μπέλα μπορεί να διοικούσε έναν από τους καλύτερους στρατούς στην Ευρώπη, αλλά είχε και άλλα προβλήματα εκτός από τους Μογγόλους, καθώς η πίστη στο στέμμα πολλών από τους δυσαρεστημένους βαρόνους του ήταν αμφισβητήσιμη. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν οι βιαιοπραγίες των Κουμάνων που είχαν διαφύγει τη Μογγολική επίθεση πιο ανατολικά και τώρα επιτέθηκαν στα ουγγρικά εδάφη. Ο στρατός του Μπέλα ηττήθηκε ολοκληρωτικά στις 11 Απριλίου στη Μάχη του Μόχι, στον ποταμό Σάγιο, αφού ο Σουμπουτάι έβαλε τους άνδρες του να διασχίσουν μια πλωτή γέφυρα και να περάσουν μέσα από μια περιοχή βάλτων για να υπερφαλαγγίσουν τους Ούγγρους.

Ταυτόχρονα, οι καταπέλτες των Μογγόλων βομβάρδιζαν τον εχθρό από την απέναντι όχθη του ποταμού. Ο Μπέλα Δ’ κατέφυγε στην ασφάλεια του Πρεσβούργου και μετά στην Κροατία. Τα Μογγολικά στρατεύματα, εν τω μεταξύ, βάδιζαν αδιάκοπα και όλα συναντήθηκαν στον ποταμό Δούναβη την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου. Το 1241 η Βούδα και η Πέστη λεηλατήθηκαν, η τελευταία ανήμερα τα Χριστούγεννα, αλλά το μεγαλύτερο έπαθλο ήταν το Έστεργκομ, η μεγαλύτερη και πλουσιότερη πόλη της περιοχής εκείνη την εποχή.

Οι Μογγόλοι χρησιμοποίησαν 30 καταπέλτες στην πολιορκία, η οποία ξεκίνησε επίσης την Ημέρα των Χριστουγέννων του 1241 και η πόλη έπεσε λίγο μετά. Οι εισβολείς στη συνέχεια ακολούθησαν τον Δούναβη προς τα δυτικά μέχρι το Βίενερ Νόισταντ, αλλά εκεί ένας στρατός με επικεφαλής τον Δούκα Φρειδερίκο Β’ της Αυστρίας ανάγκασε τους Μογγόλους να σταματήσουν, τουλάχιστον για ανασύνταξη.

Το τέλος της εκστρατείας.

Εν τω μεταξύ, ένα άλλο Μογγολικό στράτευμα καταδίωκε τον Μπέλα στην Κροατία, λεηλατώντας το Ζάγκρεμπ στην πορεία, στη συνέχεια κατευθύνθηκε στη Βοσνία και την Αλβανία αλλά τελικά στράφηκε προς την Κασπία Θάλασσα και το Σαράι που θα γινόταν η πρωτεύουσα του κράτους που έγινε γνωστό ως «Χρυσή Ορδή». Οι μογγολικές δυνάμεις του βορρά επέστρεψαν κι αυτές, αλλά αυτή η κατάπαυση πυρός πιθανότατα δεν οφείλεται σε εχθρικές κινήσεις ή απειλές, αλλά λόγω των σημαντικών ειδήσεων που έφτασαν από την Μογγολία μέσω της Ασίας.

Εικόνα: Η «Παγωμένη Χελώνα» το σήμα κατατεθέν της μογγολικής πρωτεύουσας του Καρακορούμ.

Στο μεταξύ ο Ογκεντέι Χαν πέθανε στις 11 Δεκεμβρίου 1241 και έπρεπε να επιλεγεί ένας διάδοχος. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι θα ξεκινούσαν συζητήσεις για να αποφασίσουν για το επόμενο «Μεγάλο Χαν» σε μια παραδοσιακή συνάντηση όλων των φυλών της Μογγολίας. Ίσως υπήρχαν και άλλοι λόγοι για τον τερματισμό της εκστρατείας το 1242, ίσως λόγω της δυσκολίας επικοινωνίας με την πρωτεύουσα των Μογγόλων, το Καρακορούμ, ή επειδή τα λιβάδια της Ουγγαρίας αποδείχθηκαν ανεπαρκή για να διατηρήσουν έναν μεγάλο μογγολικό στρατό επ’ αόριστον.

Υπήρχαν επίσης αντιπαλότητες μεταξύ των μογγόλων ηγετών και τώρα που ο Ογκεντέι ήταν νεκρός, κανένας διοικητής σε εκστρατεία τόσο μακριά από την πατρίδα δεν μπορούσε να βασιστεί στην υποστήριξη των συναδέλφων του. Σε κάθε περίπτωση, το τρόπαιο που ήθελαν περισσότερο οι Μογγόλοι ήταν ακόμα προς τα ανατολικά και όχι προς τη Δύση και αυτό δεν ήταν άλλο από την Κίνα της δυναστείας τον Σονγκ, στην οποία επιτέθηκαν και την κατέκτησαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του επόμενου μεγάλου ηγέτη της Μογγολικης Αυτοκρατορίας, του Μεγάλου Κουμπλάι Χαν.

Πηγές:

  • Turnbull, «Genghis Khan and the Mongol Conquests 1190-1400».
  • D. Buell, «Historical Dictionary of the Mongol World Empire».
  • J. Saunders, «The History of the Mongol Conquests».
  • Turnbull, «Mongol Warrior 1200-1350».
  • B. Ebrey, «Pre-Modern East Asia».
  • Rossabi, «A History of China».
  • May, «The Mongol Empire».
  • Morgan, «The Mongols».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.