Σύγχρονος Κόσμος
Η ιστορία του «CSS Hunley». Όταν η απόγνωση «γέννησε» την πρόοδο.

Η ιστορία του «CSS Hunley». Όταν η απόγνωση «γέννησε» την πρόοδο.

Γράφει ο αξιότιμος κ. Άγγελος Μανσόλας.

Τον Δεκέμβριο του 1863, όταν η κρίσιμη για τις δυνάμεις της Ομοσπονδίας μάχη του Γκέτυσμπεργκ είχε χαθεί, ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν ακόμα στο μέσον του. Για τον Νότιο στρατηγό Πιέρ Μπωρεγκάρ, φρούραρχο του λιμένος του Τσάρλεστον στην Νότια Καρολίνα, ήταν μία ακόμα από εκείνες τις απελπιστικές χειμωνιάτικες νύχτες που η διαίσθηση του τού έλεγε ότι οι ελπίδες είχαν χαθεί από καιρό. Τα πλούσια αρχοντικά της πόλης, άλλοτε γεμάτα πολυτελή ενδύματα της εισαγόμενης παρισινής μóδας, τώρα δεν ήταν παρά μισοκαμμένα ερείπια από τους αδιάκοπους νυχτερινούς βομβαρδισμούς των «Γιάνκηδων» οι οποίοι, ανενóχλητοι από τα πλοία τους, ισοπέδωναν την αποκλεισμένη πóλη.

Πριν τον πόλεμο το Τσάρλεστον ήταν το πλουσιότερο λιμάνι του Νότου. Τώρα η έλλειψη και η στέρηση ήταν ολοφάνερες. Ακόμα και τα έντονα βαμμένα μαλλιά του υπερήφανου στρατηγού Μπωρεγκάρ, είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, γιατί όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, η μαύρη βαφή μαλλιών την οποία κάποτε προμηθευόταν τακτικά από το Παρίσι, είχε πέσει κι αυτή θύμα του ναυτικού αποκλεισμού. Εκείνος, αν και θα προτιμούσε να μάχεται σε κάποιο πεδίο μάχης, βρισκόταν στο πολιορκημένο Τσάρλεστον να συμβολίζει την προστατευτική στρατιωτική παρουσία, με τις οβίδες των Βορείων να γκρεμίζουν και να σκοτώνουν αδιάκριτα, επειδή οι προσωπικές συγκρούσεις του με τον πρόεδρο της Συνομοσπονδίας τού είχαν στοιχίσει την διοίκηση της στρατιάς του.

Εικόνα: Γεννημένος στη Λουϊζιάννα  από γονείς αποίκους γαλλικής κρεολικής καταγωγής που έγιναν πολύ πλούσιοι απ’ τις φυτείες, ο Πιέρ Γκυστάβ Τουτάν Μπωρεγκάρ, τοποθετήθηκε υπεύθυνος της άμυνας του πολιορκημένου Τσάρλεστον.

Καθηλωμένος στο παράθυρο του γραφείου του εκείνη τη νύχτα, κοιτούσε επίμονα προς την μεριά του κóλπου σαν να περίμενε κάποια ελπίδα, διαισθανόμενος όμως, ότι οι πιθανότητες νίκης ήταν μηδαμινές. «Ντίξον, νομίζεις ότι μπορούμε να κερδίσουμε αυτóν τον πóλεμο;», ρώτησε προς την κατεύθυνση κάποιου ο οποίος παρέμενε σιωπηλός, σχεδόν αθέατος, στη σκιά του δωματίου. «Μας μένει ακόμα μία καλή μάχη να δώσουμε, κύριε», απάντησε εκείνος με αποφασιστική φωνή. «Άντε λοιπόν, χώσου μέσα σε εκείνο το καζάνι και δώσε τη μάχη σου. Έχεις την άδειά μου». Ο νεαρός υπολοχαγός σήκωσε το δεινοπαθημένο κορμί του, απηύθυνε έναν κοφτό, στρατιωτικό χαιρετισμό και κινήθηκε προς την πόρτα. Λίγο πριν βγει άκουσε τον Μπωρεγκάρ να του λέει, «Και ο Θεός μαζί σας», προσθέτοντας σε ψιθυριστά γαλλικά για να μην ακουστεί, «…και μαζί μου».

Ο Ντίξον κατευθύνθηκε προς την παραλία, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένη η ομάδα των εθελοντών του. Το υποβρύχιο «Hunley» έπρεπε να δείξει ότι το αποκλεισμένο Τσάρλεστον μπορούσε να δώσει μία ακόμα μάχη, αν και τίποτα δεν εξασφάλιζε πως θα μπορούσε να υπάρξει και μία δεύτερη. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και ψηλάφησε ένα τσακισμένο νόμισμα των 20 δολαρίων. Έσφιξε το αγαπημένο του φυλαχτό στη χούφτα του και απομακρύνθηκε κουτσαίνοντας.

Ένα νέο όπλο «γεννιέται».

Η πιó ασφαλής, αλλά και η πλέον μακροπρόθεσμη στρατηγική, για να υποκύψει ο Νóτος ήταν ο ολοκληρωτικός ναυτικός αποκλεισμός, ένα σχέδιο με το πολύ συμβολικό όνομα «Ανακóντα». Μέσω των λιμένων του Νότου διακινείτο ανέκαθεν το μεγαλύτερο ποσοστό εξαγωγών των ΗΠΑ. Τα πλοία του τροφοδοτούσαν την Ευρώπη και κυρίως την Αγγλία, στις τράπεζες της οποίας φυλασσόταν και το μεγαλύτερο ποσοστό των εμπορικών κερδών του. Όλη αυτή η διακίνηση εκτελείτο μέσω των λιμένων των ανατολικών ακτών και κυρίως του Τσάρλεστον.

Παρόλα αυτά η ναυτική υπεροπλία ανήκε καθ’ ολοκληρία στον Βορρά. Ο Νότος δεν διέθετε ναυπηγεία και ακόμη και τα ελάχιστα πολεμικά πλοία του είχαν αγορασθεί από την Ευρώπη. Στις 19 Απριλίου 1861 ο Λίνκολν διέταξε τον αποκλεισμό των μεγαλύτερων λιμένων της Ομοσπονδίας. Ένα σύνολο 200 πολεμικών πλοίων της Ένωσης αναπτύχθηκαν γύρω από τις εξóδους τους, σχηματίζοντας έναν ασφυκτικό κλοιό ο οποίος αργά αλλά σταδιακά, θα τον στραγγάλιζε οικονομικά και στρατιωτικά, στερώντας κάθε πιθανότητα εισαγωγής εφοδίων τα οποία θα εξόπλιζαν τον ολιγάριθμο και πενιχρά εφοδιασμένο στρατό της.

Εικόνα: Το σχέδιο «Anaconda», η με απλά λόγια ο πλήρης αποκλεισμός της Συνομοσπονδίας από κάθε εμπορική επαφή με τον «έξω κόσμο», ειχε ως σκοπό την πλήρη εξάντληση, της κατά κύριων λόγο, γεωργικής οικονομίας του Νότου.

Ο αποκλεισμός ήταν τόσο αποτελεσματικός, ώστε μόνο μερικά μικρά, ευέλικτα σκάφη κατάφερναν σποραδικά να τον παραβιάζουν. Οι έμποροι γνώριζαν πολύ καλά τί σήμαινε ο αποκλεισμός των εμπορευμάτων τους από τις διεθνείς αγορές, για αυτό και ο πρόεδρος του Νότου, Τζέφερσον Νταίηβις, παρóτρυνε την οποιαδήποτε ιδιωτική πρωτοβουλία διάσπασής του. Ο Λίνκολν είχε δηλώσει πως δεν αναγνώριζε αυτούς τους ανθρώπους σαν πατριώτες, αλλά σαν «πειρατές», παροτρύνοντας τα πλοία του να εφοδιαστούν με αγχóνες γιά να απαγχονίζουν επί τóπου όσους προσπαθούσαν να διασπάσουν τον κλοιό.

Ο Νταίηβις απείλησε ότι για κάθε απαγχονιζόμενο θα εκτελούσε και ένα Βόρειο αιχμάλωτο και τότε ο Λίνκολν αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Παρά όμως τις ηρωϊκές μάχες τους, τα «πειρατικά» του Νότου δεν κατόρθωναν να ανατρέψουν την κατάσταση. Μοιραία, οι σκέψεις κάποιων δεν άργησαν να οδηγηθούν στην κατασκευή ενός διαφορετικού σκάφους το οποίο θα μπορούσε να διαπεράσει αθέατο τον κλοιό των πολεμικών της Ένωσης και να τα βυθίσει. Το νέο αυτό όπλο δεν ήταν άλλο από το υποβρύχιο.

Εκείνο τον καιρό στην Ευρώπη είχαν ήδη προηγηθεί κάποια σχέδια καταδυτικών μηχανών, αλλά δεν έτυχε ποτέ να δοκιμαστούν σε επιχειρήσεις. Τον Νοέμβριο του 1861 οι Βόρειοι διέθεταν ένα σχέδιο υποβρυχίου το οποίο όμως παρέμεινε πάντοτε σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς να ενδιαφερθούν ποτέ να το προωθήσουν στην παραγωγή. Στον Νóτο αντίθετα, η έλλειψη μεγάλων βιομηχανιών και τεχνολογικού εξοπλισμού ώθησε περισσóτερο την ανάγκη για την κατασκευή διαφόρων οπλικών συστημάτων εκ των ενόντων.

Ήδη από την έναρξη του πολέμου είχαν υπάρξει κάποιες προτάσεις ιδιωτών για κατασκευή υποβρυχίων. Τον Φεβρουάριο του 1862 ένας νεαρός μηχανικός εν ονóματι Τζέημς ΜακΚλίντοκ, με την βοήθεια του Μπάξτερ Ουάτσον, ξεκίνησαν μυστικά την κατασκευή της πρώτης καταδυτικής μηχανής, το λεγόμενο «Pioneer». Ήταν ένα ατρακτοειδές χειροκίνητο υποβρύχιο, με δύο δεξαμενές έρματος και πτερύγια ανόδου και καθόδου. Το τριμελές πλήρωμα ωθούσε έναν χειρήλατο στροφαλοφóρο άξονα ο οποίος κατέληγε σε μία τρίφυλη έλικα. Πίσω ακριβώς από την έλικα βρισκόταν το πηδάλιο διεύθυνσης.

Στο άνω άκρο της πλώρης υπήρχε προσαρτημένο ένα μακρύ έμβολο, στο άκρο του οποίου βρισκόταν μία νάρκη η οποία έπαιζε τον ρόλο «τορπίλης». Το υποβρύχιο εμβόλιζε το αντίπαλο σκάφος και η κίνηση πυροδοτούσε την νάρκη. Τα προβλήματα βέβαια, ήταν αρκετά. Η πλοήγηση του σκάφους κατά την κατάδυση ήταν αβέβαιη, αφού η πυξίδα δεν λειτουργούσε μέσα στο μεταλλικó κέλυφος, ενώ το δυσεπίλυτο πρόβλημα του φωτισμού και της ανανέωσης οξυγόνου στο ασφυκτικά στενό εσωτερικό του θα βασάνιζε πάντα το πλήρωμα.

Εικόνα: Σκαρίφημα του πρότυπου υποβρυχίου «Pioneer I», εμπνεύσεως και κατασκευής Τζαίημς ΜακΚλίντοκ, σχεδιασμένο από τον Ντέιβιντ Στράουφερ.

Όπως κάθε πρωτόγονη κατασκευή, έτσι και το «Pioneer», ήταν επιρρεπές στις βλάβες. Πρακτικά αυτό σήμαινε ότι καταδυόταν ευκολότερα από ότι αναδυόταν. Παρόλα αυτά, στις δοκιμές που επακολούθησαν στην Νέα Ορλεάνη, το σκάφος κατάφερε να βυθίσει μερικά μικρά δοκιμαστικά σκάφη και τον Μάρτιο του 1862 η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση ενέκρινε την άδεια συνέχισης των δοκιμών.

Εκείνο τον καιρό ο ΜακΚλίντοκ γνώρισε έναν 40χρονο εύπορο δικηγόρο, πρόθυμο να χρηματοδοτήσει οποιαδήποτε εφεύρεση μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος του Νότου. Ο Χóρας Λώσον Χάνλεϋ, όπως και οι περισσότεροι εύποροι αριστοκράτες του Νότου, ανήκαν σε εκείνη την σπάνια και ανύπαρκτη σήμερα, τάξη των ανιδιοτελών πατριωτών, οι οποίοι θα κατασπαταλούσαν την περιουσία τους για την νίκη της χώρας τους. Λάτρευε τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες του Νότου και έτρεφε βαθειά αφοσίωση στην γεννέτειρά του. Έκτοτε άρχισαν όλοι μαζί να εργάζονται εντατικά στην ανάπτυξη του νέου όπλου.

Στο μεταξύ όμως οι Βόρειοι προήλαυναν ταχύτατα προς την Νέα Ορλεάνη. Στα τέλη Απριλίου 1862 ένας στολίσκος πλοίων της Ένωσης εισχώρησε στο φαρδύ στόμιο του Μισσισσίπι, αδιαφορώντας για το πυρ από τις γραμμές των λίγων πολεμικών του Νóτου, και άρχισε να ανέβει το ποτάμι και να καταλάβει την πóλη. Ο αιφνιδιασμóς ήταν απóλυτος. Η Νέα Ορλεάνη έπεσε γρήγορα και απροσδόκητα. Πριν ακόμα προλάβουν να ολοκληρωθούν οι δοκιμές του «Pioneer», οι τρεις ερευνητές συγκέντρωσαν γρήγορα τα σχέδιά τους και έτρεξαν να ενωθούν με το πλήθος των προσφύγων οι οποίοι εγκατέλειπαν την πόλη. Πριν την φυγή τους όμως, είχαν να εκτελέσουν ένα πικρό έργο, να καταβυθίσουν το ίδιο τους το δημιούργημα για να μην περιέλθει στα χέρια των κατακτητών. Το «Pioneer», για το οποίο είχαν καταναλωθεί τόσος χρόνος, προσπάθειες και χρήματα, αυτοβυθίστηκε σιωπηλά σε κάποιον βαθύ βάλτο.

Η νέα έδρα των δραστήριων ερευνητών θα ήταν το Μόμπιλ της Αλαμπάμα. Οικοδομημένο απó Γάλλους αποίκους το 1711, το Μóμπιλ ήταν ένα λιμάνι κατασκευασμένο στο βάθος ενóς μακρόστενου κóλπου ο οποίος το καθιστούσε ασφαλέστερο από εκείνο της Νέας Ορλεάνης. Εκεί είχαν την τύχη να βρούν ένα σχετικά άρτια εξοπλισμένο εργοστάσιο και να επιδοθούν στην κατασκευή ενός νέου υποβρυχίου. Η ομάδα των ερευνητών αφοσιώθηκε στο έργο της και ο ζήλος τους ανανεώθηκε με την προσχώρηση του νεαρού υπολοχαγού Ουίλλιαμ Αλεξάντερ, του 21ου συντάγματος της Αλαμπάμα, ειδικευμένου στην κατασκευή πυροβóλων, ο οποίος θα ανελάμβανε και τον έλεγχο της κατασκευής.

Εικόνα: Πλήρης ανακατασκευή του «Pioneer I» όπως μπορεί να το δει σήμερα ο επισκέπτης στο Warren Lasch Conservation Center στο Τσάρλεστον.

Η εντατική και πρωτóτυπη εργασία τους, η οποία συχνά διαρκούσε μέχρι τα βαθειά μεσάνυχτα, συνεχίστηκε μέχρι το φθινóπωρο του 1862. Η ομάδα ασχολήθηκε διεξοδικά με πάρα πολλές ιδέες, και ιδιαίτερα με την πιθανή εγκατάσταση ηλεκτρικού κινητήρα για προώθηση. Οι έρευνες και τα πειράματα αυτά διήρκεσαν μήνες, καταξοδεύοντας όλους τους εναπομείναντες πόρους του προγράμματος, χωρίς όμως να καρποφορήσουν.

Τότε, ήταν ο Χάνλεϋ εκείνος ο οποίος προσέφερε τις τελευταίες του οικονομίες, δηλαδή 15.000 δολάρια, ποσό υπέρογκο για την εποχή, για την συνέχιση των μελετών. Σύντομα οι ιδέες της τετραμελούς ομάδας υλοποιήθηκαν με την κατασκευή του «Pionner II». Αναπόφευκτα, η κινητήρια δύναμη του σκάφους θα παρέμενε μυϊκή, μέσω του χειρήλατου άξονα. Παρότι τα μέλη του πληρώματος αυξήθηκαν σε τέσσερα, η ταχύτητά του ήταν απελπιστικά χαμηλή και η τεχνική «σκόπευσης» της νάρκης εξαιρετικά αβέβαιη. Εκείνη τη στιγμή όμως δεν υπήρχε καιρός για υπαναχωρήσεις.

Τον Φεβρουάριο του 1863, με κυβερνήτη τον ΜακΚλίντοκ, το  «Pionner ΙΙ» ανοίχτηκε στα νερά του Μóμπιλ για να επιτεθεί σε ένα πλοίο αποκλεισμού των ΗΠΑ. Η θάλασσα όμως ήταν φουρτουνιασμένη καθιστώντας την διακυβέρνηση του σκάφους σχεδόν αδύνατη. Όταν ο ΜακΚλίντοκ επιχείρησε να αναδυθεί για να διορθώσει την πορεία, τα κύματα άρχισαν να πλημμυρίζουν το υποβρύχιο. Το πλήρωμα έκανε μία απεγνωσμένη προσπάθεια να τα εκκενώσει, αλλά η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη και τελικά διατάχθηκε εγκατάλειψή του. Αν και το πλήρωμα σώθηκε, οι ερευνητές είχαν χάσει ένα ακόμα σκάφος πάνω στο οποίο είχαν επενδύσει κόπους και ελπίδες.

Σε ατμόσφαιρα γενικής απογοήτευσης, το επιτελείο του ναυτικού αποφάσισε να εγκαταλείψει την υπόθεση. Ωστόσο, ο ΜακΚλίντοκ δεν ήταν διατεθιμένος να σταματήσει εκεί. Με την βοήθεια ενός νέου μέλους στη ερευνητική ομάδα που ειδικευόταν στην ανάπτυξη υποβρυχιακών ναρκοθετικών μηχανισμών, κατάφεραν να επιτύχουν μερική χρηματοδóτηση από την κυβέρνηση προκειμένου να συνεχίσουν τις δοκιμές. Στα μέσα του 1863 βρέθηκαν όλοι να συνεργάζονται στενά στην κατασκευή ενός τρίτου σκάφους, óπου ο Χάνλεϋ τοποθέτησε τα τελευταία χρήματα που κατάφερε να εξασφαλίσει απó δωρεές ή άλλους παρόμοιους πόρους, ένα σύνολο 10.000 δολαρίων.

Εικόνα: Ο πρωτοπόρος ευφυής σχεδιαστής και μηχανικός Τζαίημς ΜακΚλίντοκ θεωρείται ο «πατέρας» του πρώτου πολεμικού υποβρυχίου του κόσμου. Η συνεργασία του με τους Μπάξτερ Ουάτσον, Ουίλλιαμ Αλεξάντερ και Χόρας Χάνλεϋ είχε σαν αποτέλεσμα την κατασκευή τριών υποβρυχίων, των Pioneer I, Pioneer II και Hunley.

Το νέο σκάφος καθελκύσθηκε τον Ιούλιο του 1863 στο Μόμπιλ. Τα νέα στοιχεία σε σχέση με το «Pioneer II» ήταν η αύξηση του μήκους του σκάφους προκειμένου να τοποθετηθεί στο εσωτερικό του ένας μεγαλύτερος άξονας, που θα είχε σαν αποτέλεσμα και την αύξηση της ταχύτητας. Ως εκ τούτου τα μέλη του πληρώματος καθορίσθηκαν σε οκτώ, κυβερνήτης και επτά κωπηλάτες. Στις 31 Ιουλίου 1863 το επιτελείο εκλήθη να παραστεί στις δοκιμές. Το υποβρύχιο καταδύθηκε και κατάφερε να βυθίσει με επιτυχία ένα παλιó πλοίο το οποίο είχε τοποθετηθεί ως δοκιμαστικός στόχος.

Ακολούθησαν στιγμές αγωνίας, καθώς ο χρόνος κυλούσε και το υποβρύχιο δεν φαινóταν πουθενά. Λίγο αργότερα κραυγές ενθουσιασμού κάλυψαν την εμφάνισή του στην επιφάνεια. Το πλήρωμα είχε ταρακουνηθεί άγρια από την έκρηξη, αλλά αφού συνήλθε, διαπίστωσε πως όλοι οι μηχανισμοί εργάζονταν κανονικά. Το επιτελείο μετέφερε γρήγορα τα χαρμόσυνα νέα στον στρατηγó Μπωρεγκάρ στο Τσάρλεστον, ο οποίος απάντησε πως, «Επιταχύνατε την άφιξη του υποβρυχίου. Το έχουμε απόλυτη ανάγκη».

Η διπλή τραγωδία του Τσάρλεστον.

Ήταν κοινή γνώση σε ολόκληρη την Ομοσπονδία ότι το Τσάρλεστον και γενικότερα η πολιτεία της Νότιας Καρολίνας, αποτελούσαν έναν συμβολικό στόχο για τον Βορρά, καθώς ήταν η πολιτεία η οποία είχε διακηρύξει πρώτη την απόσχισή της και η πρώτη που λίγο καιρό μετά, θα ένοιωθε τον κλοιό του εχθρού να την πνίγει από παντού. Ο Βορράς την θεωρούσε σαν την «Ρίζα του Κακού» η οποία έπρεπε με κάθε τρόπο να εκλείψει.

Τον Αύγουστο του 1863 ο στρατηγός Κουίνσυ Άνταμς Γκίλμορ, ο οποίος διύθηνε τις επιχειρήσεις του ναυτικού αποκλεισμού, διέταξε τον βομβαρδισμό της πόλης με τα νέα εμπρηστικά βλήματα των 100 κιλών. Οι κάτοικοι κατέφυγαν πανικόβλητοι στα περίχωρα βλέποντας τα σπίτια τους να καταστρέφονται. Ο Μπωρεγκάρ αναζητούσε απελπισμένα μία επιδεικτική απάντηση στον άνανδρο πόλεμο του αντιπάλου του. Το μήνυμά του προς τον ΜακΚλίντοκ ήταν σαφές, «Ανυπομονώ να δω το πείραμά σας».

Το υποβρύχιο μεταφέρθηκε από το Μόμπιλ στο Τσάρλεστον επάνω σε μία πλατφόρμα τραίνου και στις 12 Αυγούστου εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια του στρατηγού. Το σκάφος αιχμαλώτισε την προσοχή του και διέταξε την επιτάχυνση των δοκιμών. Καθώς η ομάδα προετοιμαζόταν, ο Χάνλεϋ διατάχθηκε ξαφνικά να απουσιάσει για την διεκπεραίωση μίας άλλης στρατιωτικής υπόθεσης. Ο ΜακΚλίντοκ όμως, προτιμώντας την οδό της σύνεσης, αρνήθηκε να επιταχύνει τον ρυθμό των δοκιμών.

Εικόνα: Η εικόνα του κατεστραμμένου οχυρού Σάμτερ το οποίο φύλασσε την είσοδο του λιμανιού του Τσάρλεστον.

Έχοντας αρκετές πικρές εμπειρίες από την απρόβλεπτη συμπεριφορά του σκάφους, δεν ήθελε να διακινδυνεύσει εξ αιτίας κάποιας επιπόλαιης ενέργειας. Λάμβανε υπóψη του κάθε μηχανική λεπτομέρεια του υποβρυχίου, καθώς και τις συνθήκες των ρευμάτων της θάλασσας του Τσάρλεστον, τα οποία ήταν πολύ ισχυρότερα από εκείνα του Μóμπιλ. Ωστόσο η καθυστέρηση έναρξης των επιχειρήσεων δυσαρέστησε τους επιτελείς οι οποίοι δυσφορούσαν με την διεύθυνση των δοκιμών στα χέρια ενός πολίτη και όχι ενός στρατιωτικού.

Μέσα σε 24 ώρες το σκάφος είχε περιέλθει στην δικαιοδοσία του Ομοσπονδιακού Ναυτικού και τις αμέσως επόμενες ημέρες ο Μπωρεγκάρ ανέθεσε την διακυβέρνησή του στον βετεράνο ανθυποπλοίαρχο Τζον Παίην, ο οποίος μαζί του έφερε και μία δυναμική οκταμελή ομάδα εθελοντών. Δυστυχώς οι ΜακΚλίντοκ και Παίην αποτελούσαν τους διαμετρικά αντίθετους πόλους μίας επισφαλούς συνεργασίας. Όσο ο πρώτος ήταν επιφυλακτικóς, άλλο τóσο ο δεύτερος ήταν επιπóλαιος και έβρισκε τα πάντα απλά.

Στις 29 Αυγούστου 1863 ο ανυπόμονος Παίην διέταξε ασκήσεις κατάδυσης του σκάφους στα πλαίσια της προετοιμασίας για την επίθεση που σχεδίαζε εκείνο το βράδυ. Η καταστροφή κτύπησε γρηγορότερα από ότι θα περίμενε ακόμη και ο ίδιος ο ΜακΚλίντοκ. Λίγο μετά τον απόλπου του υποβρυχίου ο Παίην στεκόταν όρθιος στην πρόσθια καταπακτή, όταν το πόδι του παραπάτησε, σπρώχνοντας  τον μοχλό των πτερυγίων σε θέση κατάδυσης. Το σκάφος καταδύθηκε με τις καταπακτές ανοικτές και οδηγήθηκε αστραπιαία στον βυθό.

Ο Παίην και δυο μέλη του πληρώματος, ευρισκόμενοι πλησιέστερα στις ανοικτές θυρίδες, κατάφεραν να απεγκλωβιστούν και να ανεβούν στην επιφάνεια. Ο Παίην διηγήθηκε αργότερα το χάος που επικράτησε μέσα στο κατασκότεινο, βυθισμένο υποβρύχιο, με το οκταμελές πλήρωμα να παλεύει απεγνωσμένα να διαφύγει από τις θυρίδες οι οποίες χωρούσαν με δυσκολία ένα άτομο. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν το υποβρύχιο στο βυθό, βρίσκοντας τον θάνατο σε βάθος 12 μέτρων.

Τα νέα αυτά, σε συνδυασμó με την κατάληψη ολόκληρης της Νήσου Μόρρις από τις δυνάμεις των Βορείων στις 7 Σεπτεμβρίου, έκαναν τον Μπωρεγκάρ να πέσει σε βαθειά περισσυλογή. Ο ΜακΚλίντοκ, βλέποντας οργισμένος τους κόπους του να οδηγούνται στον βυθό εξ αιτίας της άγνοιας, τον κατηγóρησε πως ένας στρατιωτικός, άπειρος στις ιδιαιτερότητες του σκάφους, παρά την όποια αποφασιστικότητά του, θα αποτελούσε περισσότερο πρóβλημα, παρά σωτηρία.

Στο μεταξύ ο Χάλνεϋ επέστρεψε από την αποστολή του και με τον ΜακΚλίντοκ προσέλαβαν επαγγελματίες δύτες οι οποίοι ανέλκυσαν το σκάφος για το ποσό των 300 $. Η διαδικασία διήρκεσε 10 ημέρες. Το σκάφος επιδιορθώθηκε και ο Χάνλεϋ ζήτησε την άδεια να διευθύνει προσωπικά τις έρευνες. Ο Μπώρεγκαρ, αν και είχε απογοητευτεί από τις προσπάθειες, σαγηνεύτηκε από τον Χάλνεϋ. Ήταν συμπατριώτες, «ερωτευμένοι» με τον Νότο και είχαν δημιουργήσει τις περιουσίες τους από τις φυτείες ζαχαροκάλαμου.

Το επιτελείο ναυτικού συγκατένευσε μεν, αλλά επέμεινε στην ηγεσία ενóς στρατιωτικού. Αυτή τη φορά θα ήταν ένας νεαρός υπολοχαγός. Το όνομά του ήταν Τζώρτζ Ε. Ντίξον και έμελλε να διαδραματήσει πρωτεύοντα ρόλο στην δράση του υποβρυχίου. Ψηλός, ξανθός με γοητευτικό παρουσιαστικό, ο 25χρονος υπολοχαγός από το Κεντάκυ πριν τον πόλεμο εργαζόταν ως μηχανικóς στο ποταμóπλοιο κάποιου Ρόμπερτ Μπένετ, όπου είχε γνωρίσει και αγαπήσει την κóρη του προϊσταμένου του, την Κουίνυ Μπένετ.

Εικόνα: Ο Χόρας Λώσον Χάνλεϋ ήταν εύπορος γαιοκτήμωνας, επιτυχημένος δικηγόρος, μηχανικός και ένθερμος πατριώτης. Το φθινόπωρο του 1861 συνεργάστηκε με τον Τζαίημς ΜακΚλίντοκ και τον Μπάξτερ Ουάτσον για τον σχεδιασμό και την χρηματοδότηση του υποβρυχίου τους. Όπως οι περισσότεροι ευγενείς του Νότου, έμελλε να χρεωκοπήσει κατασπαταλώντας την περιουσία του για τον αγώνα του Νότου. Στις 15 Οκτωβρίου 1863, σε ηλικία 40 ετών, βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στο υποβρύχιο, το οποίο τιμητικά πήρε το όνομά του.

Με την έναρξη των εχθροπραξιών, έσπευσε να υπηρετήσει «Τον Ιερό Σκοπό» της ανεξαρτησίας του Νότου. Πριν την αναχώρησή του συμφώνησαν με την Κουίνυ να παντρευτούν μόλις θα τελείωνε ο πόλεμος. Εκείνη, ως αναμνηστικό της αγάπης τους, του χάρισε ένα χρυσό νόμισμα των 20 δολλαρίων το οποίο έκτοτε έφερε πάντοτε μαζί του. Κατατάχθηκε στο 21ο Σύνταγμα Εθελοντών της Αλαμπάμα όπου εκεί θα συνυπηρετούσε με τον Ουίλλιαμ Αλαξάντερ. Ο διοικητής του λόχου τού Ντίξον, Τζων Κόθραν, είχε σχολιάσει την προσωπικότητα του υπολοχαγού λέγοντας πως, «Ποτέ δεν γνώρισα καλύτερο άνθρωπο και ποτέ δεν υπήρξε γενναιότερος στρατιώτης σε οποιοδήποτε στρατό».

Στις 6 Απριλίου 1862, στην πολύνεκρη μάχη του Σάϊλο, το σύνταγμα του Ντίξον υπέστη βαρειές απώλειες, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλεγόταν και ο ίδιος. Μία βολίδα η οποία προοριζόταν για τον γοφό του, χτύπησε το χρυσό 20δόλλαρο στην αριστερή του τσέπη το οποίο απορρόφησε το πλήγμα. Αν και δεν απέφυγε έναν μικρό τραυματισμό ο οποίος του άφησε μία δυσκολία στο βάδισμα, το δώρο της αγαπημένης του, κοίλο από το κτύπημα της σφαίρας, ουσιαστικά τον είχε σώσει από έναν ακρωτηριασμό, αν όχι από τον θάνατο.

Μετά από εκείνο το μοιραίο περιστατικό ο Ντίξον χάραξε πάνω του την φράση, «6 Απριλίου 1862, Το φυλαχτό της ζωής μου, G.E.D». Έκτοτε τίποτα στον κόσμο δεν θα κατάφερνε να αποχωρίσει το νόμισμα από τον Ντίξον. Το είχε πάντα στην ίδια τσέπη και πολλοί τον είχαν παρατηρήσει κατά καιρούς να το κρατά στη χούφτα του σαν καλότυχο φυλακτό, ανάμνηση της αγαπημένης του. Ήταν κατά την διάρκεια της ανάρρωσής του στο Μόμπιλ, όπου η μοίρα έμελλε να τον φέρει κοντά με τον Χάνλεϋ, τον Μακ Κλίντοκ και τον παλιό του συμπολεμιστή, τον Ουίλλιαμ Αλεξάντερ, αυτή τη φορά όμως, σε ένα εντελώς διαφορετικό πεδίο μάχης, εκείνο των ερευνών.

Μετά την γνωριμία τους οι τέσσερις πατριώτες μοιράστηκαν ένα κοινό όνειρο, την κατασκευή του υποβρυχίου. Με την προσθήκη του δραστήριου υπολοχαγού στην ομάδα οι ελπίδες αναπτερώθηκαν. Ο Ντίξον αποσπάστηκε στα τεχνικά προγράμματα άμυνας, όπου οι ανώτεροί του τον διέκριναν για τα ηγετικά του προσóντα. Διεξάγοντας συνεχώς ασκήσεις, εργάστηκε σκληρά για να εξοικειωθεί ο ίδιος, αλλά και το πλήρωμά του, με το υποβρύχιο. Πριν όμως τα μέλη της ερευνητικής ομάδας συνέλθουν από την πρώτη τραγωδία, μία δεύτερη, κάτω από σχεδόν πανομοιότυπες συνθήκες, κτύπησε το κακότυχο σκάφος.

Στις 15 Οκτωβρίου 1863 ο Ντίξον εκλήθη στο Μóμπιλ για κάτι επείγον. Προκειμένου να μη διακοπούν οι δοκιμές, ο Χάνλεϋ τον αντικατέστησε στην επόμενη άσκηση. Ήταν η στιγμή που ο Χάνλεϋ ένιωθε υπερβολικά εξοικειωμένος με το σκάφος, ενώ το πλήρωμα είχε βαρεθεί τις αδιάκοπες ασκήσεις και είχε αρχίσει να γίνεται απρόσεκτο, ο τέλειος συνδυασμός για την καταστροφή. Το υποβρύχιο απέπλευσε στις 09:25 για μία εξομοίωση επίθεσης εναντίον ενός ιστιοφόρου.

Πέντε λεπτά αργότερα είχε εξαφανιστεί και δεν θα εμφανιζόταν ποτέ ξανά. Όταν κάποια στιγμή ο Χάνλεϋ έστρεψε τα πτερύγια σε θέση ανάδυσης, διαπίστωσε ότι το υποβρύχιο αργούσε να αναδυθεί. Το πλήρωμα εξακολουθούσε να στρέφει πυρετωδώς την έλικα χωρίς όμως να γνωρίζει ότι το υποβρύχιο ήταν ακίνητο, κολλημένο με την πλώρη στη λάσπη του βυθού και εκείνοι απλά το έσπρωχναν βαθύτερα. Ακόμα κι όταν άρχισαν να αργοπεθαίνουν δεν είχαν συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε.

Οι γνωστοί δύτες εκλήθησαν και πάλι για να εντοπίσουν και να ανελκύσουν το σκάφος. Βρέθηκε σε βάθος 17 m με την πλώρη «καρφωμένη» στον λασπωμένο βυθό, σε γωνία 35 μοιρων. Το υποβρύχιο ανελκύσθηκε στις 6 Νοεμβρίου κάτω από την επίβλεψη του Ντίξον ο οποίος είχε επιστρέψει από την απόσπασή του, και ανοίχθηκε για να βγάλουν τα πτώματα του άτυχου πληρώματος από την μεταλλική σαρκοφάγο τους. Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν ανατριχιαστικό.

Τα πτώματα των οκτώ ανδρών βρίσκονταν άκαμπτα και παγωμένα σε κάθε είδους φρικιαστική στάση. Κάποιοι είχαν πεθάνει προσπαθώντας να ανοίξουν τις θυρίδες διαφυγής, άλλοι κείτονταν ο ένας πάνω στον άλλον και τα μαυρισμένα πρόσωπα όλων αντικατόπτριζαν την φρίκη της επιθανάτιας αγωνίας του πνιγμού και της ασφυξίας. Κατά την νηοψία που διενήργησε ο ΜακΚλίντοκ, οι θέσεις των πτωμάτων αποκάλυψαν τις συνθήκες του δυστυχήματος.

Η οπίσθια δεξαμενή έρματος βρέθηκε κενή, όπως θα έπρεπε, αλλά η πρόσθια, την οποία χειριζόταν ο ίδιος ο Χάνλεϋ, ήταν γεμάτη, εξηγώντας την γωνία βύθισης του σκάφους. Ο Χάνλεϋ και ο συγκυβερνήτης του βρέθηκαν κάτω από τις δύο θυρίδες με τα χέρια τους ανυψωμένα, στην προσπάθειά τους να υπερνικήσουν την πίεση του νερού και να τις ανοίξουν. Φυσικά η πίεση νίκησε.

Κατά τη διάρκεια της κατάδυσης ο Χάνλεϋ, θέλοντας να μειώσει τον χρόνο καθόδου, δεν αρκέστηκε στην πίεση των πτερυγίων, αλλά άνοιξε και την πρόσθια αντλία έρματος. Όταν αποφάσισε να οριζοντιώσει το σκάφος έφερε τα πτερύγια σε άνοδο, αλλά ξέχασε να κλείσει την αντλία με αποτέλεσμα το υποβρύχιο να βαραίνει διαρκώς στην πλώρη και να «καρφωθεί» στον βυθό. Το πλήρωμα, χωρίς κανένα όργανο ή ένδειξη που να υποδηλώνει την κίνηση του σκάφους, συνέχισε να κωπηλατεί.

Η μόνη προειδοποίηση για την επερχόμενη καταστροφή ήταν η αυξανόμενη στάθμη του νερού που άρχισε να βρέχει τα πόδια τους όταν η δεξαμενή υπερχείλισε. Στον πανικό της στιγμής, ο Χάνλεϋ είχε προσπαθήσει να εκκενώσει τα νερά με την αντλία έρματος, έχοντας όμως ξεχάσει εντελώς ότι η δεξαμενή είχε μείνει ανοικτή. Σύντομα το νερό άρχισε πλημμυρίζει το εσωτερικό πιέζοντας τον αέρα στο άνω μέρος του σκάφους όπου βρίσκονταν οι ελάχιστα υπερυψωμένες καταπακτές.

 

Εικόνα: Σχεδιάγραμμα που απεικονίζει τη διάταξη του πληρώματος στο εσωτερικό του «CSS Hunley», αλλά και την πλεύση του σκάφους κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Οι περισσότεροι πέθαναν εκεί από ασφυξία. Η εξαγωγή των πτωμάτων από το σκάφος ήταν μία μακάβρια διαδικασία. Χρειάστηκε να κóψουν τα παγωμένα μέλη τους για να τα βγάλουν από τις θυρίδες. Συντεντριμμένοι αλλά απτόητοι στον αγώνα τους, οι Ντίξον, ΜακΚλίντοκ και Αλεξάντερ, παρακολούθησαν την κηδεία των αδικοχαμένων συντρόφων τους στο νεκροταφείο του Τσάρλεστον, όπου ετάφησαν με στρατιωτικές τιμές.

Αμέσως μετά ζήτησαν την στρατολόγηση νέων εθελοντών. Παρά τον γενικό κλονισμό που προξένησε η είδηση της τραγωδίας, μία ομάδα ενθουσιωδών στρατιωτών, πολιτών και ναυτών παρουσιάστηκαν αμέσως, ζητώντας να γίνουν δεκτοί. Ο Μπωρεγκάρ ωστόσο, αρνείτο κατηγορηματικά οποιαδήποτε περαιτέρω δοκιμή του υποβρυχίου, γρυλλίζοντας οργισμένος πως, «Δεν θέλω να έχω πλέον καμία σχέση με αυτό το μηχάνημα».

Η απόγνωση των στιγμών όμως, κρατούσε την ελπίδα ζωντανή. Ο Ντίξον, έχοντας εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του υποβρυχίου, παρουσιάστηκε στον στρατηγό επιμένοντας να το δοκιμάσει, υπενθυμίζοντάς του ότι η επιφυλακτικότητά του ΜακΚλίντοκ ίσως να είχε φανεί υπερβολική, αλλά τελικά ο σχεδιαστής δικαιώθηκε, αφού αμφότερες οι τραγωδίες είχαν συμβεί από σφάλματα των κυβερνητών. Η πίεση του επιτελείου, αλλά και η πικρή επίγνωση ότι ουσιαστικά, δεν διέθετε και κανένα άλλο όπλο για να πλήξει τον απομακρυσμένο αντίπαλό του, έκαναν τον Μπωρεγκάρ να συγκατατεθεί, επιμένοντας όμως ρητά να δοθούν στην εθελοντική ομάδα πλήρεις εξηγήσεις για το επικίνδυνο της αποστολής. «Άντε λοιπόν, χώσου μέσα σε εκείνο το καζάνι και δώσε τη μάχη σου. Έχεις την άδειά μου και ο Θεός μαζί σας».

Ο Ντίξον σηκώθηκε και κατευθύνθηκε κουτσαίνοντας προς την παραλία, όπου τον περίμενε συγκεντρωμένη η νέα ομάδα εθελοντών. Οι άνδρες τον άκουσαν αμίλητοι. Στο τέλος της ομιλίας του Ντίξον, επτά άνδρες, όλοι προερχόμενοι από τον Ομοσπονδιακό στρατό και το ναυτικό, έκαναν ένα βήμα εμπρός. Ήταν οι Άρνολντ Μπέκερ, Φρέντ Κόλλινς, Τζέημς Γουίκς, Τζόζεφ Ρίτζγοιυαίη και τρεις άλλοι των οποίων μόνο τα επώνυμα καταγράφηκαν, Σίμκινς, Κάρλσον και Μύλλερ.

Παρότι πολλοί από αυτούς γνώριζαν εκείνους που είχαν πεθάνει στις 15 Οκτωβρίου, κανείς δεν μετάνοιωσε για την απόφασή του. Ήταν όλοι τους αποφασισμένοι να λάβουν μέρος στην αποστολή, έστω κι αν «κατανοούσαν ελάχιστα τους κινδύνους που παραμόνευαν», όπως θα σημείωνε αργότερα ο Αλεξάντερ. Το σκάφος ονομάσθηκε επίσημα «CSS Hunley», προς τιμήν του νεκρού πατριώτη ο οποίος είχε χρηματοδοτήσει με τόσο ζήλο την έρευνα και την κατασκευή του, για να βρει τελικά τραγικό θάνατο στο εσωτερικό του. Υπό την ηγεσία του Ντίξον, το νέο οκταμελές πλήρωμα θα ξεκινούσε για το μεγάλο εγχείρημα.

«Εκ της τέφρας μου αναγεννώμαι».

Τον Νοέμβριο του 1863, μετά τις απαραίτητες επιδιορθώσεις και καθαρισμούς, η ομάδα μετακινήθηκε στην Νήσο Σάλλιβαν, στην είσοδο του κόλπου, από όπου θα ξεκινούσαν για την αποστολή. Η εκπαίδευση του Ντίξον και του Αλεξάντερ υπήρξε υποδειγματική. Διεξήγαγαν ασκήσεις ασφαλείας εξηγώντας και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ανέλυαν την τακτική επίθεσης και εξασκούντο σε πραγματικές επιθέσεις εναντίον δοκιμαστικών στόχων συγκεντρωμένων στον κόλπο για αυτόν τον σκοπό.

Από τα αποτελέσματα των ασκήσεων προέκυψαν και διάφορα άλλα προβλήματα. Ο Ντίξον συνειδητοποίησε πως η ακριβής σκόπευση της τορπίλης στα ύφαλα ενός πλοίου ήταν εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, ειδικά μάλιστα όταν ο κυματισμός της θάλασσας γινόταν έντονος, παρεκτρέποντάς την από τον στόχο. Την λύση έδωσε ο ίδιος ο Μπωρεγκάρ προτείνοντας να μεταφερθεί το έμβολο στο κάτω άκρο της πλώρης, σημείο το οποίο βρισκόταν πλησιέστερα στο κέντρο βάρος του υποβρυχίου, επιτυγχάνοντας έτσι μεγαλύτερη ευστάθεια κατά τον εμβολισμό. Μετά τις απαραίτητες αλλαγές, διευθετήθηκαν οι τελευταίες λεπτομέρειες πριν την αποστολή και το «Hunley» πήρε πλέον την τελική μορφή του.

Εικόνα: Πίνακας του Conrad Wise Chapman που απεικονίζει το «CSS Hunley».

Το κήτος του σκάφους ήταν κατασκευασμένο από λέβητα τραίνου, ελλειπτικού σχήματος, ο οποίος είχε επιμηκυνθεί με την προσθήκη χυτής πλώρης και πρύμνης. Στο εσωτερικό είχε ενισχυθεί με την προσάρτηση 12 μεταλλικών λωρίδων. Είχε μήκος 12 m, μέγιστο ύψος 1,20 m, μέγιστη διάμετρο 1,05 m και βάρος 20 τόννων. Μία υδραργυρική στήλη λειτουργούσε ως βυθόμετρο και η ναυτιλία γινόταν με μία απλή μαγνητική πυξίδα. Ο στροφαλοφόρος άξονας διέτρεχε ολόκληρο σχεδόν το μήκος του σκάφους, αφήνοντας έναν μικρό χώρο ελεύθερο στο πρόσθιο μέρος για την θέση του κυβερνήτη.

Στην αριστερή πλευρά, παράλληλα με τον άξονα, βρισκόταν μία απλή ξύλινη σανίδα στην οποία κάθονταν οι επτά «κωπηλάτες». Ο κυβερνήτης είχε τον έλεγχο της πρόσθιας δεξαμενής έρματος, των πηδαλιών ύψους-βάθους και φυσικά της ναυτιλίας. Το όγδοο μέλος του πληρώματος ήταν ο συγκυβερνήτης, ο οποίος ήλεγχε την οπίσθια δεξαμενή έρματος και το πηδάλιο διεύθυνσης. Ο άξονας, μαζί με το πλήρωμα και τα καθίσματα, καταλάμβαναν ουσιαστικά ολόκληρο τον χώρο, χωρίς να επιτρέπουν την οποιαδήποτε μετακίνηση.

Η μέγιστη ταχύτητα την οποία μπορούσε να αναπτύξει το σκάφος ήταν τέσσερις κόμβοι σε ήρεμη θάλασσα. Αν ο κυματισμός γινόταν έντονος η ταχύτητα μειωνόταν στο μισό. Ήταν αυτονόητο ότι εφόσον οι άνδρες θα «κωπηλατούσαν» αδιάκοπα μέχρι την άφιξη στο σημείο επίθεσης, θα ήταν κυριολεκτικά εξαντλημένοι την κρίσιμη στιγμή του εμβολισμού. Για αυτό το υποβρυχίο θα ρυμουλκείτο από ένα πλοίο επιφανείας μέχρι κάποιο ασφαλές σημείο, καλύπτοντας έτσι το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης. Κατόπιν θα απελευθερωνόταν για να συνεχίσει μόνο του μέχρι τον στόχο.

Στο εξωτερικό μέρος του σκάφους, υπήρχαν δύο πολύ στενές, υπερυψωμένες θυρίδες-καταπακτές, με τρία φινιστρίνια έκαστη, οι οποίες είχαν τον ρόλο «πυργίσκου». Ανάμεσά τους υπήρχαν δέκα παρόμοια φινιστρίνια τα οποία επέτρεπαν την είσοδο φωτός στο εσωτερικό κατά την διάρκεια ημικατάδυσης. Δύο σωλήνες μήκους 1,20 m και διαμέτρου 40 cm επέτρεπαν την ανανέωση του οξυγόνου όταν το υποβρύχιο βρισκόταν σε ημικατάδυση, αποτελώντας την πρώτη καταγεγραμμένη χρήση «Snorkel», 90 χρόνια πριν από εκείνη των γερμανικών U-Boat.

Κατά την διάρκεια κατάδυσης οι μοναδικές πηγές φωτός ήταν μία λάμπα πετρελαίου και ένα κερί το οποίο χρησίμευε έμμεσα και ως ενδείκτης οξυγόνου. Μετά την πάροδο 20-25 λεπτών η φλόγα του κεριού άρχιζε να τρεμοσβήνει, υποδεικνύοντας ότι το οξυγόνο τελείωνε. Το πλήρωμα, σε έναν πραγματικό θρίαμβο της θέλησης, κατάφερε να παρατείνει τον χρόνο αυτό στα 40 λεπτά.

Η νάρκη ήταν ένας χάλκινος κύλινδρος με 62 κιλά πυρίτιδας, προσαρτημένος στην άκρη ενός εμβόλου μήκους έξι μέτρων στο κάτω άκρο της πλώρης. Η πυροδότησή της γινόταν μέσω ενός νήματος συνδεδεμένου στον πυροκροτητή: το υποβρύχιο θα εμβόλιζε το αντίπαλο πλοίο και αμέσως μετά θα οπισθοδρομούσε για να αποκολληθεί, αφήνοντας την νάρκη στα ύφαλα του θύματός του. Η κίνηση θα τέντωνε το νήμα ενεργοποιώντας το ελατήριο πυροδóτησης, ενώ ταυτόχρονα θα απομάκρυνε το υποβρύχιο από την έκρηξη.

Την στιγμή που ο Ντίξον άρχισε να ικανοποιείται από την πρόοδο της εκπαίδευσης, μία ακόμα δυσάρεστη είδηση θα ανέτρεπε τα σχέδιά του. Σύμφωνα με διαταγή του επιτελείου ο Αλεξάντερ έπρεπε να μετατεθεί στο Μόμπιλ, για την κατασκευή ενός νέου πυροβόλου. Οι δύο άνδρες ήταν βετεράνοι του Σάϊλο και είχαν εργαστεί σκληρά για την ολοκλήρωση του «Hunley». Ο Αλεξάντερ όμως, γνώριζε το υποβρύχιο από την ημέρα της καθέλκυσής του και η απουσία του θα άφηνε ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Την ημέρα της αναχώρησης αποχαιρέτησε με βαριά καρδιά τους φίλους και συνεργάτες τριών ετών με τους οποίους είχε μοιραστεί κόπους, επιτυχίες, χαρές και τραγωδίες. Δεν θα τους αντίκριζε ποτέ ξανά.

Ο Ντίξον συνέχισε εντατικά την εκπαίδευση, φθάνοντας στο σημείο να πλησιάζει πραγματικούς στόχους σε απόσταση βολής. Αρκετές φορές αποπειράθηκαν να ξεκινήσουν την αποστολή τους, αλλά οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν ποτέ οι κατάλληλες. Ο άνεμος και η θαλασσοταραχή συνωμοτούσαν εναντίον τους, κινδυνεύοντας να τους παρασύρουν στα ανοιχτά από την εξάντληση. Συχνά δοκιμάστηκε η αντοχή τους σε παραμονή μακράς κατάδυσης μέσα στον ασφυκτικά στενό χώρο, με το κερί να τους στερεί περισσότερο οξυγόνο από το φώς που τους χάριζε. Πολλές φορές υποχρεώνονταν να τα σβήνουν, μένοντας βουβοί μέσα στο παγερό σκοτάδι και την υγρασία, περιορίζοντας την ομιλία και την αναπνοή προκειμένου να εξασφαλίσουν ακόμα και την τελευταία ανάσα οξυγόνου. Επέστρεφαν άπρακτοι, εξουθενωμένοι και απογοητευμένοι, έχοντας διανύσει άδικα μέχρι και οκτώ εξαντλητικά χιλιόμετρα.

Από τα τέλη Ιανουαρίου μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου 1864 διεξήχθησαν συχνά παρόμοιες περιπολίες, διάστημα αρκετό για να διαρρεύσουν μερικές πληροφορίες στην αντίπαλη πλευρά μέσω κατασκόπων και αιχμαλώτων. Το επιτελείο της Ένωσης συνέστησε στον στόλο αποκλεισμού να εντείνει την προσοχή του και πολλοί κυβερνήτες διέταξαν την τοποθέτηση διχτυών ή αλυσίδων γύρω από τα σκάφη τους. Οι στρατιώτες στις ακτές του Τσάρλεστον παρατήρησαν την αυξημένη δραστηριότητα των αντιπάλων και ενημέρωσαν τον Ντίξον. Ούτε ο ίδιος, ούτε κάποιος από τους άνδρες του θορυβήθηκε. Τέτοια συναισθήματα δεν άρμοζαν σε τέτοιους ανθρώπους, εκείνη ειδικά την ώρα που ολόκληρη η πόλη ήλπιζε μóνο σε αυτούς. Το πλήρωμα είχε πλέον εξοικειωθεί πλήρως με το αντικείμενό του και όλες οι διαδικασίες εκτελούντο ενστικτωδώς. Το μόνο που απέμενε ήταν η επιλογή του στόχου.

Εικόνα: Λιθογραφία του «USS Housatonic», ενός από τα ισχυρότερα πλοία της Μοίρας Ναυτικού Αποκλεισμού Νοτίου Ατλαντικού. Αν και βυθίστηκε μέσα σε τέσσερα λεπτά, οι απώλειες σε προσωπικό ήταν ελάχιστες. Από τα 160 μέλη του πληρώματος μόνο πέντε σκοτώθηκαν από την έκρηξη.

Ο ιδανικός στόχος.

Τον χειμώνα του 1864 ο κόλπος του Τσάρλεστον αφθονούσε από στόχους. Ο Ντίξον, για ευνόητους λόγους, επέλεξε ένα ξύλινο σκάφος με σημαντική επιχειρησιακή σταδιοδρομία, το εύδρομο ατμόπλοιο USS Housatonic. Είχε αναλάβει δράση από το 1862 λαμβάνοντας μέρος στις αποστολές αποκλεισμού και είχε συλλάβει τρία Ομοσπονδιακά πλοία τα οποία είχαν προσπαθήσει να διασπάσουν τον κλοιό. Είχε μήκος 62 μετρα και πλήρωμα 160 ανδρών, ενώ τα 11 βαριά πυροβόλα του είχαν επανειλημμένως βομβαρδίσει την πόλη.

Βρισκόταν αγκυροβολημένο περίπου 7 μίλια έξω από τον κόλπο και ο Ντίξον γνώριζε ότι θα χρειάζονταν δυό ώρες ρυμούλκησης για να φτάσει ως εκεί. Οι ιδανικές συνθήκες παρουσιάστηκαν το βράδυ της Τετάρτης 17 Φεβρουαρίου 1864. Ήταν μία νήνεμη, υγρή χειμωνιάτικη νύχτα, με μία πανσέληνο να τους καθοδηγεί στον στόχο, μία παλίρροια να τους βοηθά στο κουραστικό τους έργο και μία χαμηλή ομίχλη να αποκρύπτει το υποβρύχιο από τα εχθρικά βλέμματα.

Πριν τον απόπλου, o Ντίξον αποχαιρέτησε τον διοικητή της πυροβολαρχίας στην ακτή της νήσου Σάλλιβαν, αντισυνταγματάρχη Ντάντσλερ, και συνεννεοήθηκε μαζί του πως αν η επίθεση επιτύγχανε, θα του έστελνε με την λυχνία του ένα συνθηματικό φωτεινό σήμα δύο κυανών φωτοβολιών. Αυτό θα σήμαινε ότι το υποβρύχιο ήταν σώο και έτοιμο να επιστρέψει. Με την σειρά του εκείνος, θα άναβε στην ακτή ένα λευκό φώς το οποίο θα τον καθοδηγούσε σαν φάρος στο σημείο επιστροφής.

Πριν επιβιβαστούν στο υποβρύχιο, ο Ντίξον έκανε άλλη μία κοινή συμφωνία μεταξύ των μελών του πληρώματος. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, το υποβρύχιο αδυνατούσε να αναδυθεί, θα άνοιγαν τις αντλίες του νερού πλημμυρίζοντας το σκάφος, προκειμένου να αποφύγουν τον αργό, αγωνιώδη θάνατο που είχε βιώσει το προηγούμενο πλήρωμα. Λίγο μετά τις 19.00 οι άνδρες έλυσαν τους κάβους και επιβιβάστηκαν. Μία ώρα αργότερα, με το φως της πανσελήνου να σκορπά το απόκοσμο φώς της στα πρασινωπά νερά του Ατλαντικού, το «Hunley» απελευθερώθηκε από το ρυμουλκό και αφέθηκε μόνο του να κυλήσει μέσα στη σιωπή αναζητώντας τον στόχο του.

Μυική δύναμη, θάρρος και αυτοθυσία, αυτά ήταν τα μόνα πράγματα που προωθούσαν το «Hunley» εκείνη τη μοιραία νύχτα. Ο ιδρώτας και οι λαχανιασμένες αναπνοές των επτά κωπηλατών αύξαναν με ταχύ ρυθμό την υγρασία μέσα στο κρύο, κλειστοφοβικό εσωτερικό του υποβρυχίου. Το κερί μετά βίας έβρισκε οξυγόνο να απορροφήσει και να διατηρήσει την τρεμάμμενη φλόγα του μέσα στον αποπνικτικό αέρα. Αγωνία, και φόβος έσφιγγαν τις καρδιές των ανδρών που ιδροκοπούσαν πάνω από τον στροφαλοφόρο, με τους πνεύμονες να προσπαθούν να αναρροφήσουν αέρα που δεν υπήρχε.

Μετά από μισή ώρα σκληρής κωπηλασίας, ο Ντίξον διέκρινε την σιλουέτα του αγκυροβολημένου «Housatonic» 100 μέτρα μακριά τους να λούζεται από το σεληνόφως. Έφερε το «Hunley» σε θέση ημικατάδυσης με τους δύο «πυργίσκους» να εξέχουν ελάχιστα από την επιφάνεια του νερού. Παρακολουθώντας μέσα από τα φινιστρίνια του πρόσθιου πυργίσκου ευθυγραμμίστηκε με τον στόχο του για να κατευθύνει τον εμβολισμό.

Η ώρα ήταν 20:45. Παντού επικρατούσε ησυχία. Οι άνδρες της βάρδιας του «Housatonic» επιτηρούσαν άγρυπνα με τα κιάλια. Ξαφνικά, ο ναύτης Τζών Κρόσμπυ, οπτήρας στην δεξιά πλευρά του πλοίου, νόμισε ότι διέκρινε κάτι. Κοίταξε με το κυάλι του και είδε κάποιον ξαφνικό κυματισμό στη θάλασσα. Αρχικά νόμισε ότι ήταν κάποιος κορμός που επέπλεε ή ίσως κάποια φώκια. Υπήρχαν αρκετές σε εκείνα τα νερά. Παρόλα αυτά κάτι ύποπτο συνέβαινε εδώ, το μακρόστενο αντικείμενο κινείτο με σταθερή ταχύτητα προς το πλοίο. Ήχησε αμέσως γενικό συναγερμό. Οι άνδρες επάνδρωσαν τα πυροβόλα, αλλά γρήγορα ανακάλυψαν ότι ήταν άχρηστα εναντίον ενός τόσο κοντινού και χαμηλού στόχου. Ο κίνδυνος δεν προερχόταν πλέον από την επιφάνεια, αλλά από τον βυθό. Άρπαξαν τα όπλα τους και άνοιξαν πυρ εναντίον του δυσδιάκριτου σκοτεινού όγκου στο νερό.

Εικόνα: Ο «τορπιλισμός» του «USS Housatonic» από τον αυτόπτη μάρτυρα William Waud.

Για τον Ντίξον είχε έλθει η κρίσιμη στιγμή της επίθεσης. «Ταχύτητα εμβολισμού!», φώναξε, επαναλαμβάνοντας την διαταγή που είχε δώσει τόσες φορές στις ασκήσεις που είχαν προηγηθεί. Οι κωπηλάτες αποστράγγισαν το καταπονημένο σώμα τους κι από το τελευταίο ίχνος δύναμης που τους είχε απομείνει, επιτυγχάνοντας την μεγαλύτερη δυνατή ώθηση. Ο Ντίξον σημάδευε το κέντρο του πλοίου, αλλά παρασύρθηκε ελαφρά από το ρεύμα και βρέθηκε να αντικρύζει την περιοχή της πρύμνης του «Housatonic».

Η νάρκη το εμβόλισε στην δεξιά πλευρά, 2,5 m κάτω από την επιφάνεια, μένοντας καρφωμένη βαθειά στα ξύλινα ύφαλά του. Η δύναμη της πρόσκρουσης τίναξε το πλήρωμα του «Hunley» μπροστά. Ένας κραδασμός απλώθηκε πάνω στο Housatonic, τραντάζοντάς το ολόκληρο από άκρη σε άκρη. Ανατριχιαστικοί τριγμοί ξύλων και μετάλλων που τσακίζονταν από το έμβολο του «Hunley» διαπέρασαν το σκοτάδι.

Οι Βόρειοι εξακολουθούσαν να πυροβολούν έξαλλοι το νερό. Οι βολίδες σφύριζαν γύρω από το υποβρύχιο σηκώνοντας μικρούς πίδακες νερού. Άλλες αποστρακίζονταν πάνω στο μεταλλικό κήτος του, αντηχώντας στο εσωτερικό σαν μακάβριες καμπάνες θανάτου. Κάποιος παρατήρησε τους δύο παράξενους «πυργίσκους» να εξέχουν από την επιφάνεια και πυροβόλησε επάνω τους. Ο σημαιοφóρος Ουίλλιαμ Γουώλς έδωσε εντολή να ριχτούν προστατευτικά δίχτυα ολóγυρα και να ανασυρθεί η άγκυρα για μετακίνηση του πλοίου.

Ήταν όμως αργά. Ο Ντίξον έδωσε την εντολή ανάκρουσης πρύμνας. Με την αγωνία να κορυφώνεται, οι κάθιδροι κωπηλάτες άρχισαν να στρέφουν σαν μανιακοί τον στροφαλοφόρο στην αντίθετη φορά. Το υποβρύχιο οπισθοδρόμησε τραβώντας μαζί του το νήμα πυροδότησης. Μια υπóκωφη έκρηξη αναδύθηκε μέσα από τη σκοτεινή θάλασσα φτάνοντας στα αυτιά των ανδρών του Ντίξον. Ένας τεράστιος πίδακας νερού τινάχτηκε ψηλά και η πίεση της έκρηξης διέλυσε το ξύλινο κέλυφος του «Housatonic».

Οι φλόγες φώτισαν τη νύχτα, τυφλώνοντας στιγμιαία τον Ντίξον ο οποίος παρακολουθούσε με αγωνία τη σκηνή από τα φινιστρίνια του. Το φλεγόμενο πλοίο άρχισε να κλίνει με γρήγορο ρυθμό στα αριστερά. Σήκωσε την πλώρη προς τον σκοτεινό ουρανό και άρχισε να βυθίζεται με την πρύμνη. Μέσα σε τέσσερα λεπτά είχε χαθεί στον αβαθή βυθó, αφήνοντας τα ψηλά ιστία του να εξέχουν από την επιφάνεια. Όλοι γνώριζαν πως το νερό στο συγκεκριμένο σημείο ήταν ρηχό, οπότε τα ιστία αποτέλεσαν το καταφύγιο όλου σχεδόν του πληρώματος το οποίο έσπευσε να σκαρφαλώσει επάνω τους για να σωθεί.

Ένα παραπλήσιο πλοίο έφθασε γρήγορα για να τους περισυλλέξει. Στις 21.30, μέσα στον γενικό πανικό της περισσυλλογή των ναυαγών, ο ναύτης Ρóμπερτ Φλέμινγκ, σκαρφαλωμένος κι αυτός πάνω σε ένα ιστίο, διέκρινε τυχαία, στα δεξιά του «Housatonic», μία περίεργη γαλαζωπή ανταύγεια προερχόμενη από την επιφάνεια του νερού. Δέκα χιλιόμετρα μακρύτερα, στην ακτή της Νήσου Σάλλιβαν, ο Ντάντσλερ είχε λάβει το μήνυμα που περίμενε με τόση αγωνία, το «Hunley» είχε ολοκληρώσει την αποστολή του και επέστρεφε σώο. Έδωσε αμέσως εντολή στους στρατιώτες του να ανάψουν το λευκό φως.

Όλοι περίμεναν μέχρι αργά το βράδυ την επιστροφή του νικηφόρου υποβρυχίου αγωνιώντας, αλλά μέχρι την επόμενη ημέρα το πρωί δεν υπήρξε κανένα σημάδι του. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το «Hunley» είχε χαθεί τη στιγμή του μεγαλύτερου θριάμβου του. Ίσως χρειάστηκε να προσαράξει κάπου αλλού για να επισκευάσει κάποιες ζημιές ή ίσως το πλήρωμα υποχρεώθηκε να το εγκαταλείψει. Ο Ντάντσλερ και ο Μπωρεγκάρ θα περίμεναν μάταια για τις επόμενες ημέρες. Ποτέ δεν υπήρξε κάποιο ελπιδοφόρο σημάδι από το υποβρύχιο ή το πλήρωμά του. Όπως τόσα άλλα πλοία μέσα στους αιώνες της ναυτικής ιστορίας, πριν και μετά από αυτό, το «Hunley» είχε χαθεί για πάντα χωρίς να αφήσει ίχνη. Στις 10 Μαρτίου ο Μπωρεγκάρ τηλεγράφησε στο επιτελείο ότι το «CSS Hunley» είχε βυθιστεί αύτανδρο.

Εικόνα: Η αποσυναρμολόγηση του ανασυρόμενου ναυαγίου του «CSS Hunley» στο κέντρο συντήρησης  Warren Lasch Conservation Center.

«Αποστολή εξετελέσθη».

Στις 18 Φεβρουαρίου 1865, ακριβώς έναν χρóνο μετά την θρυλική αποστολή του «Hunley», το μαρτυρικό Τσάρλεστον θα έπεφτε στη βία του στρατηγού Σέρμαν, μετά από 587 ημέρες αδιάκοπου βομβαρδισμού. Ήταν μία καταδικασμένη μάχη 1.200 πεινασμένων Νοτίων, εναντίον 5.000 Βορείων. Όσοι από τους υπερασπιστές της πόλης αιχμαλωτίσθηκαν χρησιμοποιήθηκαν από τους Βόρειους ως ανθρώπινες ασπίδες. Θα έμεναν στην ιστορία της πόλης ως «Οι 600 Αθάνατοι».

Το «Hunley», ξεπερνώντας τα στενά όρια του Τσάρλεστον, θα έμενε στην παγκόσμια ιστορία ως το πρώτο πολεμικό υποβρύχιο το οποίο είχε καταβυθίσει αντίπαλο πλοίο. Η επόμενη βύθιση πλοίου από υποβρύχιο δεν θα συνέβαινε παρά 50 χρόνια αργότερα, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μυστηριώδης εξαφάνισή του παρέμεινε πάντοτε ένα από τα μεγαλύτερα ναυτικά αινίγματα το οποίο εξακολουθεί να παραμένει άλυτο.

Τον Μάϊο του 1995, μετά από 15 χρόνια ερευνών, το «Hunley» ανακαλύφθηκε άθικτο, σε βάθος 10 μέτρων στον κόλπο του Τσάρλεστον, περίπου 300 m μακρύτερα από το σημείο βύθισης του Housatonic. Η ανέλκυσή του διήρκεσε έξι μήνες και ολοκληρώθηκε στις 8 Αυγούστου 2000. Οι 19 δύτες οι οποίοι έλαβαν μέρος σε αυτήν έσκαψαν κάτω από 7.500 κυβικά μέτρα άμμου μέχρι να αποκαλύψουν το κουφάρι του. Παρόλα αυτά, η αρχαιολογική έρευνα του ναυαγίου έχει ρίξει ελάχιστο φως στα αίτια της βύθισής του.

Το γεγονός ότι ο Ντάντσλερ είχε δει το φωτεινό σινιάλο του Ντίξον από την θάλασσα, καθώς και η θέση των δύο ναυαγίων, αποδεικνύει ότι το «Hunley» είχε εκτελέσει την αποστολή του και επέστρεφε στη βάση του, όταν ξαφνικά συνέβη η ανεξήγητη τραγωδία. Αρκετές θεωρίες διατυπώθηκαν πάνω στο μυστήριο της βύθισής του. Η επικρατέστερη έχει ως εξής. Τα πυρά από το «Housatonic», προξένησαν κάποιες ζημιές στο υποβρύχιο ή και τραυματισμούς στο πλήρωμα, με αποτέλεσμα, κάποια φινιστρίνια να υποχωρήσουν κάτω από την πίεση του νερού μετά την κατάδυση. Το καταπονημένο πλήρωμα δεν πρόλαβε να αντιδράσει και το σκάφος βυθίστηκε γρήγορα.

Ο σκελετός του Ντίξον βρέθηκε πράγματι στην θέση του κυβερνήτη, σκυμμένος πάνω από τα χειριστήριά του, χωρίς να φέρει κανένα τραύμα. Μπροστά του βρισκόταν και η λυχνία με την οποία είχε στείλει το σήμα της νίκης. Οι επτά σκελετοί του υπολοίπου πληρώματος βρέθηκαν στις ακριβείς θέσεις τους, σε τακτές αποστάσεις ο ένας από τον άλλον, κατά μήκος του στροφαλοφόρου άξονα, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι η βύθιση ήταν τόσο γρήγορη, ώστε οι άνδρες δέχθηκαν την μοίρα τους, χωρίς να κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να διαφύγουν, τηρώντας ίσως την υπόσχεση που είχαν δώσει πριν ξεκινήσουν για την αποστολή, πως σε περίπτωση που το τέλος φαινόταν αναπόφευκτο, θα πλημμύριζαν το σκάφος για να πεθάνουν γρήγορα.

Εικόνα: Η ανάσυρση του «CSS Hunley» στις 8 Αυγούστου του 2000.

Ανάμεσα σε άλλα ευρήματα βρέθηκε και ένα προτοφόλι το οποίο περιείχε ένα μικρό κομμάτι χαρτί, πάνω στο οποίο υπήρχαν γραμμένα τα γράμματα «E N D». Δυσοίωνη σύμπτωση ή επιθανάτιο μήνυμα; Κανείς δεν γνωρίζει, αν και θα μπορούσαν απλά να αποτελούν μέρος κάποιας λέξης. Στις 23 Μαϊου 2001 οι αρχαιολόγοι ανακοίνωσαν το σημαντικότερο ίσως εύρημα ολόκληρου του ναυαγίου, το περίφημο χρυσό νόμισμα του Ντίξον.

Βρέθηκε μέσα στα υπολείμματα του ιματισμού του, επιβεβαιώνοντας πέρα από κάθε αμφιβολία την ταυτότητά του και την ρομαντική ιστορία της χαμένης του αγάπης, της Κουίνυ Μπέννετ. Ο Τζωρτζ Ντίξον είχε παραμείνει πιστός σε όλους τους όρκους που είχε δώσει, παίρνοντας το φυλακτό της στο θάνατό του, αλλά και εκείνον προς την πατρίδα του, 136 χρόνια μετά την δραματική νύχτα της 17ης Φεβρουαρίου του 1864, ο υπολοχαγός, καθήμενος ακόμα στην θέση του κυβερνήτη του «Hunley», μπορούσε να δηλώσει υπερήφανα, «Αποστολή εξετελέσθη».

Πηγές:

  • Brian Hicks & Schuyler Kropf, «Raising the Hunley: The Remarkable History of the Lost Confederate Submarine».
  • Richard Bak, «The CSS Hunley: the Greatest Undersea Adventure of the Civil War».
  • Mark K. Ragan, «Union and Confederate Submarine Warfare in the Civil War».
  • Thomas Campbell, «The CSS Hunley: Confederate Submarine».
  • Mark Ragan, «The CSS Hunley: Sacrifice & Success».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.