Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
Το «δράμα» της Σφακτηρίας. (Μερος Α’). Η μάχη της Πύλου και ο αποκλεισμός των «Ομοίων».

Το «δράμα» της Σφακτηρίας. (Μερος Α’). Η μάχη της Πύλου και ο αποκλεισμός των «Ομοίων».

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Η άνοιξη του 425 π.Χ. βρίσκει τον απανταχού Ελληνισμό «βυθισμένο» στην δίνη του μεγαλύτερου εμφυλίου ως τότε, του Πελοποννησιακού Πολέμου. Επί έξι συναπτά έτη, από το 431 π.Χ, ο «μεγάλος» αυτός πόλεμος έχει «διχοτομήσει» όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις-κράτη σε δυο «αντιμαχόμενα» στρατόπεδα που χωρίζονται από βαθιά ρήγματα μίσους και συμφερόντων, όσο και από άλλες γενεσιουργές αιτίες που έχουν τις ρίζες τους πίσω στους αιώνες.

Έτσι λοιπόν βρίσκονται αντιμέτωπες δυο «Συμμαχίες», κατ’ άλλους «Ηγεμονίες», με εντελώς διαφορετικές δυνάμεις, αδυναμίες, πολιτεύματα και «καταγωγή». Ένα μόνον πράγμα είναι «κοινό» μεταξύ τους και αυτό δεν είναι άλλο τις επιδιώξεις τους. Κατά συνέπεια αυτού από την μια πλευρά έχουμε την «Συμμαχία της Δήλου», με ηγεμονεύουσα δύναμη την δημοκρατική Αθήνα, η οποια αποτελείτε κατά κυριών λόγο από πόλεις-κράτη με Ιωνική «καταγωγή» και κύρια δύναμη την ναυτική υπεροχή σε ολόκληρο των Ελλαδικό χώρο. Από την άλλη έχουμε την «Πελοποννησιακή Συμμαχία, με ηγεμονεύουσα δύναμη την ολιγαρχική Σπάρτη, η οποια συγκροτείτε κατά κύριων λόγο από πόλεις-κράτη με Δωρική προϊστορία, ενώ ανάμεσα στα στρατεύματα της συμμαχίας περιλαμβάνονται και οι καλύτεροι οπλίτες του αρχαίου κόσμου, οι σχεδόν μυθικών ικανοτήτων, Σπαρτιάτες «Όμοιοι».

Εικόνα: Χάρτης όπου διακρίνετε η Πελοποννησιακή και η Αθηναϊκή Συμμαχία.

Σε αυτό όμως το σημείο γίνεται αντιληπτό, ακόμα και στον απόλυτα επιφανειακό αναγνώστη, ένα παράδοξο. Πως θα συγκρουστούν μεταξύ τους δυο δυνάμεις που η κάθε μια από αυτές διαθέτει στρατιωτική «υπεροχή» σε έναν απόλυτα διαφορετικό τομέα; Αυτή και μόνον η παρατήρηση θα πρέπει να κρατηθεί καλά στην θύμηση του κάθε αναγνώστη διότι θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην παρακάτω εξιστόρησή μιας «διπλής» σύγκρουσης που κατέρριψε όλα τα δεδομένα και απέδειξε το ρητό του Θουκυδίδη πως οι Αθηναίοι ήταν, «Και παρά δύναμιν τολμηταί και παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες».

Το υπόβαθρο της σύγκρουσης.

Ερχόμενη λοιπόν η άνοιξη του 425 π.Χ. όλα εκτυλίχθηκαν όπως ήταν αναμενόμενο. Για άλλη μια χρονιά ένας από τους δυο βασιλείς της Σπάρτης, ο Άγης Β’, πέρασε τον Ισθμό και εισέβαλε στο Αττικό έδαφος δηώνοντας και καταστρέφοντας ότι εύρισκε μπροστά του. Για άλλη μια χρονιά όμως η αντίδραση των Αθηναίων ήταν και αυτή απολύτως αναμενόμενη. Έτσι λοιπόν με τα πρώτα κιόλας νέα, γύρο από την επικείμενη άφιξη των Σπαρτιατών, αυτοί δεν δίστασαν να υποχωρήσουν, παίρνοντας μαζί τους ότι πολύτιμο είχαν, πίσω από το αμυντικό «θαύμα» που είχε χτίσει ο Περικλής πριν από μερικά χρόνια, δηλαδή τα «Μακρά Τείχη».

Χάρις σε αυτή την γραμμή οχυρωματικών έργων η «Αθηναίων πολιτεία» είχε επιτύχει το ανεπίτευκτο, είχε μεταμορφώσει την Αθήνα και τον λιμένα του Πειραιώς σε ένα χερσαίο «νησί» απολύτως απροσπέλαστο από την ξηρά αλλά και συνεχώς εφοδιαζόμενο από την θάλασσα. Γνωρίζοντας καλά πως οι ελπίδες τους σε ανοιχτή μάχη εναντίων της «ακαταμάχητης» Σπαρτιατικής φάλαγγας ήταν μηδαμινές, η Αθηναϊκή Δημοκρατία, εφάρμοζε ένα εντελώς διαφορετικό πολεμικό δόγμα. Σύμφωνα με αυτό οι αθηναϊκές δυνάμεις θα αμύνονται στην στεριά αλλά θα επιτίθονταν με ακαταμάχητη ορμή και μανία δε οτιδήποτε ακουμπούσε τη θάλασσα.

Εκείνη την εποχή λοιπόν, οι Αθηναίοι, πήραν την απόφαση να στείλουν μια ναυτική μοίρα, αποτελούμενη από 40 πλοία, υπό τις διαταγές του Σοφοκλή, του Ευρυμέδοντα και του Δημοσθένη στη Σικελία ώστε να διαταράξουν την εμπορική ροή των πόλεων της Πελοποννησιακή Συμμαχία με την μεγαλόνησο της Τυρρηνικής θάλασσας. Παρόλα αυτά η «Εκκλησία του Δήμου» έδωσε την εντολή στους δυο στρατηγούς, καθοδόν, να λεηλατήσουν τα παράλια της Πελοποννήσου και κατόπιν, πριν κατευθυνθούν στην Σικελία, να βοηθήσουν τον αγώνα της δημοκρατικής μερίδας των Κερκυραίων που συγκρούονταν με την αντίστοιχη ολιγαρχική, η οποια υποβοηθούνταν και από έναν Πελοποννησιακό στόλο 60 πλοίων, για τον έλεγχο της νήσου.

Εικόνα: Τα Μακρά Τείχη ήταν αμυντικά τείχη της πόλης των Αθηνών που χτίστηκαν μεταξύ 461-455 π.Χ., τα οποία οχύρωναν την πρόσβαση από τον κύριο οικισμό προς τους δύο κυρίους λιμένες της, τον Πειραιά και το Φάληρο.

Ωστόσο κατά την διάρκεια του περίπλου της Πελοποννήσου ο δαιμόνιος, κατά τα φαινόμενα, Δημοσθένης φάνηκε να αντιλαμβάνεται πλήρως την αξία αλλά και την στρατηγική θέση της Πύλου, στο νοτιότερο άκρο της Μεσσηνίας. Όταν έφθασαν στις ακτές της Λακωνικής, ο Ευρυμέδοντας και ο Σοφοκλής έμαθαν για την απελπιστική κατάσταση στην οποίαν είχαν περιέλθει οι Κερκυραίοι και θέλησαν να πλεύσουν αμέσως προς την νήσο του Ιονίου όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Από την άλλη πλευρά, ο Δημοσθένης, επέμενε πως η Αθηναϊκή ναυτική μοίρα θα έπρεπε να προσεγγίσει την Πύλο, να την καταλάβει και στην συνέχεια να την τειχίσει με σκοπό να την χρησιμοποιήσει ως βάση περεταίρω επιχειρήσεων στα λακωνικά εδάφη. Βέβαια στην πραγματικότητα το σχέδιο αυτό του Δημοσθένη είχε και έναν άλλο βαθύτερο σκοπό. Η Πύλος ευρισκόμενη στην «καρδιά» ουσιαστικά των μεσσηνιακών εδαφών του Σπαρτιατικού κράτους θα μπορούσε να δράσει ως ένας ακόμα λόγος για τους είλωτες του Λακωνικού κράτους να επαναστατήσουν εναντίων των μισητών επικυριάρχων τους. Συν τοις άλλοις πλέον κάθε είλωτας φυγάς θα είχε ένα μερος να καταφύγει, γεγονός που θα επέτεινε ακόμα περισσότερο το καθεστώς αβεβαιότητας στης τάξεις του Σπαρτιατικού στρατού που ως γνωστόν ένα μεγάλο μερος αυτού, κυρίως βοηθητικοί και ψιλοί, ήταν είλωτες.

Παρόλα αυτά, οι δυο συστρατηγοί του Δημοσθένη, ο Ευρυμέδοντας και ο Σοφοκλής, δεν φάνηκαν να πείθονται από τα λεγόμενα του συναδέλφου τους και εν μέσο μιας ακατάσχετης λογομαχίας, με βαριές εκατέρωθεν προσβολές, από τα «κλασικά» Ελληνικά, η ναυτική δύναμη αποφασίζετε να εγκαταλείψει την Πύλο και να κατευθυνθεί προς την Κέρκυρα. Εκείνη λοιπόν την στιγμή, που το εγχείρημα φαινόταν καταδικασμένο, η θεά Τύχη έβαλε και πάλι το «χέρι» της στα γεγονότα.

Έτσι, λίγο πριν το ξημέρωμα, ο ουρανός της Μεσσηνίας είχε γεμίσει μαύρα πυκνά σύννεφα και μια ισχυρή καταιγίδα σύντομα έκανε την εμφάνιση της. Βλέποντας το αυτό, οι Αθηναίοι, στρατηγοί αποφάσισαν πως το ποιο φρόνιμο θα ήταν να τραβήξουν τα πλοία τους στην στεριά και να περιμένουν να περάσει η καταιγίδα, ώστε μόλις ο καιρός ηρεμήσει και πάλι να αποπλεύσουν για την δοκιμαζόμενη Κέρκυρα.

Ωστόσο ο Δημοσθένης αντιλαμβανόμενος την «χρυσή» ευκαιρία, προειδοποίησε τάχα τους συστρατηγούς του πως θα πρέπει να τειχίσουν το στρατόπεδο τους ώστε να προστατευθούν όσο το δυνατόν καλύτερα από κάποια πιθανή επίθεση του Σπαρτιατικού στρατού, κατά την διάρκεια  της επερχόμενης καταιγίδας. Φυσικά κάποιο τέτοιο ενδεχόμενο δεν υφίστατο διότι το σύνολο σχεδόν του Λακωνικού στρατού ήταν για άλλη μια χρονιά στον δρόμο προς την Αττική, γεγονός που εξασφάλιζε πως κανένας δεν θα τους ενοχλούσε κατά την διάρκεια της «σύντομης» παραμονής τους στην Πύλο.

Εικόνα: Σχεδιαστική αναπαράσταση τριήρους.

Κύρια επιδίωξη λοιπόν του Δημοσθένη ήταν να χρησιμοποιήσει την «εργατική» δύναμη του Αθηναϊκού στόλου για να οχυρώσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα την Πύλο και στην συνέχει να αποσπαστεί από αυτόν και να υπερασπιστεί την θέση του έως ότου αναγκάσει την Αττική δημοκρατία και κατά συνέπεια την «Εκκλησιά του Δήμου» να αποστείλει περεταίρω ενισχύσεις για την ενδυνάμωση των προσπαθειών του.

Η αυτοπεποίθηση αυτή του Δημοσθένη μπορεί καίρια να στηριχθεί στην μεγάλη αλληλεπίδραση που ο ίδιος είχε με τους Μεσσήνιους απελευθερωμένους είλωτες της Ναυπάκτου. Αυτές της «συναναστροφές» του Αθηναίου στρατηγού μπορεί κανείς να της διακρίνει αν αναλογιστεί πως η πρώτη στρατιωτική αποστολή που του ανατέθηκε ήταν την προηγούμενη χρονιά, το 426 π.Χ, στην Αιτωλία και την Ακαρνανία. Εκεί, ο Αθηναίος στρατηγός, ήρθε σε επαφή και συνεργάστηκε στενά με τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου, οι οποίοι όπως είναι γνωστό, μετά τον μεγάλο σεισμό του 465 π.Χ. στη Σπάρτη και την επακολουθήσασα εξέγερση των ειλώτων της Λακωνίας και της Μεσσηνίας, ένα μεγαλο πλήθος Μεσσήνιων οχυρώθηκε στην Ιθώμη, όπου αντιστάθηκαν στη σπαρτιατική πολιορκία επί τέσσερα συναπτά έτη. Έτσι λοιπόν προκειμένου να τους ξεφορτωθούν, οι Σπαρτιάτες, δέχθηκαν τελικά να τους αφήσουν ελεύθερους να φύγουν από την Πελοπόννησο, υπό τον όρο ότι αυτοί δεν θα ξαναπατούσαν ποτέ νοτίως του Ισθμού.

Η μεγάλη διπλωματική επιτυχία των Αθηναίων ήταν ότι πέτυχαν να εγκαταστήσουν τους εξόριστους πρώην είλωτες στη Ναύπακτο, σε μια εξαιρετικά στρατηγική θέση στο βορειοδυτικό άκρο του Κορινθιακού. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου επρόκειτο να αποτελέσουν ένα σπουδαίο «ατού» για τους Αθηναίους διότι γνώριζαν στον υπερθετικό βαθμό την τοπογραφία της Μεσσηνίας και της Λακωνίας, είχαν διασυνδέσεις με συγγενείς και φίλους που παρέμειναν ως είλωτες στα σπαρτιατικά εδάφη, ενώ μιλούσαν τη δωρική διάλεκτο, μεγάλο πλεονέκτημα σε αποστολές αναγνώρισης και κατασκοπείας σε εχθρικό έδαφος.

Ταυτόχρονα, το «άσβεστο» μίσος για τους Σπαρτιάτες πρώην δυνάστες τους, καθιστούσε τους Μεσσήνιους αφοσιωμένους και φανατικούς μαχητές, έτοιμους να αναλάβουν επικίνδυνες αποστολές. Είναι γνωστό πως ο Δημοσθένης είχε στρατολογήσει αρκετούς από αυτούς και τους είχε μαζί του. Ίσως οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου να ήταν αυτοί που του έδωσαν την αρχική ιδέα για το σχέδιο που ετοιμαζόταν να θέσει σε εφαρμογή.

Από τα παραπάνω λοιπόν γίνετε αντιληπτό πως και από τους τρεις στρατηγούς, μόνον ο Δημοσθένης έχει στο μυαλό του ένα σαφές σχέδιο για το πώς θα μπορούσε να καταφέρει ένα αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο συνασπισμό. Ίσως να ήταν κι ο μόνος που μπορεί εκείνη τη στιγμή να είχε υποψιαστεί ότι οι Αθηναίοι πρόκειται να εμπλακούν σε μια επιχείρηση που θα σημαδέψει την ιστορία του πολέμου και θα φέρει την πόλη τους μια ανάσα μακριά από την οριστική επικράτηση στον αγώνα για την «Ηγεμονία των Ελλήνων».

Εικόνα: H πεντηκόντορος ήταν τύπος αρχαίας ελληνικήςγαλέρας, που χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον από την αρχαϊκή εποχή, αλλά μάλλον παρόμοια πλοία υπήρξαν και προγενέστερα, αν ληφθούν υπόψη οι σχετικές αναφορές στα ομηρικά έπη.

Η «διχογνωμία» της Αθηναϊκής παράταξης και η οχύρωση της Πύλου.

Παρόλες της αρχικές αντιδράσεις και λόγο της μαινόμενης καταιγίδας ο ζήλος των Αθηναίων ναυτών και οπλιτών φαίνεται πως ήταν υπεραρκετός για την ολοκλήρωση του έργου. Η τοποθεσία που είχε διαδεχθεί από τον Δημοσθένη ήταν το «Κορυφάσιον πεδίο», δηλαδή το ίδιο ακριβώς σημείο στο οποίο ήταν κτισμένη και η αρχαία Πύλος κατά την Ομηρική εποχή. Το συνολο των οχυρώσεων αποτελείτο από δυο τείχη. Το ένα προς τον βορά, δηλαδή προς τον σημερινό «Όρμο της Βοϊδοκοιλιάς», ενώ το άλλο προς τον νότο ακριβώς απέναντι από την κατάφυτη και απροσπέλαστη, εκείνη την εποχή, νήσο της Σφακτηρίας, στην δυτική είσοδο του λιμένα του Ναβαρίνου. Σε αυτό το σημείο καίριο θα ήταν να τονίσουμε πως η σημερινή λιμνοθάλασσα, στα ανατολικά της Βοϊδοκοιλιάς, εκείνη την εποχή δεν καλυπτόταν από τα ύδατα του Πελάγους αλλά αντιθέτως ήταν μια εύφορη πεδιάδα.

Με το κουράγιο λοιπόν και την αποφασιστικότητα των Αθηναίων πολιτών να έχει φέρει σε πέρας το μεγάλο αυτό έργο, οι μέρες κατά της οποίες η κακοκαιρία λυσσομανούσε παντού τριγύρω άρχισαν να περνούν, ενώ σύντομα έκαναν την εμφάνιση τους τα πρώτα σημάδια πως ο καιρός πρόκειται να αλλάξει προς το καλύτερο. Με την εναλλαγή όμως των καιρικών συνθήκων ξεκινά και η αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον Σοφοκλή και τον Ευρυμέδοντα, από την μια πλευρά, να υποστηρίζουν πως με την πρώτη ευκαιρία θα έπρεπε να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Κέρκυρα και μετέπειτα προς την Σικελία, ενώ από την άλλη, ο πάντα λαοφιλής Δημοσθένης υποστήριζε πως μέσο αυτή της προχειροφτιαγμένης βάσης θα μπορούσε να αλλάξει άμεσα η τροπή του πολέμου.

Ωστόσο τα πράγματα δεν αργούν να εκτραχυνθούν και διάμεσο ύβρεων και βωμολοχιών οι δυο Στρατηγοί, ο Σοφοκλής και ο Ευρυμέδοντας, καταλήγουν να ειρωνευτούν τον Δημοσθένη λέγοντας του πως, «Η Πελοπόννησος έχει πολλά έρημα ακρωτήρια για να κρυφτείς Δημοσθένη και να αποφύγεις τις κακουχίες της μάχης, αν βέβαια η πόλη είχε αρκετά  πλεονάζοντα λεφτά για να τα δαπανήσει σε έναν τέτοιο ανώφελο σκοπό». Σε αυτό το σημείο λίγο έλειψε να χυθεί αίμα ανάμεσα στους Αθηναίους, με τον Δημοσθένη να διατηρεί την ψυχραιμία του και να ανταποκρίνεται στους δυο υπερφίαλους ρήτορες πως ο καθένας είναι ελεύθερος να πάρει της απόφασης του και πως ότι γίνει απ’ εδώ και πέρα θα βαρύνει αποκλειστικά και μόνον τους ίδιους.

Έτσι λοιπόν αφού η κατάσταση εκτονώθηκε, αποφασίσθηκε πως αφού ο Δημοσθένης ήθελε να πάρει την ευθύνη να παραμείνει στην Πύλο, τότε θα έμενε μαζί με πέντε πλοία, ενώ η υπόλοιπη ναυτική μοίρα θα συνέχιζε το ταξίδι της προς την Κέρκυρα, ώστε να αντιμετωπίσει τον Πελοποννησιακό στόλο που είχε αποκλείσει το νησί. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά, η «φρουρά» της Πύλου, αποτελούνταν κατά προσέγγιση από περίπου 1.000 άνδρες, κατά κύριων λόγο κωπηλάτες, οι οποίοι σύντομα θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν το πλήρες μένος του Σπαρτιατικού στρατού.

Εικόνα: Ο Βρασίδας υπήρξε στρατηγός της αρχαίας Σπάρτης κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, διακεκριμένος για τις στρατηγικές του ικανότητες. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ενσωμάτωνε πλήρως τα σπαρτιατικά ιδεώδη, ενώ ήταν γρήγορος στο να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις και να οργανώνει στρατηγικές κινήσεις χωρίς κανένα δισταγμό. Επίσης υπήρξε και εύγλωττος ρήτορας.

Η αντίδραση της Σπάρτης.

Την ώρα που οι Αθηναίοι καταλάμβαναν και τείχιζαν την Πύλο, οι Σπαρτιάτες ήταν, ως συνήθως, απασχολημένοι με κάποια θρησκευτική γιορτή. Τα νέα δεν τους ανησύχησαν ιδιαίτερα. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, αλλά πιθανών ούτε και η τελευταία φορά που μια Αθηναϊκή επιδρομή λάμβανε χώρα στις ακτές της Πελοποννήσου γενικά και της σπαρτιατικής επικράτειας ειδικότερα. Ωστόσο το ανησυχητικό ήταν πως ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν παραμείνει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να χρειαστεί οι Σπαρτιάτες να δώσουν μάχη για να τους εκδιώξουν.

Μαθαίνοντας τα τεκταινόμενα στην Μεσσηνία, ο Άγης, που εν το μεταξύ είχε φτάσει στην Αττική και βρισκόταν κάπου ανάμεσα στα Μέγαρα και την Ελευσίνα, αποφάσισε πως θα έπρεπε άμεσα να επιστρέψει στην Σπάρτη ώστε να αντιμετωπίσει τον νέο αυτό κίνδυνο. Αυτό και μόνον δείχνει την σημασία που είχε για τους Σπαρτιάτες η υπόθεση της ανακατάληψης της Πύλου. Ένας ακόμα λόγος που η εισβολή στην Αττική θα έπρεπε άμεσα να ακυρωθεί, συνίσταται στο γεγονός πως αυτή είχε γίνει πολύ νωρίς, με τα σιτάρια στα χωράφια των Αθηναίων να είναι ακόμα χλωρά, ενώ πρόσκαιρες κακοκαιρίες και πλημύρες προκαλούσε προβλήματα και ταλαιπωρούσαν το εκστρατευτικό σώμα.

Έτσι λοιπόν οι Σπαρτιάτες υποχώρησαν, πέρασαν τον Ισθμό και κατευθύνθηκαν προς την Σπάρτη. Είχαν μείνει στην Αττική μόνο για 15 μέρες. Η τακτική του Δημοσθένη είχε ήδη φέρει αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση και παρά την αρχική τους αδράνεια, οι Σπαρτιάτες είχαν πλέον αφυπνισθεί. Πρώτη τους κίνηση ήταν να ανακαλέσουν το στόλο τους από τη Κέρκυρα ώστε να αποκλείσει τον κόλπο του Ναβαρίνου. Δεν μπορούν να αντέξουν την «ατίμωση» που τους έκαναν οι Αθηναίοι. Αυτοί που δεν τολμούσαν, κατά τα λεγόμενα τους, να υπερασπισθούν την Αττική τώρα είχαν τειχίσει ένα οχυρό κάτω από την μύτη τους, στην Μεσσηνία, μόλις 70 χιλιόμετρα μακριά από την Σπάρτη. Αυτό δεν μπορούσαν να το αφήσουν να περάσει έτσι.

Η μάχη της Πύλου.

Άμεσα ένα σώμα αποτελούμενο από περίοικους στάλθηκε στην Πύλο με εντολή να παρατηρούν «διακριτικά» τους Αθηναίους αλλά σε καμιά περίπτωση να μην εμπλακούν μαζί τους σε μάχη. Ταυτόχρονα ο ναύαρχος Θρασυμελίδας εγκατέλειψε τον ναυτικό αποκλεισμό της Κέρκυρας κι αποφάσισε να πλεύσει προς την Πύλο. Θορυβημένος, ο Δημοσθένης, από τα νέα που του έφταναν, μέσω των φυγάδων ειλώτων που ερχόντουσαν καθημερινά στην Πύλο, πως ο Άγις είχε γυρίσει από την Αττική, αλλά και για την επικείμενη άφιξη του Πελοποννησιακού στόλου αποφάσισε, πριν να είναι αργά, να στείλει δυο από τα πέντε πλοία του να ειδοποιήσουν τον Σοφοκλή και τον Ευρυμέδοντα να επιστρέψουν στην Πύλο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

Έτσι λοιπόν οι Πελοποννησιακές δυνάμεις φτάνουν μέσα σε λίγες μέρες στην Πύλο, έχοντας πάνω από 60 πλοία, που αποκλείουν άμεσα τις δυο εισόδους του κόλπου του Ναβαρίνου, αλλά και 12.000 οπλίτες, Σπαρτιάτες αλλά και συμμάχους από την Πελοπόννησο, που τάσσονται απέναντι από το βόρειο τείχος του Αθηναϊκού οχυρώματος. Ταυτοχρόνως στέλνουν 300 «Ομοίους», διαλεγμένους ανάμεσα από τις καλύτερες οικογένειες τις Σπάρτης, καθώς και 120 είλωτες στην Σφακτηρία, υπό τον Επιτάδα τον γιο του Μολομβρού. Αυτή η επίλεκτη δύναμη θα περίμενε εκεί έως την κατάλληλη στιγμή όπου θα δρούσε σαν ομάδα κρούσεως η οποια θα διεκπεραιωνόταν από τον στόλο και θα έπληττε το νότιο τείχος της οχύρωσης της Πύλου.

Εικόνα: Χάρτης της αρχαίας Μεσσηνίας όπου φαίνεται η νήσος Πρώτη.

Βλέποντας ο Δημοσθένης πως οι Σπαρτιάτες σκόπευαν να επιφέρουν το κύριο πλήγμα μέσο της Σφακτηρίας και ανησυχώντας για την επάρκεια του νότιου τείχους, διατάζει, να ριχτούν τα τρία εναπομείναντα Αθηναϊκά πλοία στα βράχια μπροστά από το νότιο τείχος ώστε να δράσουν και σαν πλατφόρμες για τους Αθηναίους ψιλούς, αλλά και για να δυσχεράνουν την αποβίβαση στρατευμάτων από τον Πελοποννησιακό στόλο.

Κατόπιν εξοπλίζει τους Αθηναίους ναύτες με προχειροφτιαγμένα όπλα και ασπίδες λυγαριάς και τους αποστέλλει σε προωθημένες θέσεις έξω από την οχύρωση της Πύλου ώστε να τον κρατάν διαρκώς ενήμερο για τις κινήσεις των Πελοποννησιακών δυνάμεων. Τέλος, ο «πανούργος» Αθηναίος, παίρνει μαζί του 60 επίλεκτους οπλίτες και μερικούς Μεσσήνιους, οι οποίοι είχαν έλθει στην Πύλο με μια πεντηκόντορο πριν από λίγες μέρες, λαμβάνει θέση στο ασθενές νότιο τείχος, πίσω από τα σακατεμένα πλοία, περιμένοντας από τους Σπαρτιάτες να κάνουν την πρώτη κίνηση.

Πράγματι η πρώτη επίθεση γίνετε ακριβώς εκεί που είχε προβλέψει ο Δημοσθένης. Βλέποντας τα πλοία του Θρασυμελίδα να έρχονται προς τις θέσεις του, γύρισε και κοίταξε τις δυνάμεις του και μέσα από έναν ενθαρρυντικό λόγο τους προέτρεψε να αψηφήσουν της υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού, να αγωνιστούν για να σώσουν τον εαυτό τους και το οχυρό αλλά και να δοξάσουν τους προγόνους τους κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Οι Λακεδαιμόνιοι ήταν έτοιμοι να επιτεθούν και από τη ξηρά, αλλά και από τη θάλασσα ώστε να διασπάσουν τις λιγοστές δυνάμεις των πολιορκούμενοι. Ωστόσο οι προφυλακές των Αθηναίων φρόντισαν να ενημερώσουν άμεσα τους φρουρούς του βόρειου τείχους οι οποίοι ανέμεναν και αυτοί την Σπαρτιατική επίθεση από λεπτό σε λεπτό. Από την άλλη πλευρά, στο νότιο τείχος, τα 63 πλοία του Θρασυμηλίδα πλησίασαν ακόμα περισσότερο την ακτή, έχοντας πλέον ολοκάθαρη οπτική επαφή με τους οπλίτες του Δημοσθένη.

Αμέσως ξεκίνησε μια ανηλεής ανταλλαγή βλημάτων με τους Αθηναίους ψιλούς να δείχνουν την ανωτερότητα τους, όντας επάνω στα σακατεμένα πλοία μπροστά από το τείχος. Οι Λακεδαιμόνιοι αναγκάστηκαν να μοιράσουν τον στόλο τους σε διάφορες μοίρες, καθώς ήταν αδύνατο να προσεγγίσουν ταυτόχρονα την στενή παραλία μπροστά από το νότιο τείχος. Αυτό από την μια πλευρά σήμαινε πως η Λακωνική υπεροχή εκμηδενιζόταν, αλλά από την άλλη, οι Σπαρτιάτες, δεν έπαυαν να επιτίθενται συνεχώς και με μεγάλη ορμή για να εκτοπίσουν τους Αθηναίους και να καταλάβουν τα σακατεμένα σκαριά αλλά και το εχθρικό οχύρωμα.

Παράλληλα, σε αυτό το σημείο δε θα πρέπει να ξεχνάμε την θαρραλέα παρότρυνση του Σπαρτιάτη στρατηγού Βρασίδα ο οποίος κυβερνόντας μια τριήρη παρότρυνε τους υπόλοιπους κυβερνήτες και πηδαλιούχους να επιτίθενται στους Αθηναίους χωρίς να φοβούνται μήπως συντρίψουν τα πλοία τους, δηλώνοντας πως, «είναι ντροπή να λογαριάζουμε παραπάνω τα ξύλα από την Λακωνική γη που στενάζει κάτω από την Αθηναϊκή κυριαρχία». Ακούγοντας λοιπόν τις παραινέσεις του Βρασίδα, αλλά και βλέποντας το παράδειγμα του, όντας ο πρώτος που ανάγκασε τον πηδαλιούχο του «καρφώσει» το πλοίο του πάνω στα βράχια, οι υπόλοιποι τριήραρχοι έκαναν το ίδιο και σύντομα ένας μεγάλος αριθμός από Σπαρτιάτες οπλίτες βρισκόντουσαν στα βράχια μπροστά από το οχύρωμα.

Εικόνα: Άποψη της Σφακτηρία από την Πύλο.

Ωστόσο η μοίρα έμελλε να παίξει ένα άσχημο παιχνίδι στον θαρραλέο Βρασίδα. Κατά τη διάρκεια της πρόσκρουσης του πλοίου του στα βράχια της Πύλου ένα βέλος τον τραυμάτισε αφήνοντας τον αναίσθητο στην πλώρη της τριήρης του, με το χέρι που κρατούσε την ασπίδα του, το «όπλον», να κρέμεται έξω από το πλοίο. Τότε συνέβει το μοιραίο, ξαφνικά η ασπίδα άρχισε να γλιστρά από το ακίνητο χέρι του και έπεσε στην θάλασσα. Ένας Αθηναίος βλέποντας το όρμησε έξω από το τείχος, δεν ασχολήθηκε με τον αναίσθητο Βρασίδα, αλλά άρπαξε την ασπίδα του στρατηγού και την έφερε στον Δημοσθένη, ο οποίος την κρέμασε από το τείχος κοροϊδεύοντας στην ουσία τον Σπαρτιάτη στρατηγό.

Πλέον το κακό είχε γίνει ο Βρασίδας είχε ατιμαστεί, χάνοντας την ασπίδα του, η τιμωρία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά θάνατος. Όσο για τους υπόλοιπους Σπαρτιάτες βλέποντας την ασπίδα του Βρασίδα κρεμασμένη στο τείχος αποθαρρύνθηκαν και απέτυχαν να αποβιβαστούν, λόγω της σθεναρής αντίστασης των Αθηναίων, αλλά και χάρη στο δύσβατο του εδάφους. Η μέρα πλησίαζε προς το τέλος της. Οι Σπαρτιάτες είχαν αποτύχει οικτρά.

Η ναυμαχία της Πύλου και ο αποκλεισμός της Σφακτηρίας.

Την επόμενη μέρα, ο Θρασυμελίδας, έστειλαν μερικά πλοία κατά μήκος της ακτής, στην Ασίνη, για να μαζέψουν ξυλεία, με τα οποία θα κατασκεύαζαν σκάλες που θα τους βοηθούσαν να καταλάβουν το μέρος του τείχους που ήταν στραμμένο προς τον λιμένα. Ωστόσο εκείνη την ημέρα είχε έφτασε η Αθηναϊκή μοίρα από τη Ζάκυνθο, η οποία έλαβε ενισχύσεις από τη Ναύπακτο και τη Χίο, με τη συνολική της δύναμη να ανέρχεται πλέον στα 50 πλοία.

Όταν είδαν πως τα πλοία των Σπαρτιατών βρίσκονταν μέσα στον λιμένα, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να πλεύσουν προς τη νήσο Πρώτη και να στρατοπεδεύσουν εκεί. Την επόμενη μέρα, οι Αθηναίοι εξέπλευσαν και ετοιμάστηκαν να ναυμαχήσουν με τους Σπαρτιάτες, είτε σε ανοικτή θάλασσα είτε στον λιμένα, τα στόμια του οποίου οι Σπαρτιάτες δεν είχαν φροντίσει να φράξουν όπως είχαν σχεδιάσει.

Οι Αθηναίοι αντελήφθησαν την κατάσταση και επιτέθηκαν και στα δύο στόμια του λιμένα. Από την πλευρά τους, οι Πελοποννήσιοι, κατάφεραν να ετοιμάσουν αρκετά πλοία για ναυμαχία, αλλά οι Αθηναίοι τα έτρεψαν και αυτά σε φυγή προκαλώντας σοβαρές ζημιές σε πολλά πλοία, συλλαμβάνοντας μάλιστα πέντε αιχμάλωτα. Έπειτα, οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στα πλοία που βρίσκονταν στην αραγμένα στην παραλία και κατάφεραν να ρυμουλκήσουν αρκετά από αυτά, όντας κενά.

Παρά τη σύγχυση που προκλήθηκε, οι Λακεδαιμόνιοι κατάφεραν με αρκετές απώλειες να διασώσουν μερικά πλοία και τα δύο μέρη επέστρεψαν στα στρατόπεδα τους. Ωστόσο μόνο τότε έγινε αντιληπτό πως πάνω στη «αναμπουμπούλα» οι 300 «Όμοιοι» είχαν παραμείνει στην Σφακτηρία, όντας πλέον πλήρως αποκλεισμένοι. Έτσι λοιπόν οι μεν Αθηναίοι έστησαν τρόπαιο για της δυο νίκες τους, στην κορυφή του οποίου υπήρχε η ασπίδα του Βρασίδα, ενώ οι δε Σπαρτιάτες, αφού παραδέχθηκαν την ήττα τους, τους δόθηκε η άδεια να παραλάβουν τους νεκρούς τους. Παρόλα αυτά το δράμα των περήφανων «Ομοίων» της Σφακτηρίας είχε μόλις αρχίσει.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Θουκυδίδης, «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», απόδοση Βενιζέλου.
  • Θουκυδίδης, «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», πρωτότυπο.
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Αθηνά Γ. Καλογεροπούλου, «Ιστορία των Αρχαίων Χρόνων».
  • Χρίστος Πελεκίδης, «Ο Πελοποννησιακός πόλεμος».
  • Donald Kagan, «The Peloponnesian War».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.