Υστεροβυζαντινή Περίοδος (1057-1453 μ.Χ.)
Ένας «Ιερός Πόλεμος» που εκπυρσοκρότησε. Η «ανίερη» Δ’ Σταυροφορία, τα αίτια και οι αφορμές της καταστροφής του 1204.

Ένας «Ιερός Πόλεμος» που εκπυρσοκρότησε. Η «ανίερη» Δ’ Σταυροφορία, τα αίτια και οι αφορμές της καταστροφής του 1204.

Ενώ τονίζεται, «διαχρονικά», η 29η Μαΐου 1453 ως το τέλος της χιλιόχρονης Ρωμανίας, το κυριότερο γεγονός που κλόνισε την ύπαρξή της «ανεπανόρθωτα» και οδήγησε στον οριστικό τερματισμό της υλικής και οικονομικής υπεροχής του κράτους σε όλη την Ευρώπη, δηλαδή η Δ’ Σταυροφορία η οποια εν τέλει οδήγησε στην «Άλωση της Νέας Ρώμης», την 13η Απριλίου του 1204, δεν έχει γνωρίσει την απαραίτητη προσοχή και μελέτη.

Θα έλεγε κανείς, ότι επειδή ο προσανατολισμός του νεοελληνικού κράτους είναι προς τη Δύση, αυτό συνεπάγεται απαραίτητα και τη λήθη της ιστορίας, τη λήθη δηλαδή του γεγονότος ότι εξαιτίας της Άλωσης του 1204, η Ρωμιοσύνη στάθηκε αδύναμη να αντιμετωπίσει την επέλαση των Οθωμανών, Βέβαια κάτι τέτοιο δεν οφείλετε αποκλειστικά και μόνον στην τυχοδιωκτική στάση της Δύσης αλλά και στα εσωτερικά προβλήματα της Αυτοκρατορίας, ωστόσο είναι σήμερα γενικά παραδεκτό, πως αυτή ήταν η αιτία της επικράτησης των Τούρκων στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Ένα Ρωμαίικο Κράτος που δεν θα είχε υποστεί την Άλωση του 1204, πιθανότατα θα ανέκαμπτε, καταφέρνοντας να αντιμετωπίσει επιτυχώς τους Οθωμανούς, όπως είχε κάνει και πέντε αιώνες νωρίτερα με τους Άραβες.

Εικόνα: Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, έργο του David Aubert.

Τα αίτια της καταστροφής του 1204.

Η ευκαιρία να πλήξουν την Αυτοκρατορία, δεν άργησε να δοθεί στους υποκριτές «φίλους» της στην Δύση. Ήδη από τον 12ο αιώνα πολλές δεκάδες χιλιάδες από αυτούς υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη. Απολάμβαναν προνόμια και ήταν προκλητικοί προς τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης. Ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός, ένεκα του «Νορμανδικού προβλήματος», τους παραχώρησε το 1082 υπέρμετρα δικαιώματα που τους έκαναν μισητούς στους Ρωμαίους.

Αργότερα, ο Ιωάννης Β’, υιός του εκλιπόντα Αλεξίου, έκανε κάποιες προσπάθειες ώστε θα θέσει τέλος στα προνόμια αυτά. Ωστόσο η ενέργεια του αυτή, είχε ως αποτέλεσμα εχθροπραξίες από μέρους τους τόσο στο Αιγαίο, όσο και στο Ιόνιο και την Αδριατική. Έτσι λοιπόν, αναγκάστηκε ο Ιωάννης να ξαναδώσει πίσω τα προνόμια, όταν ο στόλος των Βενετών κινήθηκε εχθρικά προς τα εδάφη της Ρωμανίας. Οι Λατίνοι είχαν πλέον αλλοιώσει πολλές πλευρές της δημόσιας ζωής και της οικονομίας, διεισδύοντας στον εμπορικό και επαγγελματικό ιστό συμβάλλοντας τα μέγιστα στην παρακμή της. Η Ρωμαϊκή οικονομία, πλέον ήταν και επίσημα υποχείριο της Δύσης.

Η συνεχώς διογκούμενη συσσώρευση πλούτου στα χέρια των Λατίνων, σε συνδυασμό με την ανεπίτρεπτη συμπεριφορά τους και την οξεία πολιτική αναταραχή που έφερε στον θρόνο της Αυτοκρατορίας τον Ανδρόνικο Α’, προκάλεσαν αυτό που οι μεταγενέστεροι θα ονοματοδοτήσουν ως «Σφαγή των Λατίνων». Έτσι λοιπόν, τον Μάιο του 1182, ξεκίνησαν οι πρώτες κινήσεις κατά των Λατίνων της Κωνσταντινούπολης. Ήταν μια σειρά από ταραχές που χαρακτηρίστηκαν από σφαγές και εξανδραποδισμούς σχεδόν όλων των Δυτικών κατοίκων των μεγάλων κέντρων της Αυτοκρατορίας.

Όπως είναι φυσικό, οι Λατίνοι αντέδρασαν κατά της Ρωμανίας. Η εκδίκηση τους εκφράστηκε με την επίθεση των Ούγγρων στη βαλκανική το 1183 καθώς και με την επίθεση των Νορμανδών κατά των Ρωμαϊκών εδαφών το 1185, με αποτέλεσμα την άλωση της Θεσσαλονίκης και την σφαγή του πληθυσμού της. Κατόπιν λοιπόν αυτών των γεγονότων ο Ανδρόνικος συλλήφθηκε και μετα από φριχτά βασανιστήρια θανατώθηκε στον ιππόδρομο της Πόλης.

Νέος Αυτοκράτορας γίνεται ο Iσαάκιος B΄ ο Άγγελος. Δυστυχώς, εκείνη την περίοδο, η Ρωμανία έπασχε από ελλιπή ηγεσία, οι Άγγελοι ήταν ίσως η χειρότερη δυναστεία που πέρασε από τον αυτοκρατορικό θρόνο. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή τους από τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλος, ο οποίος τους χαρακτηρίζει ως, «η ολεθρία των Αγγέλων γενεά». Ωστόσο ο Iσαάκιος προσπαθεί να έρθει σε συνεννόηση με τους Λατίνους και να τους παραχωρήσει ξανά, ευνοϊκή μεταχείριση. Το 1187 επαναφέρει τα προνόμια των Βενετών, οι οποίοι έχουν πλέον την υποχρέωση να μην συνάπτουν συμμαχίες με κράτη εχθρικά ως προς την Αυτοκρατορία. Όμως το 1195 ανατρέπεται από τον αδελφό του Αλέξιο Γ’ , πράγμα το οποίο κάνει τους Βενετούς σκεπτικούς, αν και τα προνόμια τους διατηρούνται.

Εικόνα: Ο Ενρίκο Ντάντολο, έργο του Domenico Tintoretto.

Η «έκρηξη» της Δ’ Σταυροφορίας και ο ύπουλος ρόλος της Βενετίας.

Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ ήταν ο πνευματικός «πατέρας» της Δ’ Σταυροφορίας. Ωστόσο αυτή την χαρακτήριζε ένα ανάμεικτο πνεύμα «αρρωστημένης» θρησκευτικότητας και «ιπποτικής» ιδεολογίας. Ο Πάπας απέστειλε λοιπόν Λατίνους ιεροκήρυκες να προωθήσουν την υπόθεση του «Ιερού πολέμου» σε ολόκληρη την δυτική Ευρώπη. Στην αρχή η ανταπόκριση υπήρξε χλιαρή ωστόσο, ο Θεοβάλδος Γ’, κόμης της Καμπανίας, κήρυξε τελικά τον «ανίερο» εκείνο πόλεμο, με αυτών επικεφαλή, όντας ο πρώτος που «πήρε τον σταυρό» το 1201. Παρόλα αυτά ο «ατυχής» κόμης πέθανε σε ηλικία 22 ετών ενώ στην κεφαλή της Σταυροφορίας τον αντικατέστησε ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός, ο μετέπειτα «Βασιλιάς της Θεσσαλονίκης».

Οι Σταυροφόροι λοιπόν, σύμφωνα με τον Παντίτ Νεχρού, ήταν ένα «περίεργο ανακάτωμα από ευσεβείς και θρήσκους άνδρες, αλλά και από αποβράσματα της κοινωνίας, από ανθρώπους, δηλαδή, που ήταν ικανοί για κάθε έγκλημα». Τελικά μερικές χιλιάδες χριστιανών έσπευσαν στο κάλεσμα των κηρύκων της Σταυροφορίας, χωρίς το ανεξέλεγκτο πλήθος να θυμίζει σε τίποτα την κοσμοσυρροή της Α’ Σταυροφορίας. Το συμβούλιο που θα καθοδηγούσε την εκστρατεία, το οποίο αποτελούνταν από τους Φεουδάρχες οι οποίοι λάμβαναν μέρος στη Σταυροφορία, αποφάσισε πως η συγκέντρωση θα γινόταν στην Βενετία και κατόπιν θα κατευθύνονταν είτε στη Συρία, είτε στην Αίγυπτο.

Ωστόσο σύντομα θα δημιουργούταν ένα νέο πρόβλημα, το οποίο μελλοντικά, θα είχε θανάσιμες συνέπειες για την Αυτοκρατορία. Την άνοιξη του 1201 έφτασαν στη Βενετία έξι Γάλλοι απεσταλμένοι των σταυροφορικών δυνάμεων, με την ελπίδα να κερδίσουν τόσο την εύνοια, όσο και την οικονομική βοήθεια της Δημοκρατίας. Αυτοί οι έξι απεσταλμένοι λοιπόν είχαν εξουσιοδοτηθεί από τον Πάπα ώστε να προετοιμάσουν το έδαφος για την επερχόμενη εκστρατεία. Έτσι λοιπόν έκαναν με τον Δόγη, Ενρίκο Ντάντολο την εξής συμφωνία.

Ο στόλος της Ναυτικής Δημοκρατίας θα παρείχε μια τεράστιά ναυτική δύναμη, αποτελούμενη από 50 πολεμικές γαλέρες και 450 μεταγωγικά. Αυτό διότι σύμφωνα με τα «υπερφιλόδοξα» σχέδια του Πάπα οι δυνάμεις που θα έφταναν στην Βενετία, την άνοιξη του 1202, θα ανέρχονταν σε 1.000 ιππότες, αριθμός απίστευτος για την εποχή, 3.000 ελαφρούς ιππείς, 31.000 πεζούς και 20.000 βοηθητικούς. Σύμφωνα με αυτά ο Ντάντολο ζήτησε για την μεταφορά κάθε ιππότη και του αλόγου του 4 ασημένια μάρκα, για κάθε ελαφρό ιππέα και το άλογο του 2  ασημένια μάρκα, ενώ για τους πεζούς και τους βοηθητικούς 1 ασημένιο μάρκο έκαστος. Το «κοστούμι» ωστόσο έβγαινε πολύ ακριβό. Συνολικά ο Ντάντολο απαιτούσε για την μεταφορά 85.000 ασημένια μάρκα, ένα ποσό απίστευτα υψηλό σύμφωνα με τα δεδομένα της Δυτικής Ευρώπης.

Μέσα στην «κατάπληξη» τους οι απεσταλμένοι του Πάπα κατάλαβαν πως το ποσό ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί, γεγονός που γνώριζε καλά ο «δαιμόνιος» Δόγης, έτσι έπεισε την Γαλλική αποστολή να τους παραχωρήσει ένα δάνειο εκ μέρους της Δημοκρατίας που θα κάλυπτε της ανάγκες της εκστρατεία και οι Σταυροφόροι θα τα επέστρεφαν μετα την επιτυχία του εγχηρήματος, συν ενός σημαντικού τόκου, προς Θεού δηλαδή, για την «ψυχή» της μάνας του θα το έκανε.

Εικόνα: Ο Αλέξιος Δ΄ Άγγελος στέφθηκε αυτοκράτορας με συναυτοκράτορα τον πατέρα του Ισαάκιο Β΄ Άγγελο.

Αργότερα το 1202 και παρ’ όλες της φιλόδοξες υποσχέσεις και προσπάθειες, οι Σταυροφορικές δυνάμεις, έφτασαν στη Βενετία αργοπορημένες το καλοκαίρι του 1202, με μια δύναμη που σε τίποτα δεν έμοιαζε την «πανστρατιά» που είχαν υποσχεθεί οι εκπρόσωποι του Πάπα. Έτσι λοιπόν στην Βενετία αφίχθησαν ούτε λίγο ούτε πολύ μια «απελπίστηκα» μικρή δύναμη 12.000 ανδρών, με μόλις 150 ιππότες στις τάξεις της. Συν τοις άλλοις το στράτευμα βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, μην έχοντας ούτε τα απαραίτητα τρόφιμα για να φτάσουν στον προορισμό τους. Βλέποντας τα αυτά, οι Βενετοί, εξοργίστηκαν, ενώ σε έξαλλη κατάσταση η Κυβέρνηση κατηγορούσε τον Ντάντολο για το «φιάσκο».

Ο στόλος ήταν έτοιμος ήδη από την άνοιξη, όπως είχε προσυμφωνηθεί, ενώ οι Σταυροφόροι έφτασαν το καλοκαίρι όπως προαναφέραμε. Οι Σταυροφορικές δυνάμεις μπορεί να μην «βιαζόντουσαν», ωστόσο τα έξοδα του στόλου έτρεχαν και οι Βενετοί δεν τα ‘φταναν, με τους περισσότερους εμπορικούς οίκους να βρίσκονται υπό το καθεστώς χρεοκοπίας. Σύμφωνα με χρονικογράφους της εποχής, από την μια πλευρά ο Ντάντολο απαιτούσε να επιστραφούν τα 85.000 ασημένια μάρκα που η Δημοκρατία είχε δανείσει στην Σταυροφορία αλλιώς δεν πρόκειται να τους μετέφερε πουθενά, ενώ από την άλλη ο Πάπας απειλούσε πως θα αφορίσει όλους τους υπαίτιους της αποτυχίας του εγχειρήματος.

Γεμάτοι φόβο έπειτα από την διακήρυξη του Πάπα και τις απειλές του Ντάντολο, οι Σταυροφόροι, που είχαν στρατοπεδεύσει στο γειτονικό Λίντο, έκαναν έρανο στον οποίο σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, «οι ιππότες πουλούσαν τις πανοπλίες τους και οι απλοί στρατιώτες τα παπούτσια τους ώστε να μην αποτύχει η Σταυροφορία και τους αφορίσει ο Πάπας». Κουτσά-στραβά ο «στρατός των απελπισμένων» κατάφερε να μαζέψει περίπου 40.000 ασημένια μάρκα, γεγονός που εξόργισε περαιτέρω την Βενετική Κυβέρνηση.

Βέβαια ο «γερόλυκος» Ντάντολο, υπάρχουν βάσιμα στοιχεία, πως είχε προβλέψει την όλη κατάσταση, έτσι λοιπόν πρότεινε στους Σταυροφόρους να τεθούν κάτω από την υπηρεσία της Βενετικής Δημοκρατίας και να την βοηθήσουν να ανακαταλάβει την πόλη Ζάρα, την σημερινή Ζάνταρ στην Κροατία, που είχε αποσπαστεί από τη Βενετία για να προσαρτηθεί στο Βασίλειο της Ουγγαρίας και της οποίας τα «πειρατικά», κατά τον Ντάντολο, πλοία παρεμπόδιζαν την ροή του εμπορίου εντός και εκτός της Αδριατικής, ώστε να ξεπληρωσουν το υπολειπόμενο χρέος.

Έτσι λοιπόν και έγινε. Το μεγάλο ενδιαφέρον των Βενετικών συμφερόντων για την ανάκτηση της Ζάρας οδήγησε το «Μεγάλο Συμβούλιο» της πόλης να συμφωνήσει στην πρόταση του Δόγη. Ο στόλος των Σταυροφόρων εγκατέλειψε την Βενετία την πρώτη βδομάδα του Οκτωβρίου 1202 ύστερα από μια εντυπωσιακή τελετή στην Βασιλική του Αγίου Μάρκου στην οποία ο «γηραιός» Ντάντολο, «πήρε τον σταυρό και ορκίστηκε να πεθάνει μαζί με τους Σταυροφόρους» παρασύροντας μαζί του και χιλιάδες άλλους Βενετούς. Βλέπετε η θρησκευτικότητα ήταν «πρόσχημα» και επικάλυψη της επερχόμενης κατάκτησης. Οι επίδοξοι «απελευθερωτές» των Αγίων Τόπων έγιναν σε μια στιγμή κατακτητές της Ανατολής, κοσμικοί και πνευματικοί αφέντες με έναν και μόνο στόχο… το κέρδος.

Δόκιμο θα ήταν σε αυτό το σημείο να επικαλεστούμε την ρήση του Βολτέρου σύμφωνα με την την οποια, «Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν ούτε αγία, ούτε ρωμαϊκή ούτε καν αυτοκρατορία», έτσι αν αντικαταστήσουμε τα έθνη και τους ορισμούς, η «Serenissima Repubblica» σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ούτε «Serenissima», αλλά ούτε και «Repubblica». Αντίθετα, η Βενετία, ήταν ένα κράτος βαθιά επεκτατικό και αριστοκρατικό όπου τα προσωπικά και εμπορικά συμφέροντα ήταν υπεράνω όλων.

Εικόνα: Ασημένιο μάρκο του Ενρίκο Ντάντολο με παράσταση του Αγίου Μάρκου και του Δόγη.

Η λεηλασία της Ζάρας και ο «αφορισμός» της Σταυροφορίας.

Οι Σταυροφόροι έφτασε στη Ζάρα στις 11 Νοεμβρίου του 1202. Ένας μικρός αριθμός Σταυροφόρων αρνήθηκε να βοηθήσει στη πολιορκία αλλά οι περισσότεροι συνειδητοποίησαν ότι ο μόνος τρόπος για να κρατήσουν την «παραπαίουσα» Σταυροφορία ενωμένη ήταν η κατάκτηση της πόλης και η αξιοποίηση της ως «λημέρι» κατά την διάρκεια του επερχόμενου χειμώνα.

Ο Ντάντολο ζήτησε από τους κατοίκους να παραδοθούν, για να σώσουν τις ζωές τους ωστόσο αυτοί, ίσως εξαιτίας του φόβου, ίσως εξαιτίας της πίστης τους προς τους Ούγγρους αρνήθηκαν, κρατώντας τις πύλες κλειστές και τα τείχη επανδρωμένα. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’, με παρέμβαση του προειδοποίησε τους Σταυροφόρους ότι η Ζάρα δεν είχε καμιά σχέση με τους στόχους τους, ενώ τους ενημέρωνε πως ο Βασιλιάς Ίμρε της Ουγγαρίας προετοιμαζόταν να συμμετάσχει και ο ίδιος στην Σταυροφορία. Τέλος τους απειλούσε με αφορισμό αν δεν εγκατέλειπαν άμεσά την πολιορκία της πόλης. Ο Ντάντολο ωστόσο αγνόησε τις προειδοποιήσεις και η Ζάρα έπεσε στους Σταυροφόρους στις 24 Νοεμβρίου 1202, με όλο των πληθυσμό της πόλης να σφαγιάζετε, την πόλη να λεηλατείτε και κατόπιν να παραδίδετε στην πυρά.

Φτάνοντας τα νέα στη Ρώμη, μετα από μερικές εβδομάδες, έκαναν τον Ιννοκέντιο να εκραγεί. Άμεσα αφόρισε όλους τους Βενετούς που συμμετείχαν στην Σταυροφορία, ενώ λίγο έλειψε να αφορίσει όλη την πόλη της Βενετίας και τους κατοίκους της, γεγονός που θα έδινε την δυνατότητα σε όλες της γειτονικές «ηγεμονίες» να επιτεθούν στην Ναυτική Δημοκρατία, γεγονός που ίσως να γλίτωνε την Αυτοκρατορία από τα χειρότερα που έπονταν.

Πίσω στην Ζάρα, ο Ντάντολο, απέστειλε στην Ρώμη τους έξι Γάλλους απεσταλμένους να παρακαλέσουν για την συγχώρεση του Πάπα, ενώ φρόντισε να κρύψει τον αφορισμό από τους Βενετούς από φόβο μην εγκαταλείψουν την Σταυροφορία. Πέρα απ’ όλα αυτά, η διαχείμαση των Σταυροφόρων στην Ζάρα δεν έμελλε να είναι αυτό που σήμερα θα λέγαμε «ιδανική». Κυρίως λόγο θανάσιμης ηλιθιότητας, οι «βάρβαροι», φρόντισαν να καταστρέψουν την πόλη, κατά την διάρκεια της λεηλασία της, ενώ με ένα τεράστιο μερος της πόλης στάχτη από την φωτιά που οι ίδιοι έβαλαν, στερήθηκαν τα απαραίτητα καταλύματα από τις μονάδες τους, έκαναν τα κρυοπαγήματα, την πείνα και της αρρώστιες καθημερινό φαινόμενο.

Ο μεγαλύτερος «Εφιάλτης» του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Στην κατεστραμμένη Ζάρα, στις αρχές του 1203, οι σταυροφόροι δέχτηκαν τους αντιπροσώπους του Αλέξιου Δ΄, υιού του εκθρονισμένου και τυφλωμένου Ισαάκιου Β΄ Άγγελου. Ο εικοσάχρονος Αλέξιος Δ’, είχε μόλις και μετα βίας καταφέρει να διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη όταν ο θείος του Αλέξιος Γ΄ Άγγελος ανέτρεψε και τύφλωσε τον πατέρα του, το 1195. Αυτός φυλακίστηκε από τον «πολυαγαπημένο» του θείο, ωστόσο με την βοήθεια δύο εμπόρων από την Πίζα ο νεαρός Αλέξιος μπόρεσε να δραπετεύσει, καταφεύγοντας στην Αυλή του Φιλίππου της Σουαβίας που ήταν άνδρας της αδερφής του. Ναι θα συμφωνήσω μαζί σας, οι «οικογενειακές» σχέσεις κατά την διάρκεια της αυγής του 13ου αιώνα ήταν κάπως «μπερδεμένες» στην Μεσαιωνική Ευρώπη.

Ο Αλέξιος συναντήθηκε με το καθοδηγητικό συμβούλιο της Σταυροφορίας, παρόντος του «πανούργου» Βενετού Δόγη. Έτσι λοιπόν ο έκπτωτος Ρωμαίος πρίγκιπας ζήτησε από τους εκπροσώπους της Σταυροφορίας να τον βοηθήσουν να ανακαταλάβει τον θρόνο της Αυτοκρατορίας από τον «σφετεριστή» θείο του, τον Αλέξιος Γ΄, επανατοποθετώντας τον πατέρα του, Ισαάκιο Β’, ως Αυτοκράτορα με τον ίδιο ως Συναυτοκράτορα και «διαχειριστεί» του ανάπηρου πατέρα του. Σε αντίτιμο ο επίδοξος «διαχειριστής» θα προωθούσε την ακύρωση του «Μεγάλου Σχίσματος» του 1054, ανάμεσα στην Καθολική και την Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ συν αυτού θα τους αποζημίωνε με πολυτελή «δώρα» τους Σταυροφόρους για τις υπηρεσίες τους.

Εικόνα: Ο Αλέξιος Γ΄ Άγγελος σε εκκλησιαστική τοιχογραφία.

Οι Σταυροφόροι ακούγοντας τα αυτά δίστασαν, διαισθανόμενοι ίσως την αντίδραση του Πάπα, ενώ απέφυγαν να απαντήσουν στις εκκλήσεις του Αλεξίου. Ωστόσο ο Ενρίκο Ντάντολο «υποχθονίως», για άλλη μια φορά, συμφώνησε να αποκαταστήσει τον νεαρό Αλέξιο στον αυτοκρατορικό θρόνο με αντάλλαγμα την παροχή πλούσιων οικονομικών παροχών, υποτίθεται, για την ολοκλήρωση της Σταυροφορίας. Έτσι λοιπόν κατάφερε να πείσει τους υπόλοιπους Σταυροφόρους να κατευθυνθούν στην Νορμανδοκρατούμενη Κέρκυρα ώστε, κατά τα λεγόμενα του, να ανεφοδιαστεί ο στόλος και να συνεχίσει την πορεία του, είτε προς την Συρία, είτε προς την Αίγυπτο.

Όπως γίνεται εύκολα εμφανές σημαντικό ρόλο στη εξέλιξη της Σταυροφορία έπαιξαν οι συγκυρίες, αλλά κατά κύριων λόγο οι μηχανορραφίες του Βενετού Δόγη. Ο Ντάντολο όταν «πήρε τον σταυρό» ήταν 85 ετών, ενώ δεν μπορούσε να παραμείνει κρυφό πως έτρεφε ακατάσβεστο μίσος κατά των Ρωμαίων. Ο λόγος κατ’ άλλους ήταν απόλυτα δικαιολογημένος, ενώ υπήρχαν και αυτή που έλεγαν πως βασιζόταν σε ένα ψέμα ώστε να επιτευχθεί το πολυπόθητο κέρδος. Σύμφωνα λοιπόν με τα «Χρονικά του Νόβγκοροντ» βλέπουμε πως ο γηραλέος και τυφλός Δόγης τυφλώθηκε από τους Ρωμαίους κατά την εκστρατεία του εναντίον τους το 1171. Τα «Χρονικά» υποθέτουν πως, «ο Αυτοκράτορας θα πρέπει να διέταξε την τύφλωση του, αλλά παρ’ όλα αυτά τα μάτια του έμειναν άθικτα», γεγονός το οποίο καταρρίπτει τον παραπάνω ισχυρισμό αφού η διενέργεια της τυφλώσεως θα άφηνε τρομερά σημάδια στο πρόσωπο του.

Από την άλλη πλευρά σύμφωνα με την μελέτη του ιστορικού Τόμας Φ. Μάντεν, ο Ντάντολο, φέρεται να υπέφερε από μερική τύφλωση εξαιτίας ενός ισχυρού πλήγματος στο κεφάλι μεταξύ του 1174 και του 1176. Παρόλα αυτά και σύμφωνα με προσωπικές επιστολές του Βενετού Δόγη, μεταξύ του 1174 και του 1176, μας μεταφέρετε πως η όραση του σταδιακά χειροτέρευσε, γεγονός που αποκλείει την περίπτωση να είχε τυφλωθεί από τους Ρωμαίους το 1171. Επιπλέον η μαρτυρία του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου, το 1203, μας ενημερώνει πως η τύφλωση του Ντάντολο ήταν ολική, ενώ συμπληρώνει πως, «άν και τα μάτια του ήταν φυσιολογικά δεν μπορούσε να δει ούτε ένα χέρι να κινείτε μπροστά από το πρόσωπο του». Σύμφωνα με αυτά λοιπόν φτάνουμε στην κατάληξη πως ο Δόγης δεν έχασε την όραση του εξαιτίας των Ρωμαίων αλλά σταδιακά εξαιτίας μια χρόνιας πάθησης ή ενός ισχυρού πλήγματος στο κρανίο.

Σκεπτόμενος αυτά, μόνον μια αιτία μπορώ να βρω για το μίσος του Ντάντολο προς την Ρωμανία και αυτή δεν είναι άλλη από τις επιπτώσεις του «θανάσιμου» αμαρτήματος της απληστίας. Ο Ντάντολο όντας ένας παμπόνηρος πολιτικός άνδρας πούλησε κατά τέτοιον τρόπο την ασθένεια του ώστε να κατηγορήσει την Αυτοκρατορία και όταν τα δεδομένα ήταν ευνοϊκά για το αφήγημα του να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις της Βενετικής Δημοκρατίας, αλλά και την μετέπειτα καιροσκοπική Δ’ Σταυροφορία για να επιτύχει τον προσωπικό πλουτισμό και την «αθάνατη» υστεροφημία.

Έτσι λοιπόν όταν ο «άπληστος» Λατίνος έφτασε στην Κέρκυρα και συμβούλεψε τον προστατευόμενο του, τον Αλέξιο Δ’, να επαναφέρει της προτάσεις του στο τραπέζι και με αυτών ως υποστηρικτή σίγουρα οι υπόλοιποι Φεουδάρχες της Σταυροφορίας θα υπέκυπταν. Ο «άμυαλος» Αλέξιος φυσικά και το έκανε με τους Σταυροφόρους να τρίβουν τα χέρια τους και μόνο στην σκέψη των τεραστίων κερδών που θα μπορούσαν να αποκομίσουν.

Εικόνα: Χάρτης της Θάλασσας του Μαρμαρά.

Έπειτα λοιπόν από μια σύντομη παραμονή στην Κέρκυρα, ο βενετικός στόλος έβαλε πλώρη για την Πόλη, στις αρχές Μαΐου του 1203, φτάνοντας στο Έβδομον, μια συνοικία της Κωνσταντινούπολης έξω από τα τείχη, στις 24 Ιουνίου του ίδιου έτους. O Γοδεφρείδος Bιλλεαρδουΐνος, που μετείχε ο ίδιος στη Σταυροφορία, έκπληκτος μας παραδίδει στο «Χρονικό της κατάκτησης της Κωνσταντινουπόλεως», τις πρώτες εντυπώσεις των Σταυροφόρων που έρχονταν σε επαφή, ίσως για πρώτη φορά, με τον πολιτισμό. Έτσι λοιπόν μας περιγράφει πως, «Μπορείτε να φανταστείτε πως κοίταζαν επίμονα την Κωνσταντινούπολη εκείνοι που δεν την είχαν δει ποτέ. Γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να σκεφτούν πως μπορεί να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μια τόσο πλούσια πόλη, όταν είδαν αυτά τα ψηλά της τείχη και τους πλούσιους πύργους κι αυτά τα πλούσια παλάτια με τις ψηλές εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε αν δε το έβλεπε με τα μάτια του, και ακόμα το μήκος της πόλης που κυβερνούσε τις υπόλοιπες. Και μάθετε πως δεν υπήρξε άνθρωπος, τόσο ασυγκίνητος, που να μην ανατριχιάσει. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου περίεργο, γιατί ποτέ δεν ανέλαβαν άνθρωποι μια τόσο μεγάλη επιχείρηση από τότε που χτίστηκε ο κόσμος».

Τρομοκρατημένος από τα πλίθοι που έρχονταν καταπάνω του, ο «σφετεριστής» Αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄, φρόντισε να διαφύγει στην Θράκη παίρνοντας μαζί του το κρατικό θησαυροφυλάκιο, ενώ με την την βοήθεια των Λατίνων που παρέμεναν στρατοπεδευμένοι έξω από την πόλη, ο τυφλωμένος πρώην αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος αποκαταστάθηκε στον θρόνο του με το γιο του Αλέξιο Δ’ ως διαχειριστή του φυσικά. Πρώτο μέλημα του τυφλού Ισαάκιου ήταν να επικυρώσει με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο όλες τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο γιος του απέναντι στους Σταυροφόρους, ωστόσο άμεσα τα πρώτα προβλήματα άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους.

Κούφιες υποσχέσεις και «θανάσιμη» απληστία.

Η υπόσχεση του Αλέξιου Δ’ για υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στην Δυτική και η συνεχιζόμενη οικονομική εξάντληση του πληθυσμού για την εξασφάλιση των υπολοίπων χρημάτων, που ο Αλέξιος Δ΄ είχε υποσχεθεί στους Σταυροφόρους, σε συνδυασμό με τον θάνατος του Ισαάκιου Β΄ πυροδότησε ταραχές στην Κωνσταντινούπολη, κατά τις οποίες ο λαός υποκινούμενος από τον «οικονόμο» Αλέξιο Δούκα ανέτρεψε τον Αλέξιος Δ΄ ο οποίος στράφηκε προς τους Σταυροφόρους για βοήθεια, αλλά φυλακίστηκε από τον Αλέξιο Δούκα ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε σε Αυτοκράτορας ως Αλέξιος Ε΄.

Ο νέος Αυτοκράτορας προσπάθησε στη συνέχεια να διαπραγματευτεί με τους Σταυροφόρους την απόσυρσή τους από την Ρωμανία, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την παλιά τους συμφωνία με τον Αλέξιο Δ΄. Όταν ο Αλέξιος Ε΄ διέταξε την εκτέλεση του Αλεξίου Δ΄ στις 8 Φεβρουαρίου, οι Σταυροφόροι κήρυξαν και επίσημα τον πόλεμο εναντίον του. Έπειτα από αυτά και συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 1204, η ηγεσίες των Σταυροφορικών δυνάμεων, πρωτοστατούντος του Ντάντολο, αποφάσισαν την άμεση κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και συνέταξαν επίσημη συμφωνία διαμοιρασμού των εδαφών της Αυτοκρατορίας μεταξύ τους.

Εικόνα: Ο Αλέξιος Δ΄ έρχεται στην Ζάρα να ζητήσει την βοήθεια των Σταυροφόρων, τοιχογραφία από τα Ανάκτορα των Δόγηδων στην Βενετία.

Μέχρι τα τέλη Μαρτίου, οι στρατοί των Σταυροφόρων είχαν ξεκινήσει την από κοινού πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Ε΄ άρχισε να ενισχύει τις άμυνες της πόλης και να πραγματοποιεί πιο ενεργές επιχειρήσεις έξω από την πόλη. Αρχικά φάνηκε πως ήταν δυνατών για την Πρωτεύουσα να επιβιώσει από την επερχόμενη καταιγίδα, οι Σταυροφόροι ωστόσο αποβιβάστηκαν στην αντίπερα όχθη του Κερατίου κόλπου και αφού κατέλαβαν τον Γαλατά, έσπασαν την αλυσίδα που έκλεινε τον κόλπο και εισχώρησαν σε αυτόν πυρπολώντας τα πλοία που βρίσκονταν εκεί. Μέχρι την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου, είχαν αρχίσει την πολιορκία τους και από το στρατόπεδό τους στον Γαλατά περικυκλώνοντας ολοκληρωτικά την Βασιλεύουσα.

Στις 9 Απριλίου 1204, οι δυνάμεις των Σταυροφόρων και των Ενετών ξεκίνησαν επίθεση στις οχυρώσεις του Κερατίου, διασχίζοντας την πλωτή οδό προς το βορειοδυτικό τείχος της πόλης, αλλά, εξαιτίας του κακού καιρού, οι επιτιθέμενοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν όταν τα στρατεύματα που πάτησαν ξηρά δέχθηκαν πυκνά βέλη στον χώρο μεταξύ των τειχών της Πόλης και της ακτής. Στις 12 Απριλίου 1204, καθώς ο καιρός βελτιώθηκε, οι συνθήκες τελικά ευνόησαν τους Σταυροφόρους και διατάχθηκε δεύτερη επίθεση στην Πόλη. Ισχυρός βόρειος άνεμος βοήθησε τα Ενετικά πλοία που βρίσκονταν κοντά στον Κεράτιο να πλησιάσουν το τείχος της πόλης, γεγονός που επέτρεψε στους επιτιθέμενους να καταλάβουν μερικούς από τους πύργους κατά μήκος του τείχους.

Μετά από σύντομη μάχη, περίπου 70 Σταυροφόροι κατάφεραν να εισέλθουν στην πόλη. Κάποιοι κατάφεραν να ανοίξουν τρύπες στην οχύρωση, αρκετά μεγάλες για να διέλθουν λίγοι ιππότες. Οι Βενετοί πέτυχαν επίσης να αναρριχηθούν στα τείχη από τη θάλασσα, παρότι υπήρξαν εξαιρετικά αιματηρές μάχες με τους μισθοφόρους Βαράγγους. Οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την περιοχή της Βλαχέρνας στα βορειοδυτικά της Πόλης και το χρησιμοποίησαν ως βάση για να επιτεθούν στην υπόλοιπη πόλη, αλλά στην προσπάθειά τους να αμυνθούν με τείχος πυρός, κατέληγαν να κατακαίνε ακόμη περισσότερο την Πόλη.

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε΄ έφυγε από την πόλη εκείνο το βράδυ της 9ης Απριλίου μέσω της πύλης «Πολυανδρίου» και δραπέτευσε στην ύπαιθρο στα δυτικά, παίρνοντας μαζί του και αυτος το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Μέχρι την Τρίτη 13 Απριλίου 1204, η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, είχε ολοκληρωθεί, ωστόσο η λεηλασία της πόλης δεν είχε ακόμα καν αρχίσει.

Σύμφωνα με τον Νικήτα Χωνιάτη, «Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (..)Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (…) Τέτοιες παρανομίες έκαναν οι στρατοί από τη Δύση εναντίον της κληρονομιάς του Χριστού, χωρίς να δείξουν σε κανένα φιλανθρωπία, αλλά γυμνώνοντάς τους όλους από χρήματα και κτήματα, από σπίτια και ρούχα και το πιο σημαντικό, αυτοί που πήραν το σταυρό στους ώμους και πολλές φορές ορκίστηκαν σε αυτόν και στα θεία λόγια ότι θα περάσουν δίχως να πειράξουν τις χώρες των Χριστιανών, χωρίς να κοιτάξουν αριστερά ή να εκκλίνουν προς τα δεξιά, αλλά θα οπλιστούν κατά των Σαρακηνών και να βάψουν τα ξίφη τους με το αίμα τους».

Εικόνα: Τα αυθεντικά άλογα του Αγίου Μάρκου που εκτίθενται εντός της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου στην Βενετία. Αντίγραφα κοσμούν την πρόσοψή του.

«Οι δε Σαρακηνοί δεν έκαναν έτσι, και φέρθηκαν πολύ φιλάνθρωπα και ευγενικά όταν κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ. Γιατί ούτε πείραξαν τις γυναίκες των Λατίνων, ούτε τον κενό τάφο του Χριστού έκαναν ομαδικό τάφο και αφήνοντας όλους να φύγουν με ένα ορισμένο αριθμό χρυσών νομισμάτων και από τον καθένα έπαιρναν μερικά πράγματα αφήνοντας τα υπόλοιπα στους κατόχους τους, ακόμα κι αν αυτά ήταν σαν την άμμο. Κι έτσι φέρθηκε το γένος που μάχονταν το Χριστό (δηλαδή οι Άραβες) προς τους αλλόπιστους Λατίνους, ούτε με ξίφος ούτε με φωτιά ούτε με λιμό ούτε με διωγμούς ούτε με άλλα δεινά. Σε εμάς όμως τα προκάλεσαν αυτά τα παραπάνω οι φιλόχριστοι και ομόδοξοι (δηλαδή οι Λατίνοι), όπως είπαμε με συντομία, αν και δεν είχαμε κάνει κάποιο αδίκημα».

Στο «Χρονικό της κατάκτησης της Κωνσταντινουπόλεως» ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος μας περιγράφει πως, «Εκείνη τη νύχτα, στις 12 προς 13 Απριλίου 1204, μπροστά στο στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερατικού, δεν ξέρω ποιοι άνθρωποι, που φοβόντουσαν μην τους επιτεθούν οι Έλληνες, βάλανε φωτιά στα σπίτια ανάμεσα σε αυτούς και στους Έλληνες. Η πόλη άρχισε να αρπάζει φωτιά και να καίγεται πολύ άσχημα, και καιγόταν όλη εκείνη τη νύχτα και την άλλη μέρα μέχρι το απόγευμα. Και τούτη ήταν η τρίτη πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη από τότε που ήρθανε οι Φράγκοι στην χώρα. Και υπήρχαν περισσότερα καμένα σπίτια από όσα υπήρχαν στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας. Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξερε να πει πόσα, χρυσάφι, και ασήμι και σκεύη και πολύτιμα πετράδια και μετάξια και γούνινα φορέματα από γκρίζο σκίουρο και από ερμίνα, και όλα τα ακριβά πράγματα που βρέθηκαν ποτέ στη γη».

Ο τραγικός απολογισμός.

Σύμφωνα με Συνθήκη που είχε υπογραφεί εκ των προτέρων, η Αυτοκρατορία διανεμήθηκε μεταξύ της Βενετίας και των ηγετών της σταυροφορίας. Η Βενετία έλαβε τα 3/8 των κατακτημένων εδαφών εξαιτίας της κρίσιμης βοήθειας της, ενώ ιδρύθηκε η «Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης». Ο Βονιφάτιος δεν εξελέγη νέος Αυτοκράτορας, παρότι οι ακόλουθοι του φαινόταν να τον θεωρούν ως τέτοιο. Οι Ενετοί πίστευαν ότι είχε πάρα πολλές διασυνδέσεις με την «πρώην» Αυτοκρατορία των Ρωμαίων λόγω του αδελφού του, Ρενιέ του Μομφερράτου, ο οποίος είχε παντρευτεί την Μαρία Κομνηνή, κόρη και για ένα χρονικό διάστημα διάδοχο του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄.

Αντ’ αυτού ανέβασαν στον θρόνο τον Βαλδουίνο της Φλάνδρας, ο οποίος στέφθηκε Αυτοκράτορας στην Αγία Σοφία ως Βαλδουίνος Α΄ της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο ο Βονιφάτιος δεν έμεινε παραπονεμένος, ιδρύοντας το «Βασίλειο της Θεσσαλονίκης», ένα κράτος υποτελές στη «Λατινικής Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης». Επιπρόσθετα οι Βενετοί ίδρυσαν το «Δουκάτο του Αρχιπελάγους» στο Αιγαίο, ενώ πολλά στρατηγικά νησιά του Αρχιπελάγους πέρασαν κάτω από τον απευθείας έλεγχο της Ναυτικής Δημοκρατίας.

Εικόνα: Πίνακας με θέμα την Άλωση του 1204, έργο του Palma Le Jeune.

Το μεγαλύτερο μέρος της Ρωμαϊκής αριστοκρατίας έφυγε από την πόλη. Μεταξύ των απλών ανθρώπων της Ρωμανίας δεν υπήρξε συμπάθεια για τη ελίτ, που θεωρήθηκε ότι είχε κυβερνήσει την Αυτοκρατορία με μεγάλη ανικανότητα. Ρωμαίοι αριστοκράτες πρόσφυγες ίδρυσαν δικά τους διάδοχα κράτη, από τα οποία η πιο αξιοσημείωτη είναι η «Αυτοκρατορία της Νίκαιας» υπό τον Θεόδωρο Λάσκαρη, εξ αγχιστείας συγγενή του Αλεξίου Γ’, η «Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας» και το «Δεσποτάτο της Ηπείρου».

Ο «υποκριτής» Πάπας Ιννοκέντιος Γ’, απείλησε δήθεν, τους Σταυροφόρους με αφορισμό, αλλά θα φροντίσει να λησμονήσουν, εγκαίρως, την απειλή του. Μετά την καταστροφή της Βασιλεύουσας, θα γράψει προς τον Αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Λάσκαρη ότι «οι Λατίνοι υπήρξαν όργανο της Θείας Προνοίας, που τιμώρησε τους ‘Έλληνες για την άρνηση τους να δεχθούν την ηγεσία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας». Σε ολόκληρη την Δύση θα ψάλλουν ύμνους για πολλούς μήνες για να πανηγυρίσουν την πτώση της «Μεγάλης ανίερης πόλεως».

Δυόμιση αιώνες αργότερα ο Μωάμεθ ο «Πορθητής» θα εκπορθήσει την Κωνσταντινούπολη η οποια διαβιούσε ως σκιά του εαυτού της. Το σπουδαίο κατόρθωμα του Πορθητή είχε προλογισθεί από τους «κόκκινους σταυρούς» στα στήθη των Σταυροφόρων. Ο Ντάντολο πήρε αυτό που τόσο επιθυμούσε με τη τίμημα ωστόσο; Εξαιτίας της απληστίας των Βενετών αλλά και της ανικανότητας της αυτοκρατορικής ελίτ, η Ευρώπη, σύντομα θα γνώριζε από πρώτο χέρι τη βαριά σκιά της ισλαμικής κατακτήσεως.

Πηγές:

  • David Savignac, «The Medieval Russian Account of the Fourth Crusade – A New Annotated Translation».
  • Foundation of the Hellenic World, « The Latin Occupation in the Greek Lands – The Latin Empire»
  • Alfred Andrea, «Contemporary Sources For The Fourth Crusade».
  • Phillips, «The Fourth Crusade and the Sack of Constantinople».
  • Geoffroy de Villehardouin, «La conquête de Constantinople».
  • Robert de Clari, «La conquête de Constantinople».
  • Schreiner, «Die byzantinische Kleinchroniken».
  • Blondal, «The Varangians of Byzantium».
  • Νικηφόρος Γρηγοράς, «Ρωμαϊκή ιστορία».
  • Κ.Ν. Σάθας, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη».
  • Νικήτας Χωνιάτης, «Χρονική Διήγησις».
  • Μιχαήλ Χωνιάτης, «Επιστολαί».
Tags :

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.