Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
Το «δράμα» της Σφακτηρίας. (Μερος Β’). Το διπλωματικό παρασκήνιο, οι υπέρμετρες φιλοδοξίες και η αιχμαλωσία των «Ομοίων».

Το «δράμα» της Σφακτηρίας. (Μερος Β’). Το διπλωματικό παρασκήνιο, οι υπέρμετρες φιλοδοξίες και η αιχμαλωσία των «Ομοίων».

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Με τους Σπαρτιάτες να έχουν αποτύχει οικτρά να ανακαταλάβουν το «Κορυφάσιον Πεδίο», μετα την καταστροφική μάχη της Πύλου και την ναυμαχία στον κόλπο του Ναβαρίνου, ένα τεράστιο πρόβλημα είχε κάνει την εμφάνιση του. Ένα πρόβλημα το οποίο απειλούσε τις βάσεις πάνω στις οποίες είχε κτισθεί η «Λακεδαιμονίων Πολιτεία». Η ήττα στην διπλή σύγκρουση που προαναφέρθηκε δεν είχε αυτόν τον καταλυτικό χαρακτήρα που θα μπορούσε να συνταράξει και να κλονίσει την αποφασιστικότητα της Σπάρτης να συνεχίσει την εμπλοκή της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Ο ίδιος ο Δημοσθένης ήλπιζε, σύμφωνα πάντα με τα όσα του είχαν μεταφέρει οι Μεσσήνιοι άποικοι της Ναυπάκτου, πως με την διατήρηση της οχυρής θέσης που είχε καταλάβει στην Πύλο και με την χρήση των διασυνδέσεων που είχε με τους είλωτες της Μεσσηνίας θα κατόρθωνε να προκαλέσει την έκρηξη ενός ακόμα «Μεσσηνιακού Πολέμου», δηλαδή μιας ακόμα μεγάλης εξέγερσης των ειλώτων που «στέναζαν», όντας σκλάβοι των Σπαρτιατών στην ίδια τους την γη.

Ωστόσο οι Λακεδαιμόνιοι φρόντισαν να κάνουν ένα σημαντικό «δώρο» στους Αθηναίους οι οποίοι οντάς «ταμπουρωμένοι» στην Πύλο, διατηρούσαν ταυτόχρονα και την απόλυτη ναυτική κυριαρχία τόσο στον κόλπο του Ναβαρίνου όσο και στον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο. Έπειτα λοιπόν από της δυο προαναφερόμενες ήττες τους και πιθανών πάνω στην «αναμπουμπούλα» της στιγμής, οι Σπαρτιάτες, δεν κατόρθωσαν να αποσύρουν τους 300 «Ομοίους» και τους 120 «Παραστάτες» είλωτες που είχαν τοποθετηθεί ως φρουρά, αλλά και ως δύναμη κρούσης στην Σφακτηρία, την νήσο δηλαδή που φράζει τον κόλπο του Ναβαρίνου.

Εικόνα: Μελανόμορφο αγγείο που αναπαριστά οπλίτη σε θέση φυλάξεως.

Τη σήμαινε να είναι κάποιος «Όμοιος» στην Αρχαία Σπάρτη.

Ωστόσο για να καταλάβουμε πλήρως την κατάσταση με την οποια ήρθε αντιμέτωπη η Σπάρτη θα πρέπει να ξεκινήσουμε, αυτό το μερος της εξιστόρησης μας, καταλαβαίνοντας τη ακριβώς σήμαινε την περίοδο εκείνη να είναι κανείς «Όμοιος» στη Σπάρτη του 5ου π.Χ. αιώνα. Ένας από τους κύριους πυλώνες, πάνω στους οποίους ήταν κτισμένη η «Λακεδαιμονίων Πολιτεία», ήταν ο «Θεσμός της Αγωγής». Η «Αγωγή» στην Αρχαία Σπάρτη ήταν ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της «Λυκούργειας Νομοθεσίας» και είχε ως σκοπό να διαμορφώσει ένα «πρωτότυπο» χαρακτήρα, κάτι το οποίο ήταν βασική προϋπόθεση για να γίνει κάποιος καλός και χρήσιμος πολίτης, σύμφωνα με τα Σπαρτιατικά ιδεώδη.

Ο πρωτότυπος χαρακτήρας, που σφυρηλατούνταν σύμφωνα με το θεσμό, οφείλεται στο γεγονός ότι η διαπαιδαγώγηση των πολιτών στην Σπάρτη ήταν δημόσια υπόθεση, σε αντίθεση με την Αθήνα, όπου ήταν ιδιωτική. Επιπλέον στην μεν Αρχαία Αθήνα το περιεχόμενο της παιδείας εναπόκειντο στην επιλογή των γονέων, οι οποίοι φρόντιζαν και για την πληρωμή των διδασκάλων, ενώ σύμφωνα με την Σπαρτιατική «Αγωγή» η Πολιτεία καθόριζε πλήρως το «περιεχόμενο» της, αλλά και την «κατεύθυνση» της.

Ο κοινωνικός χαρακτήρας της «Αγωγής» έγκειται στο γεγονός ότι συμμετείχαν εκτός από τα αγόρια και τα κορίτσια σε αντίθεση με την Αθήνα όπου η εκπαίδευση αφορούσε μόνο τα αγόρια. Επίσης θα πρέπει να αναφέρουμε πως δεν γίνονταν διάκριση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Ο οικονομικός δηλαδή χαρακτήρας της «Αγωγής», βρίσκεται στο γεγονός ότι η οικονομική δυσχέρεια μιας οικογένειας δεν αποτελούσε τροχοπέδη για τη συμμετοχή των παιδιών και αυτό γιατί μια πλούσια οικογένεια μπορούσε να πληρώσει για την «Αγωγή» ενός φτωχότερου παιδιού το οποίο στη συνέχεια ήταν δυνατό να πλαισιώσει βοηθητικά το δικό της παιδί ως «τρόφιμος» ή «μόθακας». Έτσι οι «μόθακες» μπορούσαν να γίνουν «Όμοιοι» και να αποκτήσουν αξιώματα όπως ο Βρασίδας και ο Λύσανδρος, οι οποίοι ήταν «μόθακες» που κατάφεραν να αποκτήσουν υψηλά αξιώματα.

Όσον όμως αφορά την «κοινωνική» πυραμίδα της Σπάρτης, οι «Όμοιοι» ήταν οι γνήσιοι πολίτες της Σπάρτης, ωστόσο αυτό δεν ήταν δυνατόν για όλους τους κατοίκους της Σπάρτης. Για να είναι κάποιος «Όμοιος»  έπρεπε και οι δύο γονείς του να είναι Σπαρτιάτες, να έχει συμμετάσχει και να έχει περάσει με επιτυχία όλα τα στάδια της «Αγωγής», να υπακούει στους νόμους της πόλης, να συμμετέχει στην οπλιτική φάλαγγα και στα συσσίτια. Για όλα τα παραπάνω απαιτείται πλούτος, συνήθως προερχόμενος από τη γαιοκτησία. Οι «μόθακες» αποτελούσαν μη γνήσια τέκνα Σπαρτιατών. Ήταν δηλαδή παιδιά από γυναίκες ειλώτων ή παιδιά απόρων Σπαρτιατών που δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Επομένως η «Αγωγή» αφορούσε τα παιδιά των «Ομοίων», ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, αλλά και κάποιους «μόθακες» που είχαν μια ικανή οικονομική επιφάνεια.

Εικόνα: Οι Κρήτες τοξότες γνώρισαν την χρυσή εποχή τους τόσο κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο όσο και κατά την Αλεξανδρινή εκστρατεία.

Η εκπαίδευση των επίδοξων «Ομοίων» ξεκινούσε από την ηλικία των επτά χρόνων και ολοκληρώνεται στα δεκαοχτώ. Από αυτή την ηλικία και μετά οι άνδρες μπορούν να συμμετέχουν στον πόλεμο και στην «Εκκλησία του Δήμου», την λεγόμενη «Απέλλα». Η «Αγωγή» περιελάμβανε τρεις ηλικιακούς κύκλους. Τα «αμούστακα» ακόμα παιδιά από 7 έως 12 ετών χαρακτηρίζονταν ως «παίδες», από τα 12 έως τα 14 λέγονταν «μιράκια» και από 14 έως και τα 18 ήταν «έφηβοι», σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ξενοφώντα.

Έτσι λοιπόν, μετά τη γέννηση ενός βρέφους, αυτό προσκομιζόταν στις λέσχες όπου οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, οι «φυλέτες», έλεγχαν την «αρτιμέλεια» του, έχοντας προηγηθεί η αναγνώριση του παιδιού και η εισαγωγή του στο πύρινα της οικογένειά του. Εάν οι «φυλέτες» κρίνουν ότι το παιδί είναι αρτιμελές και γερό, το επιστρέφουν στη μητέρα του η οποία το κρατά μέχρι τα επτά του χρόνια και το μεγαλώνει σκληραγωγώντας το για να είναι προετοιμασμένο για τις μετέπειτα δοκιμασίες των κύκλων της «Αγωγής».

Εάν από την άλλη οι «φυλέτες» έκριναν ότι το βρέφος ήταν δύσμορφο ή καχεκτικό το έστελναν στους «Αποθέτες», έναν τόπο κοντά στον Ταϋγετο, ωστόσο δεν είναι ξεκάθαρο το τί γινόταν εάν δε στελνόταν στους «Αποθέτες». Σύμφωνα με τον μεγάλο ιστορικό Σαράντο Καργάκο, «τα μη εύμορφα και εύσχημα βρέφη παραδίδονταν στους περίοικους». Κατά την γνώμη μου οι «μυθολογία» γύρο από τον Καιάδα είναι ένα «παραμύθι» και τίποτα άλλο.

Όταν τα παιδιά έφταναν το έβδομο έτος της ηλικίας τους, η πόλη αναλάμβανε την «Αγωγή» τους. Τα χώριζε σε ομάδες οι οποίες ονομάζονταν «βούες». Οι βασικότερες δοκιμασίες των κύκλων της αγωγής ήταν η «κλοπή» και η «κρυπτεία». Η κλοπή δεν εξεταζόταν ως προς το ίδιο το αντικείμενο της κλοπής, αλλά ως πράξη. Αυτό που είχε ιδιαίτερη σημασία ήταν να μπορεί κανείς να κλέβει διάφορα αντικείμενα χωρίς να συλληφθεί. Εάν γινόταν αντιληπτός μαστιγωνόταν εξαιτίας της αδεξιότητας και της απροσεξίας του.

Η δοκιμασία αυτή είχε ως στόχο την ανάπτυξη των ικανοτήτων των νέων, της συντροφικότητας, της οργάνωσης, της παρατηρητικότητας, της οξύνοιας, της μεθοδικότητας, χαρακτηριστικά τα οποία ήταν πάρα πολύ μεγάλης σημασίας στον πόλεμο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιμονής, της υπομονής και της αντοχής που αποκτούσαν οι Σπαρτιάτες μέσω της δοκιμασίας αυτής αποτελεί το παράδειγμα ενός «εφήβου», ο οποίος είχε κλέψει ένα αλεπουδάκι και προκειμένου να μη φανερώσει την κλοπή προτίμησε να υπομείνει τον πόνο από το αλεπουδάκι που τον γρατζουνούσε, με τα νύχια του, μέσα από το χιτώνα που φορούσε όπου και το είχε κρύψει.

Εικόνα: Εικαστική αναπαράσταση τυπικού «Ομοίου» του 5ου π.Χ. αιώνος.

Το άλλο και εξίσου σημαντικό στάδιο της «Αγωγής», ήταν η «Κρυπτεία». Ο νέος έφευγε από την πόλη, απογυμνωνόταν από τα όπλα του και έπρεπε αφού επιζήσει για κάποιο χρονικό διάστημα στη φύση καλούνταν να επιστρέψει. Η «Κρυπτεία» συνήθως συνδεόταν με το φόνο κάποιου ζώου ή συνηθέστερα ενός είλωτα. Αυτό το τελευταίο γεγονός δείχνει το «χάσμα» ανάμεσα σε είλωτες και «Ομοίους», αλλά και την άποψη που είχαν οι Σπαρτιάτες για τους Μεσσήνιους. Σημαντικό επίσης στοιχείο της «Αγωγής» των Σπαρτιατών με την ευρύτερη έννοια, ήταν και το «Λακωνίζειν», επειδή μάθαιναν να είναι σύντομοι και περιεκτικοί στις απαντήσεις τους. Τέλος θα πρέπει να αναφέρουμε πως με βάση το οξύτατο «δημογραφικό» πρόβλημα που διαχρονικά έπληττε την πόλη, το 480 π.Χ η Σπάρτη είχε στην διάθεση της 8.000 «Ομοίους», ενώ 50 χρόνια αργότερα θα μπορούσε να παρατάξει, μόλις και μετα βίας, 6.500 «Ομοίους».

Φανταστείτε λοιπόν πόσο χρόνο, αλλά και χρήμα, επένδυε το Σπαρτιατικό κράτος ώστε να δημιουργήσει έναν «Όμοιο» ο οποίος στην συνέχεια θα αποτελούσε ως άτομο το πιο επίλεκτο στρατιωτικό σώμα της Αρχαιότητας. Είναι γνωστό πως δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι στον αρχαίο κόσμο που να είχαν συναντήσει την φάλαγγα των «Ομοίων» στο πεδίο της μάχης και να επιβιώσουν.

Συνήθως οι αντίπαλοι υποχωρούσαν πριν ακόμα έρθουν σε επαφή με τα «γνήσια» τέκνα της Σπάρτης πέφτοντας θύματα της φήμης τους, της όψης τους, αλλά και σε δεύτερο χρόνο των ικανοτήτων τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι η Σπαρτιατική «κοπίς», το κοντό ξίφος των Λακεδαιμονίων το οποίο ήταν πολύ μικρό σε μήκος ώστε να αναγκάζει τους «Ομοίους» να έρχονται πολύ κοντά στους αντιπάλους και να τους κοιτούν στα μάτια.

Έτσι λοιπόν γίνεται ευκόλως αντιληπτό πως η πιθανότητα και μόνον της απώλειας, ή ακόμα χειρότερα της αιχμαλωσίας, των «Ομοίων» που ήταν εγκατεστημένοι στην Σφακτηρία απειλούσε την ίδια την υπόσταση και γιατί όχι τον «μύθο» της αήττητης Σπάρτης. Επισης σημαντικό παράγοντα στην οποια απόφαση που θα λάμβανε το Σπαρτιατικό κράτος από εδώ και πέρα διαδραμάτισε και το γεγονός πως οι 300 της Σφακτηρίας ήταν τέκνα των καλύτερων και ποιο επιφανών οικογενειών της Λακεδαίμονας, Από εδώ και εις το εξής, η Σπάρτη ήταν αποφασισμένη να κάνει ότι ήταν απαραίτητο για να σώσει τα «παιδιά» της απ’ τα νύχια των Αθηναίων, ακόμα και αν αυτό σήμαινε την λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Εικόνα: Λιθογραφία που αναπαριστά τον Νικία τον Αθηναίο.

Το διπλωματικό υπόβαθρο και οι «υπέρογκες» απαιτήσεις των Αθηναίων.

Όταν λοιπόν οι απεσταλμένοι των Εφόρων έφτασαν στην Πύλο και είδαν την επικρατούσα κατάσταση αποφάσισαν πως έπρεπε άμεσα να ζητήσουν από τους Αθηναίους στρατηγούς ανακωχή επ’ αόριστων έως ότου να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημα. Οι Αθηναίοι πράγματι αποδέχθηκαν την απαίτηση των Λακεδαιμονίων, ωστόσο με τους εξής όρους. Οι Σπαρτιάτες, καλούνταν να παραδώσουν τα πλοία με τα οποία ναυμάχησαν στην Πύλο, καθώς και τα πλοία που βρίσκονταν σε όλα τα λιμάνια της Λακωνικής ακτής, ενώ δεσμεύονταν από «Ιερούς όρκους» να μην επιτεθούν ούτε στο οχυρωμένο «Κορυφάσιον Πεδίο», αλλά ούτε και στην Αθηναϊκή ναυτική μοίρα που φρουρούσε τον κόλπο του Ναβαρίνου.

Από την πλευρά τους, οι Αθηναίοι, ήταν υποχρεωμένοι να επιτρέψουν στους Σπαρτιάτες να ανεφοδιάσουν με τρόφιμα και νερό τους 300 «Ομοίους» και τους 120 «Παραστάτες» είλωτες στη Σφακτηρία, ωστόσο πάντοτε υπό την επιτήρηση του Αθηναϊκού στόλου. Τέλος σύμφωνα με τα παραπάνω, οι Αθηναίοι, δεσμεύονταν να μην αποβιβάσουν στρατιωτικά τμήματα στην Σφακτηρία αλλά ούτε και να επιχειρήσουν εναντίων του Πελοποννησιακού στόλου στις ακτές του κόλπου της Πύλου. Οι παραπάνω όροι θα κρίνονταν άκυροι, αυτοδικαίως, σε περίπτωση που μια από τις δύο πλευρές αθετούσε, ακομα και στο ελάχιστο, κάποιον από αυτούς.

Αποδεχόμενοι οι Λακεδαιμόνιοι τους παραπάνω όρους παρέδωσαν μέσα σε λίγες ημέρες 60 πολεμικά πλοία, αλλά και πάνω από 200 εμπορικά, στον Αθηναϊκό στόλο ενώ συνάμα μια πολυμελή επιτροπή σημαίνοντων και επιφανών Σπαρτιατών στάλθηκαν στην Αθήνα ώστε να διευρύνουν παραπάνω τις συζητήσεις με σκοπό να βρεθεί μια λύση σε αυτή την κατάσταση.

Φτάνοντας η αντιπροσωπία στην Αθήνα, οι πρέσβεις των Σπαρτιατών, εξέθεσαν τις προτάσεις τους μπροστά στην «Εκκλησίά του Δήμου» προτείνοντας τους να σταματήσουν οι εχθροπραξίες εκείνη την ημέρα κιόλας, με τον κάθε εμπλεκόμενο να κρατά τα εδάφη που είχε ήδη καταλάβει, ενώ οι Σπαρτιάτες θα δεσμεύονταν με όρκους φιλίας και κατανόησης με την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Μόνη απαίτηση τους ήταν να μεταφερθούν άμεσα οι 300 «Όμοιοι» από την Σφακτηρία στην Λακωνία με την χρήση Συμμαχικών πλοίων.

Οι Σπαρτιάτες ήταν σίγουροι πως οι Αθηναίοι θα δεχόντουσαν τις προτάσεις τους αφού όπως και να είχε το πράγμα κερδισμένοι θα ήταν, ωστόσο τότε πήρε τον λόγο ο αρχηγός της Δημοκρατικής μερίδας, ο Κλέων. Ο βυρσοδέψης στο επάγγελμα Κλέων, παρά την ταπεινή του καταγωγή, διέθετε μεγάλη ευφράδεια λόγου και «επιστρατεύοντας» την Ελληνική γλώσσα μετέπεισε τους Αθηναίους. Εκτείθοντας τους την κατάσταση ως είχε τους είπε πως δεν έπρεπε μόνον να περιοριστούν στα κεκτημένα τους, έπειτα από έξι χρόνια πολέμου, αλλά να διεκδικήσουν και τις κτήσεις τους στην Πατραϊκό κόλπο, την αποχώρηση των Πελοποννησιακών στρατευμάτων από την Αργολίδα, την αναγνώριση του κατεστημένου στην Κέρκυρα, τη Νίσαια, τις Πηγές και την Τροιζήνα.

Εικόνα: Τα σύνορα της Αρχαίας Σπάρτης όπως εμείς σήμερα θεωρούμε ότι οριοθετούσαν το Λακωνικό κράτος.

Ακούγοντας τα αυτά οι Σπαρτιάτες σάστισαν αλλά όντας πλήρως εξουσιοδοτημένοι από τους «Εφόρους» να βρουν μια λύση σε αυτή την πολύ δυσάρεστη κατάσταση αποδέχθηκαν τους όρους. Ωστόσο την επόμενη κιόλας μέρα, όταν συγκλήθηκε ξανά η «Εκκλησία του Δήμου», ο Κλέων, επανήλθε ζητώντας επιπλέον από τους Σπαρτιάτες να διαλυθεί η Πελοποννησιακή συμμαχία, να αποσυρθούν οι δυνάμεις των Λακεδαιμονίων από την Μεσσηνία, αλλά και να αποδοθούν τεράστιες επανορθώσεις από την Σπάρτη και την Κόρινθο προς την Δηλιακή συμμαχία. Μπροστά στο άκουσμα αυτών, οι πρέσβης της Σπάρτης, βγήκαν εκτός εαυτού, ενώ έπειτα από πολλές πιέσεις και ενώ αρνιόντουσαν να αποδεχθούν τις προτάσεις τους, ζήτησαν από την «Εκκλησία του Δήμου» να τους επιτρέψει να γυρίσουν στην Σπάρτη ώστε να ζητήσουν την γνώμη των «Εφόρων» και σύμφωνα με αυτά να απαντήσουν αναλόγως στις προτάσεις των Αθηναίων. Πλέον ήταν φανερό πως οι Αθηναίοι είχαν καταλάβει ποιοι ήταν πάνω στην Σφακτηρία και σκόπευαν να «πατήσουν κάτω» τους Σπαρτιάτες.

Νικίας εναντίων Κλέωνος.

Μετα την φυγή των Σπαρτιατών απ’ την Αθήνα ο «λαοπλάνος» Κλέων ξεκίνησε συστηματικά να κατηγορεί την Σπάρτη πως δεν τηρούσε τις απαιτήσεις της ανακωχής. Μάλιστα στους λογούς του προς την «Εκκλησία του Δήμου» δήλωνε πως κακός περιορίστηκαν μόνο στα παραπάνω αιτήματα προς την Σπάρτη. Ακούγοντας τα αυτά ο ηγέτης της Ολιγαρχικής μερίδας, ο μεγάλος ρήτορας , στρατηγός και πολιτικός Νικίας, εξεμάνει «στολίζοντας» τον Κλέωνα από πάνω μέχρι κάτω με μια πληθώρα επιθέτων και χαρακτηρισμών. Τέλος ο Νικίας καταλαβαίνοντας πως δεν έπρεπε να προκαλεί την τύχη του είπε πως ακόμα και αν διαφωνεί θα κάνει και αυτός το όποιο καθήκον του αναθέσει το «Αστυ» ώστε η Αθήνα να επικρατήσει έναντι των Σπαρτιατών.

Ακούγοντας τα αυτά ο Κλέωνας κατάλαβε πως ακόμα και ο μεγάλος Νικίας δεν μπορούσε να υπερνικήσει της «υπέρμετρες» φιλοδοξίες που ο ίδιος είχε καλλιεργήσει στον Αθηναϊκό λαό που εκείνη κιόλας την στιγμη τον επευφημούσε. Τότε ο «Σοφιστής» Κλέωνας έκανε την πιο αμετροεπή πρόταση του, προτείνοντας κάτι που κανείς μέχρι τότε Αθηναίος δεν είχε ούτε καν σκεφτεί. Πρότεινε στην «Εκκλησία του Δήμου» να σταλεί ο Νικίας στη Πύλο ώστε να καταλάβει την Σφακτηρία, να συλλάβει ζωντανούς όλους τους «Ομοίους» και στην συνέχεια να τους μεταφέρει στην Αγορά των Αθηνών, δικαιολογώντας αυτή του την πρόταση με το σκεπτικό πως αν οι Αθηναίοι διέθεταν τόσο σημαντικούς ομήρους οι Σπαρτιάτες δεν υπήρχε περίπτωση να εισέβαλαν ξανά στην Αττική, ωστόσο το πιο πιθανών είναι πως ήθελε να στείλει τον Νικία σε μια αποστολή που θα του κόστιζε την μεγάλη πολιτική του αναγνώριση και κατά πάσα πιθανότητα την ίδια του την ζωή, καθώς ήταν αδύνατη με τα δεδομένα της εποχής,.

Ωστόσο εκείνη την στιγμή, που το πλήθος επευφημούσε τον Κλέωνα, ο Νικίας περνώντας τον λόγο παραιτήθηκε από το αξίωμα του «Στρατηγού» παραδίδοντας το στον αμετροεπή Κλέωνα, ο οποίος φανερά ταραγμένος, μιας και δεν είχε καμιά στρατιωτική εμπειρία, έσπευσε να σώσει την εικόνα του λέγοντας πως αφού ο Νικίας δεν θέλει να φανεί αντάξιος της καταγωγής του, αλλά αντιθέτως κρύβετε πίσω από τα «Μακρά Τείχη», τότε ο ίδιος θα αναλάμβανε την αποστολή χωρίς μάλιστα να πάρει μαζί του κανέναν Αθηναίο, παρά μόνον συμμάχους. Με αυτούς θα πήγαινε στη Σφακτηρία και μέσα σε 20 μέρες αν δεν κατάφερνε να συλλάβει ζωντανούς τους «Ομοίους» θα φρόντιζε έστω και με την χρήση της τελευταίας του πνοής του να τους θανατώσει όλους, η όπως μας μεταφέρει ο Θουκυδίδης «ἐντὸς ἡμερῶν εἴκοσιν ἢ ἄξειν Λακεδαιμονίους ζῶντας ἢ αὐτοῦ ἀποκτενεῖν».

Εικόνα: Ελαφρά οπλισμένος «ψιλός» του 5ου π.Χ. αιώνος.

Πλέον είχε γίνει φανερό πως ο αξιοσέβαστος Νικίας, με την χρήση του λόγου, είχε παγιδεύσεις το Κλέωνα που υποσχόταν όλο και πιο ακατόρθωτα πράγματα στους πολίτες των Αθηνών. Ωστόσο καμιά φορά βλέπεται η «τύχη ευνοεί τους τολμηρούς» και ο άτυχος Κλέωνας θα είχε την τύχη να έχει στο πλευρό του την στρατηγική μεγαλοφυΐα του Δημοσθένη κατά την διάρκεια της «Αλώσεως της Σφακτηρίας». Οι διαπραγματεύσεις είχαν τελειώσει πριν καν αρχίσουν. Οι Αθηναίοι δεν αναζητούσαν την ειρήνη, αλλά την απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη κυριαρχία στον Ελλαδικό, και όχι μόνο, χώρο.

Η κατάληψη της Σφακτηρίας.

Μετα λοιπόν από πυρετώδεις διαβουλεύσεις στην «Εκκλησία του Δήμου», σχετικά με το ποιός θα αναλάβει την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος που θα σταλεί στην Πύλο, ο Κλέων τελικά αποδέχθηκε την αρχηγία της εκστρατείας. Το στράτευμα που επιλέγει αποτελείται αποκλειστικά από ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες από τη Λήμνο και την Ίμβρο, οι οποίοι ήταν κατά κύριων λόγο πελταστές και τοξότες. Φτάνοντας λοιπόν στην Πύλο, ο Κλέων, συναντάτε με τον Δημοσθένης, ο οποίος είχε ήδη ένα ικανοποιητικό σχέδιο δράσης για την κατάληψη της Σφακτηρίας. Συν τοις άλλοις, το βράδυ που έφτασε ο Κλέων στην Πελοπόννησο ένας κεραυνός έβαλε φωτιά στην κατάφυτη Σφακτηρία με αποτέλεσμα και να χάσουν, οι ήδη εξασθενημένοι από την πείνα Σπαρτιάτες, την προστασία τους από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο, αλλά και την κάλυψη των κινήσεων τους από τα βλέμματα των Αθηναίων.

Την αυγή λοιπόν της επομένη και με τον χρόνο να πιέζει αβάσταχτα και της δυο πλευρές, οι Αθηναίοι αποβίβασαν 800 οπλίτες σε δύο σημεία του νησιού. Αμέσως διαπίστωσαν ότι οι περισσότεροι Σπαρτιάτες βρίσκονταν στο κέντρο του νησιού και φύλαγαν τη μοναδική πηγή νερού, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κοντά στη βόρεια ακτή, απέναντι από την Πύλο. Το νότιο άκρο της Σφακτηρίας ήταν επόμενος σχεδόν αφύλαχτο. Τα ξημερώματα αποβιβάστηκαν οι υπόλοιπες αθηναϊκές δυνάμεις, το ελαφρύ πεζικό που ανερχόταν σε 2.000 άνδρες, 800 τοξότες και 8.000 ελάχιστα οπλισμένοι κωπηλάτες από τα πληρώματα του Αθηναϊκού στόλου στην περιοχή.

Βάσει του σχεδίου, οι Αθηναίοι κατέλαβαν όλα τα υψώματα του νησιού και με ακόντια, βέλη και πέτρες έφθειραν τη Σπαρτιατική δύναμη από απόσταση ασφαλείας. Κάποια στιγμή, ένας στρατηγός των Μεσσηνίων που είχε στρατολογήσει ο Δημοσθένης ζήτησε να του δώσουν σε ενίσχυση τοξότες και πεζικάριους με τους οποίους θα ακολουθούσαν ένα δύσβατο μονοπάτι δίπλα από τις απόκρημνες ακτές του νησιού και θα εφορμούσαν στους Σπαρτιάτες από τα νότια περικυκλώνοντάς τους.

Παρά τις υπέρμετρε δυσκολίες, εξαιτίας των απόκρημνων ακτών, το σχέδιο πέτυχε απόλυτα. Περικυκλωμένοι, εξαντλημένοι και πεινασμένοι, οι Σπαρτιάτες δεν είχαν καμία ελπίδα σωτηρίας. Ο Κλέων κι ο Δημοσθένης τους πρότειναν να παραδοθούν. Οι Σπαρτιάτες ωστόσο ζήτησαν ανακωχή για να αποφασίσουν τι θα πράξουν, ενώ ζήτησαν άδεια να αποστείλουν αγγελιοφόρους προς τους «Εφόρους» για να πάρουν οδηγίες σχετικά με το τι θα έπρεπε να πράξουν. Η απάντηση των «Εφόρων», σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ήταν πως, «Λακεδαιμόνιοι κελεύουσιν ὑμᾶς αὐτοὺς περὶ ὑμῶν αὐτῶν βουλεύεσθαι μηδὲν αἰσχρὸν ποιοῦντας», δηλαδή «οι Λακεδαιμόνιοι τους πρόσταξαν να κάνουν ότι νομίζουν καλύτερο αρκεί να μην κάνουν κάτι ατιμωτικό».

Οι επιζώντες της Σπαρτιατικής δύναμης στη Σφακτηρία, 292 άνδρες, εκ των οποίων 120 «Όμοιοι», ακούγοντας την απάντηση της Σπάρτης έκριναν πως στην περίπτωση τους και έπειτα από τα βάσανα που είχαν υποστεί δεν ατίμωναν την «Ιερά» Σπάρτη με την απόφαση τους να παραδοθούν. Έτσι και έγινε. Αφήσαν ευλαβικά τα τιμημένα όπλα τους όρθια στους στυλοβάτες και παρέδωσαν τα ρημαγμένα κορμιά τους στα Αθηναϊκά δεσμά. Το «Δράμα της Σφακτηρίας» είχε πλέον τελειώσει.

Εικόνα: Σύγκρουση οπλιτικής φάλαγγας από αγγείο που φυλάσσετε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Η επιστροφή του Κλέωνα στην Αθήνα και τα «διδάγματα» της Σφακτηρίας.

Πριν περάσουν λοιπόν είκοσι μέρες, ο Κλέωνας, επέστρεψε στην Αθήνα με τους «Ομοίους» αιχμαλώτους και αλυσοδεμένους. Όπως γράφει μάλιστα και κι ο Θουκυδίδης, «καὶ τοῦ Κλέωνος καίπερ μανιώδης οὖσα ἡ ὑπόσχεσις ἀπέβη· ἐντὸς γὰρ εἴκοσιν ἡμερῶν ἤγαγε τοὺς ἄνδρας, ὥσπερ ὑπέστη». Στην Αθήνα, η πόλη έδειξε στον Κλέωνα την ευγνωμοσύνη της με κάθε δυνατό τρόπο, με τίτλους, τιμές και αξιώματα. Ο Δημοσθένης παρέμεινε στην Πύλο και ανέλαβε την καλύτερη οχύρωσή της. Οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου έστειλαν γρήγορα στρατιωτικό σώμα στην Πύλο και άρχισαν να τη χρησιμοποιούν ως βάση για να εξαπολύουν επιδρομές στα Μεσσηνιακά, αλλά και στα Λακωνικά εδάφη των Σπαρτιατών ώστε να οδηγήσουν τους είλωτες σε μια ακόμα εξέγερση.

Ολόκληρη η Ελλάδα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί, γιατί κατά την κρατούσα γνώμη ήταν αδύνατο Λακεδαιμόνιοι πολεμιστές να παραδοθούν κι όχι να πέσουν ηρωικά στη μάχη. Αυτό και μόνον ήταν ικανό να πείσει τους αμφιταλαντευόμενους συμμάχους για το ποιος είχε το πάνω χέρι στην μεγάλη αυτή σύγκρουση. Όσο για τους Σπαρτιάτες, θα έστελναν μάταια τη μία μετά την άλλη πρεσβείες στην Αθήνα, προσφέροντας ειρήνη με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των αιχμαλώτων «Ομοίων». Βεβαίως, τους ήταν πια αδύνατο να επαναλάβουν τις τακτικές εισβολές τους στην Αττική, καθώς η παραμικρή λανθασμένη κίνηση θα σήμαινε και τη θανάτωση των αιχμαλώτων. Στα τέλη του καλοκαιριού του 425 π.Χ. ήταν πλέον φανερό στους πάντες πως οι Αθηναίοι είχαν το απόλυτο πλεονέκτημα σε όλα τα μέτωπα του πολέμου.

Για έναν λογικό παρατηρητή η επικράτησή τους ήταν θέμα χρόνου. Ωστόσο, η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Βρασίδα, ο οποίος μετέφερε το κυρίως θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μακεδονίας, αλλά και στην Θράκη, έμελλε να ανατρέψει την κατάσταση. Αργότερα όταν στη μάχη της Αμφίπολης βρήκαν τον θάνατο κι οι δύο ηγέτες των αντιπάλων, ο Κλέων και ο Βρασίδας, οι περισσότεροι πείστηκαν ότι είχε αποκατασταθεί πλέον η ισορροπίας, χωρίς καμιά από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις να έχει ουσιαστική προοπτική επικράτησης. Κάπως έτσι φτάσαμε στην ειρήνη του 421 π.Χ, όπου ένας από τους όρους της ήταν κι η απελευθέρωση των Λακεδαιμονίων αιχμαλώτων.

Από στρατιωτική και διπλωματική άποψη, ο «θρίαμβος» της Σφακτηρίας ανήκε στο παρελθόν, όχι, όμως, και τα διδάγματά του. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι δύο πλευρές, και πρωτίστως οι Αθηναίοι, θέτουν σε εφαρμογή μια καινοτόμο στρατηγική, αυτήν της «επιτειχίσεως». Η μέθοδος συνίσταται στην κατάληψη και οχύρωση μιας στρατηγικής σημασίας θέσης στα εδάφη του εχθρού, ενός νησιού, μιας ερημικής ακτής ή ενός στρατηγικού περάσματος, ώστε να δημιουργηθεί μια «σφήνα» στα πλευρά του αντιπάλου που θα του προκαλέσει διαρκή αιμορραγία και ανησυχία στα μετόπισθεν του.

Οι Αθηναίοι την εφάρμοσαν πρώτοι καταλαμβάνοντας τη νήσο Μινώα στα ανοιχτά των Μεγάρων, το 427 π.Χ, ενώ η περίπτωση της Πύλου αποτελεί φυσικά την πιο ολοκληρωμένη και καθοριστική περίπτωση υλοποίησης της συγκεκριμένης στρατηγικής. Μετά τη Σφακτηρία προέβησαν και σ’ άλλους «επιτειχισμούς», με την οχύρωση των Μεθάνων, το 425 π.Χ, αλλά και την κατάληψη των Κυθήρων από τον Νικία, το 424 π.Χ. Οι Σπαρτιάτες ακολούθησαν και αυτοί την μέθοδο, όταν για παράδειγμα, κατά την τελευταία φάση του πολέμου, κατέλαβαν το οχυρό της Δεκελείας, περίπου στα μισά της απόστασης μεταξύ της πόλης των Αθηνών και των συνόρων της Αττικής με τη Βοιωτία.

Εικόνα: Σκίτσο ευρύτατα χρησιμοποιούμενου σφενδονιστή από την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Τα γεγονότα της Πύλου και της Σφακτηρίας μας προσφέρουν πολύτιμες γνώσεις και συμπεράσματα τόσο για το διπλωματικό παιχνίδι μεταξύ των δύο ελληνικών υπερδυνάμεων όσο και σχετικά με την πολιτική ζωή της Αθήνας και τους συσχετισμούς των πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της. Τέλος, το πιο εντυπωσιακό, όμως, συμπέρασμα που προκύπτει από τα γεγονότα της Σφακτηρίας είναι η σχετικότητα των πραγμάτων, ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, η κατάρριψη μερικών μύθων που αφορούν τη σπαρτιατική κοινωνία και τις αρχές της.

Ο μύθος των ηρωικών Σπαρτιατών πολεμιστών που προτιμούν πάντα τον θάνατο στο πεδίο της μάχης από την ατιμωτική παράδοση κι ο μύθος της πόλης που ακολουθεί πάντα τις θεμελιώδεις ηθικές αρχές της, σε πείσμα του στοιχειώδους πολιτικού ρεαλισμού, αντικρούονται αποφασιστικά από τα γεγονότα. Αυτό διότι βλέποντας την απελπισμένη προσπάθεια των σπαρτιατικών αρχών να εξασφαλίσουν διπλωματικά την απελευθέρωση των αποκλεισμένων οπλιτών τους και την «ατιμωτική» παράδοση των δεύτερων, παράδοση που δεν εμποδίζει καθόλου τη συνέχιση των διπλωματικών προσπαθειών της πολιτείας για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων πια ανδρών. Η σπαρτιατική πολιτική δεν διακρίνεται «ποιοτικά» από την πολιτική οποιουδήποτε άλλου κράτους. Ο υπολογισμός και ο ρεαλισμός επιβάλλουν τις λύσεις, όπως είναι εντελώς φυσικό. Η δύναμη που έχει αποκλειστεί στη Σφακτηρία αποτελεί σημαντικό τμήμα των περιορισμένων αριθμητικά δυνάμεων της Σπάρτης.

Τυχόν απώλειά της θα έχει σοβαρές και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Γι’ αυτό και η πόλη θα ζητήσει άμεσα ανακωχή από τους Αθηναίους, θα δεχτεί όρους εξαιρετικά επαχθείς και θα προσφέρει ειρήνη στον αντίπαλο. Για τον ίδιο λόγο, και μετά από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, θα πάρει κάθε δυνατό μέτρο στην απελπισμένη προσπάθεια διάσωσης των αποκλεισμένων, υποσχόμενη για παράδειγμα να απελευθερώσει όποιον είλωτα κατόρθωνε να ανεφοδιάσει τους αποκλεισμένους «Ομοίους».

Ωστόσο, αυτές οι «αδυναμίες» καθιστούν τελικά την εικόνα της Σπάρτης και των Σπαρτιατών πολύ πιο ανθρώπινη και ίσως δεν υπάρχει πιο εύγλωττη «απεικόνιση» αυτής της πραγματικότητας από το ανέκδοτο που μας μεταφέρει ο Θουκυδίδης. Σύμφωνα με αυτό, «συναντώντας έναν από τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους, κάποιος σύμμαχος των Αθηναίων προσπάθησε να τον ντροπιάσει ρωτώντας τον αν ήταν γενναίοι οι σύντροφοί του που σκοτώθηκαν στη Σφακτηρία. Ο ζοφερός Λακεδαιμόνιος του απάντησε πως τα βέλη θα ήταν ανεκτίμητης αξίας αντικείμενα αν ήξεραν να πετυχαίνουν μόνο τους γενναίους».

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Θουκυδίδης, «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», απόδοση Βενιζέλου.
  • Θουκυδίδης, «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου», πρωτότυπο.
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Αθηνά Γ. Καλογεροπούλου, «Ιστορία των Αρχαίων Χρόνων».
  • Χρίστος Πελεκίδης, «Ο Πελοποννησιακός πόλεμος».
  • Donald Kagan, «The Peloponnesian War».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.