Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (27–330π.Χ.)
Η «Αρχή των τεσσάρων». Ένας θεσμός που «γέννησε» τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και ταρακούνησε συθέμελα την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Η «Αρχή των τεσσάρων». Ένας θεσμός που «γέννησε» τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και ταρακούνησε συθέμελα την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Η «Κρίση του 3ου αιώνα» είναι ένα από εκείνα τα σημάδια που έκαναν πλέον εμφανή την παρακμή της Αυτοκρατορίας του Αυγούστου. Όλα ξεκίνησαν με την δολοφονία του Αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Σεβήρου. Ο «άτυχος», όσο και μάλλον «ανίκανος» Αυτοκράτορας, οδηγώντας τις λεγεώνες του από ήττα σε ήττα, έχασε κάθε έρεισμα στον στρατό με αποτέλεσμα, κατά την διάρκεια μιας «τυπικής» συνάντησης με τον «Λεγάτο» της «Legio XXII Primigenia», στις 19 Μάρτιου του 235 μ.Χ. στην Μάιντζ, της σημερινής Γερμανίας, οι λεγεωνάριοι στασίασαν και στην κυριολεξία κομμάτιασαν τον Αυτοκράτορα αλλά και την «έκπληκτη» μητέρα του.

Με τον θάνατο του Αλεξάνδρου σήμανε και το τέλος της «Δυναστείας των Σεβήρων» με κάτι τέτοιο, όπως πάντα, να οδηγεί σε πρωτοφανείς ταραχές και αστάθεια. Το κενό εξουσίας που προέκυψε, μετα την δολοφονία της Μαιντζ, οδήγησε σε μια μακρά περίοδο βίας, αναταραχών αλλά και αποσχίσεων. Μέσα στα επόμενα 50 χρονιά 20 με 25 διεκδικητές του αυτοκρατορικού θρόνου θα έκαναν την εμφάνιση τους, προερχόμενοι κατά κύριο λόγο από την στρατιωτική τάξη της Αυτοκρατορίας. Έτσι λοιπόν ήδη από το 260 μ.Χ, με «αναρίθμητους» Αυτοκράτορες να έχουν σκοτωθεί υπό πολύ «μυστηριώδεις» συνθήκες, το Ρωμαϊκό Κράτος είχε διασπαστεί σε τρία κομμάτια.

Η «Γαλατική Αυτοκρατορία», το λεγόμενο «Imperium Galliarum», είχε αποσπάσει τις Γαλατικές και τις Βρετανικές επαρχίες. Από την άλλη πλευρά στην ανατολή, η «Παλμυριανή Αυτοκρατορία», κατείχε την Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, αλλά και ένα μεγάλο μερος της ανατολικής Μικράς Ασίας. Όπως γίνετε αντιληπτό, ότι περίσσευε ανάμεσα τους, ανήκε στην Ρώμη, γεγονός που περιόριζε την Αυτοκρατορία στην Ιταλία, στη Χερσόνησο του Αίμου αλλά και σε κάποιους θύλακες στη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία.

Εικόνα: Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πριν την διάλυση της «Παλμυριανής» και της «Γαλατικής» Αυτοκρατορίας από τον Αυρηλιανό.

Ωστόσο όλα αυτά ίσχυαν μέχρι την άνοδο στον θρόνο της Ρώμης του Λούκιου Δομίτιου Αυρηλιανού. Ο προαναφερθείς μπορεί ναι μεν να ηγεμόνευσε μόλις για 5 μόλις χρόνια, αλλά δρώντας ταχύτατα και διοικώντας την Αυτοκρατορία με «σιδηρά» πυγμή πέτυχε σημαντικές νίκες κατά των εχθρών της Ρώμης, δηλαδή των Βανδάλων, των Γότθων και των Αλαμανών, ενώ με μια «κεραυνοβόλα» εκστρατεία, το 273 μ.Χ, ανέκτησε τις ανατολικές επαρχίες της Ρώμης, διαλύοντας την «Παλμυριανή Αυτοκρατορία» και «προσκαλώντας» την Βασίλισσα Ζηνοβία να παραστεί στον θρίαμβο του, με αφορμή την κατάλυση του Βασιλείου της, στη Ρώμη.

Ξεμπερδεύοντας με την «Παλμυριανή Αυτοκρατορία», τον επόμενο χρόνο, φρόντισε να τακτοποιηθεί και το πρόβλημα της «Γαλατικής Αυτοκρατορίας», εισβάλοντας στην Γαλατία και όντας «μεγαλόθυμος» και ταπεινός δέχθηκε την «οικειοθελή» παράδοση του Τέτρικου του Νεότερου προσκαλώντας τον και αυτόν στην Ρώμη όπου παρέστη σε αντίστοιχο θρίαμβο «προς τιμή του». Αντίθετα όμως με ότι θα πίστευε κανείς η μοίρα δεν έμελλε να συνεχίσει να ευνοεί για πολύ ακόμα τον  Αυρηλιανό, καθώς το 275 μ.Χ, κατά την διάρκεια προετοιμασιών του Ρωμαϊκού στρατού να εκστρατεύσει κατά των Περσών, ο Αυτοκράτορας έπεσε νεκρός από τα ξίφη των ίδιων του τον αξιωματικών, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, στο Κοινοφόριο της Θράκης.

Η άνοδος του Διοκλητιανού και η «γέννηση» της Τετραρχίας.

Μετα τον θάνατο του Αυρηλιανού, αυτού που οι σύγχρονοι του ιστορικοί αποκάλεσαν «Restitutor Orbis», δηλαδή «Αποκαταστάτη της Οικουμένης», οι πολιτικές αναταραχές «κατέκλεισαν» για μια ακόμα φορά την Αυτοκρατορία. Η Σύγκλητος, κάποιες φορές υπό το καθεστώς τρομοκρατίας από μέρους της Πραιτοριανής Φρουράς, αλλά και ενίοτε σε «αγαστή» συνεργασία μαζί της, αναγνώρισε άλλους 6 Αυτοκράτορες, μέσα στην επόμενη δεκαετία. Ωστόσο το 285 μ.Χ. ένα άτομο κλήθηκε να σπάσει αυτό τον «φαύλο» κύκλο. Το όνομα του ήταν Γάιος Αουρέλιος Διοκλητιανός και η πορεία του θα επηρέαζαν όσο λίγα πράγματα την ανθρώπινη ιστορία.

Γεννημένος σε μία ταπεινή οικογένεια στη ρωμαϊκή επαρχία της Δαλματίας, ο Διοκλητιανός, αναρριχήθηκε στη στρατιωτική ιεραρχία και έγινε διοικητής στο ιππικό του Αυτοκράτορα Κάρου, το 282 π.Χ. Ωστόσο μετά το θάνατο του Κάρου και του γιου του, Νουμεριανού, σε εκστρατεία στην Περσία, οι εξαντλημένοι από τους αλλεπάλληλους εμφυλίους λεγεωνάριοι ανακήρυξαν Αυτοκράτορα τον νεαρό τότε Διοκλητιανό, το 284 μ.Χ. Ταυτοχρόνως, ο τίτλος διεκδικήθηκε επίσης από τον άλλον επιζώντα γιο του Κάρου, τον Καρίνο, ωστόσο ο Διοκλητιανός φρόντισε γρήγορα να τον εξουδετερώσει νικώντας τον ταχύτατα στη μάχη του ποταμού Μάργου το 285 μ.Χ.

Εικόνα: Προτομή του Διοκλητιανού, που φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινουπόλεως. Στην συγκεκριμένη αρχαιότητα ο Διοκλητιανός φέρεται να φορά το αυτοκρατορικό διάδημα.

Η βασιλεία του Διοκλητιανού σταθεροποίησε την Αυτοκρατορία και σηματοδότησε το τέλος της «Κρίσης του 3ου αιώνα». Παρ’ όλα αυτά, θέλοντας να εξασφαλίσει ακόμα περισσότερο την θέση του έχρησε, το 286 μ.Χ. τον έμπιστο φίλο και συνεργάτη του Μαξιμιανό από την Πανονία, ως «Καισαρα» και Συναυτοκράτορα ώστε να αυξήσει ακόμα περισσότερο την επιρροή του στον στρατό αλλά και για να είναι πιο εύκολη η διοίκηση του κράτους. Το σύστημα αυτό επειδή περιλάμβανε δύο Αυτοκράτορες ονομάστηκε «Δυαρχία».

Η έκταση όμως της Αυτοκρατορίας ήταν τόσο μεγάλη που ήταν πολύ δύσκολη η άσκηση της εξουσίας, γεγονός που καθιστούσε τα ζητήματα που προέκυπταν δισεπίλυτα λόγο των τεραστίων αποστάσεων. Εξαιτίας των προαναφερόμενων λόγων λοιπόν ακόμη και η υπεράσπιση των τεράστιων συνόρων της Αυτοκρατορίας ήταν μια πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση. Αρχικά ο Μαξιμιανός φάνηκε να είναι αρκετός, ωστόσο γρήγορα, ακόμα και με την βοήθεια του, τα πράγματα προδιαγράφονταν δυσοίωνα. Τότε ο  Διοκλητιανός αποφάσισε ότι είναι καλύτερο να διασπάσει την Αυτοκρατορία σε μικρότερα κομμάτια ώστε η διοίκηση να γίνει όσο το δυνατόν πιο αποδοτική και εύκολη.

Όταν λοιπόν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, οι δυο «Αύγουστοι» πλέον, όρισαν δύο «Καίσαρες», δηλαδή κατά κάποιον τρόπο δυο κατώτερους Αυτοκράτορες. Αυτοί ήταν ο Γαλέριος στην ανατολή, που θα βοηθούσε τον Διοκλητιανό, και ο Κωνστάντιος ο «Χλωρός» στην δύση, που θα συνεργαζόταν με τον Μαξιμιανό. Με συνοπτικές διαδικασίες λοιπόν ο «θεσμός» της Τετραρχίας είχε και επίσημα γεννηθεί.

Η διοίκηση της Αυτοκρατορίας και η κατάσταση στα σύνορα.

Οι τέσσερις αυτοί ηγέτες δεν διοικούσαν την Αυτοκρατορία από την «Αιώνια» Ρώμη, αλλά από περιφερικές πόλεις κοντά στα σύνορα της Αυτοκρατορίας. Η Μικρά Ασία, η Εγγύς Ανατολή και η Αίγυπτος αποτελούσαν την «Διοικητική περιφέρεια Ανατολής» με «πρωτεύουσα» την Νικομήδεια της Βιθυνίας. Η Χερσόνησος του Αίμου από τον Δούναβη μέχρι την Κρήτη και από της Άλπεις μέχρι την Μαύρη Θάλασσα αποτελούσαν την «Διοικητική περιφέρεια Ιλλυρικού» και διοικούνταν από το Σίρμιο της σημερινής Σερβίας.

Από την άλλη πλευρά η Ιταλική Χερσόνησος, η Βόρειος Αφρική, από την σημερινή Λιβύη μέχρι τον Ατλαντικό Ωκεανό, αλλά και η Ιβηρική είχαν ως διοικητικό κέντρο το Μεδιολάνο στην Βόρειο Ιταλία, ενώ η Γαλατία και οι Βρετανικές κτήσεις επιβλέπονταν από μια Ρωμαϊκή αποικία στην Γερμανία, την «Augusta Treverorum», δηλαδή από την σημερινή Τριερ, ενώ ονοματοδοτήθηκε ως «Διοικητική περιφέρεια Γαλατίας και Βρετανίας».

Παρ’ όλα αυτά η κατάσταση είχε αρχίσει ήδη να στενεύει για την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθώς την απειλούσαν θανάσιμοι εχθροί στα ανατολικά και στα βόρεια σύνορα της. Ειδικότερα οι Σασσανίδες Πέρσες, που είχαν ήδη κληρονομήσει το Παρθικό κράτος, είχαν έντονη δραστηριότητα στην ανατολή, ενώ σκόπευαν να κλείσουν τους όποιους ανοιχτούς λογαριασμούς τους με την Αυτοκρατορία. Στα βόρεια σύνορα λόγω των εσωτερικών προβλημάτων της Αυτοκρατορίας, οι Ρωμαϊκές Λεγεώνες είχαν παραμελήσει την φύλαξη των συνόρων, προτιμώντας να ασχολούνται με τις εσωτερικές διαμάχες για την κατάληψη του θρόνου, παρά με την φύλαξη του Ρήνου και του Δούναβη.

Εικόνα: Χάρτης που δείχνει τις περιοχές ευθύνης, όπως αυτές διαμοιράστηκαν, κατά την περίοδο της «Τετραρχίας».

Έτσι λοιπόν, οι επαρχίες κοντά στα σύνορα των Γερμανικών φυλών έγιναν έρμαιο των επιδρομών των Γότθων, των Βανδάλων και των Αλαμάννων, ενώ οι Γερμανοί αναγνωρίζοντας την αδυναμία της Αυτοκρατορίας να ανταποκριθεί και να αντεπιτεθεί, αλλά και βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος για εύκολο πλουτισμό είχαν αποθρασυνθεί και είχαν επιδοθεί σε τρομερές λεηλασίες περνώντας τον Ρήνο και τον Δούναβη.

Προς αντιμετώπιση όλων αυτών, το 298 μ.Χ, ο Κωνστάντιος ο «Χλωρός», συγκρούστηκε με τους Αλαμανούς σε μια σειρά πολύ σφοδρών συγκρούσεων τόσο στην Γαλατία όσο και στον Ρήνο. Έτσι στη μάχη των Λανγκρών, κοντά στην σημερινή πόλη Λανγκρς της ανατολικής Γαλλίας, 80.000 περίπου λεγεωνάριοι κατάφεραν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς, ένα πλήθος 230.000 Αλαμανών, διασώζοντας προς στιγμήν την Γαλατία από τον πλήρη «εκγερμανισμό». Τον επόμενο χρόνο στην Βιντονίζα, κοντά στα σημερινά Γαλλο-ελβετικά σύνορα, ο Κωνστάντιος εξάλειψε και τα τελευταία υπολείμματα της μεγάλης Γερμανικής εισβολής, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης πάνω από 70.000 νεκρούς βαρβάρους. Οι πρώτες αυτές επιτυχημένες αποκρούσεις των βαρβαρικών εισβολών έδειχναν πως το σύστημα της «Τετραρχίας» λειτουργούσε και στην πράξη, εκτός από την θεωρεία.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί σε αυτό το σημείο, ότι παρά τον διαχωρισμό της Αυτοκρατορίας σε τέσσερις ζώνες επιρροής, το Ρωμαϊκό Κράτος δεν έχασε την συνεκτικότητα του καθώς εξακολουθούσε να υφίσταται σαν ολοκληρωμένη οντότητα, αφού παρά την συμμετοχή των τεσσάρων σε διάφορες μάχες, η καθημερινή διοίκηση εξακολουθούσε να ασκείται από την κλασσική γραφειοκρατία της Αυτοκρατορίας.

Διοίκηση της Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της Τετραρχίας.

Περνώντας ωστόσο τα χρόνια οι δύο Αυτοκράτορες, δηλαδή ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανό, αποσύρθηκαν ταυτόχρονα, την 1η Μαΐου του 305 μ.Χ, δίνοντας το χρίσμα στους δύο «Καίσαρες», δηλαδή τον Γαλέριο και τον Κωνστάντιο, οι οποίοι και έγιναν «Αύγουστοι» στην θέση τους. Οι δυο νέοι Ηγεμόνες προώθησαν στις θέσεις που προηγουμένως κατείχαν, τον Φλάβιο Βαλέριο Σέβηρο, υπό τις διαταγές του Κωνσταντίου του «Χλωρού» στην δύση και τον Γάιο Βαλέριο Μαξιμίνο Δάια, στην ανατολή, υπό την υψηλή κυριαρχία του Γαλερίου.

Ο Σέβηρος είχε ταπεινή καταγωγή. Γεννήθηκε στην επαρχία της Ιλλυρίας στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. και μεγαλώνοντας κατόρθωσε να γίνει κατώτερος αξιωματικός του Ρωμαϊκού Στρατού. Όντας πολύ καλός φίλος του Γαλέριου, εκείνος προέτρεψε τον Κωνστάντιο να «προωθήσει» τον στενό του φίλο στην ανώτερη διοίκηση του δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας. Ωστόσο οι μέρες του Σέβηρου δεν έμελλε να είναι μακρές.

Εικόνα: Προτομή του Μαξιμιανού που χρονολογείται από την περίοδο της «Διαρχίας».

Το καλοκαίρι του 306 μ.Χ. ο Κωνστάντιος πέθανε στο Εμποράκουμ της Βρετανίας, δηλαδή στο σημερινό Γιορκ, ωστόσο τότε ήταν που προέκυψε ένα σημαντικό πρόβλημα. Άμεσα μετα τον θάνατο του Κωνσταντίου, οι «Λεγεώνες του Βορρά», έσπευσαν να ανακηρύξουν σε «Αύγουστο» τον γιο του, δηλαδή τον Κωνσταντίνο Α’, τον οποίο αργότερα η ιστορία θα ονομάσει «Μέγα». Ωστόσο αυτή η πράξη είχε άμεσο αντίκτυπο καθώς παράκαμπτε ευθέως τον Σέβηρο, ο οποίος θα έπρεπε και δικαιωματικά να αναρριχηθεί στην θέση του «Αυγούστου».

Παρ’ όλα αυτά ο Γαλέριος θέλοντας να έχει τον έλεγχο και στην δύση, μαθαίνοντας πως ο Κωνσταντίνος Α’ ανακηρύχθηκε σε Αυτοκράτορα έσπευσε να αναγνωρίσει το δικαίωμα του Σέβηρου στο «Αυγουστικό» αξίωμα. Όμως τότε το αναπάντεχο συνέβη. Το 307 μ.Χ. ο Μαξέντιος, ο γιος δηλαδή του αποσυρμένου πια Μαξιμιανού, επαναστάτησε στην Ιταλία και ζήτησε από τον Γαλέριο να τον αναγνωρίσει ως «Καίσαρα» στην δύση, χρησιμοποιώντας μάλιστα έναν δικό του τίτλο, αποκαλώντας τον εαυτό του «Invictus Princeps» δηλαδή «Αήττητο Πρίγκηπα».

Μαθαίνοντας τα όλα αυτά, ο Γαλέριος, βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση καθώς δεν μπορούσε να χρήσει τον Μαξέντιο έτσι απλά στο αξίωμα του «Καίσαρα», κατά κύριο λόγο διότι αυτό θα ήταν ένα λάθος μήνυμα προς κάθε επίδοξο «σφετεριστή». Από την άλλη είχε ήδη ορίσει τον Σέβηρο «Αύγουστο», ενώ έπειτα από συνεννόηση με τον Γαλέριο ο Κωνσταντίνος Α’ είχε «υπαναχωρήσει» αποδεχόμενος το αξίωμα του «Καίσαρα». Για αυτούς λοιπών του λόγους ο Γαλέριος αντιλήφθηκε πως η «στάση» του Μαξεντίου θα έπρεπε άμεσα να καταπνιγεί δίνοντας μάλιστα την συγκατάθεση του στον Σέβηρο να καταπνίξει την εξέγερση στην Ιταλία.

Έτσι λοιπόν, ο Σέβηρος, ξεκίνησε από το Μεδιολάνο να αντιμετωπίσει τον Μαξέντιο στην Ρώμη, τιθέμενος επικεφαλής ενός στρατού που προηγουμένως ήταν πιστός στον πατέρα του Μαξέντιου, τον Μαξιμιανό. Όταν λοιπόν ο Σέβηρος έφτασε στην Ρώμη, ο στρατός του στασίασε και «αυτομόλησε» προς το στρατόπεδο του «σφετεριστή» Μαξέντιου. Ο Σέβηρος βλέποντας πως όλα έχουν πλέον χαθεί κατέφυγε στην Ραβέννα σε πολύ άσχημη κατάσταση.

Τότε, ο Μαξέντιος, του ζήτησε να παραδοθεί και σαν αντάλλαγμα θα του φερόνταν πολιτισμένα, ωστόσο όταν ο Σέβηρος παραιτήθηκε των αξιωμάτων του το 307 μ.Χ, ο Μαξέντιος τον συνέλαβε και τον φυλάκισε σε ένα φυλάκιο κατά μήκος της «Αππίας οδού», στο «Tres Tabernae». Όταν αργότερα ο Γαλέριος αποφάσισε να εκστρατεύσει κατά του Μαξεντίου στην Ιταλία, ο Μαξέντιος, διέταξε την δολοφονία του Σέβηρου, όπερ και εγένετο στις 16 Σεπτεμβρίου του 307 μ.Χ. Ο κόμπος πλέον είχε φτάσει στο χτένι και μια νέα κρίση ήταν προ των πυλών.

Εικόνα: Ανάγλυφο από την Αψίδα του Γαλερίου, στη Θεσσαλονίκη, όπου απεικονίζετε η επίθεση του εναντίων του Ναρσή της Αρμενίας.

Ταραχές και ανακατατάξεις στην Δύση.

Όπως προαναφέρθηκε, με τον θάνατο του Κωνστάντιου του «Χλωρού», οι «Λεγεώνες του Βορρά» έσπευσαν να ανακηρύξουν «Αύγουστο» τον γιο του Κωνσταντίνο Α’. Ο Γαλέριος ωστόσο τρομερά εκνευρισμένος από τον τρόπο που ο στρατός της δύσης του επέβαλε τον Κωνσταντίνο ως Συναυτοκράτορα, και προσπαθώντας να αποφύγει έναν νέο εμφύλιο πόλεμο, αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο ως «Καίσαρα» και έκανε «Αύγουστο» τον προαναφερθέντα Σέβηρο. Παρ’ όλες λοιπόν της αρχικές αψιμαχίες, ο Κωνσταντίνος, δέχθηκε την προσφορά του Γαλέριου καταφέρνοντας κατ’ αυτών τον τρόπο να εισέρθει δυναμικά στο σύστημα διακυβέρνησης της Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο ο «ταραχοποιός» Μαξέντιος, θέλησε να μιμηθεί την πορεία του Κωνσταντίνου, πράγμα το οποίο θα οδηγήσει σε πολλά θλιβερά γεγονότα όπως θα δούμε και στην συνέχεια. Αρχικά εναντίον του Μαξέντιου κινήθηκε ο ίδιος ο Γαλέριος το 307 μ.Χ. και εισέβαλε στην Ιταλία με έναν στρατό τεραστίων διαστάσεων, γύρο στους 160.000 άνδρες. Παρά όμως την τεράστια υπεροχή του Γαλερίου, ο «Αυτοκράτορας της ανατολής» δεν είχε υπολογίσει την δολιότητα του Μαξεντίου, ο οποίος φρόντισε να δωροδοκήσει τους ανώτερους αξιωματικούς του Γαλερίου ώστε να αποσκιρτήσουν, γεγονός που εξασθένησε σημαντικά το εκστρατευτικό σώμα, αναγκάζοντας το να υποχωρήσει λεηλατώντας μόνο τα μέρει από τα οποια περνούσε.

Η εξουσία του Μαξέντιου είχε πλέον εδραιωθεί και η μη αναγνώριση του από τον Γαλέριο δεν είχε καμία ουσιαστική, παρά τυπική, σημασία. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ο Γαλέριος κατάλαβε πως για να ξεφορτωθεί τον Μαξέντιο θα έπρεπε πλέον να «χτίσει» τις σχέσεις του με τον άλλο ισχυρό άνδρα της δύσης, δηλαδή τον Κωνσταντίνο. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ο «γηραλέος» πλέον Μαξιμιανός, ταξίδεψε στην Γαλατία για να συναντήσει τον Κωνσταντίνο, ύστερα από παράκληση του Γαλερίου. Έπειτα λοιπόν από συνομιλίες μεταξύ των δυο μεγάλων ανδρών, ο Κωνσταντίνος, αποδέχτηκε να παντρευτεί την κόρη του Μαξιμιανού, την Φαύστα, παίρνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το χρίσμα ώστε να ανακηρυχθεί «Αύγουστος» στην δύση.

Τον Απρίλιο του 308 μ.Χ. ο Μαξιμιανός προσπάθησε, ξανά, να εκθρονίσει τον γιο του σε σύνοδο των στρατιωτικών διοικητών της δύσης στην Ρώμη, αλλά προς έκπληξη του οι στρατιωτικοί παρέμειναν πιστοί στο Μαξέντιο αναγκάζοντας τον να φύγει από την Ιταλία και να ζητήσει καταφύγιο, για άλλη μια φορά, στον γαμπρό του Κωνσταντίνο, στη Γαλατία. Τότε ο Γαλέριος έλαβε την πρωτοβουλία να συγκαλέσει «Την Εκκλησία των Αυτοκρατόρων», στο Κάρνουμ της Παννονίας. Εκεί εκτός από τον Μαξιμιανό, και τον Γαλέριο,  παρευρέθηκε και ο «συνταξιοδοτημένος» πλέον Διοκλητιανός, ο οποίος παρά το γεγονός πως είχε αποσυρθεί από την ενεργό διοίκηση έφερε επάνω του ακόμη πολύ μεγάλο κύρος και εξουσία.

Εικόνα: Το άγαλμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο Γιορκ της Αγγλίας, τότε Εβόρακον της Επαρχίας της Βρετανίας, όπου ανακηρύχθηκε για πρώτη φορά «Αύγουστος» του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της Τετραρχίας, την 25η Ιουλίου του 306 μ.Χ.

Τελικός το συνέδριο αποφάσισε πως ο Γάιος Βαλέριος Λικίνιος θα έπρεπε να γίνει «Αύγουστος» της δύσης, με «Καίσαρα» τον Κωνσταντίνο, ενώ ο Γαλέριος θα παρέμενε «Αύγουστος» της ανατολής με «Καίσαρα» τον Μαξιμίνο. Όσο για τον Μαξέντιο, ο «κύβος είχε πλέον ριφθεί», με το συμβούλιο να τον κηρύσσει «σφετεριστή και έκπτωτο», καθαιρώντας τον και αφαιρώντας του κάθε δικαίωμα στην αυτοκρατορική εξουσία.

Η προαναφερόμενη συμφωνία όπως θα δούμε και παρακάτω ήταν απολύτως καταστροφική αφού ο Μαξέντιος είχε ήδη καταλάβει δια της βίας την κυριαρχία στην Ιταλία και στη Βόρειας Αφρική και δεν χρειαζόταν πλέον καμία επίσημη αναγνώριση, αλλά συν τοις άλλοις ήταν πολύ δύσκολο για τον Κωνσταντίνο στην Δύση να δεχτεί ως ανώτερο του, «Αύγουστο», τον Λικίνιο, αφού ο ίδιος ήδη από το 305 μ.Χ. είχε καταλάβει το «Αυγουστικό» αξίωμα. Για αυτό το λόγο, το 309 μ.Χ, αποφάσισαν να αυτοανακηρυχθούν όλοι ως «Αύγουστοι», αφού πρώτα απέτυχε η προσπάθεια του Λικινίου να τους συμβιβάσει με τον τίτλο «Filius Augusti», δηλαδή «Γιοί του Αυγούστου».

Ο «ύποπτος» θάνατος του Μαξιμιανού και η επανένωση της Δύσης.

Έπειτα από λίγο καιρό υπό την προστασία του Κωνσταντίνου, ο Μαξιμιανός, μη μπορώντας να περιορίσει την «ακατάσχετη» φιλοδοξία του να επανέλθει ξανά στο προσκήνιο, ορίζοντας τον εαυτό του «ξανά» Αυτοκράτορα σε βάρος του «ευεργέτη» του Κωνσταντίνου που του έδωσε άσυλο, το 310 μ.Χ. στην Αρλ της νότιας Γαλλίας, δηλώνοντας «ψευδώς» ότι ο Κωνσταντίνος είχε πεθάνει, παίρνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα σκήπτρα της εξουσίας. Ωστόσο εκείνη την περίοδο ο Κωνσταντίνος είχε εκστρατεύσει εναντίον των Γερμανών, συγκεκριμένα των Φράγκων, όπου μαθαίνοντας τα νέα, σχετικά με την ανακήρυξη του Μαξιμιανού σε Αυτοκράτορα, επέστρεψε άμεσα στην Τριέρ όπου αιφνιδίασε τον Μαξιμιανό που δεν μπορούσε να προβλέψει την ταχεία αντίδραση του Κωνσταντίνου.

Προσπαθώντας να αποφύγει να πέσει στα χέρια του απογοητευμένου «ευεργέτη» του, ο Μαξιμιανός, κατέφυγε στην Μασσαλία, με το Κωνσταντίνο να τον ακολουθεί κατά πόδας. Έπειτα από λίγο, ο Κωνσταντίνος, βρέθηκε να πολιορκεί την Μασσαλία, ενώ υπό τον φόβο των αντιποίνων η φρουρά της πόλης παρέδωσε τον «σφετεριστή» στον νεαρό Αυτοκράτορα. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, μετα την παράδοση του, ο Μαξιμιανός ήταν νεκρός, βρισκόμενος απαγχονισμένος στα διαμερίσματα του. Είναι ασαφές αν ο παλαίμαχος Αυτοκράτορας δολοφονήθηκε ή αυτοκτόνησε, πάντως ο Κωνσταντίνος σύμφωνα με την ιστορία έδειξε οίκτο παραχωρώντας του προνόμια και στέλνοντας τον «τιμητική» εξορία στην Ισπανία.

Από την άλλη πλευρά, στην ανατολή, η πορεία της υγείας του Γαλέριου ήταν ήδη τεταμένη, πηγαίνοντας από το κακό στο χειρότερο, ενώ είχε γίνει πλέον σαφές πως ο ίδιος αδυνατούσε να ασχοληθεί με τις πολιτικές ίντριγκες της Αυτοκρατορίας. Παρ’ όλα αυτά το τελευταίο διάταγμα που υπέγραψε, στην Νικομήδεια, ήταν μια πράξη που έδινε τέλος στους θρησκευτικούς διωγμούς που για αιώνες ταλαιπωρούσαν την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διατάσσοντας θρησκευτική ανοχή. Έπειτα από μερικές μέρες και ο Γαλέριος αναχώρησε από τον μάταιο τούτο κόσμο.

Εικόνα: Το εσωτερικό της «Βασιλικής» μονόκλιτης αίθουσας του θρόνου του Μεγάλου Κωνσταντίνου στην Τριέρ. Η αίθουσα έχει μετατραπεί σε χριστιανικό ναό ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ενώ η UNESCO την έχει χαρακτηρίσει ως «μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς».

Με τον θάνατο του Γαλερίου να προκαλεί τρομερούς τριγμούς στις ήδη ρευστές ισορροπίες μεταξύ της «Τετραρχίας», ο Μαξιμίνος επιτέθηκε άμεσα στον Λικίνιο διεκδικώντας την Μικρά Ασία χωρίς όμως να γίνει κάποια μάχη. Το πρόβλημα λύθηκε γρήγορα με μια συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε σε ένα πλοιάριο στην μέση του Βοσπόρου και σύμφωνα με οποία, ο Μαξιμίνος, παρέμενε κυρίαρχος της «Περιφέρειας του Ιλλυρικού», ενώ ο Λικίνιος ήταν θεωρητικά και μόνο κυρίαρχος της Ιταλίας, αφού την ουσιαστική κυριαρχία της την είχε στην πράξη ο Μαξέντιος.

Παράλληλα, ο Μαξέντιος, ξεκίνησε πολεμικές προετοιμασίες οχυρώνοντας και ενισχύοντας την Βόρειο Ιταλία, καθώς επίσης φρόντισε να προσεταιριστεί τους Χριστιανούς, στους οποίους επέτρεψε να ορίσουν δικό τους «Επίσκοπο Ρώμης», τον Ευσέβιο. Η πρωτοκαθεδρία ωστόσο του Μαξέντιου στο κεντρικό κομμάτι της Αυτοκρατορίας ήταν κατά κύριο λόγο ασταθής. Η υψηλή φορολογία που επέβαλε και το διαλυμένο εμπόριο οδήγησε σε συνεχής επαναστάσεις, όπως στην περίπτωση της Ρώμης και της Καρχηδόνας, δίνοντας το δικαίωμα σε έναν νέο «σφετεριστή», τον Δομίτιο Αλέξανδρο, την ευκαιρία να καταλάβει τις επαρχίες της Βόρειας Αφρικής.

Ο Μαξέντιος πάρα τα τόσα πολλά προβλήματα του προτίμησε να κηρύξει τον πόλεμο στον Κωνσταντίνο, με αφορμή την «εκδίκηση» για την «δολοφονία» του πατέρα του. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος, δεν μπορούσε να αφήσει τον Μαξέντιος να συμμαχήσει με τον Λικίνιο, ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν απασχολημένος στην Μικρά Ασία με τον Μαξιμίνο, αποφασίζοντας έτσι να συμμαχήσει αυτός μαζί του πρώτα, δίνοντας το χέρι της αδερφής του Κωνστάντιας στον Λικίνιο τον χειμώνα του 311 μ.Χ.

Ο Μαξιμίνος φοβούμενος ότι η συμμαχία του Κωνσταντίνου με τον Λικίνιο είχε αυτόν σαν στόχο, έστειλε στην Ρώμη πρεσβευτές, για να συνάψουν συμφωνία με τον Μαξέντιο. Αν ο Μαξέντιος δέχονταν να τον βοηθήσει στρατιωτικά, ο Μαξιμίνος θα του προσέφερε πολιτική αναγνώριση κάτι που ο φιλόδοξος Μαξέντιος δεν μπορούσε να παραβλέψει. Έτσι λοιπόν και έγινε, μια νέα συμμαχία είχε πλέον σχηματισθεί.

Οι στρατηγοί του Κωνσταντίνου ήταν αντίθετοι με μια άμεση επίθεση εναντίον του Μαξέντιου στην Ιταλία, οι θρησκευτικοί οιωνοί άλλωστε ήταν κακοί σύμφωνα με τις ερμηνείες. Ο Κωνσταντίνος, πάντοτε τολμηρός, αγνόησε τους χρησμούς και τους συμβούλους του και πέρασε τις Άλπεις την Άνοιξη του 312 μ.Χ. με 40.000 στρατιώτες, δηλαδή μόλις με το 25% του στρατού του. Ο πρώτος στόχος του ήταν το Σεγκούσιο, μια πόλη με ισχυρά τείχη και εξαιρετική στρατηγική θέση στην Βόρεια Ιταλία. Προσπερνώντας τα όλα αυτά, ο Κωνσταντίνος, διέταξε να κάψουν τις πύλες της και να υπονομεύσουν τα τείχη της. Σύντομα η πόλη έπεσε και ο Κωνσταντίνος διέταξε να μην λεηλατηθεί, συνεχίζοντας την πορεία του προς την Ρώμη.

Εικόνα: Κωνσταντίνος εναντίων Μαξεντίου. Έργο του Λάζαρο Μπάλντι.

Λίγο έξω από σημερινό Τορίνο, το 312 μ.Χ, ο Κωνσταντίνος αντιμετώπισε τις δυνάμεις του Μαξέντιου οι οποίες αποτελούνταν από μια πληθώρα πεζών και έναν μεγάλο αριθμό θωρακισμένων ιππέων. Αρχικά ο Κωνσταντίνος παρέταξε τους άνδρες του αραιά και σε μεγάλο μέτωπο, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο, το βαρύ ιππικό του Μαξέντιου, πέρασε ανάμεσα από τις γραμμές του πεζικού, δεχόμενο αντεπίθεση από το ελαφρύ ιππικό του Κωνσταντίνου που καραδοκούσε στα μετόπισθεν. Χαρακτηριστικό είναι πως ο Κωνσταντίνος είχε εξοπλίσει το ελαφρύ ιππικό του με βαριά δόρατα, ειδικά για να τρυπούν την θωράκισης των ιππέων.

Μετα την καταστροφή του ιππικού του Μαξεντίου, ο Κωνσταντίνος, περικύκλωσε τα πεζοπόρα τμήματα του εχθρού, κερδίζοντας την μάχη και αναγκάζοντας τους στρατιώτες του Μαξέντιου να αναζητήσουν καταφύγιο στο Τορίνο. Ωστόσο οι αρχές της πόλης αρνήθηκαν να ανοίξουν τις πύλες τους, στους στρατιώτες του Μαξέντιου, ζητωκραυγάζοντας από τα τείχη καθώς οι στρατιώτες του Κωνσταντίνου κατέσφαζαν όσους είχαν αποκλειστεί έξω από αυτά. Η ήττα αυτή ήταν τόσο «πανηγυρική» που αναγνωρίζοντας την στρατιωτική ιδιοφυία του Κωνσταντίνου και οι άλλες πόλεις της Βόρειας Ιταλίας άνοιξαν τις πύλες τους σε αυτόν. Σε αυτή την κίνηση συνέβαλε και η στάση που τήρησε ο στρατός του Κωνσταντίνου από τις περιοχές στις οποίες περνούσε.

Έπειτα από μια σύντομη παραμονή στο Μεδιολάνο, ξεκίνησε και πάλι το καλοκαίρι του 312 μ.Χ. προς την Ρώμη. Γρήγορα επιτέθηκε στην πόλη Μπρέσκια όπου εύκολα διέλυσε την φρουρά της. Κοντά στην Βερόνα, που ήταν το μεγαλύτερο στρατιωτικό κέντρο του Μαξέντιου, με τα τείχη της να φυλάσσονταν από τον καλύτερο στρατηγό του Μαξέντιου, τον Ρουρίκιο Πομπιανό και η οποια παρουσίαζε ένα σημαντικό εμπόδιο στην συνέχιση της πορείας προς την Ρώμη.

Ο Κωνσταντίνος προετοιμάστηκε να πολιορκήσει την πόλη, ωστόσο ο Πομπιανός αποφάσισε να τον αντιμετωπίσει σε ανοιχτή μάχη, όπου και τελικά έχασε. Έπειτα λοιπόν από την ήττα του, ο στρατηγός του Μαξεντίου, κατέφυγε και πάλι εντός των τειχών της Βερόνας. Όταν έγινε αντιληπτό πως η πτώση της πόλης ήταν αναπόφευκτη, ο Πομπιανός βγήκε κρυφά εκτός των τειχών και συγκέντρωσε ισχυρή δύναμη κοντά στην Βενετία, επιστρέφοντας ώστε να παγιδεύσει τον Κωσταντίνο ανάμεσα σε δύο μέτωπα.

Μαθαίνοντας αυτή την άσχημη εξέλιξη, ο Κωνσταντίνος, δεν έχασε χρόνο και έδρασε άμεσα. Άφησε ένα μέρος των δυνάμεων του έξω από τα τείχη της Βερόνας, ώστε να κρατά την φρουρά της υπό έλεγχο, ενώ με το σύνολο των δυνάμεων του κίνησε προς την στρατιά του Ρουρικίου που είχε στρατοπεδεύσει κοντά στην Πάντοβα. Εκεί σε μια καταστροφική ενέδρα, ο Κωνσταντίνος, οδηγώντας ο ίδιος τους στρατιώτες του στη μάχη, κατάφερε να κατανικήσει τις αντίπαλες δυνάμεις, σκοτώνοντας μάλιστα και τον ίδιο τον Πομπιανό.

Εικόνα: Τα ερείπια της «Βασιλικής του Μαξεντίου» στον αρχαιολογικό χώρο του «Φόρουμ» στην Ρώμη.

Οι άνδρες της φρουράς της Βερόνας αποκαρδιωμένη από την διάλυση των δυνάμεων που είχαν έρθει για να τους σώσουν παραδόθηκαν σύντομα στον Κωνσταντίνο. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν πως πλέον ολόκληρη η άμυνα της Βόρειας Ιταλίας είχε καταρρεύσει, ενώ οι επαρχίες της Ετρουρίας και της Ούμπριας διακήρυξαν την πίστη τους στον Κωσταντίνο, επιτρέποντας του να κινηθεί άμεσα προς την Ρώμη.

Βλέποντας, ο Μαξέντιος, τον Κωνσταντίνο να προελαύνει προς την Ρώμη, προσπάθησε να επαναλάβει την τακτική που είχε ακολουθήσει με τις εισβολές του Σέβερου και του Γαλερίου. Έτσι λοιπόν «ταμπουρώθηκε» στην Ρώμη και περίμενε να πολιορκηθεί, έχοντας συγκεντρώσει τεράστιες ποσότητες σιτηρών από την Αφρική. Συν τοις άλλοις συγκέντρωσε τις φρουρές από την υπόλοιπη Ιταλία αφήνοντας την τελείως αφύλαχτη, ενώ διέταξε και την καταστροφή των γεφυρών του Τίβερη, ώστε να στερήσει από τον Κωνσταντίνο κάθε εύκολη πρόσβαση προς την Ρώμη.

Ο Κωνσταντίνος δεν βιάστηκε, κινούμενος αργά κατά μήκος της «Φλαμίνιας Οδού», περίμενε το ήδη σαπισμένο καθεστώς του Μαξέντιου να καταρρακωθεί περαιτέρω. Αυτό δεν άργησε να γίνει, με το λαό της Ρώμης να ζητωκραυγάζει υπέρ του «Invictus Constantinus», κατά την διάρκεια ιπποδρομιών στο «Μέγα Ιππόδρομο», παρόντος του ίδιου του Μαξεντίου. Εμφανώς θορυβημένος, ο Μαξέντιος, αντιλήφθηκε πως δεν είχε την ευχέρεια χρόνου, αλλά ούτε και την απαιτούμενη λαϊκή υποστήριξη ώστε να στηρίξει της ελπίδες του σε μια πολιορκία που μπορεί να διαρκούσε μήνες, ή ακόμα και χρόνια.

Έτσι λοιπόν, ο Μαξέντιος, διέταξε την κατασκευή μιας πρόχειρης γέφυρας στον Τίβερη ώστε να αντιμετωπίσει τον Κωνσταντίνο όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση του φαίνεται να διαδραμάτισε η απάντηση που έλαβε από τους «Φύλακες των Σιβυλλικών Βιβλίων», στις 28 Οκτωβρίου του 312 μ.Χ, όπου σύμφωνα με πληροφορίες της εποχής οι προφήτες του αποκρίθηκαν πως, «ο εχθρός της Ρώμης θα πεθάνει», χωρίς ωστόσο να συγκεκριμενοποιούν ποιος ήταν ο πραγματικός εχθρός της Ρώμης, ο Κωνσταντίνος, ή ο Μαξέντιος.

Παρ’ όλα αυτά ο Μαξέντιος παρέταξε τις δυνάμεις του με τα νώτα τους να καλύπτονται από της όχθες του Τίβερη, έχοντας διπλάσιο αριθμό ανδρών από τον Κωνσταντίνο. Δεν πέρασε πολύ ώρα και οι δυνάμεις του Κωνσταντίνου φάνηκαν πέρα απ’ τους λόφους, κουβαλώντας περίεργα για την εποχή λάβαρα, με ζωγραφισμένα άλλα σύμβολα από τα παραδοσιακά Ρωμαϊκά. Ο μύθος λέει ότι ο Κωνσταντίνος είτε είδε ένα όνειρο που του έλεγε να σχηματίσει στις ασπίδες των στρατιωτών του το χριστιανικό μονόγραμμα «ΧΡ», ενώ ένας άλλος μύθος αναφέρει ότι ο ίδιος είχε δει ένα όραμα στον ουρανό που έδειχνε το μονόγραμμα και την φράση «Εν τούτο νίκα», δηλαδή «με αυτό το σημείο θα νικάς». Ο Ευσέβιος είναι ασαφής ως προς τις λεπτομέρειες, ωστόσο μας μεταφέρει ότι ο Κωνσταντίνος είδε το σύμβολο «ΧΡ» που συμβολίζει τα δύο πρώτα γράμματα της λέξης «Χριστός» στα Ελληνικά.

Εικόνα: Η αψίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη Ρώμη.

Έπειτα λοιπόν από την άφιξη του στον Τίβερη, ο Κωνσταντίνος, παρέταξε τον στρατό του σε όλο το μήκος των γραμμών του Μαξέντιου, κάνοντας την πρώτη κίνηση, δηλαδή επιτιθέμενος αρχικά με το ιππικό του και διαλύοντας το ιππικό του Μαξέντιου. Στη συνέχεια με το πεζικό του πίεσε τους πεζούς του Μαξέντιου προς το ποτάμι όπου αποκλεισμένοι άλλοι πνίγηκαν και άλλοι σκοτώθηκαν, ενώ τα πρώτα σημάδια διάλυσης έκαναν την εμφάνιση τους και σύντομα κάθε έννοια πειθαρχίας χάθηκε. Οι μόνοι που άντεξαν την πίεση ήταν οι «Πραιτοριανοί» και η προσωπική φρουρά του Μαξέντιου, υποκύπτοντας ωστόσο έπειτα από μια μεγαλειώδη επέλαση του ιππικού του Κωνσταντίνου.

Βλέποντας κάθε ελπίδα του να καταρρέει ο πανικοβεβλημένος Μαξέντιος προσπάθησε να διαφύγει από την πρόχειρη γέφυρα, όμως κατά την διάρκεια της «αναμπουμπούλας» σπρώχτηκε από το πλήθος και έπεσε στα νερά του ποταμού όπου και πνίγηκε. Στις 29 Οκτωβρίου του 312 μ.Χ, ο Κωνσταντίνος, μπήκε στην Ρώμη θριαμβευτής. Το σώμα του Μαξέντιου ξεβράστηκε λίγο αργότερα και αποκεφαλίστηκε, με το κεφάλι του να περιφέρεται στους δρόμους για να το δουν όλοι, ενώ το ακέφαλο σώμα του στάλθηκε στην Καρχηδόνα και η οποία παραδόθηκε χωρίς καθυστέρηση στον Κωνσταντίνο. Η επανένωση του δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας ήταν πλέον γεγονός.

Ένας Θεός, μια Αυτοκρατορία, ένας Αυτοκράτορας.

Το 313 μ.Χ. ο Λικίνιος συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο για να επιβεβαιώσουν την συμμαχία που είχαν συνάψει στο Μεδιολάνο, σφραγίζοντας την με τον γάμο του Λικίνιου με την Κωνστάντια, την αδερφή του Κωνσταντίνου. Ένα σημαντικό γεγονός, που έλαβε χώρα κατά την διάρκεια της συνάντησης, είναι πως οι δυο «Αύγουστοι» συνάψαν το «Διάταγμα των Μεδιολάνων», που καλούσε της Ρωμαϊκές αρχές να δείχνουν πλήρη ανοχή στον Χριστιανισμό και σε κάθε Θρησκεία, εντός των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τέλος, σύμφωνα με το παραπάνω διάταγμα, νομιμοποιούνταν ο Χριστιανισμός, ενώ θα έπρεπε να επιστραφούν στους Χριστιανούς της Αυτοκρατορίας οι περιουσίες τους που είχαν δημευθεί ήδη από την περίοδο του Διοκλητιανού.

Σύντομα ωστόσο, οι σχέσεις των δύο «ισχυρών» ανδρών χειροτέρεψαν απότομα, έπειτα από την πλήρη κυριαρχία του Λικινίου στην ανατολή, το 314 μ.Χ. Κατά πάσα πιθανότητα, ο αρχικός λόγος της αναταραχής στις μετάξι τους σχέσεις ήταν μια απόπειρα δολοφονίας κατά του Κωνσταντίνου από κάποιον Συγκλητικό που ο Λικίνιος ήθελα να ανακηρύξει σε Καίσαρα στην δύση. Όταν λοιπόν ο Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε την συνομωσία έδρασε αστραπιαία, εκτελώντας τους συνωμότες και λαμβάνοντας την απόφαση για την πλήρη επανένωση της Αυτοκρατορίας.

Εικόνα: Νόμισμα που αναπαριστά την όψη του Λικινίου.

Η πρώτη σύγκρουση έγινε στην σημερινή Κροατία, στην «Colonia Aurelia Cibalae», στις 8 Οκτωβρίου του 314 μ.Χ. Αρχικά οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν με βοηθητικούς που εκτόξευαν ακόντια, βέλη και πέτρες, ωστόσο σύντομα οι δύο «μάζες» ήρθαν επαφη σώμα με σώμα, με την μάχη να τελειώνει ύστερα από μια επιτυχημένη πλευροκόπηση των δυνάμεων του Λικινίου από το ιππικό του Κωνσταντίνου, με επικεφαλής τον ίδιο.

Γρήγορα η συνοχή του στρατού του Λικίνιου κλονίστηκε, με τον Λικίνιο να διαφεύγει, υπό την κάλυψη της νύχτας, στο Σίρμιο, έχοντας χάσει περισσότερους από 20.000 άνδρες. Φτάνοντας στο Σίρμιο, ο Λικίνιος, παρέλαβε όλη του την οικογένεια, το κρατικό θησαυροφυλάκιο και κατευθύνθηκε προς τις πεδιάδες της νοτιάς Θράκης. Το 317 μ.Χ. δόθηκε άλλη μια μάχη, στην Μάρδια της Θράκης, που ωστόσο δεν επηρέασε καθοριστικά την πορεία του πολέμου.

Κατόπιν, ο Λικίνιος, υποχώρησε προς την Βερόη, στο ίδιο σημείο όπου μετα από σχεδόν 800 χρόνια ο Ιωάννης Β’ ο Κομνηνός θα αφάνιζε της βαρβαρικές ορδές των Πετσενέγων, ενώ ο Κωνσταντίνος κινήθηκε προς το Βυζάντιο, έχοντας την αίσθηση πως εκεί ήταν φυσικό να υποχωρήσει ο Λικίνιος. Κάνοντας αυτό το λάθος, ο Κωνσταντίνος, εξέθεσε τις γραμμές ανεφοδιασμού του σε θανάσιμο κίνδυνο, με τον Λικίνιο να καταλαμβάνει μεγάλο μέρος των αποσκευών του στρατεύματος του αντιπάλου του.

Έπειτα από μερικές μέρες και αφού ο Λικίνιος είχε καταλάβει την ματαιότητα του αγώνα ζήτησε από τον Κωνσταντίνο συνθήκη ειρήνης, σύμφωνα με την οποια ο Κωνσταντίνος θα κρατούσε υπό την επιρροή του το μεγαλύτερο μέρος της Χερσονήσου του Αίμου, ενώ οι δύο γιοί του, ο Κρίσπος και ο Κωνσταντίνος Β’ θα αναβαθμίζονταν μαζί με τον γιο του Λικίνιου σε Καίσαρες στην ανατολή.

Η συνθήκη υπογράφτηκε στην Σερδική, την 1η Μαρτίου του 317 μ.Χ, με την ημερομηνία να επιλέγετε σκοπίμως από τον Κωνσταντίνο καθώς ήταν η επέτειος της ανόδου του πατέρα του στο «Αυγουστικό» αξίωμα. Συν τοις άλλοις, ο Λικίνιος αναγνώρισε ως ανώτερο του τον Κωνσταντίνο και του παραχώρησε όλες τις Ευρωπαϊκές κτήσεις εκτός από την Θράκη, με την ειρήνη να κρατά για τα επόμενα 7 χρόνια.

Το 320 μ.Χ, ο Κωνσταντίνος, μετακινήθηκε μόνιμα στο Σίρμιο της Σερβίας ώστε να προετοιμαστεί για μια επικείμενη εισβολή των Γότθων και των Σαρμάτων. Τότε ήταν που του έφτασαν τα νέα πως ο Λικίνιος είχε ξεκινήσει να αψηφά το «Διάταγμα των Μεδιολάνων» και να καταπιέζει ξανά τους Χριστιανούς. Μπορεί να μην είχε καταφύγει σε σφαγές, αλλά άρχισε πάλι τις κατασχέσεις Χριστιανικών περιουσιών και τις καθαιρέσεις από τα κρατικά αξιώματα χριστιανών κατοίκων της Αυτοκρατορίας. Αυτό ήταν καθαρή πρόκληση για τον Κωνσταντίνο που έπρεπε να απαντηθεί άμεσα.

Εικόνα: Ταπετσαρία με θέμα την «Ναυμαχία του Ελλησπόντου», φιλοτεχνημένη από τον Pietro da Cortona, το 1635.

Το 324 μ.Χ. ο πόλεμος είχε ήδη κλιμακωθεί. Ο Λικίνιος προσέλαβε Γότθους παγανιστές μισθοφόρους, ενώ ο Κωνσταντίνος κινήθηκε εναντίον τους μαζί με Φράγκους μισθοφόρους και κάτω από τα λάβαρα του Χριστού. Η σύγκρουση όπως γίνεται αντιληπτό πήρε έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο Κωνσταντίνος εκμεταλλευόμενο το θρησκευτικό μένος και αίσθημα των στρατιωτών του, παρότι το στράτευμα του ήταν μικρότερο του Λικίνιου, κέρδισε την μάχη της Αδριανούπολης. Ο Λικίνιος διωκόμενος πέρασε τον Βόσπορο προς στην Μικρά Ασία, με τον Κωνσταντίνο να τον ακολουθεί κατά πόδας.

Περνώντας στην Μικρά Ασία, ο Κωνσταντίνος, κέρδισε αρχικά την ναυμαχία του Ελλήσποντου, όπου ο Κρίσπος, με έναν στόλο αποτελούμενο από 80 πλοία, κινήθηκε εναντίον του Αβάντιου, ναυάρχου του Λικίνιου, που είχε στόλο 200 πλοίων. Κοντά στα Δαρδανέλια λοιπόν, ο Κρίσπος, χρησιμοποιώντας έξυπνα τα μικρότερα και λιγότερα σε αριθμό πλοία του, κατάφερε να βυθίσει πολλά από τα σκάφη του εχθρικού στόλου, αναγκάζοντας τον Αβάντιο να καταφύγει στο ανατολικό στόμιο του Ελλήσποντου για να ανασυνταχθεί.

Μετα από την πρώτη αυτή νίκη, ο στόλος του Κρίσπου, ενισχύθηκε περεταίρω από πλοία που έφτασαν από το Αιγαίο, ενώ την επομένη κιόλας μέρα έπλευσε με υψηλό φρόνημα για να αντιμετωπίσει τα εναπομείναντα πλοία του Λικινίου. Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν εκ νέου κοντά στην Καλλίπολη. Τότε, άξαφνα, ξέσπασε σφοδρή θύελλα και κατέστρεψε άμεσα πολλά πλοία του Λικίνιου, πετώντας ορισμένα από αυτά στην παρακείμενη ακτή. Ανάμεσα στα ναυάγια ήταν και το πλοίο του ναυάρχου Αβαντίου, με το ίδιο να καταφέρνει να σωθεί μόλις και μετα βίας. Συνολικά από τον μεγάλο στόλο του Λικίνιου μόνο 4 πλοία γλίτωσαν. Ο Κωνσταντίνος είχε πλέον τον πλήρη έλεγχο των θαλασσών.

Μετα την μάχη του Ελλήσποντου, ο Λικίνιος, μετέφερε τον στρατό του στην Βιθυνία, στην περιοχή της Χαλκηδώνος. Σύντομα τον ακολούθησε και ο στρατός του Κωνσταντίνου. Τότε, ο Λικίνιος, κινήθηκε λίγα μίλια βορειότερα, στην πόλη της Χρυσουπόλεως, στις 18 Σεπτεμβρίου. Ο Κωνσταντίνος έφτασε πριν από τον Λικίνιο στη Χρυσούπολη, με τον θρησκευτικό χαρακτήρα της μάχης να είναι για άλλη μια φορά έντονος. Ο «προληπτικός» Λικίνιος είχε προσδώσει υπερφυσικές ιδιότητες στα χριστιανικά λάβαρα του στρατού του Κωνσταντίνου, απαγορεύοντας στους στρατιώτες του να επιτεθούν κατά των θέσεων τους, ή ακόμα και να τα «κοιτάζουν» απευθείας.

Εικόνα: Κεφαλή «κολοσσιαίου» αγάλματος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που φυλάσσετε στο Μουσείο του Καπιτωλίου.

Γνωρίζοντας το αυτό, ο Κωνσταντίνος, επιτέθηκε άμεσα και μετωπικά, με τα χριστιανικά λάβαρα του στρατού του να προελαύνουν μπροστά από της δυνάμεις του πεζικού σαν να πρόκειται για «παρέλαση». Ακολούθησε μεγάλη σφαγή, με τον Κωνσταντίνο να θριαμβεύει για ακόμα μια φορά. Συνολικά, ο Λικίνιος, έχασε 30.000 με 35.000 άνδρες, καταφέρνοντας ωστόσο να συγκεντρώσει ξανά 30.000 από αυτούς που σκορπίστηκαν στις γύρω περιοχές, ωστόσο πλέον το τέλος είχε φτάσει, με τον Κωνσταντίνο να είχε ήδη καταφέρει το αποφασιστικό κτύπημα στο ανατολικό τμήμα Αυτοκρατορία.

Ο Λικίνιος κατάλαβε ότι δεν μπορούσε με αυτό τον στρατό να σταθεί ενάντια στον νικηφόρο στρατό του Κωνσταντίνου. Έτσι λοιπόν παραδόθηκαν στον Κωνσταντίνο με τον όρο να χαρισθεί η ζωή σε αυτόν και στην οικογένεια του. Ο Κωνσταντίνος, μάλλον υποκριτικά, θέλοντας να φανεί μεγαλόψυχος και αβρός, παραχώρησε στον Λικίνιο πλούσια κτήματα στην Θεσσαλονίκη. Παρ’ όλα αυτά ο Λικίνιος δολοφονήθηκε, από «αγνώστους», μαζί με τον γιος του και ανιψιό του Κωνσταντίνου, τον Λικίνιο Β’, στα κτήματα τους, την άνοιξη του 325 μ.Χ, σε ηλικία 62 ετών, αφήνοντας έτσι τον Κωνσταντίνο μοναδικό «Αύγουστο» της απέραντης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Πηγές:

  • Alan Bowman, «The Cambridge Ancient History», Volume 12, «The Crisis of Empire».
  • G. Elliott, «The Christianity of Constantine the Great».
  • Timothy D. Barnes, «Two Senators under Constantine».
  • William Lewis, «Galerius and the Will of Diocletian».
  • Timothy D. Barnes, «Constantine and Eusebius».
  • Simon Corcoran, «The Empire of the Tetrarchs».
  • Roger Rees, «Diocletian and the Tetrarchy».
  • Ιωάννης Ζωναράς, «Επιτομή Ιστοριών».
  • «Codex Justinianeus».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.