Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
«Ενθυμήματα Ρωμαϊκά». (Μερος Α’). Πέντε μικρές ιστορίες από την χιλιόχρονη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

«Ενθυμήματα Ρωμαϊκά». (Μερος Α’). Πέντε μικρές ιστορίες από την χιλιόχρονη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Κατά την διάρκεια της χιλιόχρονης ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν είναι λίγες εκείνες οι στιγμές που κάνουν τον ιστορικό μελετητή, ακόμα και τον πιο επιφανειακό να ξαφνιαστεί από ένα γεγονός, να χαρεί από μια νικηφόρα εκστρατεία ή από ένα σπουδαίο επίτευγμα της Αυτοκρατορίας, η ακόμα και να στεναχωρηθεί όταν μελετά τα «κακώς κείμενα» που ταλάνιζαν την ύπαρξη της καθ’ όλη την διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της.

Έτσι λοιπόν σε αυτή την σειρά άρθρων θα προβληματισθούμε, θα μάθουμε καινούρια πράγματα, θα χαρούμε και θα λυπηθούμε μέσα από μικρές ιστορίες που θα αντικατοπτρίζουν το πλήρες «μέγεθος» της πολύπλοκης, όσο και άκρος ενδιαφέρουσας ιστορίας του Μεσαιωνικού Ελληνικού Κράτους. Κάθε μια λοιπόν από της ιστορίες που ακολουθούν, τόσο σε αυτό το άρθρο, όσο και σε αυτά που θα αναρτηθούν στην συνέχεια αυτής της σειράς είναι απολύτως αυτοτελή και θα καλύπτουν μια μεγάλη περίοδο από την άνοδο του Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι και την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Εικόνα: Ο Κρούμος σε συμπόσιο όπου φαίνεται να κρατά το επάργυρο κρανίο του Νικηφόρου του Α’.

Το «πιόνι» και το «κύπελο».

Ο Νικηφόρος Α΄ ήταν πατρίκιος και «Γενικός Λογοθέτης» επί βασιλείας της Ειρήνης της Αθηναίας, την οποια και διαδέχθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο το 802 μ.Χ, ύστερα από συνωμοσία εναντίον της. Έπειτα λοιπόν από την άνοδο του στον θρόνο, πρώτη του κίνηση ήταν να στραφεί εναντίον των Αράβων με τους οποίους η Ειρήνη είχε συνάψει συνθήκη ειρήνης, καταβάλλοντας ένα σημαντικό ετήσιο ποσό στον Χαλίφη των Αββασιδών.

Έτσι λοιπόν απέστειλε αγγελιοφόρους στην Ράκκα της Συρίας, με τους οποίους ενημέρωνε τον Χαλίφη Χαρούν αλ Ρασίντ πως δεν ήταν διατεθειμένος να συνεχίσει την καταβολή φόρου που είχε συμφωνήσει η προκάτοχος του. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Νικηφόρος στο μήνυμα του χρησιμοποίησε μια μεταφορά εμπνευσμένη από το σκάκι. Το μήνυμα του είχε ως εξής, «Η αυτοκράτειρα την οποία διαδέχτηκα έκρινε ότι βρίσκεστε στη θέση του πύργου και ότι η ίδια βρίσκεται στη θέση του πιονιού και σας απέδωσε φόρο υποτέλειας, τον οποίο εσείς θα έπρεπε να είχατε καταβάλει σ’ αυτήν. Αυτό όμως συνέβη εξαιτίας της αδυναμίας και της απερισκεψίας μιας γυναίκας».

Διαβάζοντας το γραφτώ του Αυτοκράτορα, ο μουσουλμάνος Ηγεμόνας απάντησε «λακωνικά’. «Την απάντησή μου δε θα την ακούσεις αλλά θα τη δεις». Στις μάχες που ακολούθησαν οι στρατιωτικές δυνάμεις του Νικηφόρου γνώρισαν δεινή ήττα από τους Άραβες, στην Κράσο της Φρυγίας, ενώ ο ίδιος ο Αυτοκράτορας τραυματίστηκε τρεις φορές και αναγκάστηκε τελικά να συνεχίσει την καταβολή του φόρου που είχε συνομολογήσει η Ειρήνη η Αθηναία, δηλαδή 30.000 χρυσά νομίσματα κατ’ έτος.

Συν τοις άλλοις ο «άτυχος» Νικηφόρος Α’ τελικά σκοτώθηκε το 811 μ.Χ, από τους Βουλγάρους, με τον Ηγεμόνα τους, τον ανηλεή, Κρούμο, να αναγνωρίζει το πτώμα του, διατάσσοντας να του κόψουν το κεφάλι και αφού το επαργύρωσε το χρησιμοποίησε κατά τα βάρβαρα έθιμα της στέπας, ως κύπελο για να πίνει κρασί.

Εικόνα: Το αχανές Χαλιφάτο των Αββασιδών.

Ένας «Μεσαιωνικός» οικονομολόγος.

Ο ευνούχος Νικηφόρος, κατ’ άλλους Νικηφορίτζης, ο παντοδύναμος «Γενικός Λογοθέτης» του ποιητή αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα, αφού απομάκρυνε από το παλάτι όλους τους συγγενείς και φίλους του Αυτοκράτορα, έβαλε στο μάτι το εμπόριο των δημητριακών που διεξαγόταν ελεύθερα από το λιμάνι της Ραιδεστού, στη θάλασσα του Μαρμαρά. Εκεί κατέληγαν καραβάνια ολόκληρα με σιτάρι, από την Χερσόνησο του Αίμου και την Μικρά Ασία, όπου στην συνέχεια μεταπωλούνταν με τελικό προορισμό την Ευρώπη και τον Καύκασο.

Ο Νικηφόρος λοιπόν εγκατέστησε μπροστά στις πύλες της Ραιδεστού μια τεράστια αποθήκη και υποχρέωσε τους πωλητές σταριού να το τοποθετούν εκεί και να το πωλούν σε τιμή καθορισμένη από το κράτος, δηλαδή από τον ίδιο. Έπεισε μάλιστα τον «άβουλο» Αυτοκράτορα να ορίσει με διάταγμα ως μονοπώλιο την πώληση του σιταριού, έτσι όποιος προσπαθούσε να πουλήσει απευθείας το σιτάρι του σε κάποιον έμπορο ήταν παράνομος.

Σιγά σιγά η τιμή του σιταριού λοιπόν ανέβηκε σε ιλιγγιώδη ύψη, λόγο της τεχνίτης έλλειψης που ο ίδιος είχε δημιουργήσει καθυστερώντας να πουλήσει τα συγκεντρωμένα σιτηρά που βρίσκονταν στις κρατικές αποθήκες. Πριν το μονοπώλιο, με ένα νόμισμα μπορούσε κάποιος να αγοράσει 18 «μόδια» σταριού, ενώ μετά το μονοπώλιο, μόνο ένα, τόσο τεράστια ήταν η αύξηση της τιμής.

Ακολουθώντας την αύξηση της τιμής του σταριού, ανέβηκε και η τιμή του ψωμιού, με τις τιμές των υπολοίπων αγαθών να ακολουθούν. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να ξεσηκωθεί ο λαός της Θράκης και ειδικά οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης και της Ραιδεστού. Ακολούθησε γενική εξέγερση που οδήγησε σε πτώση τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’, ο οποίος αναγκάστηκε να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του σε μοναστήρι, ενώ από την άλλη ο Νικηφορίτζης πέθανε με μαρτυρικό τρόπο και έπειτα από πολλά βασανιστήρια στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης το 1078 μ.Χ.

Εικόνα: Απεικόνιση του Μιχαήλ Ζ’ του Δούκα στο πίσω μερος του «Ιερού στέμματος της Ουγγαρίας».

Ένας άξιος πατέρας.

Τον Αύγουστο 1118 μ.Χ ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός αργοπέθαινε στο «Μοναστήρι των Μαγγάνων», ωστόσο τις τελευταίες μέρες της ζωής του δεν έμελλε να τις πέρασε σε ηρεμία διότι η έχθρα της Άννας της Κομνηνής για τον αδελφό της Ιωάννη Β΄ είχε θεριέψει. Αυτό εξηγείται από το γεγονός, ότι η Άννα στην ηλικία των πέντε ετών αρραβωνιάστηκε με τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του Μιχαήλ Ζ΄, γεγονός το οποίο θεωρητικά της εξασφάλιζε την άνοδο της στο θρόνο ως Αυτοκράτειρας.

Ο Αλέξιος Α΄, προσπαθώντας να συνδεθεί με τις μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες με κοινά συμφέροντα, μνήστευσε την κόρη του με τον Κωνσταντίνο Δούκα, δίνοντάς του το σημαντικότατο αξίωμα του «Καίσαρα» και κάνοντάς τον «κοινωνό» κατά κάποιον τρόπο της αυτοκρατορικής εξουσίας. Ωστόσο ο Κωνσταντίνος πέθανε νέος και εκείνη στη συνέχεια παντρεύτηκε με τον Νικηφόρο Βρυέννιο τον Νεότερο, γιό του τυφλού Νικηφόρου Βρυέννιου του Πρεσβύτερου. Σύμφωνα με την λεπτομερή περιγραφή του Νικήτα Χωνιάτη, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1118, ο Αλέξιος Α’ «ένιωσε» πως ο θάνατος ήταν πλέον κοντά.

Ασθενής από πολλά χρόνια, υπέφερε από ποδάγρα και πιθανώς από μία καρδιακή προσβολή, που είχε υποστεί το 1112. Ο ρόλος της Ειρήνης Δούκαινας, της μητέρας του Ιωάννη και της Άννας, είχε αυξηθεί, όπως και αυτός του Νικηφόρου Βρυέννιου. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Αλέξιου Α’ εναντίον των Τούρκων το 1115-1116, ο Νικηφόρος είχε λειτουργήσει ως αντικαταστατής του Αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι λοιπόν, δυο αντίπαλες φατρίες ξεκίνησαν τις δολοπλοκίες γύρω από τη διαδοχή. Ο Ιωάννης Β΄ είχε την υποστήριξη του αδελφού του Ισαάκιου, ο οποίος εναντιωνόταν στη «Φατρία των γυναικών» μέσα στην αυτοκρατορική οικογένεια, της οποίας ηγείτο η Ειρήνη και η Άννα.

Η Ειρήνη και η Άννα, συνωμοτούσαν για να μην τον διαδεχθεί ο Ιωάννης στο θρόνο, αλλά ο σύζυγος της Άννας, Νικηφόρος Βρυέννιος. Το σχέδιο τους, όμως, απέτυχε. Το σθένος που έδειξε ο Αλέξιος στη ζωή του ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστο. Αναλύοντας τον προσωπογραφικά θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν ένας άνθρωπος γεννημένος ηγέτης. Είχε εξάλλου όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούσε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδεολογία από έναν ιδανικό Αυτοκράτορα.

Εικόνα: Η Ειρήνη Δούκαινα ήταν τρίτο παιδί και μεγαλύτερη κόρη του Πρωτοβεστιάριου Ανδρόνικου Δούκα και της Μαρίας της Βουλγαρίας, εγγονής του Ιβάν Βλάντισλαβ. Από αυτή ο Αλέξιος ο Κομνηνός απέκτησε την Άννα, τον Ιωάννη Β’ καθώς και τα υπόλοιπα παιδιά του.

Έτσι λοιπόν αρνήθηκε να «αποκληρώσει τον Ιωάννη και μάλιστα, όταν ο Ιωάννης πήγε μυστικά στο «Μοναστήρι των Μαγγάνων», όπου βρισκόταν ο πατέρας του, ο Αλέξιος του παρέδωσε το «Αυτοκρατορικό Δαχτυλίδι», το λεγόμενο «Σφραγιστηκό δακτύλιον», μαζί με την ευχή του, λίγες μόνων ώρες προτού πεθάνει. Ο νεαρός Ιωάννης απολάμβανε την απεριόριστη αγάπη του πατέρα του, αλλά η μητέρα του Ειρήνη και η αδελφή του Άννα Κομνηνή τον περιφρονούσαν και τον κακολογούσαν, ελπίζοντας να τον δουν να απομακρύνεται από τη διαδοχή.

Ωστόσο ο Αλέξιο είναι απίθανο ότι θα προωθούσε στο θρόνο τον Νικηφόρο, του οποίου τον πατέρα είχε συλλάβει και τυφλώσει, όταν στασίασε σε βάρος της δικής του δυναστείας. Αντιθέτως το 1111 μ.Χ. ο Αλέξιος ζήτησε από τον πατριάρχη Νικόλαο τον Γραμματικό να ευλογήσει τον Ιωάννη. Συνταρακτικό είναι το γεγονός πως, όταν η «Δούκαινα» έμαθε πως ο Αλέξιος έδωσε την «ευχή» του στον Ιωάννη, τον παρακάλεσε να τον αποκληρώσει, λαμβάνοντας την «μεγαλειώδη» απάντηση πως, «Ειρήνη… Ξέρεις κανέναν που να έχει άξιο γιο και παρόλα αυτά να παραδώσει την Βασιλεία στον γαμπρό του».

«Ο Ξενών του Παντοκράτορος»

Σε όλες τις πόλεις του βυζαντινού κράτους υπήρχαν νοσοκομεία. Οι ασθενείς μπορούσαν να νοσηλευτούν δωρεάν ή έναντι κάποια αμοιβής, ανάλογα με τη σοβαρότητα της ασθένειας και τον κανονισμό του εκάστοτε ιδρύματος. Το νοσοκομείο «Ο Ξενών του Παντοκράτορος» ιδρύθηκε το 1136 μ.Χ από τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνό και αποτέλεσε ένα πραγματικό στολίδι για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Το νοσοκομείο είχε πέντε τμήματα χειρουργικό, οφθαλμολογικό, γυναικολογικό, παθολογικό και ψυχιατρικό. Επίσης υπήρχαν εξωτερικά ιατρεία, για τους ασθενείς εκτός νοσοκομείου και εγκαταστάσεις αποχωρητηρίων, λουτρών, μαγειρείων, φαρμακείου καθώς και χώρος διοικητικών υπηρεσιών όπου φυλάσσονταν τα αρχεία των ασθενών. Σε κάθε τμήμα υπήρχαν δύο γιατροί, τρεις βοηθοί, δύο ειδικευόμενοι γιατροί και δύο νοσοκόμοι, ενώ πήρχαν ακόμη δύο υψηλόβαθμοι γιατροί που ασκούσαν την εποπτεία και επισκέπτονταν καθημερινά τους ασθενείς.

Στο προσωπικό του νοσοκομείου ανήκαν επίσης τέσσερις φαρμακοποιοί, ένας θυρωρός, πέντε γυναίκες που εργάζονταν στα πλυντήρια, ένας υπεύθυνος για την ύπαρξη ζεστού νερού, δύο μάγειροι, δύο φουρνάρηδες, ένας μυλωνάς, ένας σταβλίτης υπεύθυνος για τα άλογα των γιατρών, ένας φρουρός για την πύλη, ένας προμηθευτής των αναγκαίων ειδών, τρεις ιερείς, ένας για τις εξομολογήσεις των ετοιμοθάνατων και οι δύο για τις κηδείες, δύο αναγνώστες εκκλησιαστικών κειμένων, τέσσερις νεκροθάφτες και ένας καθαριστής των αποχετεύσεων.

Εικόνα: Μωσαϊκό του 12ου αιώνα από το άνω τμήμα της Αγίας Σοφίας. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός απεικονίζεται στα αριστερά, με την Παναγία και το βρέφος Ιησού Χριστό στο κέντρο και τη σύζυγο του Ιωάννη, αυτοκράτειρα Ειρήνη της Ουγγαρίας, στα δεξιά.

Τα κρεβάτια που είχε το νοσοκομείο ήταν συνολικά 50. Από αυτά τα 10 προορίζονταν για τους χειρουργημένους ή τους τραυματίες, τα 8 για όσους έπασχαν από διάφορες ασθένειες, τα 12 για γυναίκες και τα υπόλοιπα για διάφορους άλλους ασθενείς. Τελος υπήρχαν και τα «παρακρέβατα» για τα επείγοντα περιστατικά, όταν όλα τα κρεβάτια του νοσοκομείου ήταν γεμάτα.

Οι χειρουργοί των νοσοκομείων του βυζαντινού κράτους επιχειρούσαν λεπτές και δύσκολες εγχειρήσεις. Ο Λέων ο Γραμματικός αναφέρει ότι το 10ο αιώνα οι χειρουργοί της Κωνσταντινούπολης προσπάθησαν να χωρίσουν δύο σιαμαία παιδιά από την Αρμενία. Όταν το ένα από τα Σιαμαία πέθανε, οι γιατροί απέκοψαν το σημείο συνένωσής τους, ελπίζοντας ότι το άλλο θα επιζούσε. Δυστυχώς, όμως, πέθανε κι αυτό τρεις μέρες μετά την επέμβαση. Στο ιστορημένο χειρόγραφο της χρονογραφίας του Σκυλίτζη, σώζεται μία μικρογραφία που παριστάνει αυτήν ακριβώς την εγχείρηση.

Ιδιαίτερα ικανός χειρουργός ήταν ο Παύλος Αιγινίτης που έζησε τον 7ο αι. και σπούδασε στην Αλεξάνδρεια. Έκανε καυτηριασμό ουροδόχου κύστεως, χρησιμοποιούσε καθετήρες ανάλογα με την ηλικία και το φύλο, έκανε λιθοτριψίες στην ουροδόχο κύστη, ενώ στα συγγράμματα του περιέγραψε χειρουργικές μεθόδους για διάφορες παθήσεις που διατηρήθηκαν μέχρι τον 17ο αιώνα.

Ένας θησαυρός που δεν τον ήθελε κανείς.

Το 691 ο Χαλίφης Αμπντ αλ Μαλίκ, για να πληρώσει τον φόρο υποτέλειας που όφειλε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, επιχείρησε να στείλει χρυσά νομίσματα αραβικής κοπής στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ βλέποντας τα αρνήθηκε να τα δεχτεί ζητώντας Ρωμαϊκά νομίσματα και όχι Αραβικά. Ο Χαλίφης ωστόσο επέμεινε λέγοντας πως δεν θα επέτρεπε πλέον την κυκλοφορία Ρωμαϊκά νομισμάτων στις κτήσεις του, στέλνοντας ξανά στην Κωνσταντινούπολη τον χρυσό που του είχε επιστρέψει ο Ιουστινιανός.

Εικόνα: Ισλαμικά νομίσματα του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών, που χρονολογούνται από την εποχή του Χαλίφη Αμπντ αλ Μαλίκ.

Ήταν το ξεκίνημα ενός πολέμου συμβόλων που ξέσπασε μεταξύ της Ρωμανίας και του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών. Στον πόλεμο αυτό οι Άραβες διεκδικούσαν την αναγνώριση του δικού τους νομίσματος ως ισότιμου με το Ρωμαϊκό, αντιλαμβανόμενοι τη σημασία που θα είχε αυτή η αναγνώριση τόσο στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους όσο και στην ίδια την ύπαρξη του κράτους τους. Παρ΄ όλα αυτά δεν γνωρίζουμε αν οι Βυζαντινοί δέχτηκαν τελικά τα νομίσματα του Χαλίφη Αμπντ αλ Μαλίκ, πάντως μέσα σε λίγα χρόνια, μέχρι το 697, οι Άραβες είχαν πετύχει να αναπτύξουν το δικό τους νομισματικό σύστημα εκδίδοντας νομίσματα με αποσπάσματα από το Κοράνι.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η γλώσσα που ήταν γραμμένα τα νομίσματα. Στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο τα νομίσματα ήταν γραμμένα στα λατινικά. Ωστόσο από τον 7ο αιώνα οι επιγραφές άρχισαν σιγά σιγά να εξελληνίζονται, με τα λατινικα γραμματα F, L, R να αντικαθηστονται τα από τα αντίστοιχα ελληνικά Φ, Λ, Ρ. Έτσι λοιπον, γυρο στις αρχες του 10ου αιώνα συναντάμε ελληνικές επιγραφές με λατινικά γράμματα στα αραβικα νομισματα (NICA, CYRIE,PATHR, NICHFOΡ).

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Ιωάννη Δ. Κηπουρού, «Οι επιγραφές στα χρυσά νομίσματα των αυτοκρατόρων».
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, «Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού».
  • Δημήτριος Καραμπελόπουλος, «Τα νοσοκομεία στο Βυζάντιο».
  • Εκδοτικής Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Gérard Walter, «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο».
  • Μαρία Θεοχάρη, «Διαδρομές στο Βυζάντιο».
  • Charles Diehl, «Πορτραίτα Βυζαντινών».
  • Μ. Καραγάτσης, «Σέργιος και Βάκχος».
  • Michael Angold, «Βυζάντιο».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.