Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
«Ενθυμήματα Ρωμαϊκά». (Μερος Β’). Πέντε μικρές ιστορίες από την χιλιόχρονη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

«Ενθυμήματα Ρωμαϊκά». (Μερος Β’). Πέντε μικρές ιστορίες από την χιλιόχρονη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

«Και του χρόνου στη Πόλη»

Ο Θεόδωρος Λάσκαρης είναι ο πρώτος άνθρωπος που στέφθηκε Αυτοκράτορας της Νίκαιας και κατά συνέπεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. Άμεσα λόγο της προσωπικότητας του, αλλά και εξαιτίας του μαχητικού του πνεύματος, γίνεται ένας «φωτεινός φάρος», με τον λαό της Ρωμανίας να συσπειρώνεται κοντά του. Για τα επόμενα 60 χρόνια, η Νίκαια δεν θα αποκτήσει τον χαρακτήρα μιας «δεύτερης» Κωνσταντινούπολης, αλλά θα αποτελέσει την αφετηρία για την ανάκτηση της Βασιλεύουσας, το 1261 από τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο.

Ο Λάσκαρης λοιπόν, την ημέρα που στέφονταν Αυτοκράτορας των Ρωμαίων, το 1205, έδωσε έναν «μικρό» λόγο, μέσα στον οποίο απαριθμούσε τους λόγους για τους οποίους χάθηκε η Κωνσταντινούπολη. Κύριος μεταξύ αυτών ήταν πως, «Επειδή αμαρτήσαμε χάσαμε την Κωνσταντινούπολη που ήταν το αρχαίον και πρώτον ημίν ενδιαίτημα… ο παράδεισος μας», ενώ καταλήγει με μια φράση που παραμένει επίκαιρη μέχρι και τις μέρες μας, «θα γιορτάσουμε όμως κάποια στιγμή τα νικητήρια ει δε και τα εισιτήρια στην Κωνσταντινούπολη, ενώ αν επιτευχθεί τούτο των θαυμασίων έργων θαυμασιώτερον και των πώποτε εξαισίων εξαισιώτερον».

Εικόνα: Μικρογραφία του Αυτοκράτορα Θεόδωρου Α’ Λάσκαρη από χειρόγραφο του 15ου αιώνα.

Από αυτά τα λόγια του λοιπόν κανείς από τους επιγόνους του δεν τόλμησε να παρεκκλίνει. Ακόμα και ο Πατριάρχης, εξόριστος πλέον από την Κωνσταντινούπολη, με συνοδική πράξη παρείχε «συγχώρεση» αμαρτιών σε όσους σκοτωθούν στην προσπάθεια ανάκτησης της Βασιλεύουσας, μια πράξη καθόλου συνηθισμένη, για τα Ρωμαϊκά δεδομένα, αφού το ίδιο αίτημα είχε κάνει και μερικούς αιώνες νωρίτερα ο Νικηφόρος Φωκάς για όσους έπεφταν νεκροί στους πολέμους της Αυτοκρατορίας κατά των Αράβων στην Ανατολή. Έτσι λοιπόν, από εκείνη την ημέρα και μετα, ένα σύνθημα και μόνο κυριαρχούσε στις ευχές των Ρωμαίων, «Και του χρόνου στη Πόλη».

Ο «Σοφός» Αυτοκράτορας.

Ο Λέων ΣΤ΄ ο «Σοφός» βασίλεψε από το 886 μ.Χ. μέχρι τον θάνατό του, το 912 μ.Χ. Όντας συγγραφέας, ρήτορας και νομομαθής, όφειλε την εξαιρετική του μόρφωση στον Φώτιο τον Μέγα, του οποίου υπήρξε μαθητής, αν και αναγκάστηκε να τον εξορίσει αμέσως μετά την άνοδό του στον αυτοκρατορικό θρόνο. Ο Λέων λοιπόν, κέρδισε το προσωνύμιο «Σοφός» όσο ακόμα ζούσε, λόγω της ενασχόλησης του με το νομοθετικό έργο της Αυτοκρατορίας.

Έτσι λοιπόν στην 90η του «Νεαρά», ο «νομοθέτης» Αυτοκράτορας, απαγόρευε αυστηρά τον τέταρτο γάμο για τους κάτοικους της Αυτοκρατορίας, ενώ στην 91η του «Νεαρά» απαγόρευε στους υπηκόους του να συμβιώνουν κάτω από την ίδια στέγη με τις ερωμένες τους. Στην πράξη ωστόσο, ο Λέων δεν αποδείχτηκε και τόσο «σοφός», αφού κατάφερε να παραβεί και τους δυο αυτούς σημαντικούς νόμους, καθώς και με την ερωμένη του συμβίωνε αλλά και νυμφεύθηκε τέσσερις φορές.

Με την πρώτη του γυναίκα, τη Θεοφανώ, νυμφεύθηκε σε ηλικία 16 ετών, πριν ακόμα γίνει Αυτοκράτορας. Του τη διάλεξε η μητέρα του κατά τα λεγόμενα «Βασιλικά καλλιστεία», ανάμεσα σε 12 υποψήφιες νύφες. Με τη Θεοφανώ, ο Λέων, έκανε μια κόρη η οποία όμως πέθανε σε ηλικία 10 ετών. Εντωμεταξύ ο Λέων είχε στεφθεί Αυτοκράτορας και συζούσε ήδη με την ερωμένη του που την έλεγαν Ζωή και η οποία, συν τοις άλλοις, ήταν ήδη παντρεμένη.

Εικόνα: Ψηφιδωτό από την Αγία Σοφία, που απεικονίζει τον Λέοντα ΣΤ΄ να αποτίνει φόρο τιμής στον Χριστό.

Σύμφωνα με τα παραπάνω και χωρίς πολλά πολλά, η Θεοφανώ, δέχτηκε να δώσει στον Αυτοκράτορα διαζύγιο και αποσύρθηκε σε μοναστήρι, όπου και πέθανε λίγο αργότερα. Από την άλλη πλευρά η ήδη παντρεμένη Ζωή έμεινε χήρα, με τις φήμες να λένε πως η ίδια συνέργησε στον μυστηριώδη θάνατο του άνδρα της. Ελεύθερος πλέον από τα «ιερά δεσμά», ο Λέων, νυμφεύθηκε τη Ζωή αλλά μέσα σε ενάμιση χρόνο η αγαπημένη του πέθανε από τροφική δηλητηρίαση.

Ο Λέων τώρα «απαρηγόρητος», θα νυμφευθεί για τρίτη φορά την Ευδοκία, η οποία κατά τη διάρκεια του τοκετού θα πεθάνει και αυτή μαζί με το μωρό που κυοφορούσε και το οποίο σύμφωνα με πληροφορίες ήταν αγόρι. Έτσι λοιπόν, ο Αυτοκράτορας, θα μείνει χωρίς διάδοχο και θα αποφασίσει να εγκαταστήσει στο παλάτι την Ζωή την «Καρβονόψινα», με την οποία θα καταφέρει επιτέλους να αποκτήσει άρρενα διάδοχο, τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο.

Τώρα όμως ένα νέο πρόβλημα έκανε την εμφάνιση του. Ο Λέων θα έπρεπε να νομιμοποιήσει τόσο τη σχέση του με την Ζωή, όσο και τον διάδοχό του. Αντίθετος σε αυτό ήταν ο Πατριάρχης, Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, που δεν δεχόταν να ευλογήσει τον τέταρτο γάμο του «άσωτου» Αυτοκράτορα. Τελικός έπειτα από την προσωρινή φυγή της Ζωής, ο Νικόλαος, δέχθηκε να βαπτίσει τον διάδοχο. Ωστόσο τρεις μέρες μετά τη βάπτιση του γιου του, ο Λέων, ξανάφερε στο παλάτι την παλλακίδα του και τη νυμφεύθηκε, χωρίς μάλιστα να ζητήσει από τον Πατριάρχη να τελέσει τον γάμο όπως καθόριζε το πρωτόκολλο.

Ο εξοργισμένος, όσο και εξαπατημένος, Πατριάρχης, μαθαίνοντας τα νέα, καθαίρεσε τον ιερέα που τέλεσε τον γάμο και «απαγόρευσε» στον Αυτοκράτορα να εισέλθει στον ναό της Αγίας Σοφίας στην λειτουργία των Χριστουγέννων του 906 μ.Χ. και των Φωτών του 907 μ.Χ. Ο Αυτοκράτορας χωρίς να μπορεί να μεταπείσει τον Νικόλαο, τον εξανάγκασε σε παραίτηση. Ο νέος Πατριάρχης, Ευθύμιος Α’, αναγνώρισε τον γάμο, ωστόσο δεν μνημόνευσε ποτέ στην εκκλησία την Αυτοκράτειρα Ζωή, ενώ δεν την αναγόρευσε σε «Αυγούστα» σύμφωνα με το εθιμοτυπικό.

Εικόνα: Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος ήταν ο τέταρτος Αυτοκράτορας της Δυναστείας των Μακεδόνων και βασίλεψε από το 913 έως το 959.

Μια «θεόσταλτη αποστολή».

Με το θάνατο του Βασίλειου B’ του «Βουλγαροκτόνου», το 1025 μ.Χ, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έχει φθάσει στο απόγειο της ακμής της. Ήταν η κατάληξη μίας σειράς «ορθών» επιλογών και «θαρραλέων» αποφάσεων από τους ικανούς αυτοκράτορες της «Μακεδονικής Δυναστείας», όπως ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, ο Λέων ο Σοφός, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Ιωάννης Tσιμισκής και περισσότερο απ’ όλους, του ίδιου του Βουλγαροκτόνου.

Με συνεχείς, σκληρούς πολέμους η Αυτοκρατορία ανακτά ολόκληρη τη Μικρά Ασία, συντρίβοντας την αραβική αντίσταση, ενώ προσαρτά τις περιοχές της βόρειας Συρίας, της Μεσοποταμίας, την Δυτικής Αρμενίας και την Γεωργίας, ενώ σε άλλους «γείτονες» της επιβάλλει την επικυριαρχία της. Έτσι λοιπόν, έγινε εφικτό να αποκατασταθεί και ο «πλήρης» έλεγχος  της Αυτοκρατορίας στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

Από την άλλη πλευρά, με την «επαναφορά» των Βουλγάρων και των νότιων Σλάβων στην «έννομη» τάξη τα Ρωμαϊκά σύνορα έφθασαν και πάλι, έπειτα από τέσσερις αιώνες, ως το Δούναβη. Κατόπιν αυτού, η αυτοκρατορική επιρροή επεκτάθηκε και πέρα από τα σύνορα της Αυτοκρατορίας. Οι Ούγγροι και κατόπιν οι Pως «εκχριστιανίζονται», ενώ αποκαθίστανται οι επαφές με τη δυτική Ευρώπη, η οποία δέχεται έντονη επίδραση από την Ρωμανία, τόσο στον πνευματικό όσο και στον οικονομικό τομέα. Το «εύρος» της κυριαρχίας των «Ρωμαίων της Ανατολής», κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, μπορεί να γίνει αντιληπτό τόσο από την παγιωμένη πολιτική ιδεολογία τους, όσο και από τις επαφές τους με τα διάφορα βάρβαρα έθνη. Έχοντας καθιερώσει μία «πυραμιδική» διαβάθμιση όλων των λαών, βρίσκονται στην κορυφή αυτής της «πυραμίδας».

Εικόνα: Η νίκη των Ρωμαίων κατά των Βουλγάρων στη μάχη του Κλειδίου και ο θάνατος του Σαμουήλ, στο κάτω μερος.

H αυτοκρατορική γραμματεία καθιέρωσε ένα καλομελετημένο «πρωτόκολλο», σύμφωνα με το οποίο ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας θεωρείται ο «Πατέρας» σε μία «υποθετική» οικογένεια των μοναρχών και των ηγεμόνων της εποχής. Έτσι λοιπόν, στο Γερμανό «βασιλέα» παραχωρείται ο τίτλος του «Αδελφού», ο τσάρος της Βουλγαρίας «περιορίζεται» στο να χαρακτηρισθεί ως «Υιός», ενώ οι λιγότερο σημαντικοί πρίγκιπες αποκαλούνται απλός ως «Φίλοι». Στους τελευταίους συχνά παραχωρούνται «τίτλοι» που δείχνουν την έστω και ονομαστική εξάρτηση από τον Αυτοκράτορα, όπως ο τίτλος του «Kουροπαλάτη» και σε ορισμένες περιπτώσεις του «Aρχοντα».

Με άλλα λόγια, οι Ρωμαίοι είχαν αναλάβει και πιστέψει σε μια «θεόσταλτη αποστολή», σύμφωνα με την οποια, ο Αυτοκράτορας, είχε έναν ρόλο παγκόσμιου «διαιτητή και σωτήρα» με την θέληση και την εύνοια του ίδιου του Θεού. Έτσι λοιπόν, οι κάτοικοι της Ρωμανίας, αισθανόταν υπερηφάνεια για τις επιτυχίες των αυτοκρατόρων ως «απόρροια» της αγαστής συνεργασίας Εκκλησίας και Κράτους.

Είναι χαρακτηριστική η ρήση του Οικουμενικού Πατριάρχη, Νικολάου Mυστικού, προς τον Βούλγαρο τσάρο Συμεών πως, «Τόσο η Δύση, όσο και η Ανατολή ανήκουν στο κράτος των Ρωμαίων». Συν της άλλοις, η αναφορά του Βασιλείου B’, όταν «καταστράφηκε» το βασίλειο της Βουλγαρίας, σε επίσημο έγγραφο, απευθυνόμενος σε εκκλησιαστικό άρχοντα, ότι «ανάμεσα στα αγαθά που του πρόσφερε ο Θεός, προτιμά «οπωσδήποτε» την προσάρτηση εδαφών στην αυτοκρατορία του», αποδεικνύει τα παραπάνω πέραν κάθε αμφιβολίας.

Ο «προδομένος» Αυτοκράτορας.

Το βράδυ της 10ης Δεκεμβρίου 969 μ.Χ, η βασιλεία του Νικηφόρου Β΄ θα φτάσει στο άδοξο τέλος της. Πρωτεργάτης του «πραξικοπήματος» ήταν η ίδια η Αυτοκράτειρα Θεοφανώ μαζί με τον εραστή της, τον διάσημο Ιωάννη Τζιμισκή, ανιψιό του Νικηφόρου και μετέπειθα Αυτοκράτορα. Τα μέλη της συνωμοσίας είχαν ορίσει την 10η Δεκεμβρίου ως την ημέρα εκτέλεσης του σχεδίου τους. Νωρίς το απόγευμα της ίδιας ημέρας η Θεοφανώ είχε βοηθήσει στην είσοδο των υπολοίπων μελών κρυφά στο παλάτι ντύνοντας τους με γυναικεία ρούχα, κάτω από τα όποια έκρυβαν τα φονικά τους όπλα.

Ο Τσιμισκής, ο όποιος είχε ηγετικό ρολό σε αυτήν την συνωμοσία, για να μην κινήσει υποψίες βρισκόταν στο Πέραν. Ωστόσο οι ενέργειες αυτές δεν πέρασαν απαρατήρητες και έφτασαν στα αυτιά του Νικηφόρου διάφορες φήμες. Αυτός ανήσυχος έστειλε τον Μιχαήλ, έναν από τους πιο «έμπιστους» ευνούχους του, όπως πίστευε, για να ερευνήσει το παλάτι. Αυτός όμως απ’ ότι φαίνεται είχε ταχθεί με το μέρος της Θεοφανούς και έτσι δεν ανέφερε τίποτα το ασυνήθιστο στον Αυτοκράτορα.

Εικόνα: Βυζαντινή μικρογραφία που παρουσιάζει την Θεοφανώ να δηλητηριάζει τον πεθερό της, τον Κωνσταντίνο Ζ’.

Έτσι λοιπόν, τη νύχτα αυτή, όπως αναφέρεται από τον Λέοντα τον Διάκονο, μια τρομερή χιονοθύελλα είχε ξεσπάσει στην Πόλη. Οι συνεργάτες του Τσιμισκή φοβόντουσαν μήπως δεν κατάφερνε να διασχίσει εγκαίρως τον φουρτουνιασμένο Κεράτιο κόλπο καθώς επέβαινε σε μια μικρή βάρκα και δεν είχε ούτε δάδα αναμμένη, ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς των τειχών των ανακτόρων.

Τελικά λίγο πριν τα μεσάνυχτα βρέθηκε και αυτός στο παλάτι, έτοιμος για δράση. Ο Αυτοκράτορας, ανυποψίαστος για τα γεγονότα που διαδραματίζονταν δίπλα του, είχε ξαπλώσει στο πάτωμα, συνήθεια που είχε αποκτήσει όσο καιρό ήταν στρατιωτικός, σε μια γωνία του αυτοκρατορικού δωματίου. Την προκαθορισμένη ώρα οι συνωμότες οδηγούμενοι από κάποιον έμπιστο του Αυτοκράτορα βρέθηκαν στην κάμαρά του. Όταν είδαν το αυτοκρατορικό κρεβάτι άδειο τους κυρίευσε τρόμος και πανικός καθώς πίστεψαν ότι η συνωμοσία τους είχε αποκαλυφθεί και οι αυτοκρατορικοί σωματοφύλακες τους είχαν στήσει παγίδα για να τους συλλάβουν την ώρα που θα εκτελούσαν την αποτρόπαια ενέργειά τους.

Τελικά τη λύση την έδωσε πάλι ο έμπιστος του Φωκά που τους είχε οδηγήσει ως εδώ, δείχνοντας τους την σκοτεινή γωνία του δωματίου που κοιμόταν ο Νικηφόρος. Τότε ο «ταξίαρχος» Λέων Βαλάντης τράβηξε το ξίφος του και κατάφερε ένα δυνατό κτύπημα στον Αυτοκράτορα με σκοπό να τον αποκεφαλίσει. Την στιγμή αυτή φαίνεται πως ξύπνησε ο Νικηφόρος και στην απεγνωσμένη του προσπάθεια να ξεφύγει, χτυπήθηκε στο πρόσωπο από το σπαθί του ταξίαρχου αλλά δεν σκοτώθηκε.

Στην τραγική κατάσταση που βρισκόταν, τυφλωμένος απ’ τα αίματα, ανήμπορος να αντιδράσει και εγκαταλελειμμένος από όλους, έστρεψε τις τελευταίες του ελπίδες στην Παναγία που τόσο ευλαβούταν. Τελικά άφησε την τελευταία του πνοή με το όνομα της Παναγίας στα χείλη του. Οι αυτοκρατορικοί φρουροί θορυβημένοι από τον φασαρία μπήκαν στην καμάρα. Όταν αντίκρισαν το ακέφαλο σώμα του Νικηφόρου μέσα σε μια λίμνη αίματος κατάλαβαν ότι είχαν φτάσει πολύ αργά.

Στο μεταξύ λίγες στιγμές μετά την δολοφονία, άνθρωποι του Ιωάννη Τσιμισκή ξεχύθηκαν στους δρόμους της Βασιλεύουσας φωνάζοντας «Ιωάννης, Αύγουστος και Βασιλεύς Ρωμαίων». Η παγωμένη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην Πόλη από την στυγερή δολοφονία του Νικηφόρου συνέβαλε στην αδράνεια των πολιτών να αντισταθούν στην ενθρόνιση του πρωτεργάτη της συνωμοσίας, Ιωάννη Τσιμισκή.

Εικόνα: «Ιστάμενον» που απεικονίζει τον Ιωάννη Α΄ τον Τσιμισκή να στέφεται Αυτοκράτορας από τη Θεοτόκο.

Το σώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε από το παράθυρο του δωματίου και έμεινε εκεί παρατεταμένο για την υπόλοιπη ημέρα. Μόλις βράδιασε, κάποιοι από τους υπηρέτες που του είχαν παραμείνει πιστοί, πήραν το σώμα του και το μετέφεραν μέσα από τους άδειους δρόμους της Πόλης στο νεκροταφείο των Αυτοκρατορων, στην εκκλησία των Αγίων Απόστολων, βάζοντας το σε μια από τις μαρμάρινες σαρκοφάγους.

Χαρακτηριστικό γεγονός είναι, όπως φαίνεται από τα λεγόμενα του Λέοντος του Διακόνου, ότι επίσημα δεν έγινε κηδεία για τον αδικοχαμένο Αυτοκράτορα. Αυτό το φρικιαστικό τέλος επιφύλαξε η μοίρα για τον Nικηφόρο Β΄  Φωκά, τον γενναίο στρατηγό, τον ευσεβή χριστιανό αλλά και τον προδομένο Αυτοκράτορα. Πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή, «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα».

Οι συντεχνίες.

Στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το εμπόριο ήταν οργανωμένο σε «συντεχνίες», από τα χρόνια του Μέγα Κωνσταντίνου. Σε συντεχνίες ήταν οργανωμένοι οι χρυσοχόοι, οι ράφτες, οι έμποροι μεταξιού, οι κατασκευαστές και οι έμποροι μεταξωτών υφασμάτων, οι αρωματοπώλες, οι σαπωνοποιοί, οι κηροποιοί, οι παντοπώλες, οι κρεοπώλες, οι ιχθυέμποροι, οι αρτοποιοί, οι εργολάβοι οικοδομών και πολλοί άλλοι επαγγελματίες.

Επικεφαλής της συντεχνίας ήταν ο «πρόεδρος» που εκλεγόταν από τα μέλη της, αλλά το κράτος διόριζε δίπλα στον πρόεδρο και έναν διοικητικό υπάλληλο που ασκούσε έλεγχο στο εσωτερικό της συντεχνίας. Για να γίνει κανείς δεκτός σε μια συντεχνία έπρεπε πρώτα να προταθεί από πέντε μέλη της συντεχνίας κι ύστερα να πάρει έγκριση από τον «Έπαρχο». Επίσης τις πρώτες ύλες που θα χρειαζόταν, τα εμπορεύματα που είχε δικαίωμα να πουλάει, τη μέγιστη ποσότητα που θα μπορούσε να προμηθευτεί και τα όρια του κέρδους του, όλα αυτά τα καθόριζε ο «Έπαρχος». Ειδικοί κρατικοί ελεγκτές επισκέπτονταν τακτικά τα καταστήματα και ελέγχαν αν ο επαγγελματίας τηρούσε όλες αυτές τις προϋποθέσεις.

Στη Ρωμανία η παραγωγή και η πώληση ήταν αυστηρά διαχωρισμένες και τα περιθώρια του κέρδους καθορισμένα από το κράτος, έτσι γινόταν πρακτικά αδύνατη η ανάπτυξη μεγάλων εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων με αποτέλεσμα να γίνεται αδύνατη η συσσώρευση μεγάλων περιουσιών, οι οποίες παρέμειναν για αιώνες αποκλειστικότητα των ευγενών και του κλήρου.

Εικόνα: Ο Άγιος-Αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς.

Οι περιορισμοί που είχαν οι επαγγελματίες ήταν πάρα πολλοί. Για παράδειγμα  ένας χρυσοχόος δεν είχε δικαίωμα να αγοράσει, για τις ανάγκες της δουλειάς του, περισσότερο από μια λίβρα χρυσού. Εαν ήθελε να αγοράσει περισσότερο θα έπρεπε πρώτα να αποδείξει ότι χρησιμοποίησε ολοκληρωτικά την αρχική ποσότητα. Αυτό προκαλούσε καθυστέρηση στον ρυθμό παραγωγής κι ελάττωνε σημαντικά τις δυνατότητες ανάπτυξης της επιχείρησης.

Ανάλογους περιορισμούς είχαν και άλλοι επαγγελματίες. Οι ιχθυέμποροι πωλούσαν τα ψάρια τους στην τιμή που όριζε το κράτος, οι παντοπώλες είχαν καθορισμένα ποσοστά κέρδους, από 16 εως 18%, ενώ οι έμποροι μεταξιού αγόραζαν το ακατέργαστο μετάξι από τους παραγωγούς χωρίς να έχουν δικαίωμα να το κατεργαστούν οι ίδιοι, έτσι λοιπόν ήταν υποχρεωμένοι να το μεταπωλούν στους κατεργαστές μεταξιού.

Από την άλλη πλευρά και οι κατεργαστές μεταξιού είχαν τους δικούς τους περιορισμούς. Έπρεπε πρώτα να δηλώσουν την ποσότητα του μεταξιού που ήθελαν να κατεργαστούν και να βεβαιώσουν ότι διέθεταν τα αναγκαία κεφάλαια. Στη συνέχεια αναλάμβαναν τα κρατικά εργαστήρια βαφής του μεταξιού, ενώ υπεύθυνοι για τη λιανική πώληση ήταν ειδικοί έμποροι μεταξωτών υφασμάτων που είχαν το δικαίωμα να πωλούν μόνο μεταξωτά υφάσματα και κανένα άλλο είδος υφάσματος.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Ιωάννη Δ. Κηπουρού, «Οι επιγραφές στα χρυσά νομίσματα των αυτοκρατόρων».
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, «Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού».
  • Δημήτριος Καραμπελόπουλος, «Τα νοσοκομεία στο Βυζάντιο».
  • Εκδοτικής Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Gérard Walter, «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο».
  • Μαρία Θεοχάρη, «Διαδρομές στο Βυζάντιο».
  • Charles Diehl, «Πορτραίτα Βυζαντινών».
  • Μ. Καραγάτσης, «Σέργιος και Βάκχος».
  • Michael Angold, «Βυζάντιο».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.