Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Ηράκλειος ο Μέγας. (Μερος Α’). «Ο εκ του απροόπτου ανερχόμενος».

Ηράκλειος ο Μέγας. (Μερος Α’). «Ο εκ του απροόπτου ανερχόμενος».

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Δ’ Μέρος πατήστε εδώ.

Ο μεγαλύτερος εχθρός των «Ρωμαίων της Ανατολής», τουλάχιστον στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, δεν ήταν άλλος από την απέραντη Αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Έχοντας κληρονομήσει την Παρθική Αυτοκρατορία, οι απόγονοι του Σαπώρ του Μέγα, είχαν μετεξελιχθεί σε έναν πραγματικό εφιάλτη για τον εκάστοτε Αυτοκράτορα. Ωστόσο αυτή η αιματηρή «βεντέτα» θα μπορούσε κανείς να πει με μεγάλη ευκολία πως είχε τις ρίζες της σε γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν από την γέννηση του Χριστού.

Η Ρωμαϊκή ψυχοσύνθεση όντας ολόψυχα ταγμένη στην διεύρυνση του μεγαλείου της «Αιώνιας Ρώμης» δεν μπορούσε με τίποτα να ξεχάσει την πανωλεθρία του 53 π.Χ, στις Κάρρες της Μεσοποταμίας, όταν 40.000 Ρωμαίοι λεγεωνάριοι, υπό τις διαταγές του Μάρκου Λικίνιου Κράσσου, έπεσαν νεκροί από τα αναρίθμητα βέλη των Παρθών ιππέων. Συν τοις άλλοις, μέσα στους νεκρούς συγκαταλέγονταν και ο ίδιος ο Κράσσος, με την τυχη του να είναι πολύ χειρότερη από την οδύνη που προσέφερε ένας γρήγορος θάνατος.

Ανάμεσα, λοιπόν, απ’ τα κουφάρια των χιλιάδων Ρωμαίων λεγεωνάριων που σάπιζαν διάσπαρτα στην Συριακή έρημο, οι Παρθοί, κατάφεραν να πάρουν ένα τρόπαιο μεγαλύτερο ακόμα και από την πιο ξέφρενη φαντασίωση τους. Ήταν έξι μπρούτζινοι Ρωμαϊκοί αετοί, που ο καθένας τους ήταν και το σύμβολο μιας από της έξι λεγεώνες που καταστράφηκαν ολοσχερώς κατά την διάρκεια της σφαγής στις Κάρρες.

Εικόνα: Σύγχρονη αναπαράσταση Ρωμαϊκού Αυτοκρατορικού Αετού.

Ένα ζήτημα τιμής.

Το σοκ ήταν τεράστιο για την Ρωμαϊκή κοινή γνώμη, όσο και για το συνολο της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Ένα κομμάτι της «ψυχής» της «Αιώνιας Ρώμης» ήταν πλέον αιχμάλωτο των βαρβάρων της ανατολής. Πολλές προσπάθειες έγιναν για την ανάκτηση αυτών των πολυπόθητων κειμηλίων. Ο Αυτοκράτορας Βαλεριανός, πρώτος προσπάθησε να πάρει πίσω τους αετούς, το 257 μ.Χ, κινούμενος κατά του Σαπώρ Α’, που είχε εισβάλει στην Συρία, λεηλατώντας τα πάντα στο διάβα του και φτάνοντας έως του σημείου να καταλάβει την ίδια την Αντιόχεια το 256 μ.Χ.

Παρ’ όλα αυτά ο Σαπώρ μαθαίνοντας πως ο αυτοκρατορικός στρατός ήταν κοντά δεν δίστασε να οπισθοχωρήσει προς την Μεσοποταμία και σε μια επανάληψη της εκστρατείας του 53 π.Χ, παρέσυρε την πολυπληθή αυτοκρατορική στρατιά στην άγονη βόρεια Μεσοποταμία, όπου και συνέτριψε τους καταβεβλημένους Ρωμαίους στην μάχη της Μπαρμπαλισσού, τρέποντας τον ίδιο τον Αυτοκράτορα σε φυγή και αναγκάζονταν τον να βρει καταφύγιο στην Έδεσσα, όπου σύντομα πολιορκήθηκε από τους Πέρσες και παραδόθηκε στο «περίφημο» έλεος τους.

Μετα λοιπόν από το αναμενόμενο τραγικό τέλος που βρήκε ο αιχμάλωτος Βαλεριανός στα χέρια των Περσών, πολλοί νόμιζαν πως πλέον όλα είχαν κριθεί. Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρις ότου να «ανατείλει» το άστρο του Ιουλιανού του Μέγα, που κάποιοι μάλλον κακεντρεχώς αρέσκονται να τον αποκαλούν «Αποστάτη». Το 363 μ.Χ, ο Ιουλιανός εισέβαλε στο Περσικό κράτος, στο οποίο βασίλευε ο Σαπώρ Β’, επικεφαλής ισχυρότατου εκστρατευτικού σώματος, ενώ έστειλε τον συγγενή του Προκόπιο επικεφαλής μεγάλης δυνάμεως για να εισβάλλει κυκλωτικά από τα βόρεια, δια μέσου της Αρμενίας.

Σε γενικά πλαίσια η εκστρατεία αυτή έχει δεχτεί πολύ έντονη κριτική από τους σύγχρονους ιστορικούς, όχι μόνο γιατί θα μπορούσε να αποφευχθεί ο πόλεμος, αλλά και γιατί από την αρχή φαινόταν υπερβολικά φιλόδοξη και επικίνδυνη. Πράγματι, παρά τις αρχικές επιτυχίες, το εγχείρημα αποδείχθηκε καταστροφικό για τον ρωμαϊκό στρατό που αντιμετώπισε μεγάλα επισιτιστικά προβλήματα σε συνδυασμό με τη συνεχή παρενόχληση των δυνάμεων του από τον Περσικό στρατό. Συν τοις άλλοις, η στρατιά του Προκοπίου δεν εμφανίστηκε ποτέ από τα βόρεια κάνοντας το όλο εγχείρημα σχεδόν ακατόρθωτο.

Εικόνα: Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 555 μ.Χ.

Έτσι λοιπόν, καθώς ο Ιουλιανός εισχωρούσε όλο και περισσότερο στο εσωτερικό της περσικής Μεσοποταμίας, οι Πέρσες άνοιξαν τα αρδευτικά φράγματα πλημμυρίζοντας τη χώρα μεταξύ του Τίγρη και του Ευφράτη ποταμού. Φτάνοντας εμπρός στην Περσική πρωτεύουσα, την Κτησιφώνα, ο Ιουλιανός διαπίστωσε πως δεν διέθετε τον κατάλληλο εξοπλισμό για την πολιορκία της πόλης. Τότε πήρε την απόφαση να οπισθοχωρήσει, ενώ καθώς η διαδρομή πίσω του ήταν πλημμυρισμένη, αναγκάστηκε να ακολούθησε πορεία προς βόρεια, κατά μήκος του ποταμού Τίγρη.

Η πορεία αυτή, μέσα από εχθρικά εδάφη, κάτω από τον ανυπόφορο καύσωνα και υπό τη συνεχή παρενόχληση ενός εχθρού που απέφευγε την κατά μέτωπο σύγκρουση, ήταν εξαιρετικά προβληματική και όλα έδειχναν ότι ο Ρωμαϊκός στρατός είχε πιαστεί σε μια ακόμα «θανάσιμη» παγίδα. Οι Σασσανίδες γνώριζαν πως όχι μόνο ήταν επικίνδυνο να ριψοκινδυνεύσουν μια κατά μέτωπο σύγκρουση, αλλά και ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο, καθώς το μόνο που χρειαζόταν ήταν να επιβραδύνουν την υποχώρηση των Ρωμαίων.

Κάτω λοιπόν από αυτές τις συνθήκες, στις 26 Ιουνίου 363 μ.Χ, σε μια αψιμαχία με τους Πέρσες κοντά στη σημερινή Σαμάρρα του Ιράκ, ο Ιουλιανός χτυπήθηκε πισώπλατα από δόρυ και πέθανε μετά από λίγες ώρες, στη σκηνή του, δίδοντας το χαριστικό πλήγμα σε αυτή την τόσο φιλόδοξη εκστρατεία. Μετα τον θάνατο του, ο διάδοχός του Αυτοκράτορας Ιοβιανός, για να περισώσει ότι είχε απομείνει από το εκστρατευτικό σώμα, συνθηκολόγησε με τους Πέρσες παραχωρώντας τους πέντε εξαιρετικά σημαντικές, από στρατιωτικής άποψης, συνοριακές επαρχίες καθώς και μια πληθώρα από ισχυρά φρούρια της Μεσοποταμίας όπως η Νίσιβι και τα Σίνγκαρα. Η συνθήκη που προαναφέραμε δεν ήταν απλώς μια επαναφορά στην προ Διοκλητιανού εποχή, αλλά δημιούργησε το εφαλτήριο για τις μετέπειτα εισβολές των Περσών στα εδάφη της Αυτοκρατορίας.

Χοσρόης και Μαυρίκιος.

Μετα από 230 χρόνια από τα γεγονότα της εκστρατείας του Ιουλιανού, η Αυτοκρατορία των Σασσανιδών βρισκόταν στην μέση μιας «γιγαντιαίας» δυναστικής κρίσης. Μετα την δολοφονία του Ορμίσδα Δ’, το 590 μ.Χ, ο νόμιμος διάδοχος και γιος του, ο Χοσρόης Β’, βρέθηκε να κυνηγείται από τον Μπαχράμ Τσουμπίν, έναν στρατηγό της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, ο οποίος αργότερα πήρε τον δυναστικό όνομα Βαχράμ ΣΤ’. Έτσι λοιπόν ο κυνηγημένος Χοσρόης, τον χειμώνα του 590 μ.Χ, κατέφυγε στο Ρωμαϊκό οχυρό του Κιρκεσίου, αναζητώντας «εναγωνίως» την απαραίτητη στήριξη του τότε Ρωμαίου Αυτοκράτορα, Μαυρικίου.

Εικόνα: Η Περσική Αυτοκρατορία την εποχή του Χοσρόη Β’.

Ο σοφός Μαυρίκιος, όντας εκ φύσεως διπλωμάτης, βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα να δώσει την υποστήριξη του, είτε στον εξόριστο Χοσρόη, που θα του παρέδιδε την Δάρα, την Μαρτυρούπολη, μεγάλο μέρος της Περσαρμενίας και θα του ορκιζόταν αιώνια πίστη, ή να παραμείνει ουδέτερος, σύμφωνα με τις εκκλήσεις του Βαχράμ ΣΤ’, γεγονός από το οποίο θα κέρδιζε την Νίσιβη αλλά και όλες της επαρχίες δυτικά του Τίγρη ποταμού.

Μπροστά σε αυτό το δίλημμά, ο Μαυρίκιος αποφάσισε, πάρα την αντίθετη γνώμη των συμβούλων του, να υποστηρίξει τον εξόριστο Χοσρόη. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, με αυτόν τον τρόπο θα παρουσιάζονταν ως υποστηρικτής της κληρονομικής νομιμότητας του θρόνου, γεγονός που θα ενίσχυε και την δική του θέση, ενώ συν τοις άλλοις θα εμφανιζόταν και ως προστάτης των χριστιανικών πληθυσμών της Περσίας. Μια τέτοια στρατηγική σκέψη δεν ήταν παράλογη, καθώς όλοι οι Αυτοκράτορες, από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ακολουθούσαν το ίδιο «μοτίβο». Ωστόσο αυτή του η απόφαση δημιούργησε υποχρεώσεις που θα έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των μετέπειτα γεγονότων, καθώς σύμφωνα με την συνθήκη που υπογράφηκε, ο Μαυρίκιος και ο Χοσρόης, θεωρούσαν ο ένας τον άλλο ως «αδελφό».

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, ο Μαυρίκιος «επιδότησε» τον Χοσρόη με 2.000.000 χρυσά νομίσματα και 100.000 στρατό, με επικεφαλής τον στρατηγό Ναρσή, ώστε να σταθεί δυνατή η απομάκρυνση του Βαχράμ από τον θρόνο της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Την άνοιξη του 591 μ.Χ. ο Χοσρόης κατόρθωσε να ανατρέψει τον Βαχράμ ΣΤ’, νικώντας τον σε μια σειρά από μάχες στο σημερινό Αζερμπαϊτζάν, κατορθώνοντας με αυτό τον τρόπο να ανακτήσει τον θρόνο του πατέρα του. Έπειτα λοιπόν από την επικράτηση του, ο Πέρσης ηγεμόνας, τήρησε τον λόγο του, παρέδωσε όσες πόλεις και οχυρά είχε συμφωνήσει με τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, ενώ δέχθηκε να πάρει για γυναίκα του την αδερφή του Μαυρικίου, την Μαρία, διασφαλίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την «αδιασάλευτη» ειρήνη μεταξύ των δυο αυτοκρατοριών για τα επόμενα 12 χρόνια, μέχρις ότου συνέβη το αναπάντεχο.

Ένα άδοξο τέλος.

Από την άλλη πλευρά, στις Ευρωπαϊκές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, οι  Άβαροι, ένας λαός οινικής καταγωγής που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στα σύνορα της Αυτοκρατορίας, το 558 μ.Χ, είχαν εξελιχθεί σε έναν πραγματικά πολύ «επώδυνο» πονοκέφαλο, τόσο για την Αυτοκρατορία, όσο και για τον ίδιο τον Μαυρίκιο. Αρχικά αυτοί οι βάρβαροι, που τελείως απροσδόκητα ξεπήδησαν από τις στέπες του βορά, ζήτησαν από τον Ιουστινιανός Α’ να εγκατασταθούν νοτίως του Ίστρου ποταμού, ωστόσο τόσο ο προαναφερόμενος όσο και ο Ιουστίνος Β’ αρνήθηκαν να τους παραχωρήσουν αυτή την άδεια και κατά συνέπεια οι Άβαροι εγκαταστάθηκαν πέρα του Δούναβη, περίπου στην σημερινή Ουγγαρία, έπειτα από πρόσκληση των Λογγοβάρδων που αναζητούσαν αναγκαίους συμμάχους.

Ωστόσο μερικούς αιώνες αργότερα, με την αναχώρηση των Λογγοβάρδων για την Ιταλία, αλλά και εξαιτίας της εξόντωσης των Γέπιδων, κατόρθωσαν να γίνουν κύριοι της Ανατολικής Παννονίας, καταφέρνοντας μάλιστα να αποκρούσουν και δυο Φραγκικές εισβολές, σε δυο ακαθόριστες χρονικά αναμετρήσεις. Παρ’ όλα αυτά, το 573 μ.Χ, οι Άβαροι ξεκίνησαν τις πρώτες επιδρομές στα εδάφη της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, περνώντας τον Ίστρο και δηώνοντας τα πάντα στο πέρασμα τους.

Μέχρι και το 583 μ.Χ. η Ρωμαϊκή διοίκηση των Παραδουνάβιων επαρχιών αποδείχθηκε ανίκανη να τους αντιμετωπίσει ικανοποιητικά. Έτσι λοιπόν απόμεινε μόνο ένας τρόπος στον Αυτοκράτορα για να σταματήσει την καταστρεπτική τους πορεία. Όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, τα λεφτά ήταν για ακόμα μια φορά ικανά να «αγοράσουν» την απαιτούμενη ειρήνη. Έτσι λοιπόν ο Μαυρίκιος, το χειμώνα του 583 μ.Χ, συμφώνησε να πληρώνει κάθε χρόνο ένα τεράστιο ποσό στον «Χαγάνο» των Αβάρων, ώστε αυτός με την σειρά του να συγκρατεί τους, τρόπον τινά, υπηκόους του από το να επιτίθονται κατά της Αυτοκρατορίας.

Εικόνα: «Φολίς» του Αυτοκράτορα Μαυρικίου.

Περνώντας τα χρόνια και μετα την συνθήκη ειρήνης του 591 μ.Χ. με τους Πέρσες, ο Μαυρίκιος σκέφτηκε πως αυτή είναι η χρυσή ευκαιρία του για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τους Άβαρους, αλλά και με τους άλλους βαρβάρους του βορά, ώστε να διασφαλίσει τα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας άπαξ διαπαντός. Σύμφωνα λοιπόν με το στρατήγημα του, ο Ρωμαϊκός στρατός, ξεκίνησε μια σειρά πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον των Σλάβων και από το 600 μ.Χ. και μετα εναντίον των Αβάρων.

Ωστόσο το 602 μ.Χ, με τις επιχειρήσεις των Ρωμαίων να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, συνέβη ένα γεγονός το οποίο, όπως θα δούμε και παρακάτω έμελλε να στιγματίσει την βασιλεία του Μαυρικίου. Ο σοφός Αυτοκράτορας, σε κάθε ευκαιρία, προσπαθούσε να εξοικονομήσει χρήματα από το δημόσιο ταμείο, καθώς καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του, αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα λόγω του συνεχούς και μακρόχρονου πολέμου. Έτσι έλαβε μια σειρά αντιλαϊκών μέτρων, όπως η μείωση του μισθού των στρατιωτών, αλλά και την αύξηση της τιμής των σιτηρών.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός σύμφωνα με το οποίο, ο Μαυρίκιος, αρνήθηκε την καταβολή λύτρων για την απελευθέρωση 12.000 αιχμαλώτων που κρατούσαν οι Άβαροι και κατά συνέπεια της άρνησης του Αυτοκράτορα οι αιχμάλωτοι θανατώθηκαν μέχρις ενός. Συν αυτού οι στρατιώτες βρίσκονταν εδώ και πολλά χρόνια σε εμπόλεμη κατάσταση, μακριά από τις εστίες τους, ενώ τώρα έβλεπαν και τον μισθό τους να μειώνετε. Δικαιολογημένα, λοιπόν, το ηθικό του στρατού ήταν χαμηλό, με τους στρατιώτες να θεωρούν τον Μαυρίκιο «κακόκαρδο και φιλάργυρο».

Την «σπίθα» για την έναρξη της στάσης εναντίον του, έδωσε η απόφασή του Μαυρικίου να διαχειμάσουν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα σε εχθρικό έδαφος, βόρεια του Δούναβη, το χειμώνα του 602 μ.Χ. Στόχος αυτής της απόφασης του Αυτοκράτορα, η οποία αποδείχθηκε ολέθρια, ήταν για μια ακόμα φορά να εξοικονομηθούν κεφάλαια που σε άλλη περίπτωση θα ξοδεύονταν για την τροφοδοσία του στρατού. Σύμφωνα λοιπόν με την διαταγή του Μαυρικίου οι δυνάμεις που πολεμούσαν κατά των Σλάβων και τον Αβάρων, θα περνούσαν τον χειμώνα σε περιοχές όπου ζούσαν άγριοι πληθυσμοί, ενώ θα έπρεπε να τροφοδοτούνται μέσο λεηλασιών και επιδρομών, πράγμα πολύ επικίνδυνο και ανωφελές εναντίων αντιπάλων όπως οι Άβαροι και οι Σλαβικές φυλές.

Με το άκουσμα των νέων οι Ρωμαϊκές δυνάμεις βόρεια του Ίστρου, δεν δίστασαν να δείξουν την αντίδραση τους στην απόφαση του Μαυρικίου, σπεύδοντας να ανακηρύξουν Αυτοκράτορα τον εκατόνταρχο Φλάβιο Φωκα. Ο Φωκάς υπήρξε μια ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου με την αρνητική πάντα έννοια. Υπό την ηγεσία του, τα στρατεύματα του βορά πέρασαν τον Δούναβη και βάδισαν προς την Κωνσταντινούπολη. Μην έχοντας τους απαραίτητους άνδρες για να σταματήσει επιτυχώς τον σφετεριστή Φωκά και έχοντας χάσει κάθε έρεισμα στον λαό της Βασιλεύουσας, ο Μαυρίκιος, προσπάθησε να διαφύγει στην Μικρά Ασία, ωστόσο δεν τα κατάφερε και συνελήφθη, μαζί με τα άρρενα τέκνα του, τον Θεοδόσιο, τον Τιβέριο, τον Πέτρο, τον Παύλο, τον Ιουστίνο και τον νεαρότερο Ιουστινιανό, στο λιμάνι της Χαλκηδόνας.

Τα όσα επακολούθησαν απέδειξαν ευθείς εξ’ αρχής το ποιόν του χαρακτήρα του Φωκά, ο οποίος διέταξε την δολοφονία του Μαυρικίου, στις 27 Νοεμβρίου 602 μ.Χ. Σύμφωνα δε πληροφορίες από χρονικογράφους της εποχής, ο «βάρβαρος» Φωκάς, διέταξε να δεθεί ο Μαυρίκιος σε έναν στύλο και αφού παρακολουθήσει την εκτέλεση των έξι γιών του, στην συνέχεια να εκτελεσθεί και ο ίδιος έπειτα από φριχτά βασανιστήρια. Ευτυχώς η γυναίκα του, η «Αυγούστα» Κωνσταντία και οι τρεις κόρες του, η Αναστασία, η Κλεοπάτρα και η Θεοκτίστη, πρόλαβαν να διαφύγουν απ’ την Πόλη, βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα μοναστήρι κοντά στην Νικομήδεια.

Ο σφετεριστής Φωκάς.

Η περίοδος διακυβέρνησης του Φωκά χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «τυραννίς», ενώ σήμερα θεωρείτε ως μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της μεσαιωνικής ελληνικής ιστορίας. Σύμφωνα με τους χρονικογράφους της εποχής, ο Φωκάς, ήταν μέθυσος, ακόλαστος και θηριώδης, ενώ κατά τα λεγόμενα τους, επί των ημερών του «επερίσσευσε τοις ανθρώποις τα κακά». Ο σφετεριστής μπορεί να ήταν άθλιος στην όψη, ωστόσο σύντομα αποδείχθηκε ακόμα αθλιότερος στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας.

Όντας σκληρός και αδίστακτος, άμεσα έδειξε τρανά δείγματα, πως ο μόνος τρόπος μέσα από τον οποίο μπορούσε να επιβληθεί στους υπηκόους του ήταν μέσω της ακατάσχετης βίας. Για να γίνει αποδοτικότερη η «μέθοδος» διακυβέρνησης του, εισήγαγε και εφάρμοσε νέες μεθόδους βασανιστηρίων, ενώ θεωρείτε ο «πατέρας» της τύφλωσης και των ακρωτηριασμών, που έμελλε να καταστούν παράδοση στο σωφρονιστικό και όχι μόνο σύστημα της Ρωμανίας.

Εικόνα: Μπρούτζινο αγαλματίδιο του σφετεριστή Φωκά.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα πως όταν ο λαός της Κωνσταντινούπολης, έπειτα από κάποια αργοπορία του, τον υποδέχθηκε κραυγάζοντας στον ιππόδρομο, «Πάλι τὸν καῦκον ἔπιες, πάλιν τὸν νοῦν ἀπώλεσας», δηλαδή «Πάλι το ποτηράκι σου ήπιες πάλι το νου σου έχασες», ο βάναυσος τύραννος δεν δίστασε μέσα στην οργή του να διατάξει τη σφαγή 3.000 θεατών. Συν τοις άλλοις, όποιος διαφωνούσε με τις πολιτικές του ή αμφισβητούσαν τα δικαιώματά του στο θρόνο, σύντομα έβρισκε την οικογένεια του κατακρεουργημένη, ενώ ο ίδιος το πιο πιθανό θα ήταν να κρεμόταν από κάποιο κίονα του ιπποδρόμου.

Την εκτέλεση του Μαυρίκιου και των γιων του, ακολούθησε επίσης ο απηνής πολιτικός διωγμός των αντιπάλων του Φωκά. Μεταξύ των ανθρώπων που θεωρήθηκαν επικίνδυνοι ήταν και οι δύο ικανότεροι στρατηγοί του. Έπειτα από τον θάνατο τους βέβαια ο «άμυαλος» Φωκας βρέθηκε σε μια κατάσταση όπου ο Ρωμαϊκός στρατός ήταν ουσιαστικά ακέφαλος και υπό την τυπική διοίκηση του επισης «ανίκανου» αδερφού του. Βλέποντας τη δεινή κατάσταση της άμυνας της Αυτοκρατορίας, οι πολυπληθείς εχθροί της άδραξαν την ευκαιρία.

Ο «αδελφός» του Μαυρικίου, σύμφωνα με την συνθήκη του 591 μ.Χ, Χοσρόης Β’, εκμεταλλευόμενος την ανατροπή του Αυτοκράτορα, αλλά και την γυναίκα του, που όπως είπαμε ήταν αδερφή του Μαυρικίου, πέρασε τα ανατολικά σύνορα, το 603 μ.Χ. προσκεκλημένος από τον στρατηγό Ναρσή, καταλαμβάνοντας την Μεσοποταμία, την Συρία, την Αρμενία, καθώς και το μεγαλύτερο μερος της ανατολικής και της κεντρικής Μικράς Ασίας. Κατά τον Χοσρόη σκοπός του ήταν να εκδικηθεί τον δολοφόνο του «αδερφού» του και να εγκαταστήσει στον θρόνο, τον Θεοδόσιο, τον μεγαλύτερο γιο του Μαυρικίου που κατά τα λεγόμενα του δεν είχε δολοφονηθεί μαζί με τον πατέρα του, αλλά αντιθέτως είχε δραπετεύσει, βρίσκοντας καταφύγιο στην Κτησιφώνα.

Από την άλλη πλευρά, στις Ευρωπαϊκές επαρχίες, οι Άβαροι και Σλάβοι, περνούσαν κατά χιλιάδες τον Ίστρο καταστρέφοντας και λεηλατώντας τα πάντα στο διάβα τους, ενώ κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τα προάστεια της Κωνσταντινούπολης. Ταυτόχρονα, ξέσπασαν και μεγάλες ταραχές στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο, εξαιτίας μιας εκστρατείας διωγμών που είχε διατάξει ο Φωκάς κατά των Εβραίων της Αυτοκρατορίας.

Γίνεται λοιπόν ευκόλως αντιληπτό πως η κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ειδικά μετα την πτώση της Δάρας, έπειτα από δυο χρόνια συνεχούς πολιορκίας, την καταστροφή του στρατού της ανατολής, το 603 μ.Χ, κοντά στην Έδεσσα της βόρειας Μεσοποταμίας και τον αφανισμό των Ευρωπαϊκών στρατευμάτων κοντά στο Αρξαμούν, το 605 μ.Χ, η Αυτοκρατορία όδευε ολοταχώς προς το σημείο εκείνο που δεν θα υπήρχε γυρισμός. Μάλιστα το 609 μ.Χ. οι Πέρσες, υπό τον στρατηγό Αρτάβανο, έφτασαν στην Χαλκηδόνα, ακριβώς απέναντη από την Βασιλεύουσα, απειλώντας ευθαρσώς την ίδια την ύπαρξη της Αυτοκρατορίας των Ρωμαίων της Ανατολής.

Συν τοις άλλοις, για να μπορέσει ο Φωκάς να μεταφέρει τα Ευρωπαϊκά στρατεύματα στην ανατολή αναγκάστηκε να υπογράψει μια επονείδιστη συνθήκη, με κατά πολύ αυξημένους «πάκτους», με τον «Χαγάνο» των Αβάρων ώστε να το πείσει να σταματήσει όλες της επιδρομές του λαού του κατά των Ευρωπαϊκών επαρχιών. Ωστόσο έπειτα από την καταστροφή του Αρξαμούν, ο «Χαγάνος» των Αβάρων, το όνομα του οποίου είναι σήμερα παντελώς άγνωστο αθέτησε την συμφωνία με τον Φωκά, εισβάλοντας στις Παραδουνάβιες επαρχίες και λεηλατώντας τα πάντα από την σημερινή Κροατία μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ταυτοχρόνως, η ανυπαρξία αποτρεπτικής ικανότητας από πλευράς του στρατιωτικού συστήματος του Φωκά, επέτρεψε στους Άβαρους να επανακτήσουν τον έλεγχο σε όλα τα Σλαβικά και Βουλγαρικά φύλα, έλεγχος που είχε χαθεί έπειτα από τις επιτυχημένες εκστρατείες του δολοφονημένου Μαυρικίου.

Εικόνα: Χρυσό νόμισμα με την όψη του Φωκά.

Ο εκ του απροόπτου ανερχόμενος.

Όσο αυτά συνέβαιναν στις Ευρωπαϊκές και στις Ασιατικές επαρχίες της Ρωμανίας, στο αυτοκρατορικό Εξαρχάτο της Βόρειας Αφρικής επικρατούσε ηρεμία, τάξη και ασφάλεια. Βλέπετε το «μακρύ χέρι» του ανίκανου Φωκά δεν μπορούσε να επηρεάσει τις καταστάσεις. Διοικούμενο από τον Ηράκλειο τον «Πρεσβύτερο», παλαιό φίλο και στρατηγό του Αυτοκράτορα Μαυρικίου, αποτελούσε ένα ασφαλές λιμάνι μέσα σε μια ταραγμένη θάλασσα αίματος. Εκείνη την εποχή, η επαρχία της Αφρική, αποτελούσε μια πλούσια και ασφαλή επαρχία, με έντονα σημάδια του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, με υπαρκτό μεν το πρόβλημα των βερβερικών επιδρομών, όχι όμως τόσο έντονο όσο των αβαροσλαβικών στη Χερσόνησο του Αίμου, ή των περσικών στην Ανατολή.

Όλοι εκείνοι που καταδιώκονταν από το «καθεστώς» του Φωκά, έβρισκαν καταφύγιο στην Καρχηδόνα και στην Αυλή του Ηρακλείου. Σύντομα, έπειτα από την άνοδο του σφετεριστή στον αυτοκρατορικό θρόνο, προτάσεις άρχισαν να καταφθάνουν στην Καρχηδόνα ζητώντας από τον γέροντα πλέον Ηράκλειο να αναλάβει μια προσπάθεια ώστε να γίνει δυνατή η ανατροπή του τυράννου Φωκά. Ωστόσο όντας σε προχωρημένη ηλικία, ο σοφός Ηράκλειος, απέρριψε της προτάσεις που ήθελαν να τον ανακηρύξουν Αυτοκράτορα και τις ανακατεύθυνε προς τον νεαρό γιο του, τον Ηράκλειο τον Νεότερο.

Όντας γεννημένος το 575 μ.Χ, ο νεαρός με τα σημερινά δεδομένα Ηράκλειος, ήταν καλλιεργημένος, έχοντας μαθητεύσει διπλά στους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Αυτοκρατορίας, ενώ οι δεινές ικανότητες του στο ξίφος και την ιππασία, σε συνδυασμό με την σωματική του ρώμη, σκιαγραφούσαν έναν άνθρωπο ο όποιος θα μπορούσε να σηκώσει το βάρος της ανασύστασης μιας καταρρέουσα Αυτοκρατορίας. Συν τοις άλλοις, ο Ηράκλειος διέθετε και ένα ακόμα χαρακτηριστικό που ο σφετεριστής Φωκάς δεν θα μπορούσε ούτε καν να διανοηθεί. Ήταν μετριοπαθής χωρίς να έχει ιδιαίτερα πάθει, ενώ προτιμούσε την πολιτική λύση των εσωτερικών προβλημάτων της Αυτοκρατορίας, αποφεύγοντας ταυτοχρόνως, στο μέτρο του δυνατού, την βίαια καταστολή.

Η προπαρασκευαστική εκστρατεία στην Αίγυπτο.

Όπως προαναφέραμε στις προηγούμενες παραγράφους, τα προβλήματα της Αυτοκρατορίας την εποχή αυτή, ήταν πολλά και δυσεπίλυτα. Εάν σ’ αυτά προσθέσουμε το περιβάλλον τρομοκρατίας που είχε επιβάλλει η τυραννία του Φωκά, τα δυσοίωνα σημεία των καιρών (αναφέρομαι στο περίφημο «σείσιμο των σταυρών» επί Οικουμενικής Πατριαρχίας του Θωμά Α’ στην Γαλατία της Μικράς Ασίας), την βαρυχειμωνιά και τον λοιμό των ετών 608-609 μ.Χ, την σιτοδεία που επακολούθησε, καθώς και τις προφητικές ερμηνείες που διέδιδε στον λαό ο Όσιο Θεόδωρος ο Συκεώτης, καταλαβαίνουμε πως όλα αυτά δημιουργούσαν τις απαραίτητες εκείνες προϋποθέσεις για την έκρηξη μιας επανάστασης.

Εικόνα: Με μπορντό χρώμα το Εξαρχάτο της Αφρικής.

Λαμβάνοντας υπόψιν την κατάσταση στην Πόλη ο «εγκέφαλος» πίσω από την ανατροπή του Φωκά, ο Ηράκλειο τον «Πρεσβύτερο», αποφάσισε να διακόψει την αποστολή σιτηρών στην Κωνσταντινούπολη, ενώ έστειλε τον ανιψιό του, Νικήτα, γιο του αδερφού του Γρηγορά να «αφοπλίσει» την επαρχία της Αιγύπτου και κατά συνέπεια να διακόψει και την από εκεί παροχή σιτηρών προς την Βασιλεύουσα. Σκοπός του όλου σχεδίου ήταν να εξωθηθεί σε επανάσταση ο λαός της Κωνσταντινούπολης κατά του Φωκά, ώστε ο νεαρός Ηράκλειος, να λάβει την απαραίτητη υποστήριξη για να ανατρέψει τον Φωκά και να στεφθεί Αυτοκράτορας.

Η επανάσταση εκδηλώθηκε το 608 μ.Χ, με τον Ηράκλειο τον «Πρεσβύτερο» να ανακηρύσσετε «Ύπατος», από κοινού με τον γιο του Ηράκλειο, με την συγκατάθεση της Συγκλήτου της Καρχηδόνας, ενώ ο Νικήτας ξεκίνησε την εκστρατεία του στην Αίγυπτο πορευμένος δια ξηράς, μέσο της Κυρηναϊκής. Πρώτος σταθμός των χερσαίων επιχειρήσεων ήταν η Πεντάπολη, στην οποία η οικογένεια είχε μεγάλα αγροκτήματα και αποτελούσε μια πρώτης τάξεως πηγή στρατολογίας αλλά και συμμαχιών με τους διάφορους ιθαγενείς της περιοχής.

Από εκεί, ο Νικήτας συνάντησε τον Λεόντιο, διοικητή της Μαρεώτιδος, τον οποίο έπεισε να αλλάξει στρατόπεδο και να ταχθεί με τις δυνάμεις του Ηρακλείου. Ωστόσο η κατάσταση στην Αίγυπτο κάθε άλλο παρά ξεκάθαρη ήταν. Από την μια πλευρά ο Θεόδωρος, πρώην έπαρχος της Αλεξάνδρειας, αλλά και οι γιοί του Μηνά, του πρώην κυβερνήτη της επαρχίας, τάχθηκαν στο πλευρό του Νικήτα, από την άλλη όμως ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος παρέμεινε πιστός στον Φωκά, ζητώντας μάλιστα την αποστολή ενισχύσεων από την Κωνσταντινούπολη για την διατήρηση της «έννομης» τάξης.

Μαθαίνοντας το ο Φωκάς απέστειλε τον στρατηγό Βώνοσο από την Συρία με όσες δυνάμεις είχε ώστε να ενισχύσει τον Πατριάρχη και να μην πέσει η Αλεξάνδρεια στα χέρια των στασιαστών. Πριν προλάβει να φτάσει βέβαια ο Βώνοσος στην Αλεξάνδρεια, ο Νικήτας, κατάφερε να κατανικήσει τον «αυγουστάλιο», δηλαδή τον στρατιωτικό διοικητή της επαρχίας, της Αιγύπτου έξω από τα τείχη της Αλεξάνδρεια, γεγονός που ενθάρρυνε τους κατοίκους της πόλης να εξεγερθούν και να καταλάβουν όλα τα κυβερνητικά κτίρια της Πτολεμαϊκής μητρόπολης.

Αποτέλεσμα των ταραχών ήταν ο «Κυβερνήτης» Ιωάννης και ο «Θησαυροφύλακας» Θόδωρος να δραπετεύσουν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος απομακρύνθηκε τάχιστα από το αξίωμα του. Έτσι λοιπόν ο σιτοβολώνας της Αιγύπτου περιήλθε υπό τον έλεγχο της επανάστασης, εκτός βέβαια από κάποιους μικρούς θύλακες στο Σεβεννυτό και στην Άθριβη, που παρέμειναν πιστοί στον Φωκά.

Εικόνα: Η στήλη του Φωκά στην Ρώμη.

Ωστόσο όταν ο Βώνοσος πληροφορήθηκε την πτώση της Αλεξάνδρειας βρισκόταν στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, ανάμεσα στο σημερινό Τελ Αβίβ και στην Χάιφα, απέπλευσε άμεσα και κατευθύνθηκε στο Πηλούσιο, το οποίο και κατέλαβε, λύνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την πολιορκία της Αθρίβεως, καθώς έπειτα από την κατάληψη του στρατηγικού λιμένα του Πηλουσίου, ο Βώνοσος, νίκησε σε μάχη τον στρατηγό του Νικήτα, Βονάκη πιάνοντας τον αιχμάλωτο και εκτελώντας τον μαζί με τους στρατηγούς Πλάτωνα και Θεόδωρο. Τέλος καταλαμβάνοντας το Νίκιο, ο Βώνοσος, διέταξε την εκτέλεση του Πατριάρχη Θεοδώρου και ξεκίνησε την πολιορκία της αποκλεισμένης πλέον Αλεξάνδρειας.

Κλεισμένος μέσα στα τείχη της Αλεξάνδρειας, ο Νικήτας, συγκέντρωνε νέες δυνάμεις, υποβοηθούμενος από τους «Πρασίνους» της πόλης και κατέστρωσε ένα σχέδιο αντιμετώπισης του επελαύνοντος Βώνοσου. Τελικά έπειτα από σχεδόν ένα μήνα πολιορκίας και δυο αποτυχημένες εφόδους κατά της Αλεξάνδρειας, ο Βώνοσος, υποχώρησε στην Παλαιστίνη, από όπου εκδιώχθηκε έπειτα από λαϊκή επανάσταση των κατοίκων της περιοχής που άμεσα τάχθηκαν με τον σκοπό του Ηρακλείου. Έπειτα λοιπόν από την αποχώρηση του στρατηγού του Φωκά, ο Νικήτας ανακατέλαβε το Πηλούσιο, το Νίκιο και την Άθριβη, ολοκληρώνοντας τον «αφοπλισμό» της Αιγύπτου. Άμεσα όλες οι αποστολές σιτηρών προς την Κωνσταντινούπολη σταμάτησαν, με την έδρα του Αυτοκράτορα να βρίσκετε στα πρόθυρα λιμοκτονίας, αλλά και εξέγερσης του λαού.

Η πορεία προς την Πόλη.

Η «προπαρασκευή» εκστρατεία του Νικήτα ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 610 μ.Χ, με τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Αιγύπτου και την αποστολή ενισχύσεων στην Καρχηδόνα, με σκοπό να ενισχύσει την επικείμενη εκστρατεία του Ηρακλείου κατά της Κωνσταντινούπολης. Ο νεαρός Ηράκλειος, έχοντας και τις άριστες συμβουλές του πατέρα του, είχε οργανώσει άριστα ένα στόλο από 60 πλοία που ήταν επανδρωμένος από Ρωμαίους της Αφρικής, κυρίως Μαυριτανούς και Βέρβερους, απέπλευσε από την Καρχηδόνα προς την Κωνσταντινούπολη αφού πρώτα έκανε μια στάση στην Σικελία για την παραλαβή των αναγκαίων εφοδίων για την εκστρατεία.

Η ακριβής διαδρομή, που ακολούθησε ο στόλος έπειτα από την Σικελία δεν μας είναι απολύτως γνωστός, ωστόσο ένας σίγουρος σταθμός, τόσο για τα απαραίτητα εφόδια, όσο και για της απαραίτητες πολιτικές «συνεννοήσεις» ήταν η Θεσσαλονίκη, όπου υπάρχουν κάποια τεκμήρια που μας δείχνουν πως ο Ηράκλειος πέρασε από την πόλη πριν την πολυαναμενόμενη τελική αναμέτρηση του με τον τύραννο Φωκά. Τελικά στα τέλη Σεπτεμβρίου ο στόλος του Ηρακλείου κατέπλευσε στην Άβυδο, όπου ενίσχυσε την δύναμη του με ενισχύσεις από την Μικρά Ασία και αφού συνέχισε την πλεύση του, προσορμίστηκε στη νήσο Καλώνυμο, κοντά στην Πόλη, την 1η Οκτωβρίου του 610 μ.Χ.

Εικόνα: Σόλιδος με την όψη του Ηρακλείου.

Στην Κωνσταντινούπολη, με τον Φωκά να περιορίζεται στις δυνάμεις της «Αυτοκρατορική Φρουρά των Εξκουβιτόρων», υπό τον γαμπρό του Πρίσκο και σε τμήμα της φρουράς της πόλης, τα πράγματα όδευαν από το κακό στο χειρότερο. Την γενική επιστασία της άμυνας είχε αναλάβει, έπειτα από εντολή του ίδιου του Φωκά, ο αδερφός του Δομεντζίολος συνεπικουρούμενοw από τον Βώνοσο, ο οποίος είχε καταφύγει στην πρωτεύουσα έπειτα από τις ήττες του στο αφρικανικό μέτωπο και την εκδίωξή του από τη Παλαιστίνη. Οι Δήμοι κλήθηκαν και αυτοί να συνδράμουν στην άμυνα της πόλης, επανδρώνοντας μερος των τειχών και συλλαμβάνοντας την μητέρα και την μνηστή του Ηρακλείου και κρατώντας τες ως ομήρους στην Ι.Μ. της Νέας Μετάνοιας, εντός των τειχών της Κωνσταντινούπολης.

Κατά την διάρκεια της παραμονής του στόλου των επαναστατών στην παρακείμενη της Βασιλεύουσας Ηράκλεια, ο Δομεντζίολος προσπάθησε να ανακόψει την πορεία του Ηρακλείου κοντά στο «Μακρό Τείχος», ωστόσο ανακλήθηκε άμεσα μόλις έγινε γνωστό πως ο εχθρικός στόλος είχε πάρει ήδη τον δρόμο του προς τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Μέσα στην Πόλη οι δυνάμεις του Βώνοσου είχαν επανδρώσει τα τείχη προς την πλευρά της θάλασσας, ενώ ο Πρίσκος είχε υπό τις διαταγές του τις εφεδρείες.

Σύμφωνα τώρα με κάποιους χρονικογράφους, οι δυνάμεις του Ηρακλείου αποβιβάστηκαν στο Έβδομον, στις 3 Οκτωβρίου του 610 μ.Χ, ίσως μετά από ναυμαχία σύμφωνα με κάποιες πηγές που αναφέρουν πως πολλά από τα πλοία του Φωκά βυθίσθηκαν. Βλέποντας το αυτό οι «Πράσινοι» που είχαν αναλάβει να φυλούν ένα μερος των τειχών εξεγέρθηκαν, τρέποντας σε φυγή τις δυνάμεις του Βώνοσου και σκοτώνοντας τον ίδιο κατά την διάρκεια της φυγής του. Κατόπιν στράφηκαν κατά των «Βένετων», που κρατούσαν ομήρους τους συγγενείς του Ηρακλείου. Όπως γίνεται ευκόλως αντιληπτό στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης επικράτησε το απόλυτο χάος.

Ο Πρίσκος, που όντας επικεφαλής της «Αυτοκρατορικής Φρουράς των Εξκουβιτόρων» και των «Βουκελαρίων» ήταν ο μόνος που μπορούσε να αντιδράσει, ήρθε σε επαφή με τον ηνίοχο Καλλιόπα των «Πρασίνων» και προσποιούμενος τον άρρωστο απέσυρε τα δυο αυτά ικανά σώματα στο μέγαρό του τασσόμενος και αυτός με την επανάσταση του Ηρακλείου. Πλέον όλα είχαν κριθεί. Ο Φωκάς είχε χάσει κάθε υποστήριξη.

Φωνή Θεού, οργή λαού.

Ο Ηράκλειος λοιπόν εισέρχεται θριαμβευτής στη Βασιλεύουσα, στις 4ης Οκτωβρίου του 610 μ.Χ, χωρίς να χρειαστεί να δώσει κάποια καθοριστική μάχη. Το σχέδιο της «επισιτιστικής κρίσης» είχε φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ο Φωκάς συνελήφθη και εκτελέστηκε στις 5 Οκτωβρίου, μαζί με τον αδελφό του Δομεντζίολο, τον σακελάριο Λεόντιο τον Σύρο αλλά και άλλους συνεργάτες του τυραννικού καθεστώτος. Σύμφωνα με την παράδοση έπειτα από την σύλληψη του Φωκά, ο Ηράκλειος πατώντας του το κεφάλι στο κατάστρωμα της ναυαρχίδας του του είπε, «Έτσι κυβέρνησες άθλιε;», για να λάβει την εξοργιστική απάντηση, «Γιατί εσύ θα κυβερνήσεις καλύτερα;».

Εικόνα: Η σύλληψη του Φωκά από το χρονικό του Μανάση.

Έπειτα από αυτή την στιχομυθία, ο Ηράκλειος εκτός εαυτού έστειλε τον Φωκά για να δικαστεί από την Σύγκλητο που τον καταδίκασε σε ακρωτηριασμό, πνιγμό και καύση στην πυρά. Έτσι και έγινε. Στης 5 Οκτωβρίου ο τύραννος Φωκάς καθαιρέθηκε και αφού υπέστη βασανιστήρια, στραγγαλίστηκε και κάηκε στην αγορά του Βοός, στην πυρά. Αυτό λοιπόν ήταν το τέλος ενός ανθρώπου που έφερε αναρίθμητα βάσανα και απώλειες τόσο στην Αυτοκρατορία, όσο και στους υπηκόους του

Άμεσα μετα την εκτέλεση του, η Σύγκλητος, ο λαός και ο στρατός, με κάθε νομιμότητα, προσέφεραν το στέμμα στον Ηράκλειο, ο οποίος το αποδέχθηκε ενθρονιζόμενος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Σέργιο, στο παρεκκλήσιο του Αγίου Στεφάνου, στο «Μέγα Παλάτιον». Το παρεκκλήσι αυτό είχε συμβολική αξία μιας και εκεί βρισκόντουσαν τα λείψανα του Πρωτομάρτυρα Στεφανου, ενώ στρεφόμενος εκεί ο Ηράκλειος αναλάμβανε τα πρωτεία της διοίκησης της Αυτοκρατορίας, αλλά και το καθήκον να λογοδοτεί στον ίδιο τον Θεό.

Συνάμα την ίδια μέρα ετελέσθη και ο γάμος του με την μνηστή του, την Φαβία, που έλαβε το δυναστικό όνομα «Ευδοκία», κατόπιν της στέψης της ως «Αυγούστας». Φτάνοντας τα νέα στην Καρχηδόνα ο πατέρας του Ηρακλείου, Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος, ανέταξε τα χέρια του στον ουρανό ευχαριστώντας τον Θεό, απεκδύθηκε τα διάσημα του, τα έβαλε σε ένα καράβι και τα έστειλε στην Κωνσταντινούπολη. Η μοίρα της Αυτοκρατορίας ήταν πλέον στα χέρια του Ηρακλείου.

Φτάνοντας μετα από μερικές μέρες, το πλοίο στην Πόλη, εκτός από τα διάσημα του «Εξάρχου της Καρχηδόνας», μετέφερε και ένα πικρό νέο. Μετα από ένα μεγαλειώδες συμπόσιο προς τιμή του νέου Αυτοκράτορα, ο Έξαρχος Ηράκλειος, πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του έχοντας ολοκληρώσει το χρέος του προς τον Θεό και την Αυτοκρατορία. Ο Αυτοκράτορας μπορεί να είχε κερδίσει τον θρόνο, αλλά είχε χάσει τον πατέρα του, χωρίς να είναι εκεί για να του κλείσει τα μάτια. Δεν είχε χρόνο να πενθήσει. Άμεσα απεκδύθηκε την πορφυρά και εις ένδειξη πένθους ενδύθηκε τα μελανά που θα τα έβγαζε μόνον μετα την «ανάκτηση» των χαμένων εδαφών της Αυτοκρατορίας. Οι εχθροί ήταν παντού. Πέρσες, Άβαροι και Σλάβοι λυμαίνονταν τον «Κήπο του Κυρίου». Ο Γολγοθάς ήταν ακόμα μπροστά για τον Ηράκλειο.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Δ’ Μέρος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • G. Florovsky, «Οι Βυζαντινοί Πατέρες του Έκτου, Έβδομου & Όγδοου Αιώνα».
  • Γ. Καρδάρας, «Η Αβαρο-σλαβική Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης».
  • Πανεπιστήμιο Καίμπριτζ, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Α.Α. Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Kaegi, «Ηράκλειος, Αυτοκράτορας του Βυζαντίου».
  • Ηλίας Λάσκαρης, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες».
  • Γ. Καρδάρας, «Βυζαντινο-Περσικοί Πόλεμοι».
  • S. Runciman, «Βυζαντινός Πολιτισμός».
  • Βλάσιου Φειδά, «Βυζάντιο».
  • John Haldon, «Βυζάντιο».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.