Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Σπύρος Σπυρομήλιος. Ο ξεχασμένος «Λέων της Χειμάρρας».

Σπύρος Σπυρομήλιος. Ο ξεχασμένος «Λέων της Χειμάρρας».

«Αν δεν έχομεν όπλα, θα έχωµεν τσεκούρια, δόντια και νύχια. Εγώ πάντως μοναχός µε τους Χειμαρραίους θα πολεμήσω και θα νικήσω». Αυτά δεν είναι τα λόγια ενός «τρελού», που τα λεγόμενα του βρίσκονται εκτός του πλαισίου της πραγματικότητας, αντιθέτως είναι τα λεγόμενα ενός φλογερού πατριώτη από την Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου, ενός πατριώτη που ακόμα και την ίδια του την ζωή δεν θα δυσκολευόταν και πολύ να την αποχωριστεί, αν αυτό θα βοηθούσε, έστω και στο ελάχιστο, στην απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας του. Ο λόγος μου αυτός δεν αναφέρετε σε άλλων από τον Σπυρίδων Σπυρομήλιο, τον «Λέων της Χειμάρρας». Ωστόσο, για να αποκτήσουμε μια πλήρη «αίσθηση» για τα πεπραγμένα του καλύτερα να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Εικόνα: Ο «Αρχηγός της  Χειμάρρας», Σπύρος Σπυρομήλιος, σε φωτογραφία εποχής.

Τα πρώτα χρόνια και ο Αγώνας για την Μακεδονία.

Ο Σπύρος Σπυρομήλιος γεννήθηκε το 1864, στους κόλπους μιας από τις μεγαλύτερες ελληνικές οικογένειες της Ηπείρου. Το επώνυμο «Σπυρομήλιος» είναι σύνθετο και προήλθε από το όνομα Σπύρος και το επώνυμο «Μήλιος», δηλαδή Μιχαήλος. Πολύ σύντομα η οικογένεια του μην αντέχοντας την καταπίεση των Οθωμανικών αρχών μετοίκησε στην Αθήνα, με τον νεαρό Σπύρο να φοιτά στο «Γυμνάσιο Αθηνών», με την φιλοδοξία να εισαχθεί στη «Σχολή Ναυτικών Δοκίμων». Ωστόσο γρήγορα η προσδοκία του αυτή κατέρρευσε μιας και είχε ήδη υπερβεί το όριο ηλικίας.

Τότε, έπειτα από παρότρυνση του θείου του Ιωάννη Σπυρομήλιου, ο οποίος ήταν Μέραρχος της Βασιλική Χωροφυλακή, έλαβε την απόφαση να εισέλθει στην αντίστοιχη σχολή του σώματος, το 1883, από την οποια σύντομα εξελίχθηκε σε αξιωματικό της Χωροφυλακής. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, κατά την διάρκεια του «Ατυχούς πολέμου» του 1897 και όντας μέλος της «Εθνικής Εταιρείας», ως επικεφαλής αποσπάσματος 67 χωροφυλάκων, πήρε μέρος στην απόβαση της «Ηπειρωτικής Φάλαγγας» στη Νικόπολη, κοντά στη Πρέβεζα, βλέποντας ενεργό δράση κατά την διάρκεια αψιμαχιών στην ευρύτερη περιοχή. Παρ’ όλα αυτά το αποτέλεσμα του πολέμου δεν έμελλε να είναι ευνοϊκό, αναγκάζοντας τον σύντομα να εγκαταλείψει για δεύτερη φορά την αγαπημένη του Ήπειρο.

Μετά την ειρήνευση, όντας Υπομοίραρχος πλέον, ο Σπυρομήλιος συμμετείχε από πολύ νωρίς στο «Μακεδονικό Κομιτάτο», επιτυγχάνοντας αρχικά την στρατολόγηση αρκετών Κρητικών, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1904, από κοινού με άλλους αξιωματικούς, τοποθετήθηκε από τον τότε αρχηγό της Χωροφυλακής στο ελληνικό γενικό προξενείο Θεσσαλονίκης ως «ειδικός γραφέας» με το ψευδώνυμο «Σουρής». Όπως γίνετε εύκολα αντιληπτό, τόσο ο ίδιος, όσο και οι υπόλοιποι αξιωματικοί του προξενείου, επωμίστηκαν την οργάνωση επιτροπών αγώνα στις πόλεις και στην ύπαιθρο της Μακεδονίας, τον ορισμό πληροφοριοδοτών, μεταφορέων και συνδέσμων, οργανώνοντας μάλιστα την παραλαβή και διανομή του οπλισμού στους Μακεδονομάχους, όπως και τη διενέργεια ομιλιών προς τόνωση του εθνικού φρονήματος των ελληνικών πληθυσμών της περιοχής.

Εικόνα: Έλληνες άτακτοι Μακεδονομάχοι στη Θεσσαλία πριν περάσουν τα σύνορα.

Αργότερα, ανέλαβε τον συντονισμό του σώματος των Κρητικών, Κατσίγαρη και Παπαμαλέκου, που δρούσαν στην περιοχή του Κιλκίς όπως και την έγκαιρη μισθοδοσία των ενόπλων καθώς και όσα ζητήματα προέκυπταν από τη δράση τους. Λόγω λοιπόν της θέσης του ταξίδεψε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και συγκέντρωσε σημαντικές πληροφορίες για τη δράση του εχθρού.

Τον Ιανουάριο του 1905, ο Σπυρομήλιος και οι υπόλοιποι αξιωματικοί, αναχώρησαν για την Ελλάδα με σκοπό να οργανώσουν νέα ένοπλα σώματα και την 28η Απριλίου, φέροντας το ψευδώνυμο «Αθάλης Μπούας», αποβιβάστηκε στις ακτές της Πιερίας ηγούμενος ομάδας 35 ενόπλων, όπου σημειωτέων 25 εξ’ αυτών ήταν Χωροφύλακες και κινήθηκε από κοινού με το ισάριθμο σώμα του Κωνσταντίνου Μαζαράκη προς τα Πιέρια Όρη. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφέρουμε πως με το ψευδώνυμο «Καπετάν Μπούας» τον συναντάμε στο έργο της Πηνελόπης Δέλτα, «Τα μυστικά του βάλτου», στην οποία ο ίδιος έδωσε δια ζώσης πολλά στοιχεία για τα τεκταινόμενα του Μακεδονικού Αγωνα.

Στις 5 Μαΐου τα δύο ένοπλα σώματα καθώς και αυτό του Κατσίγαρη, έδωσαν μάχη με τις οθωμανικές δυνάμεις στο χωριό Σιαμπανίτσα, με αποτέλεσμα των τραυματισμό τεσσάρων Μακεδονομάχων. Λίγες ημέρες αργότερα, οι δύο ομάδες χωρίστηκαν και το σώμα του Σπυρομήλιου, στο οποίο είχε προσκολληθεί και αυτό του Κατσίγαρη, κατευθύνθηκε προς τον τομέα ευθύνης του που ήταν κυρίως η Αριδαία, οι Πρόμαχοι Πέλλας και δευτερευόντως το Μορίχοβο και το Πάικο.

Η κίνηση όμως του σώματος έγινε αντιληπτή από Βούλγαρους κατοίκους του χωριού Πάτημα και την ίδια νύχτα, κατέφθασαν στο σημείο πολυάριθμες ομάδες κομιτατζήδων και ξέσπασε μάχη κατά την οποία ο Σπυρομήλιος τραυματίστηκε στο αριστερό πόδι με αποτέλεσμα να διακομιστεί από τους άνδρες του σε οικία στο Βλάδοβο ενώ αργότερα νοσηλεύτηκε για τέσσερις μήνες στην Νάουσα. Μετά την αποθεραπεία του επέστρεψε στην Αθήνα. Ενδιάμεσα, οι περισσότεροι από τους άνδρες του προσχώρησαν στο σώμα του Εμμανουήλ Κατσίγαρη.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η «πρώτη» απελευθέρωση της Βορείας Ηπείρου.

Το 1906 ο Σπυρομήλιος έγινε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της «Ηπειρωτικής Εταιρείας», μιας οργάνωσης, που υπό την ηγεσία του Παναγιώτη Δαγκλή, είχε ως σκοπό να ετοιμάσει τις συνθήκες για την απελευθέρωση της Ηπείρου. Μάλιστα απετέλεσε από κοινού με τον Κωνσταντίνο Μελά, με τον οποίο όμως είχε αρκετές διαφωνίες, τους δυο στενότερους συνεργάτες του Δαγκλή, ο οποίος ωστόσο τον θεωρούσε δραστήριο, αλλά και ατίθασο. Παράλληλα, τον Ιούνιο του 1910 συνέταξε υπόμνημα περί μελλοντικών αντάρτικων επιχειρήσεων στην Ήπειρο το οποίο επιδοκιμάστηκε από τον Δαγκλή.

Εικόνα: Ο αντιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής το 1914.

Το 1909 όντας τότε μοίραρχος της Χωροφυλακής, είχε ενεργή συμμετοχή στο στρατιωτικό «Κίνημα στο Γουδί», καθώς ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Στρατιωτικού Συνδέσμου». Μάλιστα, ενώ λίγες ημέρες πριν την εκδήλωση του κινήματος διεξαγόταν ανάκριση σε βάρος του, εξαιτίας επιστολής του στην οποία καταφερόταν εναντίον ανωτέρου του, έπειτα από τη νέα κατάσταση, συμμετείχε σε τριμελή επιτροπή του Υπουργείου Στρατιωτικών που θα κατάρτιζε νομοσχέδιο για την αναδιοργάνωση της χωροφυλακής. Αργότερα συνδέθηκε προσωπικά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και εξελέγη βουλευτής Άρτας.

Με την έκρηξη των Βαλκανικών Πολέμων, τέθηκε επικεφαλής σώματος εθελοντών και απελευθέρωσε αρχικά την πόλη των Φιλιατών, αναχαιτίζοντας στη συνέχεια τα ένοπλα σώματα Οθωμανών ατάκτων που επιχείρησαν να την ανακαταλάβουν. Στις 5 Νοεμβρίου 1912, του δόθηκε εντολή, από την Κέρκυρα όπου βρίσκονταν, να αποβιβαστεί στην Χειμάρρα. Η δύναμη που είχε στην διάθεσή του ήταν σχετικά μικρή, 200 εθελοντές κυρίως Χειμαρριώτες και Κρητικους οι οποίοι είχαν αρχηγούς τους Γαλερό και Πολυξίγκη. Η απόβαση, που είχε και την υποστήριξη του πολεμικού «Αχελώος», δεν συνάντησε καμία ουσιαστική δυσκολία και είχε πλήρη επιτυχία.

Αποβιβαζόμενος στην Χειμάρρα εξάγγειλε πως, «Καταλαμβάνω εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄ και της Ελληνικής Κυβερνήσεως την Επαρχίαν Χειμάρρας, κηρύσσω αυτήν ελευθέραν ως αναπόσπαστον τμήμα της μίας και αδιαιρέτου μεγάλης Ελληνικής Πατρίδος», ενώ λίγο παρακάτω αναφέρει πως, «Ο Ελληνικός Στρατός φέρει προς υμάς ουχί τον τρόμον του κατακτητού αλλά το χάρμα της ελευθερίας και την ένωσιν υμών μετά των λοιπών μελών της Ελληνικής οικογενείας, ίνα του λοιπού με τους αυτούς παλμούς και αγάπην περιβάλλεται την ταλαιπωρηθείσαν πατρίδα μας και με ενιαίαν εθνική ψυχή δοξάσητε τον δοτήρα παντός αγαθού προ του οποίου σήμερον εν συντριβή και ικεσία κλίνει ευγνωμονούσα και γόνυ και αυχένα ολόκληρος η Ελληνική φυλή».

Την επόμενη ημέρα στο κίνημα του Σπυρομήλιου εντάχθηκαν τα γειτονικά χωριά Δρυμάδες, Πόρτο Παλέρμο, Βουνό, Πήλιουρη, Κηπαρό και Κούδεσι όπου εγκαταστάθηκαν νέες τοπικές αρχές διορισμένες από τον ίδιο, ενώ οι δυνάμεις του αποσπάσματός του προωθήθηκαν μέχρι το στενό του Λογαρά. Παράλληλα, με προκήρυξή του κάλεσε τους Αλβανούς της ευρύτερης περιοχής σε σύμπραξη, υποσχόμενος τον σεβασμό των δικαιωμάτων τους εντός μίας μελλοντικής ελληνικής επικράτειας. Καθώς δεν επιτεύχθηκε ουσιαστική προσέγγιση, ακολούθησαν συγκρούσεις με Αλβανούς ένοπλους στην ευρύτερη περιοχή, με κυριότερη αυτή στο Κούτσι, στις 18 Νοεμβρίου.

Εικόνα: Ο Σπυρομήλιος στην είσοδο του οχυρού της Χειμάρρας.

Ο Σπυρομήλιος διατήρησε τη διοίκηση του τοπικού εθελοντικού αποσπάσματος των ελληνικών δυνάμεων Χειμάρρας, τα οποία κατά τα τέλη Δεκεμβρίου του 1912 απέκρουσαν τις επιθέσεις των Αλβανών ενόπλων σε Παλάσσα και Πήλιουρη, εδραιώνοντας την ελληνική κυριαρχία στην περιοχή. Μετά την αποτυχημένη ελληνική απόβαση στους Αγίους Σαράντα, αρνήθηκε να εκτελέσει διαταγή εκκένωσης της Χειμάρρας από τις ελληνικές δυνάμεις και τον άμαχο πληθυσμό της, καθώς υπήρχε πληροφορία για μαζική επίθεση από την αλβανική πλευρά και την πιθανότητα επακόλουθων σφαγών εναντίον του άμαχου πληθυσμού.

Έτσι κατάφερε να παραμείνει και να διατηρήσει ανέπαφο το συγκεκριμένο προγεφύρωμα μέχρι τις αρχές του 1913 όταν κατέφθασαν στην Χειμάρρα τμήματα του τακτικού ελληνικού στρατού. Τότε ο Σπυρομήλιος πρότεινε στον Ελευθέριο Βενιζέλο να του επιτρέψει να κινηθεί προς την Αυλώνα, όμως ο Έλληνας πρωθυπουργός απαγόρευσε με τηλεγράφημά του οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια τόσο στον Σπυρομήλιο όσο και στον Διάδοχο Κωνσταντίνο διότι δεν επιθυμούσε όξυνση των σχέσεων με την Ιταλία.

Η «Αυτονομία» της Βορείας Ηπείρου.

Με το πέρας τον Βαλκανικών Πολέμων η Ελλάδα υποχρεώθηκε βάσει συνθηκών να αποσύρει τον στρατό της από την περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Από την πλευρά του ο Σπυρομήλιος, τον Ιανουάριο του 1914 έστειλε τηλεγράφημα διαμαρτυρίας στην ελληνική κυβέρνηση τονίζοντας την έντονη δυσαρέσκεια της ελληνικής μειονότητας για την απόφαση να αποσυρθούν οι ελληνικές δυνάμεις από την περιοχή.

Περαιτέρω, στις 9 Φεβρουαρίου 1914, αρνήθηκε να αποχωρήσει από τη Χειμάρρα με αποτέλεσμα ο στρατηγός Παπούλας να διατάξει τη σύλληψή του. Την ίδια ημέρα ο Σπυρομήλιος ενημέρωσε με κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα τους Μητροπολίτες Βασίλειο Δρυϊνουπόλεως και Σπυρίδωνα Βελλάς και Κονίτσης για την πρόθεσή του να κηρύξει την αυτονομία της Χειμάρρας και τους κάλεσε να πράξουν το ίδιο στις περιοχές τους, γεγονός που συνέβη στις 10 Φεβρουαρίου.

«Πρέπει να ξέρετε αδελφοί ότι η λογική δεν συμβαδίζει µε τας επαναστάσεις. Εάν έπαιρναν έτσι τα πράγματα και οι Πατέρες µας, ουδέποτε θα έπαιρναν τα άρματα, ούτε και το 1821 ακόμα για να κτυπήσουν τους Τούρκους. Το ίδιο και ο Κουντουριώτης. Εάν συζητούσε µε τον εαυτό του τα υπέρ και τα κατά και μετρούσε πόσα είναι τα καράβια του και πόσα των Τούρκων στα Στενά, δεν θα είχαμε τον θρίαμβο της ‘Έλλης. Λέτε και ίσως να έχετε δίκιο, ότι τα όπλα που διαθέτομε δεν είναι αρκετά. Μη ξεχνάτε όμως πως κοντά µας είναι αι αποθήκαι του Ελληνικού Στρατού, θα πάμε να τα πάρωμεν. Εάν µας κτυπήσουν, θα δεχθούμε και το αδελφικό βόλι, µια φορά όμως θα τα πάρωμεν».

Εικόνα: Η ανακήρυξη της Αυτονομίας της Βορείας Ηπείρου, την 10η Φεβρουαρίου 1914.

Έπειτα προσχώρησε στην προσωρινή Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου που ορίστηκε στο Αργυρόκαστρο την 17η Φεβρουαρίου 1914, ως «Γενικός Αρχηγός Χειμάρρας». Κατά την περίοδο Μαρτίου-Απριλίου, οι άνδρες του Σπυρομήλιου έδωσαν σκληρές μάχες με αλβανικές δυνάμεις στο Πήλιουρη και στο Κούδεσι, με τη σημαντικότερη να διεξάγεται την 9η Απριλίου στην Πήλιουρη. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, κατά τη διάρκεια συγκρούσεων οι δυνάμεις του Σπυρομήλιου πυρπόλησαν τα αλβανικά χωριά Μπόρσι, Κούτσι και Λαΐφι.

Ο ίδιος εξελέγη στις εκλογές του Μαϊου του 1915 βουλευτής Αργυροκάστρου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Την περίοδο του «Εθνικού Διχασμού» η περιοχή της Χειμάρρας όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Βορείου Ηπείρου, πλην της Κορυτσάς που πέρασε προσωρινά στον έλεγχο του κινήματος «Εθνικής Άμυνας» του Ελευθερίου Βενιζέλου και κατέληξε στον έλεγχο των Γάλλων, κατελήφθη από τον ιταλικό στρατό και ο Σπυρομήλιος αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αθήνα.

Τον αυτονομιστικό αγώνα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Χειμάρρα, συνέχισε ο αδελφός του Νίκος Σπυρομήλιος. Στις 20 Απριλίου 1926, αποστρατεύτηκε, συνεπεία των τραυμάτων που είχε αποκομίσει από τις μάχες, με το βαθμό του συνταγματάρχη και τέθηκε τιμητικά σε διαθεσιμότητα. Το «αρχοντικό» της οικογένειας Σπυρομήλιου, αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα της παλιάς πόλης της Χειμάρρας, αν και απολύτως εγκαταλειμμένο σήμερα.

Μια «παράκληση» που δεν έγινε δεκτή.

Ο Σπυρομήλιος απεβίωσε στις 19 Μαΐου του 1930 στην Αθήνα όπου και κηδεύτηκε με κάθε επισημότητα παρουσία του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και πλήθους πολιτικών, στρατιωτικών και κόσμου. Στη διαθήκη του, εξέφρασε ως τελευταία επιθυμία να ταφεί στη Χειμάρρα, πράγμα το οποίο όμως δεν κατέστη εφικτό. Η Ελληνική Κυβέρνηση, μέσω του Έλληνα πρεσβευτή στα Τίρανα, αιτήθηκε να δοθεί άδεια προκειμένου για να ταφεί η σορός του Σπυρομήλιου στη γενέτειρα του, όπως ήταν η τελευταία του επιθυμία, ωστόσο οι Αλβανικές αρχές απέρριψαν το αίτημα για λόγους δημοσίας τάξεως και ασφαλείας.

Για τους παραπάνω λοιπόν λόγους ο «Λέων της Χειμάρρας», δεν αναπαύεται σήμερα στα πατρώα εδάφη των προγόνων του, αλλά στην Αθήνα, όντας ένας ασάλευτος «λίθος» που θα μας θυμίζει, στους αιώνες που έρχονται, την ηθική υποχρέωση του Έθνους προς τους απανταχού αλύτρωτους αδερφούς μας, σε όποιο σημείο και αν βρίσκονται. Τέλος δανειζόμενος τα λόγια του Σπυρομήλιου, «Επικαλούμαι την βοήθειαν του Θεού και την ανεγνωρισμένην ανδρεία υμών».

«Ζήτω ο Ελληνισμός! Ζήτω η Αυτόνομος Ήπειρος!»

Πηγές:

  • Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, «Επιστολή του Σ. Σπηρομήλιου προς τον Ελ. Βενιζέλο, 1914».
  • Ηπειρωτικό Κομιτάτο, «Ένοπλη δράση και προετοιμασία προπαραμονές των Βαλκανικών Πολέμων».
  • Αικατερίνη Χατζηγεωργίου, «Η δασκάλα της Μπογδάντσας».
  • «Βόρειος Ήπειρος, Ανεξαρτησία κι όχι αυτονομία».
  • Γεώργιος Μόδης, «Οι Ιππότες στου Σταυρού».
  • Σ. Σπυρομήλιος, «Αλβανοί και Αλβανισταί».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.