Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Ηράκλειος ο Μέγας. (Μερος Β’). Η Αυτοκρατορία στο χείλος της καταστροφής.

Ηράκλειος ο Μέγας. (Μερος Β’). Η Αυτοκρατορία στο χείλος της καταστροφής.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Δ’ Μέρος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Ε’ Μέρος πατήστε εδώ.

Όπως είδαμε και στο πρώτο μέρος της εξιστόρησης μας, μετα την δολοφονία του Μαυρικίου, αλλά και τον διαδόχων του, η Αυτοκρατορία εισήλθε σε έναν πραγματικό κυκεώνα συγκλονιστικών εξελίξεων. Ο «ξεδιάντροπος» τρόπος, με τον οποίο ο τύραννος Φωκάς «άρπαξε» την αυτοκρατορική πορφύρα, ήταν εκείνο το καταλυτικό γεγονός που πυροδότησε την Περσική και κατά συνέπεια την Αβαρική εισβολή του 603 μ.Χ. Αυτό διότι ο Βασιλέας της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, Χοσρόης Β’, εκμεταλλεύθηκε την συνθήκη του 591 μ.Χ, σύμφωνα με την οποία, ο Μαυρίκιος και ο Χοσρόης είχαν ανταλλάξει όρκους πίστης και αλληλοκατανόησης, φτάνοντας μέχρις του σημείου να χαρακτηρίσει ο ένας τον άλλον, «αδελφό».

Έχοντας αυτά στο μυαλό του και έπειτα  από την εν ψυχρό εκτέλεση του Μαυρικίου, ο Χοσρόης, «τάχα» δεσμευόμενος από την προαναφερθείσα συνθήκη, πέρασε τα ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας και κατέλαβε την Αρμένια, την Συρία, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας. Μάλιστα έπειτα από δύο καθοριστικές μάχες, κοντά στην Έδεσσα το 603 μ.Χ. και το 605 μ.Χ. στο Αρξαμούν, οι Πέρσες κατόρθωσαν να εξαλείψουν τα στρατεύματα των ανατολικών και των ευρωπαϊκών επαρχιών αντίστοιχα. Αυτή λοιπόν η εξαΰλωση των ενόπλων δυνάμεων της Αυτοκρατορίας, έδωσε την «χρυσή ευκαιρία» στους Αβάρους να περάσουν τον Ίστρο και να φτάσουν, λεηλατώντας, μέχρι τα τείχη της Βασιλεύουσας.

Εικόνα: Η Ανατολική Ρωμαίική Αυτοκρατορία το 620 μ.Χ.

Μέσα σε αυτές τις καταιγιστικές εξελίξεις, η Ρωμανία, φάνηκε να βαδίζει προς έναν δρόμο χωρίς γυρισμό. Εκεί όμως, κατά την διάρκεια της πιο δύσκολης στιγμής, φάνηκε μια ελπίδα που ίσως και να κατόρθωνε να σταματήσει την κατρακύλα. Ήταν ο Ηράκλειος, γιός του «Έξαρχου της Αφρικής», ο οποίος ανέλαβε επικεφαλής μιας προσπάθειας ώστε να ανατραπεί ο Φωκάς και εν συνεχεία να αντιμετωπισθούν όλοι οι εχθροί της Αυτοκρατορίας, που σαν τους μανιασμένους «λύκους» προετοιμάζονταν να την «καταπιούν».

Έτσι λοιπόν, πάντα βέβαια με της εξαίρετες συμβουλές του πατέρα του, ο Ηράκλειος κατέστρωσε ένα αποτελεσματικό στρατήγημα, το οποίο στόχευε στον αποκλεισμό της Βασιλεύουσας από κάθε αποστολή σιτηρών από την Καρχηδόνα και την Αίγυπτο, ώστε να εξωθηθεί σε εξέγερση ο λαός της Κωνσταντινούπολης κατά του τυράννου Φωκά. Έτσι λοιπόν και έγινε με τον Νικήτα να εκστρατεύει κατά της Αιγύπτου και αφού την κατέλαβε, διέκοψε κάθε αποστολή σιτηρών προς την Πόλη. Κατόπιν, ο Ηράκλειος, κινήθηκε κατά της Κωνσταντινούπολης και έπειτα από λαϊκή εξέγερση, ο Φωκάς, συνελήφθη και παραδόθηκε στον Ηράκλειο, προτού θανατωθεί με πολύ βίαιο τρόπο.

Έπειτα από την καθαίρεση του Φωκά ο Ηράκλειος στέφθηκε και επίσημα Αυτοκράτορας, με το στέμμα του ωστόσο να είναι «ακάνθινο», μιας και οι εχθροί της Αυτοκρατορίας βρίσκοντας παντού τριγύρω, με την Κωνσταντινούπολη μα τελεί, περίπου, υπό καθεστώς πολιορκίας, τόσο από τους Αβάρους, όσο και από τους Πέρσες οι οποίοι παρακολουθούσαν από την απέναντι πλευρά της θάλασσας του Μαρμαρά.

Η σταθεροποίηση του κράτους.

Μετά την ενθρόνιση του, ο Ηράκλειος συγκάλεσε μια μεγάλη «συνέλευση», στο «Μέγα Παλάτιον» και στην οποια προσκλήθηκαν όλοι οι ανώτατοι λειτουργοί του κράτους, ώστε να ενημερώσουν τον Αυτοκράτορα για την κατάσταση στην οποια βρισκόταν η Αυτοκρατορία. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Σέργιος Β’, ο οποίος είχε αναλάβει το πατριαρχικό αξίωμα μετά τον θάνατο του Θωμά Α’, ο έμπιστος σύμβουλος του Ηρακλείου και φρεσκοδιορισμένος «Μάγιστρος» Κωνσταντινουπόλεως, ο Βώνος, που είχε έλθει από την Καρχηδόνα έπειτα από την παρότρυνση του πατέρα του Αυτοκράτορα, ενώ κλήθηκαν και όλοι οι υψηλόβαθμοι διοικητικοί αξιωματούχοι της πρωτεύουσας.

Εικόνα: Νόμισμα της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών που φέρει την κεφαλή του Χοσρόη Β’.

Τα αποτελέσματα αυτής της «συνέλευσης» δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικά. Τα κρατικά ταμεία ήταν άδεια, ο στρατός, τόσο των ανατολικών, όσο και των δυτικών επαρχιών είχε εξαϋλωθεί, ενώ οι Πέρσες και οι Αβαρο-σλάβοι βρισκόντουσαν στα προάστεια της Βασιλεύουσας. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ειδικά έπειτα από μια έκκληση του Αυτοκράτορα προς τον λαό της Κωνσταντινούπολης για να προσέλθουν οι νέοι προς στρατολόγηση, όταν δεν εμφανίστηκε κανείς έγινε απόλυτα φανερή, η σχεδόν «γελοία», κατάσταση στην οποια είχε περιέλθει η Αυτοκρατορία κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Φωκά.

Βλέποντας το αυτό ο Ηράκλειος εξεμάνει. Δεν δίστασε μάλιστα να δηλώσει στον «Μέγα Ιππόδρομο», με 60.000 ζευγάρια μάτια να τον παρακολουθούν, πως αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί τότε ο ίδιος ήταν πλήρως διατεθειμένος να μεταφέρει την πρωτεύουσα στην Καρχηδόνα και να αφήσει τους ίδιους να «βγάλουν» τα κάστανα απ’ την φωτιά. Τάχιστα αυτή η δήλωση έφερε τα απαραίτητα αποτελέσματα. Σε καμιά περίπτωση ο Ηράκλειος δεν σκόπευε να μεταφέρει την έδρα της Αυτοκρατορίας στην Βόρεια Αφρική, ωστόσο αναγκάστηκε να καταφύγει σε αυτό το «στρατήγημα» ώστε να αφυπνίσει, έστω και με τον σκληρό τρόπο, τον «άβουλο» λαό της Κωνσταντινούπολης, που λόγο της προστασίας που τους παρείχαν τα Θεοδοσιανά τείχη, αλλά και εξαιτίας του πλούτου που είχαν συγκεντρώσει από το εμπόριο είχαν γίνει «μαλθακοί σαν ευνούχοι».

Πρώτος ο Πατριάρχης Σέργιος έπεσε στα πόδια του Ηρακλείου και τον παρακάλεσε να μην πραγματοποιήσει την απειλή του. Παίζοντας «σωστά» τον ρόλο του, ο Ηράκλειος, σήκωσε τον Πατριάρχη από τα πατώματα και συμπεριφερόμενος με τεράστιο σεβασμό του εξέφρασε τα αιτήματα του. Αρχικά η εκκλησία θα έπρεπε να παραδώσει στους κρατικούς αξιωματούχους και στους «Θησαυροφύλακες», πλήρεις και αναλυτικούς καταλόγους με τα κινητά περιουσιακά της στοιχεία. Τάματα, χρυσοποίκιλτες εικόνες, αργυρά καντήλια , πολύτιμοι λίθοι, μαλαματένια σκεύη και ενδύματα θα εκποιούνταν στο σύνολο τους, ώστε να κοπούν χρυσά, νομίσματα τα οποία ήταν τόσο απαραίτητα, για την συντήρηση του κράτους και την ανασυγκρότηση του στρατού.

Ταυτόχρονος ο ανώτερος και ο κατώτερος κλήρος θα έπρεπε να αναλάβει το κολοσσιαίο έργο να εμπνεύσουν τον λαό και να δημιουργήσουν ένα κλήμα «Ιερού πολέμου» ώστε να εμψυχώσουν τον λαό να αντιμετωπίσει τους εισβολείς. Φωτισμένοι πατέρες εκφωνούσαν νυχθημερόν πύρινους λόγους στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, προτρέποντας κατά κύριο λόγο τους νέους να στρατολογηθούν και αυτοί στον νέο «εθνικό» αυτοκρατορικό στρατό και κατ’ αυτόν τον τρόπο να συμβάλουν και αυτοί στην ανασύσταση της Αυτοκρατορίας. Βέβαια όλα αυτά έγιναν αφού ο Ηράκλειος ορκίστηκε στα Θεία πως θα επιστρέψει όλα αυτά τα πλούτη στην εκκλησία μετα την τελική νίκη.

Εικόνα: Σύγχρονη αναπαράσταση Πέρση ιπποτοξότη.

Τέλος ο Πατριάρχης δεσμευόταν πως αναγνώριζε μόνο τον Ηράκλειο ως νόμιμο Αυτοκράτορα, μιας και ήδη είχαν κάνει την εμφάνιση τους πιθανοί διεκδικητές του θρόνου. Το ζήτημα της «νομιμοποίησης» του Ηρακλείου ήταν καθοριστικής σημασίας, καθώς θα ήταν ανώφελο, τόσο για τον ίδιο, όσο και για την Αυτοκρατορία, να πολεμά τους εξωτερικούς εχθρούς του κράτους, αλλά ταυτόχρονα να υποδαυλίζεται από τους εχθρούς του στο εσωτερικό.

Για να επιβληθεί λοιπόν κοινωνική ειρήνη, μια συνθήκη απαραίτητη ώστε να κλείσει το εσωτερικό μέτωπο, ο Ηράκλειος, αποφάσισε να βγάλει απ’ την μέση όλους εκείνους που αμφισβητούσαν την κυριαρχία του. Πρώτος υποψήφιος, στην λίστα των «εν δυνάμει» στασιαστών, ήταν ο αδελφός του τυράννου  Φωκά, ο «Γενικός διοικητής του στρατού της ανατολής», ο  Κομεντίολος, ο οποίος σε αντίθεση με τον άλλο αδερφό του Φωκά, τον Δομεντζίολο, προφασιζόμενος ασθένεια και κωλυσιεργώντας, αρνήθηκε να συνδράμει στην υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης, προσπαθώντας κατ’ αυτό τον τρόπο να κερδίσει την εύνοια του Ηρακλείου. Ωστόσο μετα την άνοδο του Ηρακλείου στον θρόνο, ο Κομεντίολος αντιλήφθηκε πως δεν είχε τίποτα να κερδίσει από το τον «άτεγκτο» Αυτοκράτορά και για αυτό τον λόγο αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει, σταθμεύοντας στην Άγκυρα και συγκεντρώνοντας στρατό ώστε να βαδίσει κατά της Κωνσταντινούπολης.

Παρ’ όλα αυτά ο Ηράκλειος έδρασε άμεσα. Τον Ιανουάριο του 611 μ.Χ. απέστειλε, τον «Σεβαστό» και πρώην στρατηγό του Μαυρικίου, Φιλιππικό στην Άγκυρα με προτάσεις συνθηκολόγησης, τάζοντας σε όσους ήταν παρόντες στο στρατόπεδο του Κομεντίολου πως ο Αυτοκράτορας, όντας «μεγαλόκαρδος και συμπονετικός», θα έδινε ένα είδος «γενικής αμνηστίας» στους στασιαστές, υπό τον όρο να συλληφθεί και να εκτελεσθεί ο επίδοξος Αυτοκράτορας. Ακούγοντας τα αυτά, ο Κομεντίολος, συνέλαβε τον Φιλιππικό και τον φυλάκισε στην Άγκυρα με την πρόθεση να τον εκτελέσει το επόμενο πρωί.

Ωστόσο το «κακό» είχε ήδη γίνει. Ο σπόρος της προδοσίας είχε ήδη φυτευτεί. Εκείνο το βραδύ ο «Πατρίκιος» Ιουστίνος έχοντας πεισθεί από τα λεγόμενα του Φιλιππικού, παρείσφρησε στη σκηνή του Κομεντίολου και τον δολοφόνησε λιώνοντας του το κεφάλι με ένα κηροπήγιο την ώρα που κοιμόταν. Όσο βάναυσο και αν ήταν το έγκλημα, άλλο τόσο απαραίτητη ήταν η τέλεση του. Η δολοφονία του Κομεντίολου απομάκρυνε πολύ γρήγορα και πολύ εύκολα μια σοβαρή απειλή για την ακόμη επισφαλή διατήρηση του Ηράκλειου στην εξουσία. Το επόμενο πρωί όλες οι δυνάμεις που είχαν στασιάσει δήλωσαν υποταγή στον Ηράκλειο.

Εικόνα: Βαθμοφόρος της «Αυτοκρατορικής σωματοφυλακής των Εξκουβιτόρων» σε  εικονογράφηση του Χρήστου Γιαννόπουλου.

Ο επόμενος υποψήφιος «σφετεριστής» που θα έπρεπε να εξουδετερωθεί ήταν ο γαμπρός του Φωκά ο Πρίσκος, που όντας διοικητής της «Αυτοκρατορικής Φρουράς των Εξκουβιτόρων» δεν είχε σπεύσει να κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις του. Αρχικά ο Ηράκλειος τον απομάκρυνε από την Κωνσταντινούπολη, αναθέτοντας του την «Αρχιστρατηγία» του στρατού της ανατολής και την διενέργεια επιχειρήσεων κατά των Περσών στο ανατολικό μέτωπο, ωστόσο παρά τις αρχικές του επιτυχίες και τον αποκλεισμό μιας μεγάλης περσικής δύναμης στην Καισάρεια, ο Πρίσκος, έδωσε την εντύπωση πως χρονοτριβούσε, ενώ σε συνδυασμό με τις φήμες που τον ήθελαν να έχει έρθει σε συνεννόηση με τον Χοσρόη, ο Ηράκλειος αναγκάστηκε να μεταβεί από την Κωνσταντινούπολη στην Καισάρεια για να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.

Βλέποντας τον, ο Πρίσκος, να καταφθάνει επικεφαλής μεγάλου εκστρατευτικού σώματος, σχολίασε, μάλλον ειρωνικά, πως «δεν είναι πρέπον για Αυτοκράτορα να έρχεται στο μέτωπο», ενώ έσπευσε να προσποιηθεί ασθένεια ώστε να μην συναντήσει τον Ηράκλειο. Απ’ την πλευρά του ο Αυτοκράτορας, φανερά εκνευρισμένος, συγκρατήθηκε και μη θέλοντας να δώσει συνέχεια σε αυτό το τόσο λεπτό θέμα επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη περιμένοντας την παράδοση της Καισάρειας.

Αντί όμως να φτάσουν τα απαιτούμενα νέα στην Πόλη, μαθεύτηκε πως οι Πέρσες είχαν πυρπολήσει την Καισάρεια και στην συνέχεια είχαν καταφέρει να δραπετεύσουν, αφού πρώτα συνέτριψαν τον στρατό του Πρίσκου και τις δυνάμεις με τις οποίες τον είχε ενισχύσει ο Αυτοκράτορας. Αυτή η καταστροφή έκανε τον Ηράκλειο να εκμανεί, θεωρώντας τον Πρίσκο προσωπικά υπεύθυνο για την αποτυχία των επιχειρήσεων.

Εν μέσω κατάρων και βωμολοχιών, ο Αυτοκράτορας διέταξε την ανάκληση του Πρίσκου στην Κωνσταντινούπολη, ενώ προκειμένου να μην αποφύγει και πάλι να προσέλθει, ο Ηράκλειος, προφασίσθηκε ότι θέλει να τον κάνει ανάδοχο του γιου του, Κωνσταντίνου, που είχε γεννηθεί πριν από μερικούς μήνες, στις 3 Μαΐου του 612 μ.Χ, στο «Παλάτι των Σοφιών». Πράγματι μετα από μερικές εβδομάδες, ο Πρίσκος, ήλθε στην Κωνσταντινούπολη με την βάπτιση να πραγματοποιείτε στις 5 Δεκεμβρίου του 612 μ.Χ.

Ωστόσο μετά το τέλος του μυστηρίου, ο Πρίσκος οδηγήθηκε στη Σύγκλητο, όπου ο Ηράκλειος τον αιφνιδίασε, κατηγορώντας τον για ασέβεια προς το πρόσωπο του Αυτοκράτορα και διατάσσοντας τον να καρεί μοναχός στην «Μονή της Χώρας», όπου και πέθανε το 613 μ.Χ. Από την άλλη πλευρά, η «Φρουρά των Εξκουβιτόρων» έλαβε ειδικά προνόμια ώστε να μην προβάλλει αντίσταση, ενώ το αξίωμα του «Κόμη των Εξκουβιτόρων» αποδόθηκε στον ξάδερφο του Ηράκλειου, τον Νικήτα, ώστε αυτή η ευαίσθητη όσο και επικίνδυνη θέση να ελέγχεται από ένα άτομο πιστό στον Αυτοκράτορα.

Εικόνα: Ο Όσιος Θεόδωρος ο Συκεώτης έζησε στα τέλη του 6ου και τις αρχές του 7ου αιώνα. Καταγόταν από το χωριό Συκεοί, από το οποίο πήρε το προσωνύμιο «Συκεώτης».

Το τελευταίο μέλος της οικογένειας του Φωκά, το οποίο απέμεινε να απασχολεί τον Αυτοκράτορα, ήταν ο «Κουπολάτης» Δομνιτζίολος, ο οποίος όπως προαναφέραμε στο προηγούμενο μερος της εξιστόρησης μας είχε αναλάβει την διοίκηση της άμυνας της Κωνσταντινούπολης μαζί με τον αποθανόντα στρατηγό Βώνοσο. Η αρχική πρόθεση του Ηρακλείου ήταν να εξοντώσει τον Δομνιτζίολο, ωστόσο ο Όσιος Θεόδωρος ο Συκεώτης, έστειλε μια παρακλητική επιστολή στον Ηράκλειο, προσπαθώντας να τον πείσει να χαρίσει την ζωή στον καλό του φίλο. Ο Αυτοκράτορας, όντας ευσεβής, αλλά και μην θέλοντας να χάσει την ευκαιρία να πάρει με το μερος του τον Θεόδωρο, εισάκουσε την παράκληση του και τον λυπήθηκε ζητώντας και παίρνοντας την ευχή του Αγίου υπέρ της βασιλείας του, αναγκάζοντας ωστόσο τον Δομνιτζίολο να καρεί και αυτός μοναχός.

Πραγματικά το νέο, ακόμη, καθεστώς είχε ανάγκη τις προσευχές των ασκητών και των κληρικών, για να παγιώσει την εξουσία που είχε καταλάβει. Με κάθε λοιπόν ευκαιρία, ο Ηράκλειος έδινε δείγματα της ευσέβειας του προς τα Θεία και τον σεβασμό του προς την Εκκλησία, ενώ δεν παρέλειπε να συμμετάσχει στα Μυστήρια και τις ακολουθίες, δίνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το παράδειγμα στον λαό της Πόλης, αλλά και αυξάνοντας την δημοτικότητα του, ενώ κατ’ αυτό τον τρόπο ο λαός της Πόλης έβλεπε τον Αυτοκράτορα και κατά συνέπεια η αυτοκρατορική εικόνα αποτυπώνονταν στην μνήμη του και βοήθησε στην νομιμοποίηση του καθεστώτος.

Η Αυτοκρατορία στο χείλος της καταστροφής.

Όπως προείπαμε, την άνοιξη του 611 μ.Χ, οι Πέρσες, υπό τον στρατηγό Σαήν κατέλαβαν την Καισάρεια, την οποια και στην συνέχεια πυρπόλησαν και εγκατέλειψαν. ταυτοχρόνως, ο στρατηγός Σαρβαραζάς εισέβαλε στην Συρία και εκπόρθησε, για δεύτερη φορά, την κατά τα αλλά «απόρθητη» Αντιόχεια, μάλλον λόγο κάποιας προδοσίας εκ μέρους ενός από τους κατοίκους της πόλης.

Εναντίων του Σαρβαραζά κινήθηκε ο Νικήτας που σε μια αμφίρροπη μάχη, κοντά στην Έμεσα της Συρίας, το 612 μ.Χ, ανέκοψε, έστω και πρόσχερα την περσική προέλαση. Ωστόσο σύντομα με την κατειλημμένη Αντιόχεια να διχοτομεί τα εδάφη της Αυτοκρατορίας έγινε φανερό στους Πέρσες ποιο θα έπρεπε να είναι το σχέδιο τους. Έτσι λοιπόν, ο Σαήν κινήθηκε προς την Μικρά Ασία, περνώντας για δεύτερη φορά την οροσειρά του Ταύρου, ενώ ο Σαρβαραζάς κατευθύνθηκε προς την Παλαιστίνη με τελικό στόχο να καταλάβει την Αίγυπτο.

Φτάνοντας τα νέα για την περσική προέλαση προς την Κωνσταντινούπολη, υπήρξε αναστάτωση στην πρωτεύουσα, καθώς πιθανή απώλεια της Αιγύπτου θα σήμαινε και διακοπή της αποστολής σιτηρών από την «Χωρά του Νείλου» προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος έχοντας χρησιμοποιήσει και ο ίδιος το ίδιο «στρατήγημα» γνώριζε καλά ποιες θα ήταν οι συνέπειες κάτι τέτοιου. Έτσι λοιπόν, ανακάλεσε άμεσα τον Φιλιππικό από την μονή που είχε αποσυρθεί, αναθέτοντας του την «Αρχιστρατηγία» του στρατού της ανατολής, ενώ ο εξάδελφος του, Νικήτας, ανέλαβε την υπερασπίσει την Αίγυπτο.

Ο Φιλιππικός έχοντας κάθε δυνατή υποστήριξη από τον Αυτοκράτορα εισέβαλε στην Αρμενία και κινήθηκε προς τα βόρεια υψίπεδα του Ιράν, προσπαθώντας να αναγκάσει τον Σαήν να τον ακολουθήσει. Από την άλλη πλευρά ο Νικήτας αποφάσισε να κινηθεί κατά του Σαρβαραζά, στην Παλαιστίνη πριν ακόμα αυτός προλάβει να εισέλθει στην Αίγυπτο. Από την πλευρά του ο Ηράκλειος ανέλαβε επικεφαλής μεγάλου εκστρατευτικού σώματος να κινηθεί κατά της Αντιόχειας, προσπαθώντας να ανακαταλάβει την στρατηγική σημασίας πόλη.

Ωστόσο το όλο εγχείρημα δεν άργησε να καταρρεύσει, μιας και οι περσικές δυνάμεις, εφαρμόζοντας τακτικές που είχαν τελειοποιήσει οι Παρθοί εκατοντάδες χρονιά πριν, ξεκίνησαν να παρενοχλούν τις αυτοκρατορικές δυνάμεις, αναγκάζοντας τον Ηράκλειο να εγκαταλείψει την εκστρατεία, αφού είχε υποστεί τεράστιες απώλειες. Από εδώ και πέρα ο δρόμος για την κατάκτηση της Συρίας από τους Πέρσες ήταν πλέον ανοικτός. Γρήγορα οι βάρβαροι κατέλαβαν την Δαμασκό και μέχρι το τέλος του έτους την υπόλοιπη Συρία, χωρίς ουσιαστική αντίσταση.

Στις αρχές του 614 μ.Χ. οι Πέρσες, υπό τον Σαρβαραζά εισήλθαν στην Παλαιστίνη. Άμεσα οι Εβραίοι της Παλαιστίνης έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή στον Χοσρόη, ενώ συνέδραμαν ενεργά τις επιθετικές ενέργειες των Περσών. Γρήγορα, οι Πέρσες και οι Εβραίοι σύμμαχοι τους κατέλαβαν την Γαλιλαία και τις παραλιακές πόλεις της Παλαιστίνης, όπως την Χάιφα την Νετάνια και την Παράλιο Καισάρεια. Φυσικά από όπου περνούσαν τίποτα δεν έμενε όρθιο. Εκκλησίες, ιερά προσκυνήματα και ελληνικές κοινότητες, βρέθηκαν εν μια νυκτή στο «μάτι» του κυκλώνα.

Η επίθεση των Περσών κατά της Ιερουσαλήμ ξεκίνησε την 15η Απριλίου του 614 μ.Χ, με την πολιορκία να διαρκεί 21 μέρες. Ωστόσο στις αρχές Μαΐου η πόλη έπεσε και οι βάρβαροι εισέβαλαν στην πόλη, όπως τα εξαγριωμένα άγρια κτήνη σε ένα κοπάδι προβάτων. Υποβοηθούμενοι και από έναν όχλο 20.000 Ιουδαίων εξάλειψαν κάθε χριστιανικό οικοδόμημα και 80.000 χριστιανοί μαρτύρησαν εντός της ιεράς πόλεως. Μάλιστα δεν σεβάστηκαν ούτε άνδρες, ούτε γυναίκες, ούτε παιδιά, ούτε βρέφη, ούτε νέους, ούτε γέροντες, ούτε μοναχούς, ούτε κληρικούς, με του χριστιανικούς πληθυσμούς να καταφεύγουν σε σπήλαια, τάφρους και παλιές δεξαμενές προκειμένου να σωθούν.

Εικόνα: Λιθογραφία που αναπαριστά την καταστροφή των Ιεροσολύμων από τους Πέρσες.

Συν τοις άλλοις καταστράφηκαν περίπου 300 εκκλησίες, με την σύμπραξη των Εβραίων και όλοι οι θησαυροί της πόλης αρπάχθηκαν, ενώ ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ζαχαρίας και 35.000 αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν ως όμηροι στην Περσία. Ωστόσο το μεγαλύτερο ανοσιούργημα των Περσών ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή του «Παναγίου Τάφου» και η αρπαγή του «Τίμιου Σταυρού», ο οποίος σύρθηκε αιχμάλωτος στην Κτησιφώνα και ρίχθηκε στα πόδια του Χοσρόη. Το σοκ για ολόκληρη την Χριστιανοσύνη ήταν τεράστιο. Πολλοί πρόσφυγες από την Παλαιστίνη κατέφυγαν στην Ρωμαιοκρατούμενη, προς το παρόν τουλάχιστον, Αίγυπτο, βρίσκοντας καταφύγιο κάτω από την σκέπη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

Την ίδια χρονική στιγμή, ο Ηράκλειος κατέβαλε μια διπλωματική προσπάθεια ώστε να ανακόψει την πορεία των εξελίξεων, η οποία ωστόσο έπεσε στο κενό. Ο Χοσρόης δεν δεχόταν να τον αναγνωρίσει ως Αυτοκράτορα καθώς είχε άλλα σχέδια για τον θρόνο της Ρωμανίας. Πολύ περισσότερο, δεν είχε λόγο να ανακόψει τη νικηφόρα προέλαση του στρατού του, που βρισκόταν ήδη στο Διάσελο της Αιγύπτου, με τη προσφορά του Ηρακλείου να του παρέχει κάθε έτος 1.000 λίβρες χρυσού, 1.000 λίβρες ασημιού και 1.000 αλόγα, να περνά κάπως αδιάφορη στον Πέρση ηγεμόνα.

Έτσι λοιπόν, το φθινόπωρο του 616 μ.Χ, ο Σαρβαραζάς προέλασε δια της παραλιακής οδού καταλαμβάνοντας τα Ρινοκόλουρα, το Πηλούσιο και την Ενάλιο Βαβυλώνα. Αντίσταση συνάντησε μόνο στην Αλεξάνδρεια, την οποία και πολιόρκησε επί μήνες. Όταν ο Νικήτας αντιλήφθηκε, ότι δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας για την πόλη, επιβιβάσθηκε σ’ ένα πλοίο για την Κωνσταντινούπολη, εγκαταλείποντας την επαρχία της Αιγύπτου.

Το παράδειγμά του ακολούθησε η αριστοκρατία της πόλης. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων αποβιβάσθηκε στη Ρόδο και τελικά κοιμήθηκε στην Κύπρο, ενώ η Αλεξάνδρεια τελικά έπεσε με προδοσία, με την κατάκτηση της Αιγύπτου να ολοκληρώνεται το 620 μ.Χ. Ο μεγαλύτερος φόβος του Ηρακλείου είχε πλέον γίνει πραγματικότητα, ο «σιτοβολώνας» της Αιγύπτου είχε πλέον χαθεί.

Η πλήρης αταξία.

Οι συνέπιες της απώλειας των ανατολικών επαρχιών ήταν πολλές και δυσβάστακτες. Η αυτοκρατορία έχασε σημαντικά εδάφη και μαζί μ’ αυτά μια τεράστια ανθρώπινη δεξαμενή, καθώς και τα φορολογικά έσοδα των επαρχιών. Οι «σιτοβολώνες» της Αιγύπτου και της Συρίας πέρασαν υπό περσικό έλεγχο, ενώ η διανομή άρτου στην Κωνσταντινούπολη σταμάτησε, με την διακυβέρνηση του Ηρακλείου να τεθείτε άμεσα υπό αμφισβήτηση. Παράλληλα οι Πέρσες έχοντας κόψει όλες τις εμπορικές οδούς προς την ανατολή, κατόρθωσαν με την κατάκτηση της Αιγύπτου να διακόψουν και την τελευταία εμπορική οδό της Αυτοκρατορίας με την Ινδική υποήπειρο.

Εικόνα: Οι Ζωροαστρικές θεότητες Αχούρα Μάζντα και Ανίτα παραδίδουν στον Χοσρόη Β’ το αυτοκρατορικό του διάδημα.

Το 615 μ.Χ. κόπηκαν νέα αργυρά νομίσματα, των οποίων η πραγματική αξία ήταν το μισό της ονομαστικής, ενώ η Αυτοκρατορία στερούνταν χρυσού, μετάλλων και πρώτων υλών για την βιοτεχνία. Η απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας δεν προχωρούσε με την ταχύτητα που επιθυμούσε ο Αυτοκράτορας, καθώς πολλές μονές αντιδρούσαν και δεν συνεργάζονταν με τους κρατικούς λειτουργούς. Πολύ γρήγορα η κοπή χρυσών νομισμάτων περιορίσθηκε στο 20-30% των χρυσών νομισμάτων που κυκλοφορούσαν κατά την διάρκεια της βασιλείας του Μαυρικίου.

Τέλος τα βιοτεχνικά κέντρα της Ανατολής χάθηκα, με αποτέλεσμα τον κλονισμό του εμπορίου και την αύξηση της ανεργίας. Ο Ηράκλειος ίδρυσε νέες βιοτεχνίες και μετέβαλλε την λειτουργία των συντεχνιών, για ν’ αντιμετωπίσει την καινούργια κατάσταση, ενώ στο πρόβλημα της ανεργίας και της σιτοδείας προστέθηκε και αυτό του λοιμού που προκάλεσε αναρίθμητες απώλειες.

Οι προσπάθειες της Αυτοκρατορίας μπορεί ναι μεν να είχαν επικεντρωθεί στο ανατολικό μέτωπο, εναντίων των Σασσανιδών, ωστόσο η Χερσόνησος του Αίμου βρίσκονταν στο έλεος των Αβαρο-σλαβικών επιδρομών, όλο αυτό το διάστημα. Η επέκτασή των φυλών αυτών μπορεί να προκάλεσε σοβαρά προβλήματα και μεγάλες καταστροφές, ωστόσο δεν είχε χαρακτήρα κατοχής. Γεγονός είναι ότι πρόσφυγες από την Δακία, την Δαρδανία και την Πανονία κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Βασιλεύουσα, προκειμένου να γλυτώσουν από το μένος των βαρβάρων.

Η Αυτοκρατορία διατηρούσε βέβαια τον έλεγχο στις μεγάλες πόλεις, η ύπαιθρος ωστόσο ήταν στην διάθεση των επιδρομέων, οι οποίοι έφθασαν μέχρι την ανατολική Θράκη, θέτοντας σε κίνδυνο την γεωργία και το εμπόριο μέχρι τα προάστια της Κωνσταντινούπολης. Το 614-615 μ.Χ. μάλιστα πραγματοποιήθηκαν δύο μεγάλες Αβαρικές επιθέσεις εναντίον της Θεσσαλονίκης, με την πόλη να επιβιώνει χάρις της θαυματουργικής επέμβασης του πολιούχου της, Αγίου Δημητρίου, όπως μαρτυρείται από χρονικογράφους της εποχής.

Ακόμα παραπέρα, στην Ιταλική Χερσόνησο είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνιση τους οι Λογγοβάρδοι. ταυτοχρόνως, η επανάσταση του Ιωάννη Κοντζά και η σφαγή του «Έξαρχου της Ιταλίας» ανάγκασαν τον Ηράκλειο να διορίσει τον «Πατρίκιο» Ελευθέριο στη θέση του εκλιπόντος Έξαρχου. Αυτός μετέβη στην Ιταλία και μέχρι το 616 μ.Χ. είχε καταφέρει να καταπνίξει την εξέγερση και να σκοτώσει τον Κοντζά κοντά στην Νάπολη. Ωστόσο άμεσα ο φιλόδοξος Ελευθέριος, αφού έκλεισε ειρήνη με τον βασιλέα των Λογγοβάρδων αυτοανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας το 619 μ.Χ. Παρ’ όλα αυτά ο στρατός του «Εξαρχάτου της Ιταλίας» παρέμεινε πιστός στον Ηράκλειο και στασίασε δολοφονώντας τον Ελευθέριο στην Ραβένα τον Οκτώβριο του 619 μ.Χ.

Εικόνα: Σόλιδος που αναπαριστά στην μια πλευρά τον Ηράκλειο και τον γιό του Κωνσταντίνο Γ’ και από την άλλη τον σταυρό και την επιγραφή «Deus Adiuta Romanis».

Όλα αυτά δείχνουν ότι οι δυνάμεις που στάθμευαν στην Ιταλία δεν μπορούσαν να συνδράμουν την Κωνσταντινούπολη στην αντιμετώπιση των κινδύνων, αντίθετα αποτελούσε και οι ίδιες πρόβλημα. Δράττοντας την ευκαιρία ο Βησιγότθος βασιλιάς Σισεβούτος κατέλαβε το 615 μ.Χ. κάποιες ισπανικές πόλεις που έλεγχαν οι Ρωμαίοι, όπως η Μάλαγα, ενώ ο Ηράκλειος ανήμπορος να αντιδράσει αναγκάστηκε να αναγνώρισε τη νέα κατάσταση στην Ισπανία το 617 μ.Χ, μετά από επίσημες διαπραγματεύσεις με τους Βησιγότθους.

Η παραπάνω απελπιστική κατάσταση έκανε τον Ηράκλειο να επαναφέρει την απειλή εκείνη πως θα μετέφερε την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας στην Καρχηδόνα. Την πληροφορία διασώζει ο Ιωάννης Νικίου, όμως η επιτυχία μιας τέτοιας κίνησης δεν φαίνεται πιθανή για δύο λόγους. Αρχικά η δυνατότητα επικοινωνίας με όλα τα τμήματα της αυτοκρατορίας θα παρουσίαζε τεράστιες δυσκολίες, ενώ δεύτερον, το μειωμένο στρατιωτικό δυναμικό της εν λόγω επαρχίας δεν είχε τις δυνατότητες που είχε η Θράκη και η Μικρά Ασία.

Τελικά όταν ο αυτοκρατορικός προπαγανδιστικός μηχανισμός διέδωσε την φήμη, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος που κωλυσιεργούσε πείστηκε πως ο Αυτοκράτορας θα πραγματοποιήσει την απειλή του και έτσι έτρεξε ώστε να επιταχύνει η εκποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Όλα τα χρυσά και αργυρά σκεύη παραχωρήθηκαν στην κυβέρνηση και πήραν το δρόμο για τα νομισματοκοπεία, με τα νέα αργυρά και χρυσά νομίσματα να φέρουν στη μια όψη τον Ηράκλειο με τον γιο του, Κωνσταντίνο και στην άλλη τον σταυρό ως σύμβολο του κράτους και την επιγραφή, «Deus Adiuta Romanis», δηλαδή «Θεέ βοήθα τους Ρωμαίους».

Μέσα σε λίγους λοιπόν μήνες είχε συγκεντρωθεί το αστρονομικό ποσό, τόσο για την εποχή, όσο και για σήμερα, των 10.000.000 χρυσών «Σολίδων». Ποσό ικανό να χρηματοδοτήσει έναν πόλεμο ανάκτησης, έναν πόλεμο «Ιερό», έναν πόλεμο εκδίκησης. Τώρα η Αυτοκρατορία ήταν έτοιμη και μπορούσε να περάσει στην αντεπίθεση, ενώ σύντομα όλος ο γνωστός κόσμος θα γευόταν την οργή της Ρώμης και συνεπώς του Ηρακλείου.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Δ’ Μέρος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Ε’ Μέρος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • Florovsky, «Οι Βυζαντινοί Πατέρες του Έκτου, Έβδομου & Όγδοου Αιώνα».
  • Γ. Καρδάρας, «Η Αβαρο-σλαβική Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης».
  • Πανεπιστήμιο Καίμπριτζ, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Α.Α. Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Kaegi, «Ηράκλειος, Αυτοκράτορας του Βυζαντίου».
  • Ηλίας Λάσκαρης, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες».
  • Γ. Καρδάρας, «Βυζαντινο-Περσικοί Πόλεμοι».
  • Runciman, «Βυζαντινός Πολιτισμός».
  • Βλάσιου Φειδά, «Βυζάντιο».
  • John Haldon, «Βυζάντιο».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.