Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Κωνσταντίνος Δαβάκης. «Ο Τιτάνας της Πίνδου».

Κωνσταντίνος Δαβάκης. «Ο Τιτάνας της Πίνδου».

«Αφιερούται στην ψυχή του τιτάνος της Πίνδου Συνταγματάρχου Κωνσταντίνου Δαβάκη και στους συμπολεμιστές του».

Κανείς άνθρωπος δεν γεννιέται ήρωας, όλοι γίνονται στην πορεία. Αυτό διότι έρχεται μια στιγμή που ο καθένας θα πρέπει να διαλέξει αν θα ζήσει μια ήσυχη ζωή ανάμεσα στην οικογένεια του, ή αν θα τάξει όλες του τις δυνάμεις ολόψυχα στην υπηρεσία της Πατρίδας. Η απόφαση δεν είναι εύκολη, ωστόσο για μερικούς ανθρώπους σαν των Κωνσταντίνο Δαβάκη η απάντηση είναι κάτι παραπάνω από αυτονόητη. Αλλά καλύτερα ας δούμε τα πεπραγμένα αυτού του μεγάλου ανδρός απ’ την αρχή.

Τα πρώτα χρόνια και οι «Μεγάλοι Αγώνες».

Γεννηθείς το 1897 στον μανιάτικο οικισμό «Κεχριάνικα» Λακωνίας και ήταν ένα από τα δέκα παιδιά του δασκάλου Δικαίου Δαβάκη και της Σοφίας. Όταν ήταν μόλις 10 ετών ένα περιστατικό έμελλε να σταθεί αφορμή ώστε να γεννηθεί μέσα του το όνειρο να γίνει στρατιωτικός. Σύμφωνα με τα γραφόμενα του, «Ἡ μεγαλυτέρα ανάμνησις τής παιδικής μου ηλικίας ήταν τω 1907. Ὁ καπετάν Γέρμας είχε σκοτωθεί στα Μακεδονικά. Ένα μεσημέρι ὁ πατέρας μου έφερνε την εφημερίδα στη ρούγα τού χωριού και την διάβαζε. Ήμουνα τότε 10 χρονών. Βλέπω τον εαυτό μου ακουμπισμένο στο πόδι τού καθισμένου σέ μια πέτρα πατέρα μου. Άκουγα με μεγάλη συγκίνησή τα όσα διάβαζε μεγαλόφωνα στην εφημερίδα. Σέ μια στιγμή ὁ πατέρας μου είπε: Ε, και να ‘μουνα ανύπαντρος και να μην είχα παιδιά! Να πήγαινα αντάρτης. Το παιδιάστικο μυαλό μου δούλεψε και έκαμε τη σκέψη, Έννοια σου! Σαν μεγαλώσω, θα πάω γω». Δεν είπα όμως τίποτε. Από τότε μού γεννήθηκε ἡ ιδέα να μπω στη Σχολή των Ευελπίδων, να γίνω αξιωματικός! Κάι έτσι, με τη βοήθεια τού Θεού και με στερήσεις τής οικογενείας μου, έγινα αξιωματικός. Κάι έθεσα τον εαυτόν μου στην εξυπηρέτηση τής Πατρίδος».

Εικόνα: Γερμανικής κατασκευής πυροβόλο 5,7 cm, λάφυρο του Ελληνικού Στρατού από τον Βουλγαρικό Στρατό κατα την διάρκεια της μάχης του Σκρα.

Λοιπόν πράγματι μεγαλώνοντας, ο νεαρός Κωνσταντίνος, σπούδασε στην «Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων», από όπου αποφοίτησε τον Οκτώβριο του 1916 ως ανθυπολοχαγός Πεζικού, ενώ αργότερα ενίσχυσε την στρατιωτική του κατάρτιση στη γαλλική «Σχολή Αρμάτων» στο Παρίσι, καθώς και στην «Ανώτατη Σχολή Πολέμου» των Αθηνών. Αρφότερα, το 1918, σε ηλικία 21 ετών, ο Δαβάκης πήρε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετέχοντας μεταξύ άλλων σε δύο από τις σπουδαιότερες μάχες του Μακεδονικού Μετώπου, αρχικά στη «Μάχη του Σκρα» στις 17 Μαΐου 1918 και εν συνεχεία στη «Μάχη της Δοϊράνης» στις 5 Σεπτεμβρίου 1918.

Προελαύνοντας νικηφόρος ο Ελληνικός στρατός, ωστόσο, ήρθε για πρώτη φορά «πρόσωπο με πρόσωπο» με την «μάστιγα» των αντιασφυξιογόνων αερίων που, ήδη από το 1916, είχαν καταστεί σήμα κατατεθέν του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι λοιπόν η μάχη της Δοϊράνης περνά στα «κιτάπια» της ιστορίας ως η πρώτη μάχη του «Μακεδονικού Μετώπου» στην οποία χρησιμοποιήθηκαν, μάλλον κάπως αναποτελεσματικά, τα χημικά αυτά αέρια.

Όσο για τον Δαβάκη μπορεί να βγήκε ζωντανός από τις «κατακλυσμιαίες» μάχες, ωστόσο δεν μπορεί κανείς να πει ότι οι κακουχίες δεν είχαν το τίμημα τους. Μάλιστα λόγω της επίδρασης των χημικών αερίων, ο 21χρονος τότε Κωνσταντίνος, υπέστη σοβαρή βλάβη στην υγεία του και έκτοτε υπέφερε από χρόνια «ηθμοειδίτιδα», δηλαδή από μια βαριά φλεγμονή των αναπνευστικών του οργάνων. Παρ’ όλα αυτά ο Δαβάκης ήταν έτοιμος να καταβάλει κάθε τίμημα που απαιτούσε η Πατρίδα, με αποτέλεσμα η γενναία συμμετοχή του στις καθοριστικές αυτές μάχες να τον ωθήσει να πάρει προαγωγή σε λογχών επ’ ανδραγαθία, στις 16 Σεπτεμβρίου 1918.

Ο «Μεσοπόλεμος».

Πιστός στο καθήκον που είχε επιλέξει να υπηρετήσει από μικρός, ο Δαβάκης συμμετείχε, μετά από δική του αίτηση, στην «Μικρασιατική Εκστρατεία». Τον Ιούλιο του 1921 και μετά την νικηφόρα μάχη του Ελληνικού Στρατού στα υψώματα του Αλπανός, η τόλμη του τιμήθηκε με το «Χρυσό Αριστείο Ανδρείας», την ύψιστη για εκείνη την εποχή τιμητική διάκριση για ανδρεία και πολεμική αρετή, αποδεδειγμένη στο πεδίο της μάχης.

Έπειτα από το άδοξο τέλος της «Μικρασιατικής Εκστρατείας» και ως το 1937, ο Δαβάκης, ασκεί τα καθήκοντα του από διάφορες θέσεις, ενώ ποτέ δεν παύει και ο ίδιος να πασχίζει προς το καλύτερο. Διατελεί επικεφαλής αξιωματικός της «2ης Μεραρχίας» και μετέπειτα του «1ου Σώματος Στρατού», ενώ παράλληλα ταξιδεύει στην Γαλλία για να μετεκπαιδευτεί στη «Σχολή Αρμάτων», οντάς αργότερα αυτός που παρέλαβε τα πρώτα άρματα μάχης του Ελληνικού Στρατού από την Αγγλία.

Εικόνα: Χάρτης που αναπαριστά την μάχη της Πίνδου.

Παράλληλα υπήρξε ένας από τους πρώτους που υποστήριζαν τη χρήση αρμάτων σε συνεργασία με τις δυνάμεις του πεζικού, προσπαθώντας να δείξει την ευελιξία των μηχανοκίνητων στρατιωτικών μονάδων. Τα πιστεύω του αυτά προσπάθησε να τα μεταλαμπαδεύσει στις νεαρότερες γενιές αξιωματικών, κατά την διάρκεια της διδασκαλίας του σε διάφορες στρατιωτικές σχολές, ενώ συνέγραψε και πολλές μελέτες σχετικά με την στρατιωτική ιστορία, αλλά και τις ιδέες και εμπειρίες του σχετικά με την τακτική των τεθωρακισμένων, με ένα από τα σημαντικότερα έργα του να θεωρείτε σήμερα το πόνημα του με τίτλο, «Ο Στρατός του Μέλλοντος», το οποίο και εξέδωσε το 1934.

Ωστόσο έχοντας επιβαρυμένη υγειά λόγο της αναπνευστικής παθήσεως του, που αποτελούσε σύμφωνα πάντα με τον ίδιο το μόνο πραγματικό μετάλλιο που πήρε εξαιτίας της δράσεως του στην Μακεδονία, αναγκάστηκε να αποστρατευτεί με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη, τον Δεκέμβριο του 1937, με την στρατιωτική του πορεία ως τότε να χαρακτηρίζεται από πολλά επίσημα στόματα, το λιγότερο, ως «εθνικά πολύτιμη».

Ο «Υπέρτατος Αγώνας».

Τον Αύγουστο του 1940, στα πλαίσια της μερικής επιστράτευσης πριν την επίσημη κήρυξη του «Ελληνοϊταλικού Πολέμου», ο Κωνσταντίνος Δαβάκης ανακαλείται στην ενεργό υπηρεσία και αναλαμβάνει Διοικητής του «Αποσπάσματος Πίνδου». Με έδρα το Επταχώρι εργάζεται με σθένος επί δύο μήνες προσπαθώντας να οργανώσει την άμυνα της εγκαταλελειμμένης στρατιωτικά περιοχής, ενώ κερδίζει την εκτίμηση και εμπιστοσύνη τόσο του στρατεύματος, αλλά και των κατοίκων. «Ἐν όσῳ μένει αυτός εδώ, μην έχετε φόβο», έλεγαν για ‘κείνον οι κάτοικοι της περιοχής.

Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 η ιταλική εισβολή στην Ελλάδα ήταν πλέον γεγονός. Ο Δαβάκης μαζί με ένα απόσπασμα 2.000 ανδρών και μόλις 4 πυροβόλα έρχονται αντιμέτωποι με την «3η Ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών», την λεγόμενη «Τζούλια», η οποια διάβηκε τα ελληνοαλβανικά σύνορα με πάνω από 15.000 άνδρες και τεράστια υπεροπλία. «Ὁ ὕπουλος γείτονάς μας αἰφνιδιαστικά μᾶς ἐπετέθη. Ἡ Ἑλλάδα περιμένει ἀπό τον καθένα ἀπό μᾶς να προστατεύσουμε τά σύνορά της καί τήν τιμή της και να δώσουμε ἕνα καλό μάθημα στους βαρβάρους. Φανεῖτε Ἕλληνες καί κρατῆστε γερά τα ὅπλα, με πίστη στον Θεό και τον ἑαυτό σας. Πειθαρχία, καρτερία και θάρρος. Ζήτω ἡ Αιώνια Ἑλλάς!».

Εικόνα: Ο Κωνσταντίνος Δαβάκης στο Επταχώρι.

Τις πρώτες μέρες διατήρησε μια αμυντική στάση με ελεγχόμενες υποχωρήσεις περιμένοντας να έρθουν ενισχύσεις, οι οποίες και κατέφθασαν την 1η Νοεμβρίου. Τότε οι Έλληνες στρατιώτες έκαναν μια άμεση αντεπίθεση κυκλώνοντας τους Ιταλούς και αναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση. Στο τέλος μάλιστα της πρώτης εβδομάδας της επιχείρησης ο Δαβάκης, πολεμώντας στην πρώτη γραμμή, τραυματίστηκε βαριά στο στήθος, ενώ αιμορραγώντας ακατάσχετα, αρνήθηκε να αποχωρήσει, παροτρύνοντας τους αξιωματικούς να διατηρήσουν τις θέσεις τους.

Τελικά, μην αντέχοντας άλλο, έπεσε αναίσθητος και μεταφέρθηκε με φορείο στο Επταχώρι, με τον τραυματισμός του να κρίνεται ως σοβαρός και σε συνδυασμό με το ήδη υπάρχον πρόβλημα υγείας του, η κατάστασή του κλονίστηκε άσχημα. Έτσι αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το μέτωπο δίνοντας τη θέση του στον ταγματάρχη Ιωάννη Καραβία, έναν εξίσου σπουδαίο στρατιωτικό.

Γίνεται εμφανές πως η νίκη του σε αυτές τις πρώτες μάχες υπήρξε αξιοσημείωτη και αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση του πολέμου, ενώ γενικά θεωρείτε πως ο Κωνσταντίνος Δαβάκης κατόρθωσε να αποσπάσει την πρώτη νίκη κατά των δυνάμεων του Άξονα. Καθοριστικής σημασίας ακόμα υπήρξε η έγκαιρη παρατήρηση του, πως οι κινήσεις της ιταλικής μεραρχίας προς τον νότο είχε αφήσει ακάλυπτα τα πλευρά της Ιταλικής φάλαγγας, με τον ίδιο ωστόσο να δηλώνει πως το όλο συμβάν ήταν, «ένα θαύμα της Παναγίας».

Ο «Γολγοθάς» και η «Σταύρωση».

Ο πόλεμος συνεχίστηκε, ώσπου η χώρα βρέθηκε υπό κατοχή, ενώ ο Δαβάκης ακόμα νοσηλευόταν στην πρωτεύουσα. Όλο αυτό το διάστημα δεν έπαψε να αποτελεί βασικό στόχο των κατακτητών, που ήθελαν να πάρουν την εκδίκησή τους για την ντροπιαστική τους ήττα, που τους εξέθεσε μπροστά σε όλο τον κόσμο. Μην ξεχνάμε ότι πριν την έναρξη του πολέμου με την Ελλάδα, χώρες όπως η Πολωνία, η Δανία, η Νορβηγία, το Βέλγιο και η Ολλανδία είχαν συνθηκολογήσει με τον εχθρό, ενώ το ελληνικό «ΌΧΙ» και η πρώτη νίκη που το συνόδεψε έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα στην παγκόσμια κοινότητα.

«Το θέαμα των ολίγων Ελλήνων πατριωτών που συγκρατούν και να απωθούν τα στρατεύματα της μεγάλης φασιστικής Ιταλίας έχει τόση εξαιρετική σημασία, ώστε να δύναται να πει κανείς χωρίς δισταγμό ότι ίσως εκεί πάνω στα βουνά της Ηπείρου, κρίνεται η τύχη του όλου πολέμου», έγραφε η εφημερίδα «Christian Science Monitor», στις 4ης Σεπτεμβρίου του 1940.

Ωστόσο, στις 7 Δεκεμβρίου του 1942, έξι Ιταλοί Καραμπινιέροι χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού του Δαβάκη στην Καλλιθέα και αφού έψαξαν εξονυχιστικά το σπίτι, τελικά τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στις φυλακές της περιοχής. Ο ηρωικός συνταγματάρχης, σωματικά πλέον ανήμπορος, αλλά ψύχραιμος και με υψηλό πάντα εθνικό φρόνημα, ακολούθησε τις κατοχικές αρχές περιμένοντας πλέον μόνο το μοιραίο, δηλαδή να εκτελεσθεί.

Εικόνα: Άγαλμα του Κωνσταντίνου Δαβάκη στην Καλλιθέα.

Παρ’ όλα αυτά, την 20η Ιανουαρίου του 1943 οι δικοί του άνθρωποι μπόρεσαν να τον αποχαιρετήσουν γεμάτοι πόνο και συγκίνηση, στο λιμάνι της Πάτρας πριν επιβιβαστεί μαζί με άλλους 150 Έλληνες αξιωματικούς στο ιταλικό επιβατικό «Cità di Genova». Λίγο πριν τα μεσάνυχτα το πλοίο ξεκίνησε με προορισμό το Πρίντεζι και το στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου θα κρατούνταν μέχρι νεοτέρας οι «όμηροι» αξιωματικοί.

Την επόμενη μέρα, 21 Ιανουαρίου 1943, κάπου στα ανοιχτά των αλβανικών ακτών το ιταλικό πλοίο τορπιλίστηκε από το αγγλικό υποβρύχιο «Τigris» και μετά από δυνατές εκρήξεις, που μετέτρεψαν ανθρώπους, νερό, σιδερικά και ξύλα σε μια μάζα τρόμου και αλλοφροσύνης, τελικά βυθίστηκε. Μαζί του στα νερά της Αδριατικής Θάλασσας πήρε και 173 από τους επιβαίνοντες μαζί με τον 45χρονο τότε ήρωα Κωνσταντίνο Δαβάκη, με το πτώμα του να ανασυρετε από ιταλικά ναυαγοσωστικά και να μεταφέρεται στην Αυλώνα, όπου αναγνωρίστηκε και στην συνέχεια ενταφιάστηκε, με την διακομιδή των οστών του να καθίσταται δυνατή μόνον μετα το τέλος του πολέμου.

Ο «απόηχος» ενός ήρωα.

Όταν η θλιβερή είδηση του θανάτου του έγινε γνωστή στην περιοχή της Καλλιθέας, τελέστηκε πάνδημο μνημόσυνο στη μνήμη του, στο οποίο ο δήμαρχος Γεώργιος Κατσιμαγκλής εκφώνησε έναν συγκινητικό επιμνημόσυνο λόγο. Η διοικητική επιτροπή του Δήμου εισηγήθηκε μάλιστα την μετονομασία της οδού Δήμητρος σε οδό Συνταγματάρχου Δαβάκη, γεγονός που τότε δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς την επόμενη μέρα ο δήμαρχος συνελήφθη από τις ιταλικές αρχές με την κατηγορία ότι το μνημόσυνο που πραγματοποίησε αποτελούσε προσβολή για τον ιταλικό στρατό…

Αργότερα, τον Μάρτιο του 1948 η Ακαδημία Αθηνών τίμησε πανηγυρικά τον Δαβάκη με το «Αργυρό Μετάλλιο της Αυτοθυσίας», ενώ το όνομά του πήρε θρυλικές διαστάσεις στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού και Έθνους, με τον συνταγματάρχη Δαβάκης να μενει για πάντα στο μυαλό των Ελλήνων ως ο ήρωας της πρώτης νικηφόρας μάχης του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.

«Και ο μεν ηρωικός Συνταγματάρχης Δαβάκης ενσάρκωσεν εν τω ατόμω του όλον τον αγώνα της Πίνδου. Εν συνεχεία, τας μεν αμυντικός επιχειρήσεις διηύθυνε κατά τρόπον   αριστουργηματικόν, τας δε επιθετικός μετά τόσης ορμής και αυταπαρνήσεως ώστε εδέχθη -Ταξίαρχος αυτός- να τεθή επικεφαλής μιας διλοχίας και μόνον, αποτελών μοναδικόν παράδειγμα καθ’ όλην την πολεμικήν περίοδον», θα δηλώσει αργότερα ο Δημήτριος Καθενιώτης, Πρόεδρος του Συμβουλίου των Αποστράτων Αντιστράτηγων.

Από την άλλη πλευρά, ο Σπύρος Μελάς στο βιβλίο του «Η Δόξα του ’40» χαρακτηρίζει τον Κωνσταντίνο Δαβάκη ως μια «μοναδική σύνθεση προσόντων που σπάνια πάνε μαζί», ενώ αξιωματικοί που είχαν συμμετάσχει στον πόλεμο και γνώριζαν την ηρωική δράση του ικανού στρατιωτικού και αγνού πατριώτη συνέθεσαν στη μνήμη του το χαρακτηριστικό «Εμβατήριο της Πίνδου».

Πηγές:

  • Γενικό Επιτελείο Στρατού, «Ελληνική Εποποιΐα 1940-1941».
  • Κωνσταντίνος Δαβάκης, «Ο Στρατός του Μέλλοντος».
  • Ι. Α. Βερνάρδου, «Δαβάκης – Πίνδος».
  • Σπυρίδων Μελάς, «Η δόξα του ’40».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.