Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Ηράκλειος ο Μέγας. (Μερος Γ’). Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται.

Ηράκλειος ο Μέγας. (Μερος Γ’). Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Δ’ Μέρος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Ε’ Μέρος πατήστε εδώ.

Όπως είδαμε και στα δύο προηγούμενα μέρη της εξιστόρησης μας, ο Ηράκλειος έπειτα από έναν σύντομο αλλά καλομελετημένο «αγώνα» κατάφερε να ανατρέψει τον τύραννο Φωκά και να ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο. Ωστόσο, οι δυσκολίες μόλις τώρα άρχιζαν για την βασιλεία του Ηρακλείου, καθώς μπορεί ναι μεν να κατέλαβε τους «αρμούς της εξουσίας», ταυτόχρονος όμως η Αυτοκρατορία βαλλόταν από παντού. Στην ανατολή ο Πέρσης Ηγεμόνας, έχοντας αποθρασυνθεί τελείως, είχε πλέον καταλάβει την Συρία και την Αίγυπτο, ενώ το συγκλονιστικό γεγονός της λεηλασίας των Ιεροσολύμων το 614 μ.Χ. και η ακολουθούμενη σφαγή χιλιάδων χριστιανών της Παλαιστίνης, ταρακούνησαν συθέμελα την Αυτοκρατορία και απέδειξε πόσο ευπρόσβλητο ήταν ακόμα το νέο καθεστώς του Ηρακλείου.

Παρ’ όλα αυτά τα προβλήματα της Ρωμανίας δεν περιορίζονταν στην απώλεια των ανατολικών επαρχιών, αλλά επεκτείνονταν, ακόμα παραπέρα και στις ευρωπαϊκές επαρχίες. Πρώτοι απ’ όλους οι «μανιασμένοι» Άβαροι λυμαίνονταν τις επαρχίες της Χερσονήσου του Αίμου, φτάνοντας σχεδόν μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, ενώ μια τοπική επανάσταση στην Ιταλία, υπό τον «πατρίκιο» Ελευθέριο, που είχε σταλεί για να καταστείλει μια επανάσταση του Ιωάννη Κατζά, δημιούργησε έναν ακόμα πονοκέφαλο για την αυτοκρατορική γραφειοκρατία. Συν τοις άλλοις διαισθανόμενος την αδυναμία της Κωνσταντινούπολης να αντιδράσει, ο βασιλέας των Βησιγότθων, απλός ενημέρωσε τον Ηράκλειο πως καταλαμβάνει τις Ιβηρικές κτήσεις και την Σαρδηνία, «εν ονόματι της νομιμότητας». Όπως γίνεται εμφανές, μη μπορώντας να αντιδράσει, ο Ηράκλειος, αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την «de facto» κυριαρχία των Βησιγότθων σε ολόκληρη πλέον την Ισπανία.

Εικόνα: Οι εκστρατείες του Ηρακλείου κατά των Περσών.

Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, γίνεται αντιληπτό, ακόμα και από τον πιο επιφανειακό αναγνώστη, πως η απώλεια τόσο μεγάλων γεωγραφικών εκτάσεων, καθώς και η αδυναμία πλέον της Αυτοκρατορίας να στηριχθεί και να χρησιμοποιήσει μια τεράστια πληθυσμιακή δεξαμενή που πλέον είχε περάσει υπό τον έλεγχο των Περσών, είχε σχεδόν κατακλυσμιαία αποτελέσματα για την οικονομία, αλλά και για την στρατιωτική δομή του ίδιου του κράτους. Επιπρόσθετος η απώλεια των «σιτοβολώνων» της Συρίας και της Αιγύπτου έφεραν την Βασιλεύουσα μπροστά σε μια άνευ προηγουμένου επισιτιστική κρίση, η οποία, όπως και στην περίπτωση της ανατροπής του Φωκά, απειλούσε πια ευθέως το νεόδμητο καθεστώς του Ηρακλείου. Τέλος δεν θα ήταν συνετό να αμελήσουμε να αναφέρουμε πως η κατάκτηση των λιμένων της Αιγύπτου, στην Ερυθρά θάλασσα, διέκοψε και τον τελευταίο ανοιχτό εμπορικό δρόμο που είχε η Αυτοκρατορία με την Ινδική υποήπειρο, επιφέροντας ένα συντριπτικό πλήγμα στα κρατικά έσοδα από τους δασμούς και τους φόρους επί των εισαγώγιμων και των εξαγώγιμων αγαθών.

Τα παραπάνω γεγονότα θα μπορούσαν άνετα να σημαίνουν πως η Αυτοκρατορία θα βυθίζονταν σε έναν ατελείωτο κυκεώνα επαναστάσεων, αντεπαναστάσεων και διαφόρων άλλων αιματηρών γεγονότων, αν κάτι ή κάποιος δεν επέμβαινε άμεσα ώστε να ανατρέψει την πορεία των γεγονότων. Ωστόσο ο Ηράκλειος δεν σκόπευε να παραμείνει άπραγος μπροστά σε αυτό το «παλιρροϊκό κύμα» βίας και καταστροφής. Έτσι λοιπόν έδρασε ακαριαία. Μέσα σε ένα πολύ μικρό διάστημα από την άνοδο του στον θρόνο, ο Αυτοκράτορας, κατάφερε να βγάλει από την μέση όλους τους ανεκδίκητές του θρόνου. Ο υπερφίαλος Κομεντίολος, όντας αδερφός του Φωκά και έχοντας εμφανώς στασιάσει, δολοφονήθηκε από τους ίδιους του τους αξιωματικούς, ενώ ο Πρίσκος και ο Δομνιτζίολος, αναγκάστηκαν να καρούν μοναχοί, αποχωρώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο από την αρένα των πολιτικών εξελίξεων.

Τέλος έπειτα από διαβουλεύσεις και υπό την απειλή της μεταφοράς της πρωτεύουσας στην Καρχηδόνα, ο Ηράκλειος, κατάφερε να πείσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη Σέργιο Α’ να συναινέσει στην πλήρη εκποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, ώστε να βρεθούν τα απαραίτητα κεφάλαια για την επικείμενη αυτοκρατορική αντεπίθεση. Έτσι λοιπόν, έγινε δυνατό να κοπούν νέα χρυσά και αργυρά  νομίσματα στα νομισματοκοπία της Πόλης τα οποια θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν το όλο εγχείρημα. Χάρις λοιπόν την συνεργασία της Εκκλησίας, είτε εκούσια είτε ακούσια, ο Ηράκλειος, είχε στην διάθεση του πάνω από 10.000.000 χρυσούς «Σόλιδους» και έναν λαό ψυχωμένο από τους ιεροκήρυκες που διαλαλούσαν ολημερίς την ορθότητα, αλλά και το καθήκον του λαού να συνδράμει, ακόμα και την ζωή του, στον επικείμενο αγώνα. Όλα ήταν πλέον έτοιμα. Η Αυτοκρατορία, πλέον «πάνοπλη», καλούνταν από την ιστορία να υπερασπιστεί την ίδια την ύπαρξη της.

Εικόνα: Η Περσική επέκταση σε βάρος της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας.

Η πρόσκαιρη «ειρήνευση» των Αβάρων.

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω, ο Ηράκλειος, αντιλήφθηκε πως πριν προβεί σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίων των Περσών στην ανατολή, θα έπρεπε να δώσει πρώτα μια κάποια λύση στις καταστρεπτικές και άκρος αιματηρές επιδρομές των Αβάρων και των Σλάβων, που περνώντας, συχνά πυκνά, τον Ίστρο ερήμωναν τα πάντα στο πέρασμα τους. Αρχικά λοιπόν, ο Αυτοκράτορας, προσπάθησε να διαιρέσει των εχθρικό συνασπισμό, επιτρέποντας την εγκατάσταση κάποιων σλαβικών φύλων νότια του Ίστρου.

Πιο συγκεκριμένα, ο Ηράκλειος εγκατέστησε τους Χρωβάτους στο βόρειο τμήμα της Δαλματίας, ενώ μια άλλη σλαβική φυλή, οι Σέρβλοι, πήραν την άδεια να εγκατασταθούν στα ανατολικά των Χρωβάτων, δηλαδή στην Άνω Μοισία, στη Δακία, και στην Δαρδανία, περιοχές οι οποίες έκτοτε μετονομάστηκαν σε Σερβία και Βοσνία. Τα φύλα αυτά ωστόσο ήταν υποχρεωμένα να δεχθούν την κυριαρχία του Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, ενώ συν τοις άλλοις θα έπρεπε να δεχθούν το Θείο Βάπτισμα και να καταβάλουν τους απαιτούμενους φόρους. Παρ’ όλα αυτά, οι Χρωβάτοι και οι Σέρβλοι εκχριστιανίστηκαν ολοκληρωτικά πολύ αργότερα, τον 9ο αιώνα, ενώ η τακτική καταβολή των φόρων αντιμετώπιζε συχνά προβλήματα.

Ωστόσο σύντομα η προσπάθεια αυτή ναυάγησε, καθώς οι Άβαροι φρόντισαν με σιδηρά πυγμή να «μεταπείσουν» κάθε άλλη σλαβική φυλή που σκεφτόταν να δηλώσει υποταγή στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα ώστε να εγκατασταθεί νοτίως του Ίστρου. Ταυτοχρόνως, ο Αυτοκράτορας, είχε έρθει σε επικοινωνία με έναν Φράγκο ευγενή, ονόματι Σάμο, ο οποίος θα μπορούσε να παρακινήσει τις βορειοδυτικές σλαβικές φυλές, που διαβιούσαν στην Μοράβια, να εξεγερθούν, πάντα ωστόσο με το σωστό αντάλλαγμα. Αυτή την φορά το σχέδιο του Ηράκλειου απέδωσε καρπούς με τους Αβάρους να βρίσκονται άμεσα σε αρκετά δύσκολη θέση.

Έτσι λοιπόν ο «Χαγάνος» των Αβάρων, προσπαθώντας να βρει μια κάποια διέξοδο από αυτή την κατάσταση μήνυσε στον Ηράκλειο πως θα ήθελε να τον συναντήσει ώστε να κάνουν ειρήνη και να μπορέσει να ασχοληθεί απερίσπαστα με την εξέγερση στην Μοραβία που είχε λάβει πλέον τεράστιες διαστάσεις. Ο Ηράκλειος αποδέχθηκε την πρόταση του «Χαγάνου», δεχόμενος να τον συναντήσει, την 5η Ιουνίου του 621 μ.Χ, σε ένα μικρό χωριό, μερικά μόλις χιλιόμετρα δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Ο βάρβαρος ηγεμόνας ωστόσο δεν είχε και τόσο αγνές προθέσεις και αυτό έγινε εμφανές ευθείς αμέσως, καθώς κατέφτασε στον προαποφασισμένο χώρο συνάντησης επικεφαλής μιας τεράστιας ακολουθίας η οποια άμα τη εμφανίσει επιτέθηκε στην αυτοκρατορική φρουρά. Παρ’ όλα αυτά, ως εκ θαύματος, ο Ηράκλειος κατάφερε να διαφύγει επιστρέφοντας ταχύτατα στην Πόλη.

Εικόνα: Oι σλαβικοί λαοί τον 6ο αιώνα μ.Χ.

Μετα την αποτυχία του να «ξεπαστρέψει» τον Αυτοκράτορα, ο «Χαγάνος», πιεζόμενος αφόρητα από την εξέγερση των Σλάβων ζήτησε, ξανά, να συναντηθεί με τον Αυτοκράτορα. Αυτή η πρόταση σύντομα ναυάγησε με της διαβουλεύσεις τελικά να γίνονται μέσο αντιπροσώπων. Έτσι λοιπόν, υπό τον πατρίκιο Αθανάσιο, η ρωμαϊκή διπλωματική αποστολή έφτασε, το φθινόπωρο του 621 μ.Χ, στην περιοχή που διαχείμαζαν οι ορδές των Αβάρων, βορείως του Ίστρου. Εκεί ο Αθανάσιος πρότεινε να συναφθεί άμεσα ειρήνη, με αντάλλαγμα 200.000 χρυσούς «Σόλιδους», καθώς και ένα επιπλέων ποσό για την εξαγορά αιχμαλώτων, από πλευράς της Αυτοκρατορίας.

Ακούγοντας το, ο άπληστος βάρβαρος, αποδέχθηκε την προσφορά και συναίνεσε στην επίτευξη συνθήκης ειρήνης με την Αυτοκρατορία. Μέσο αυτής της συνθήκης,  ο Ηράκλειος μπορούσε να επαναφέρει την σταθερή φορολογία στις ευρωπαϊκές κτήσεις της Αυτοκρατορίας, ενώ πλέον ήταν δυνατή η στρατολόγηση των αγροτών της υπαίθρου και η μεταφορά του στην ανατολή ώστε να συνδράμουν και αυτοί με την σειρά τους στον «ιερό» αγώνα που σύντομα θα ξεκινούσε. Τέλος δεν θα ήταν σωστό να παραλείψουμε πως μέσο αυτής της συνθήκης, ο Αυτοκράτορας εξασφάλιζε και το «εσωτερικό» μέτωπο του κράτους από πιθανό σφετερισμό της εξουσίας, όπως είχε γίνει και στην περίπτωση του Μαυρίκιου, από τον Φωκά.

Η προετοιμασία της εκστρατείας.

Επόμενο σημαντικό ζήτημα ήταν η προετοιμασία της εκστρατείας στην ανατολή. Αυτό προϋπόθετε έναν στρατό ψυχομένο, εμπειροπόλεμο και κατά κύριο λόγο πιστό στο όλο εγχείρημα και τον Αυτοκράτορα. Σε αυτό τον τομέα, ο Ηράκλειος, πήρε την μεγάλη απόφαση να αλλάξει την ίδια την σύνθεση του ρωμαϊκού στρατού. Έτσι λοιπόν, το στράτευμα θα έπρεπε να μετατραπεί από έναν στρατό που βασιζόταν κατά κύριων λόγο σε μισθοφόρους, οι οποίοι δεν είχαν και την καλύτερη φήμη όσον αφορά την αξιοπιστία τους, σε έναν στρατό καθαρά «εθνικό» αποτελούμενο από κληρούχους των διαφόρων «Θεμάτων» της Μικράς Ασίας, στους οποίους προσφέρονταν «κλήροι», δηλαδή αγροκτήματα, σε αντάλλαγμα για τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες.

Συνάμα με την μεταστροφή του ρωμαϊκού στρατού σε «εθνικό», μειώθηκε το κόστος συντήρησής των στρατιωτικών μονάδων, ενώ επανδρώθηκε από προσωπικό το οποίο εμπνεόταν, τόσο από την ιερότητα της αποστολής, δηλαδή από προσωπικό το οποίο ήταν έτοιμο να πολεμήσει για την ανάκτηση του «Τιμίου Σταυρού», όσο και από την ανάγκη να προστατέψουν τους κλήρους τους από τους επίδοξους κατακτητές. Μέσα λοιπόν από αυτές τις ζυμώσεις προέκυψε, τρόπον τινά, ο πρώτος σταυροφορικός στρατός της παγκόσμιας ιστορίας και αυτό είναι εμφανές ήδη από το 621 μ.Χ. αν λάβει κανείς υπόψιν τα όσα γράφουν οι χρονικογράφοι της εποχής. Παρ’ όλα αυτά μισθοφορικά τμήματα εξακολουθούσαν να υπάρχουν σε μικρότερο ωστόσο βαθμό και κλίμακα.

Εικόνα: Θωρακοφόρος λεγεωνάριος πρώτης γραμμής κρούσης του 5ου αιώνα μ.Χ, σε ενδυματολογική έρευνα και εικονογράφηση του Χρήστου Γιαννακόπουλου.

Μια ακόμα καινοτομία που προώθησε ο Ηράκλειος στο νέο του αυτό στράτευμα, ήταν ότι μέχρι τότε ο κύριος όγκος του στρατεύματος αποτελούνταν από βαριά οπλισμένο πεζικό, με το ιππικό να είναι μια μικρή δύναμη που χρησίμευε κυρίως σε αναγνωριστικές επιχειρήσεις ή σε αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Ωστόσο, εξαιτίας αυτής της κλασικής σύνθεσης του ρωμαϊκού στρατού, το βαριά οπλισμένο πεζικό, ήταν ευάλωτο σε πλαγιοκοπήσεις και στους αιφνιδιασμούς, ενώ συχνά έπεφτε εύκολα σε παγίδες καθώς δεν διέθετε την απαραίτητη ευελιξία κινήσεων. Έχοντας στο μυαλό του τα παραπάνω, ο Αυτοκράτορας, αναβάθμισε τον ρόλο του ιππικού με αποτέλεσμα πλέον οι «κατάφρακτοι» και οι «ιπποτοξότες» να αποτελούν τα κύρια επιχειρησιακά τμήματα του ρωμαϊκού στρατού. Τέλος, δόθηκε εξαιρετική έμφαση στην χρήση του ελαφρού πεζικού, σε τριμερή παράταξη και όχι φάλαγγα, προκειμένου να αντιμετωπισθούν επιτυχώς οι επιθέσεις του εχθρικού ιππικού.

Από την άλλη πλευρά, ο στόλος ενισχύθηκε για να εξασφαλίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και την άμυνα της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο Ηράκλειος και οι αξιωματούχοι του επιδόθηκαν στην μελέτη στρατιωτικών εγχειριδίων, κυρίως του «Στρατηγικού» του Μαυρίκιου, προς εξεύρεση λύσεων αντιμετώπισης των περσικών επιθέσεων, αλλά και για την κατάρτιση των επιχειρησιακών σχεδίων της εκστρατείας. Ταυτοχρόνως λήφθηκαν σοβαρά μέτρα κατά της κατασκοπείας σε όλη την επικράτεια. Οι μετακινήσεις των προσφύγων, οι οποίες ήταν ουσιαστικά ανεξέλεγκτες, η ετερογένεια των εθνικών ομάδων, η δυσαρέσκεια για τα θρησκευτικά θέματα, αλλά και τα προσωπικά οφέλη, αποτελούσαν πιθανές πηγές απιστίας, ενώ έχοντας κατά νου την συνεργασία των Εβραίων με τους Πέρσες, κατά την διάρκεια της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, εξεδίωξε όλο τον εβραϊκό πληθυσμό της Πόλης έξω από το όριο των  «Θεοδοσιανών Τειχών».

Συγχρόνως, ο Ηράκλειος, χρησιμοποίησε τους ίδιους «δρόμους» για να λαμβάνει πληροφορίες από την πλευρά των Περσών. Αντίθετα από τους στρατηγούς της Αυτοκρατορίας, οι στρατηγοί του Χοσρόη, όντας επαρμένοι από τις δεκάδες νίκες τους παρουσίαζαν εντονότερη διοικητική αστάθεια, θέλοντας ο καθένας να προωθήσει της δικές του προσωπικές φιλοδοξίες. Αυτό επέτρεψε στον Ηράκλειο να αποκτήσει διπλωματικές επαφές με τον περίγυρο του στρατηγού Σαρβαραζά, όπως προηγουμένως είχε πράξει με τον στρατηγό Σαήν, άσχετα αν οι προσπάθειες αυτές δεν κατάφεραν τελικά να προκαλέσου μια στάση κατά του Χοσρόη, τουλάχιστον μέχρι τώρα.

Τέλος ένα ακόμα σημαντικό δεδομένο, που δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε, είναι πως ο περσικός στρατός χαρακτηρίζονταν από εξαιρετική ανομοιογένεια, καθώς στις τάξεις του υπηρετούσαν Άραβες, Αρμένιοι και Χριστιανοί, με αποτέλεσμα αυτού να είναι οι συχνές λιποταξίες,  αλλά και η ακατάσχετη διαρροή πληροφοριών προς την ρωμαϊκή πλευρά. Μπορούμε λοιπόν να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα πως κατά την παραμονή της ενάρξεως της εκστρατείας, στην Κωνσταντινούπολη, επικρατούσε μια βάρια ατμόσφαιρα καχυποψίας, δυσπιστίας και αβεβαιότητας.

Εικόνα: Η λεγόμενη «Παρθία βολή» αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα όπλα των ιπποτοξοτών.

Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται.

Ο Ηράκλειος, παρά την έντονη αντίδραση των συμβούλων του, αποφάσισε να ηγηθεί ο ίδιος της πολεμικής προσπάθειας, ενώ τα γεγονότα σύντομα θα δικαίωναν αυτή του την επιλογή. Ωστόσο, έχοντας αποφασίσει να ηγηθεί προσωπικά ο ίδιος της αποστολής, όφειλε να διορίσει αντιβασιλεία, με την συμμετοχή του γιού του και Συναυτοκράτορα Κωνσταντίνου Γ’. Επειδή, όμως, ο νεαρός διάδοχος ήταν ανήλικος, όρισε επιτρόπους την «Αυγούστα» Μαρτίνα, την δεύτερη σύζυγο του μιας και η Αυτοκράτειρα Ευδοκία είχε κοιμηθεί ήδη από το 612μ.Χ, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Σέργιο Α’ και τον πιστό του φίλο και σύμβουλο, «Μάγιστρο» Βώνο.

Όπως θα ήταν επόμενο η αναχώρησή του Αυτοκράτορα και του εκστρατευτικού σώματος απ’ την Πόλη συνοδεύτηκε από ένα τελετουργικοί που είχε την αντίστοιχη μεγαλοπρέπεια. Πιο συγκεκριμένα, ο Ηράκλειος εόρτασε το Άγιο Πάσχα, στις 4ης Απριλίου του 622 μ.Χ, στην Κωνσταντινούπολη και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Την επομένη, Δευτέρα 5 Απριλίου, προσήλθε στην Αγία Σοφία ντυμένος ως απλός στρατιώτης και, αφού έπεσε πρηνής μπροστά στο ιερό, προσευχήθηκε, ενώπιον της συγκλήτου, της Εκκλησιαστικής ιεραρχίας και των εκπροσώπων των Δήμων.

Στη συνέχεια στράφηκε προς τον Πατριάρχη και του είπε, «Στα χέρια του Θεού, της Μητέρας Του και τα δικά σου αφήνω αυτήν την Πόλη και τον γιο μου» και παραλαμβάνοντας την αχειροποίητο εικόνα του Χριστού κατέβηκε στην παραλία. Εκεί αποχαιρέτησε την οικογένειά του, επιβιβάσθηκε στην ναυαρχίδα του στόλου και αναχώρησε, την ώρα που ο λαός του εύχονταν να επιστρέψει νικητής και τον επευφημούσε. Το κλίμα ήταν κατανυκτικό, αυτή την στιγμή το ιερότερο κειμήλιο της χριστιανοσύνης, ο «Τίμιος Σταυρός», βρισκόταν στην έδρα του Μασδαϊσμού και οι ελπίδες των απανταχού Ρωμαίων στηρίζονταν πλέον πάνω στην πλάτη ενός μόνον ανθρώπου.

Η Χαλκηδόνα και η απέναντι ακτή του Βοσπόρου βρισκόταν ήδη στα χέρια των Περσών. Ο Ηράκλειος, όμως, προτίμησε να κατευθυνθεί προς την Προποντίδα. Όταν ο στόλος εξήλθε από τον Ελλήσποντο, έπεσε σε τρικυμία. Ο Γεώργιος Πισίδης διασώζει την εικόνα του Αυτοκράτορα, ως τολμηρού καπετάνιου, να εμψυχώνει τα πληρώματα, κι έτσι να σώζονται άπαντες. Μετά από πολλούς κόπους και δυσκολίες, αποβιβάσθηκαν στις «Πύλες της Βιθυνίας» και κατευθύνθηκαν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου στρατοπέδευσαν. Εκεί συγκεντρώθηκαν όλα τα διαθέσιμα στρατιωτικά τμήματα. Ο Ηράκλειος επίβλεπε αυτοπροσώπως την εκπαίδευση του στρατού, για ικανό χρονικό διάστημα, ώστε να καταστεί ετοιμοπόλεμο το στράτευμα, έπειτα από επίπονα γυμνάσια και ασκήσεις. Μάλιστα συμμετείχε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας στις κακουχίες της εκπαίδευσης, εμψυχώνοντας τους άνδρες του και δημιουργώντας δεσμούς φιλίας, εμπιστοσύνης, αφοσίωσης μαζί τους.

Εικόνα: Ιστορική αναπαράσταση ενός «κατάφρακτου» της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, με πλήρη φολιδωτή θωράκιση για το άλογο. Παρατηρήστε την εκτεταμένη αλυσωτή πανοπλία του αναβάτη.

Οι Πέρσες που βρίσκονταν, όπως προείπαμε, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, βλέποντας τον ρωμαϊκό στρατό στα νώτα του, αναδιπλώθηκαν και οργάνωσε άμυνα, πιθανώς, στη γραμμή Μελιτήνης – Σάταλων, κλείνοντας και φυλάσσοντας τα ορεινά περάσματα, ενώ ανακάλεσαν τον στρατηγό Σαρβαραζά από την Αίγυπτο. Έπειτα το εκστρατευτικό σώμα, ενισχυμένο πλέον, ξεκίνησε την πορεία του, πιθανότατα το φθινόπωρο του 622 μ.Χ, με κατεύθυνση ανατολικά προς τον Πόντο. Σε μια πρώτη αψιμαχία ήρθαν αντιμέτωποι με το ελαφρύ ιππικό των Αράβων σύμμαχων των Περσών, τους οποίους οι ρωμαϊκές ανιχνευτικές ομάδες συνέλαβαν εύκολα, ο δε Ηράκλειος, έπειτα από παράκληση τους, τους ενέταξε στο αυτοκρατορικό στράτευμα.

Στη συνέχεια, ο Ηράκλειος κατάφερε να υπερφαλαγγίσει τις οχυρωμένες περσικές θέσεις των Περσών στο όρος Μούζουρον και να βρεθεί πίσω από τις γραμμές τους. Οι βάρβαροι έμειναν έκπληκτοι όταν αντίκρυσαν τους Ρωμαίους στα νώτα τους. Περίμεναν να πολεμήσουν στα στενά περάσματα, όπου είχαν το πλεονέκτημα, αλλά αυτό δεν συνέβη. Προσπαθώντας να αναγκάσει τον Ηράκλειο να αναστρέψει την πορεία του, ο Σαρβαραζάς κατευθύνθηκε εναντίον της Καισάρειας. Τελικά αναγκάστηκε ο ίδιος να αναστρέψει την πορεία του όταν είδε ότι ο Ηράκλειος συνέχιζε ακάθεκτος την προέλαση του, διότι φοβήθηκε, ότι μέσω Αρμενίας θα εισέβαλε στα υψίπεδα του Ιράν.

Έτσι άρχισε να καταδιώκει τον Ηράκλειο, στην πραγματικότητα, όμως, να παρασύρεται απ’ αυτόν στον ευνοϊκότερο τόπο για την συμπλοκή σύμφωνα με τα σχέδια του Ηρακλείου. Δεν γνωρίζουμε σε ποιο ακριβώς σημείο δόθηκε η αναμενόμενη μάχη, ωστόσο γνωρίζουμε ότι ο Ηράκλειος εφάρμοσε ένα ευφυές στρατήγημα, προκειμένου να αναγκάσει τους Πέρσες να πολεμήσουν, όπου και όπως αυτός ήθελε. Οι συχνές λιποταξίες από πλευράς Περσών τον προμήθευαν με τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να γνωρίζει την κάθε τους κίνηση. Οι δυο στρατιές παρατάχθηκαν, έτοιμοι για μάχη, με τους Πέρσες ωστόσο να έχουν στήσει ενέδρα κρύβοντας δυνάμεις τους, πάντα κατά την συνηθισμένη τους τακτική να πολεμούν σε ανώμαλα εδάφη.

Έτσι λοιπόν σύμφωνα με αυτά που γνωρίζουμε, ο Ηράκλειος σκηνοθέτησε εικονική φυγή τμήματος του στρατού του, προκειμένου να ξετρυπώσει τους Πέρσες και να τους φέρει σε ανοικτό πεδίο. Όταν αυτό έγινε, έπεσαν πάνω τους οι «Οπτιμάτοι», δηλαδή μια επίλεκτη μονάδα του ρωμαϊκού στρατού, με αποτέλεσμα να τους κατατροπώσουν. Μάλιστα στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν, οι Πέρσες εγκλωβίστηκαν στις ίδιες θέσεις που θα χρησιμοποιούσαν ως ορμητήρια και αποδεκατίστηκαν, με τον στρατηγό Σαρβαραζά να διασώζετε μόλις και μετά βίας. Η ακριβής ημερομηνία της μάχης δεν μας είναι σήμερα γνωστή, ωστόσο υποθέτουμε πως θα πρέπει να συνέβη τον Φεβρουάριο του 623 μ.Χ.

Εικόνα: Ο Ηράκλειος και οι γιοί του Ηράκλειος Κωνσταντίνος και Ηρακλεωνάς στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του.

Μετά την λαφυραγώγηση του περσικού στρατοπέδου, ο Ηράκλειος κατηύθυνε τον στρατό του στα Σάταλα για να διαχειμάσει. Εκεί όμως έμαθε ότι οι Άβαροι είχαν καταπατήσει για άλλη μια φορά την συνθήκη ειρήνης και είχαν εισβάλει στην Χερσόνησο του Αίμου, καίγοντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμα τους, ωστόσο γρήγορα αυτό το πρόβλημα λύθηκε με την σύναψη μιας νέας συνθήκης. Παρ’ όλα αυτά, οι επιπτώσεις της νίκης των ρωμαϊκών όπλων ήταν εξαιρετικά σημαντικές. Πρώτα απ’ όλα η Μικρά Ασία απαλλάχθηκε από τις περσικές επιδρομές, ανακουφίζοντας εν μέρει την αυτοκρατορία, ενώ δεύτερον μετά από20 χρόνους συνεχών ηττών και απανωτών καταστροφών, οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν να ανακάμψουν, έχοντας πλέον οργανώσει ένα αξιόμαχο στράτευμα. Ταυτόχρονα, ο Ηράκλειος και οι αξιωματικοί του επαλήθευσαν στην πράξη αυτά που είχαν μάθει στην θεωρεία και αποκόμισαν σημαντικές πολεμικές εμπειρίες, αλλά και αρκετούς αιχμαλώτους από τους οποίους θα μάθαιναν τα ακριβή σχέδια του εχθρού.

Ένας συνετός Ηγέτης.

Έχοντας τακτοποιήσει για άλλη μια φορά το μέτωπο με τους Αβάρους, ο Ηράκλειος ξεκίνησε την 25η Μαρτίου του 624 μ.Χ την δεύτερη φάση της εκστρατείας του. Αφού πέρασε το Πάσχα στην Νικομήδεια της Βιθυνίας και στη συνέχεια τέθηκε επικεφαλής του ισχυρού βυζαντινού στρατού 100.000 με 120.000 ανδρών, που είχαν διαχειμάσει στα Σάταλα κινήθηκε ξανά κατά των Περσών. Όσο διάστημα ασχολούνταν με τις επιχειρήσεις στα βόρεια σύνορα, οι Πέρσες βρήκαν την ευκαιρία να ανασυγκροτήσουν τον στρατό τους. Το Μάρτιο του 624 μ.Χ ο Σαρβαραζάς εισέβαλε εκ νέου στην Μικρά Ασία, θέλοντας να εξαναγκάσει τον Ηράκλειο ν’ αφήσει τις ισχυρές θέσεις που κατείχε. Ο Αυτοκράτορας ωστόσο δεν σκόπευε να κυνηγήσει την περσική στρατιά. Αντ’ αυτού κατευθύνθηκε στην Αρμενία, απ’ όπου μπορούσε να απειλήσει την ίδια την Περσία. Ο Θεοφάνης στο χρονικό του αναφέρει, ότι ο Ηράκλειος διέταξε τους στρατιώτες του πριν ξεκινήσουν, να κάνουν «τριήμερο», δηλαδή τρεις μέρες απόλυτης νηστείας και προσευχής. Επίσης, μια ακόμα προσπάθεια ειρήνευσης, εκ μέρους των Ρωμαίων, συνάντησε την αλαζονική υπεροψία του Χοσρόη και έλαβε την προσβλητική απάντησή του. Στην επιστολή του ο Χοσρόης Β’ αποκαλούσε τον Ηράκλειο ασήμαντο και παράλογο υπηρέτη, χλεύαζε τον Θεό των Χριστιανών, που δεν έσωσε την Καισάρεια, την Ιερουσαλήμ, την Αλεξάνδρεια, αλλά και τον Χριστό, που σταυρώθηκε από τους Εβραίους. Ο Ηράκλειος αντιλαμβανόμενος την αξία της επιστολής, την δημοσιοποίησε προκαλώντας ιερή αγανάκτηση στους υπηκόους του, τονώνοντας ταυτοχρόνως και τον ζήλο τους για τον αγώνα.

Φθάνοντας στην Αρμενία αναζήτησε συμμάχους μεταξύ των λαών του Καυκάσου. Οι ίδιοι οι Αρμένιοι, έχοντας υποστεί διώξεις από τους Ζωροάστρες, ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν. Έτσι λοιπόν έχοντας στο πλάι του και τους χριστιανούς του Καυκάσου, εισέβαλε στην Περσία στις 20 Απριλίου του 624 μ.Χ, έχοντας απευθύνει στους άνδρες του ένα λόγο με θερμή θρησκευτική χροιά και έχοντας λάβει από αυτούς την θερμότερη απάντηση, «ήπλωσας ημών τας καρδίας, δέσποτα, το σον πλατύνας εν παραινέσει στόμα. Ώξυναν οι λόγοι σου τα ξίφη ημών, και έμψυχα ταύτα ειργάσαντο. Αναπτέρωσας ημάς δια των λόγων. Ερυθριώμεν εν ταις μάχαις προάγοντα ημών σε ορώντες και επόμεθα εν πάσι τοις σοις κελεύμασι».

Εικόνα: Ο «Adur Gushnasp», ή αλλιώς ο ναός του  «Άσβεστου πυρρός», που καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ηρακλείου, ως αντίποινα στις καταστροφές σημαντικών χριστιανικών ιερών τόπων μετά την περσική κατάληψη της Ιερουσαλήμ.

Η διαδρομή που ακολούθησε είναι η εξής, από τα Σάταλα, όπου διαχείμαζε ο στρατός, κατευθύνθηκε στη Θεοδοσιούπολη, το σημερινό Ερζερούμ, την οποία ανακατέλαβε. Έπειτα πέρασε τον Άραξη ποταμό, σύνορο μεταξύ της ρωμαϊκής και της περσικής Αρμενίας, ενώ κατέλαβε το Δούβιο, το σημερινό Ντβιν, πρωτεύουσα της Περσαρμενίας και το Ναζκαβάν. Στο Ναζκαβάν πρέπει να βρίσκονταν περίπου στις 15 με 25 Ιουνίου 624 μ.Χ. Εκεί έφθασε η πληροφορία, ότι ο Χοσρόης βρισκόταν στα Γάνζακα με λίγο στρατό, περίπου 40,000 άνδρες κι αυτοί στρατολογημένοι βιαστικά. Είναι αλήθεια ότι οι Πέρσες καταλήφθηκαν εξ απήνης, διότι υπολόγιζαν, ότι η δήωση της Μικράς Ασίας θ’ ανάγκαζε τους Ρωμαίους να επιστρέψουν. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, αντίθετα η προέλαση ήταν ταχύτατη, και ο Σαρβαραζάς αναγκάστηκε να επιστρέψει εσπευσμένα στην Περσία.

Κατευθυνόμενος ο Ηράκλειος προς τα Γάνζακα, συνέτριψε τις περσικές προφυλακές, σκοτώνοντας μάλιστα τον επικεφαλή του στρατεύματος, ενώ ανάγκασε τον Χοσρόη να δραπετεύσει προς την Δασταγέρδη. Έπειτα από αυτά, ο Ηράκλειος κατέλαβε τα Γάνζακα και πυρπόλησε τον φημισμένο ναό του «Άσβεστου Πυρός». Κατόπιν καταδιώκοντας τον Πέρση βασιλιά κατέστρεψε την Θηβαρμαΐδα και την γύρω περιοχή, καθώς και πολλές πόλεις και αγροτικές κοινότητες της Ατραπατηνής Μηδείας, όσες, βέβαια, δεν πρόλαβε να καταστρέψει ο ίδιος ο Χοσρόης, που προσπάθησε να εφαρμόσει τακτική καμένης γης καθώς υποχωρούσε.

Τελικά ο Πέρσης «Σάχης» κατάφερε να ξεφύγει στην Μεσοποταμία, όπου βρισκόταν ο στρατός του Σαήν και περίμενε αναμενόταν η άφιξη του Σαρβαραζά. Οι αξιωματικοί του Ηράκλειου επέμεναν να συνεχίσουν την καταδίωξη. Αυτός, όμως, αποφάσισε να αποσυρθεί στην Αλανία του Καυκάσου, με την κίνησή του αυτή έχει τα υπέρ και τα κατά της, καθώς το σίγουρο είναι ότι ο Ηράκλειος δεν ήθελε να ριψοκινδυνεύσει μια, αμφιβόλου αποτελέσματος, καταδίωξη, έστω κι αν έτσι παράτεινε το τέλος του πολέμου. Ας μην ξεχνάμε, ότι η απώλεια του στρατεύματος στην περιοχή αυτή, θα σήμαινε και το τέλος της Αυτοκρατορίας.

Η επιφυλακτικότητα του έγκειται στο γεγονός πως, ο Αυτοκράτοράς δεν διαχειριζόταν μόνο ένα στράτευμα, αλλά και τα κεφάλαια της Εκκλησίας, καθώς και τις ιερότερες ελπίδες των Ρωμαίων. Αυτά λοιπόν δεν ήθελε να τα αναλώσει παρορμητικά και επιπόλαια στην καλοκαιρινή ζέστη της Μεσοποταμίας. Φαίνεται, ότι ήταν από τα στρατηγικά εκείνα μυαλά, που εξασφάλιζαν την νίκη πριν τη διεξαγωγή της μάχης, και προς την κατεύθυνση αυτή είχε πολλή δουλειά ακόμα να κάνει. Έτσι λοιπόν αποτραβήχθηκε όπως προαναφέραμε στην Αλανία του Καυκάσου, όπου και απελευθέρωσε 50,000 αυτοκρατορικούς αιχμαλώτους. Ταυτοχρόνως, επεδίωξε να συνάψει συμμαχίες με τοπικούς ηγεμόνες και να ενισχύσει το στράτευμα με νέες στρατολογίες. Πράγματι, πολλοί άρχοντες της Λαζικής και της Αβασγίας προσήλθαν στην υπηρεσία του. Όσοι αρνήθηκαν, καθοδηγούμενοι από τον Χοσρόη, εγκατέλειψαν τις πόλεις τους και κατέφυγαν στα όρη. Τα δύσκολα ήταν ακόμα μπροστά.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Δ’ Μέρος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Ε’ Μέρος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • L. Florovsky, «Οι Βυζαντινοί Πατέρες του Έκτου, Έβδομου & Όγδοου Αιώνα».
  • Γ. Καρδάρας, «Η Αβαρο-σλαβική Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης».
  • Πανεπιστήμιο Καίμπριτζ, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Α.Α. Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • W. Kaegi, «Ηράκλειος, Αυτοκράτορας του Βυζαντίου».
  • Ηλίας Λάσκαρης, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες».
  • Γ. Καρδάρα, «Βυζαντινο-Περσικοί Πόλεμοι».
  • S. Runciman, «Βυζαντινός Πολιτισμός».
  • Βλάσιου Φειδά, «Βυζάντιο».
  • John Haldon, «Βυζάντιο».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.