Σύγχρονος Κόσμος
Ένα ταξίδι, ευτυχώς νοητό, στο «Αρχιπέλαγος των Γκουλάγκ». Η ανθρωπότητα στα καλύτερα της…

Ένα ταξίδι, ευτυχώς νοητό, στο «Αρχιπέλαγος των Γκουλάγκ». Η ανθρωπότητα στα καλύτερα της…

Στις 5 Μαρτίου 1953 ο Ιωσήφ Στάλιν, «o μέγιστος αρχηγός του σοβιετικού λαού και όλων των απανταχού ελευθέρων ανθρώπων… », πέθανε. Τα νέα του θανάτου του έπεσαν σαν κεραυνός στους πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης. Η προσωπολατρία του «Ηγέτη», μέσα από παντοδύναμους μηχανισμούς προπαγάνδας καταπίεσης και φόβου, είχε απόλυτα παγιωθεί και είχε αναδείξει τον Στάλιν αδιαμφισβήτητο ηγέτη του λαού, «πατερούλη» των φτωχών και των αδυνάτων, αλάθητος και δίκαιος προστάτης, από τον οποίον εξαρτιόνταν τα πάντα και πάνω από όλα η ζωή και ο θάνατος των πάντων.

Χιλιάδες απελπισμένοι και «συντετριμμένοι» πολίτες συνωστίζονταν ώστε να αποτίνουν φόρο τιμής και το ύστατο χαίρε στο «ανίκητο θεριό» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στον μεγάλο αναμορφωτή της οπισθοδρομικής και τεχνολογικά καθυστερημένης Σοβιετικής Ένωσης. Μιας Σοβιετικής «Πατρίδας» που θρηνούσε και βίωνε την «απώλεια», την «απελπισία» και την «αβεβαιότητα». Ήταν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής απόλυτα ταυτισμένης με τον ηγέτη της, που είχε τα ινία της για πάνω από 30 συναπτά έτη.

Εικόνα: Οι πρώτοι κρατούμενοι στα Γκουλάγκ ήταν αντιφρονούντες Τσαρικοί στρατιώτες.

Ο «Αλτρουιστικός» Σοσιαλισμός, επιπλέων καράβι, σε μια θάλασσα από Γκουλάγκ.

Υπήρχε, ωστόσο, και μια άλλη Σοβιετική Ένωση, μυστική, απαγορευμένη και ξεχασμένη, αυτή δεν ήταν άλλη από την Ε.Σ.Σ.Δ των «Γκουλάγκ». Των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, καταστολής και τιμωρίας εκατομμυρίων δυστυχισμένων και κατατρεγμένων πολιτών που έτυχε να βρεθούν στον δρόμο του «πατερούλη» και των συν αυτώ. Αντιφρονούντες «εχθροί του λαού», διανοούμενοι, επιστήμονες, έμποροι, καθώς και απλοί χωρικοί που αντιστέκονταν στην κολεκτιβοποίηση, αθώοι πολίτες που συνελήφθησαν για «μεγάλα εγκλήματα» όπως μικροκλοπές βασικών αγαθών επιβίωσης, όπως λίγο σιτάρι ή λίγες πατάτες, την περίοδο του «Μεγάλου Λιμού».

Η ολιγοήμερη απουσία από την εργασία, ένα αθώο αστείο ή η έλλειψη σεβασμού προς τους εκφραστές του «Σταλινισμού» εκλαμβάνονταν άμεσα ως αντεπαναστατική δράση και επέσυραν ποινή έως και 25 χρόνια στα «Γκουλάγκ». Οι περισσότεροι λοιπόν από αυτούς, θύματα αθώα πιασμένα στα δίχτυα των παρανοϊκών μυστικών υπηρεσιών της Σοβιετικής «Πατρίδας», θα μπορούσαμε να πούμε, με πάσα βεβαιότητα, πως «έφτυσαν το γάλα της μάνας τους», ενώ καλό θα ήταν να θυμόμαστε πως πολλοί από αυτούς ήταν πρώην αιχμάλωτοι πολέμου Σοβιετικοί στρατιώτες, που είχαν πολεμήσει υπέρ της Ε.Σ.Σ.Δ κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ τώρα θεωρούνταν ύποπτοι για προδοσία.

Χωρίς λοιπόν να έχουν ουσιαστικά καταδικαστεί χιλιάδες άνθρωποι, συλλαμβάνονταν, συνήθως μέσα στη νύχτα, και μεταφέρονταν κρυφά στους τόπους προορισμού τους. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, σαν ανθρώπινα «φορτία» ήταν στοιβαγμένα κατά δεκάδες μέσα στα άθλια ξύλινα βαγόνια των τρένων μαζί με επικίνδυνους εγκληματίες, έχοντας άγνωστο προορισμό και αφήνοντας πίσω τους οικογένειες που δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ. Τα ταξίδια ήταν μακρινά, ατελείωτα, συχνά πιο οδυνηρά από τους τόπους προορισμού, ενώ η «φύρα» στο «φορτίο» ήταν τεράστια. Όπως θα γράψει αργότερα η μεγάλη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα στο έργο της «Ρέκβιεμ» περιγράφοντας την εποχή των μεγάλων σταλινικών εκκαθαρίσεων, «Οι στρατιές των καταδικασμένων, κοπάδια στους σιδηρόδρομους, χαμένοι μες στον φόβο τους και οι μηχανές να προστάζουν σφυρίζοντας, “Μακριά από δω Παρίες”. Το άστρο του θανάτου ήταν πάνω μας».

Εικόνα: Η μεγάλη πλειοψηφία των κρατουμένων δεν ήταν εγκληματίες αλλά αντιφρονούντες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πυραυλικός επιστήμονας Σεργκεΐ Κορόλεφ, που συνελήφθη το 1938.

Η καθημερινή «ζωή» στις «κρεατομηχανές» του Στάλιν.

Ο όρος «Γκουλάγκ», ο οποίος είναι ακρωνύμιο του «Glavnoye Upravleniye ispravityelno-trudovykh Lagerey», δηλώνει ουσιαστικά το σύστημα διαχείρισης και εποπτείας των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, το οποίο ιδρύθηκε τον Απρίλιο 1930 και έληξε τυπικά τον Ιανουάριο του 1960. Όταν το 1973 ο νομπελίστας Αλεξάντρ Σολτζενίτσιν γνωστοποίησε στη «Δύση», μέσω του βιβλίου του «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ», την ύπαρξη των διαβόητων αυτών στρατοπέδων, ο όρος «Γκουλάγκ» ταυτίστηκε με τους χώρους φυλάκισης και εξόντωσης ανθρώπων μέσα από απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας.

Ωστόσο θα πρέπει να τονισθεί ότι η «Δύση» αντιμετώπιζε με αρκετό σκεπτικισμό την ύπαρξη των «Γκουλάγκ», όπως άλλωστε και τις αναφορές για τις απάνθρωπες σταλινικές εκκαθαρίσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ 1936-1940. Το πραγματικό μέγεθος της ιστορίας των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας και τιμωρίας άρχισε να αναδεικνύεται στα τέλη του 1990, όταν ιστορικοί ερευνητές, όπως η Αν Άπλεμπαουμ, απέκτησαν πρόσβαση στα «Ρωσικά Κρατικά Αρχεία». Παράλληλα, εκατοντάδες προσωπικές μαρτυρίες και φωτογραφικό υλικό, που ήλθαν στο φως, άρχισαν να συνθέτουν μια εικόνα απίστευτης οδύνης και ανθρώπινης εκμετάλλευσης στα «Γκουλάγκ» του «πατερούλη».

Έτσι λοιπόν, τα «Γκουλάγκ» κάνουν  για πρώτή φορά την εμφάνισή τους το 1918, επί Λένιν, ως στρατόπεδα καταστολής και τιμωρίας των αντεπαναστατών μέσω της καταναγκαστικής εργασίας, αντικαθιστώντας ουσιαστικά τα τσαρικά «Catorga», από το ελληνικό «κάτεργο», όπου οι φυλακισμένοι οδηγούνταν σε απομακρυσμένα στρατόπεδα στις αχανείς εκτάσεις της Σιβηρίας. Χρειάσθηκαν περίπου δέκα χρόνια για να εκτιμηθεί πλήρως από τον Στάλιν η αποτελεσματικότητα των «Γκουλάγκ» μέσα στο πλαίσιο της ταχείας εκβιομηχάνισης της χώρας και της εφαρμογής του πενταετούς προγράμματος ανασυγκρότησης.

Η «ταχείας εκβιομηχάνιση» ωστόσο της Ε.Σ.Σ.Δ ήταν ένα φιλόδοξο εγχείρημα, που απαιτούσε απίστευτα αποθέματα πρώτων υλών, ανθρώπινου δυναμικού και την κολεκτιβοποίηση της γης. Έτσι λοιπόν εκατομμύρια χωρικοί και αγρότες που αντιδρούσαν αποτέλεσαν τα πρώτα «τάγματα εργασίας» για την εξόρυξη των φυσικών πόρων στα ορυχεία του μακρινού Βορρά, όπως η περιοχή της Σιβηρίας πλούσια σε αποθέματα χρυσού, ασημιού, χαλκού, πετρελαίου, ξυλείας και άνθρακα, όπου οι θερμοκρασίες τον χειμώνα έφταναν κάτω από τους -50 βαθμούς Κελσίου.

Εικόνα: Τα κεντρικά κτήρια της πόλης «Νορίλσκ», όπως το εικονιζόμενο, χτιστήκαν από εργάτες – σκλάβους του στρατοπέδου «Νόριλαγκ».

Η «Κολίμα» αναδείχθηκε στο πιο διαβόητο κέντρο «διακομιδής ανθρώπινου φορτίου» όπου πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι φέρεται να έχουν πεθάνει από τις κακουχίες κατά τη μεταφορά τους στην περιοχή. Οι στρατώνες – φυλακές που χτίζονταν από τους κρατουμένους δεν είχαν παρά «ένα τζάκι» και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν επιεικώς αθλιότατες. Παρότι η δημιουργία των στρατοπέδων δεν είχε στόχο τον θάνατο των κρατουμένων αλλά την απόλυτη εκμετάλλευσή τους ως εργαλείων παραγωγής πλούτου, η φυσική τους εξόντωση επιτυγχανόταν χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από το σύστημα.

Ένα αυτόνομο σύστημα, με δικούς του νόμους, συνήθειες και ηθικούς κανόνες, τον έλεγχο του οποίου είχε ο Λαβρέντι Μπέρια, ο περιβόητος αρχηγός της κρατικής μυστικής υπηρεσίας (N.K.V.D), επέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η έλλειψη τροφής, η έκθεσή των κρατουμένων σε απάνθρωπες κλιματικές συνθήκες, όπου η εργασία που δεν είχε ωράριο, οι ασθένειες, η καθημερινή βία και καταπίεση από τους φρουρούς, αλλά και μεταξύ των κρατουμένων, όπου οι γυναίκες και τα παιδιά αποτελούσαν τα εύκολα θύματα, ανέβαζαν το ποσοστό θανάτου σε απίστευτα ύψη.

Υπολογίζεται ότι από τα περίπου 18 εκατομμύρια ανδρών, γυναικών και παιδιών που πέρασαν από τις «κρεατομηχανές», όπως αποκαλούσαν τα Γκουλάγκ τα θύματά τους, πάνω από τέσσερα εκατομμύρια άφησαν την τελευταία τους πνοή εκεί, στους τόπους της τιμωρίας τους, όπου η ζωή δεν είχε καμία αξία. Μεταξύ αυτών, και ένας μεγάλος αριθμός ατόμων που ανήκαν σε μειονότητες, όπως οι δεκάδες χιλιάδες Έλληνες του Πόντου, που ξέφυγαν από τη μανία του Κεμάλ για να μεταφερθούν στα «Γκουλάγκ» της Σιβηρίας όπου οι περισσότεροι πέθαναν ξεχασμένοι. «Σε αυτούς τους καιρούς μόνον οι νεκροί, μπορούσαν να χαμογελούν λυτρωμένοι από τα βάσανά τους», αναφέρει η Άννα Αχμάτοβα στο «Ρέκβιεμ».

Επιπλέον, έξι έως επτά εκατομμύρια, μεταξύ αυτών και Σοβιετικοί πολίτες ελληνικής καταγωγής, εκτοπίστηκαν όχι σε στρατόπεδα, αλλά σε απομακρυσμένες και αφιλόξενες περιοχές της επικράτειας ως «εχθροί του λαού» και υπονομευτές της Σοβιετικής Ένωσης. Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία που προκύπτουν από τα «Ρωσικά Κρατικά Αρχεία», στο τέλος της δεκαετίας του 1930, την περίοδο των «σταλινικών εκκαθαρίσεων», υπήρχαν τουλάχιστον 476 μεγάλα «Γκουλάγκ» με εκατοντάδες, ακόμα και χιλιάδες, υποστρατόπεδα σπαρμένα σε όλη τη Σοβιετική Ένωση τα οποια προσέφεραν την «φιλοξενία» τους σε εκατομμύρια κρατουμένους.

Εικόνα: Πολιτικοί κρατούμενοι  σε κάποιο «Γκουλάγκ» της Σιβηρίας κατά την ώρα του συσσιτίου.

Η «αντίδραση» της Δύσης και το «τέλος» των Γκουλάγκ.

Την ίδια στιγμή, η Δύση φωτογραφιζόταν με τον «Uncle Joe» χαμογελώντας ικανοποιημένη, ενώ, όταν τον Μάιο του 1944, την εποχή της απόλυτης αμερικανοσοβιετικής φιλίας και συμμαχίας, ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Χένρι Γουάλας, είχε επισκέφθηκε για πρώτη και μοναδική φορά το «Γκουλάγκ» της Κολίμα, «δεν αντιλήφθηκε» ποτέ ότι επισκεπτόταν μια απέραντη φυλακή. Μάλιστα εντυπωσιάσθηκε από το τοπίο της Σιβηρίας και την ομοιότητά του με την αμερικανική «Άγρια Δύση» και θαύμασε τον πλούτο της περιοχής και τους «γεροδεμένους και καλοντυμένους νέους ανθρακωρύχους».

Ωστόσο, οι πραγματικοί εξαθλιωμένοι ανθρακωρύχοι ντυμένοι στα κουρέλια τους παρέμεναν φυλακισμένοι στο «Γκουλάγκ» μέχρι την αποχώρηση του υψηλού προσκεκλημένου. Η Δύση βλέπεται, μέσα στην «υποκρισία» της, «θώπευε» το «θεριό» για να εξασφαλίσει τη βοήθειά του στην εξόντωση ενός άλλου «θηρίου», απείρως πιο καταστροφικού και επικίνδυνου, μέχρι στιγμής έστω… Παρ’ όλα αυτά, οι στρατιές των κατατρεγμένων συνέχιζαν να συνωστίζονται στα «Γκουλάγκ» της απόλυτης ανθρώπινης εξαθλίωσης για περίπου αλλά δέκα χρόνια. Με τον θάνατο του Στάλιν, την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης ανέλαβαν οι συνεργάτες του, Γκεόργκι Μαλένκοφ και Λαβρέντι Μπέρια. Σύντομα όμως ο Νικίτα Χρουστσόφ «εκλέχθηκε» γενικός γραμματέας του κόμματος μετά λίγους μήνες. Στα πρώτα μέτρα που πήρε η νέα ηγεσία ήταν η χορήγηση αμνηστίας σε ενάμισι εκατομμύριο κρατουμένων στα «Γκουλάγκ». Ο δρόμος για την καθαίρεση του Στάλιν από το «παγκόσμιο πόστο του» είχε ξεκινήσει, για να ολοκληρωθεί λίγα χρόνια αργότερα.

Πηγές:

  • Aleksandr Solzhenitsyn, «The Gulag Archipelago».
  • Oleg V. Khlevniuk, «The History of the Gulags».
  • Anne Applebaum, «Gulag – A History».
  • Anna Akhmatova, «Requiem».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.