Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Ηράκλειος ο Μέγας. (Μέρος Δ’). «Ο εχθρός προ των πυλών».

Ηράκλειος ο Μέγας. (Μέρος Δ’). «Ο εχθρός προ των πυλών».

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Ε’ Μέρος πατήστε εδώ.

Μετά από ανάληψη της εξουσίας, ο Ηράκλειος δεν «αναπαύθηκε» στις δάφνες του. Όπως είδαμε και στο προηγούμενο μέρος της εξιστόρησης μας, ο «αεικίνητος» Αυτοκράτορας άμεσα αντιλήφθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίων των επελαύνοντων Περσών, θα ήταν να λυθεί πρώτα το Αβαροσλαβικό «πρόβλημα», που υπό την μορφή εκατοντάδων χιλιάδων ιππέων, ρήμαζε και εκθεμελίωνε οτιδήποτε είχε την ατυχία να βρεθεί στο πέρασμα του.

Αρχικά λοιπόν, ο Αυτοκράτορας κατέβαλε φιλόδοξες προσπάθειες να «διχάσει» τον εχθρικό συνασπισμό, δίνοντας το προνόμιο σε δυο σλαβικές φυλές, στους Σέρβλους και στους Χρωμβάτους, να εγκατασταθούν νοτίως του Ίστρου. Αυτή του η κίνηση, τουλάχιστον αρχικά, είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα, ωστόσο σύντομα οι Άβαροι, φοβούμενοι πως θα χάσουν κάθε έλεγχο πάνω στους Σλάβους, επενέβησαν δυναμικά και «δια πυρός και σιδήρου» επανέφεραν τις αμφιταλαντευόμενες σλαβικές φυλές κάτω από τον έλεγχο τους.

Εικόνα: Eικαστική αναπαράσταση Άβαρου ιππέα.

Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση πέρα απ’ τον Ίστρο ήταν ιδιαίτερα ρευστή. Όταν μάλιστα ένας «ευγενής» της Βοημίας, μάλλον φραγκοσλαβικής καταγωγής, δέχθηκε να παρακινήσει σε επανάσταση τους δυτικούς Σλάβους, έναντι μιας σημαντικής ανταμοιβής, οι Άβαροι βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση. Προκειμένου λοιπόν να βγει από το αδιέξοδο, ο «Χαγάνος» των Αβάρων αιτήθηκε να συναντήσει προσωπικά τον Ηράκλειο. Ωστόσο έπειτα από το «ναυάγιο» των διαπραγματεύσεων, αλλά και από μια ενέδρα εναντίων του Αυτοκράτορα, ο «Χαγάνος» αποφάσισε να λογικευθεί και να συνομολογήσει ειρήνη με την Ρωμανία.

Με τα χέρια του «λυμένα» και τις ευρωπαϊκές επαρχίες ασφαλείς, τουλάχιστον για το προσεχές μέλλον, ο Ηράκλειος επικεντρώθηκε στον «Ιερό Αγώνα» κατά των Περσών. Μέσα σε λίγους μήνες στρατολόγησε, εξόπλισε και εκπαίδευσε ένα στράτευμα περίπου 100.000 ανδρών και έπειτα από μια κατανυκτική ακολουθία, όπου αιτήθηκε της ευλογίας του Θεού και έχρισε αντιβασιλεία, πέρασε στην Μικρά Ασία, δικαιώνοντας τον ισχυρισμό πολλών σημερινών ιστορικών, οι οποίοι αποκαλούν τον Ηράκλειο ως τον πρώτο «σταυροφόρο».

Στην Μικρά Ασία, αφού συνέτριψε τις δυνάμεις των Περσών, στο Όρος Μούζουρον, το 622 μ.Χ, προέλασε, μέσω της Αρμενίας, ώστε να κάνει το ακατόρθωτο, να εισβάλει στα υψίπεδα του βορείου Ιράν, στην καρδιά της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Ο στρατηγός Σαρβαραζάς προσπάθησε μάταια να τον αναγκάσει να σταματήσει την πορεία του, προελαύνοντας προς την Καισάρεια, ωστόσο ο Αυτοκράτορας παρέμεινε πιστός στα σχέδια του, γνωρίζοντας πως αργά η γρήγορα ο Σαρβαραζάς θα ανακαλούνταν ώστε να υπερασπιστεί την Περσία.

Πράγματι, πριν περάσει πολύς καιρός ο Χοσρόης αναγκάστηκε να ανακαλέσει τον  Σαρβαραζά, ο οποίος τάχιστα ξεκίνησε να καταδιώκει τον αυτοκρατορικό στρατό στο εσωτερικό της «αφιλόξενης» Αρμενία. Έτσι λοιπόν, κοντά στα Γάνζακα της βόρειας Περσίας, ο Ηράκλειος κατέστρεψε μια ανεπαρκή περσική δύναμη, υπό την ηγεσία του ίδιου του Χοσρόη και προχώρησε αφανίζοντας από προσώπου γης τον μεγάλο ναό του «Άσβεστου Πυρός», εκδικούμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο την καταστροφή των Ιεροσολύμων, το 614 μ.Χ.

Ωστόσο ο Αυτοκράτορας δεν παρασύρετε από την μεγάλη νίκη του. Ο χειμώνας του 614 μ.Χ. βρίσκει τον ρωμαϊκό στρατό να διαχειμάζει, με πλήρη τάξη, στην Αλανία του Καυκάσου, όπου ο Ηράκλειος κατέστρωσε, μαζί με τους επιτελής του, την νέα εισβολή στην Περσία που θα επέφερε το αποφασιστικό εκείνο πλήγμα που τελικά θα έκανε την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών να γονατίσει. Παρ’ όλα αυτά η ιστορία κυβερνάτε απ’ το απρόοπτο και σύντομα μια, μάλλον προβλεπόμενη, προδοσία θα σηματοδοτούσε την έναρξη μια απ’ τις σημαντικότερες πολιορκίες της ανθρώπινης ιστορίας.

Εικόνα: Ανάγλυφη αναπαράσταση Πέρση κατάφρακτου ιππέα.

Η αντίδραση των Περσών.

Ο Χοσρόης εξοργισμένος έπειτα από την επιδρομή του «αδαή» αλλόπιστου Ηρακλείου στην Περσία και την καταστροφή του ναού του «Άσβεστου Πυρός» στα Γάνζακα, έδρασε άμεσα στρατολογώντας τρεις νέες στρατιές, υπό τους στρατηγούς Σαρβαραζά, Σαήν και Σαραβλαγγά. Σύμφωνα με το σχέδιο του Πέρση ηγεμόνα, η πολυπληθής στρατιά του Σαραβλαγγά, με περίπου 70.000 άνδρες, εστάλη πρώτη να ανακτήσει τις χαμένες πόλεις τις περσικής Αρμενίας και να κλείσει τα στενά περάσματα, εμποδίζοντας κατ’ αυτών τον τρόπο τον Ηράκλειο να επαναλάβει την εισβολή του προηγούμενου έτους.

Από την άλλη πλευρά, ο έμπειρος Σαρβαραζάς, με περίπου 80.000 άνδρες, κινήθηκε δυτικά ώστε να αποκόψει την γραμμή ανεφοδιασμού του αυτοκρατορικού στρατού, καταλαμβάνοντας την Ιβηρία και τα ορεινά περάσματα στα μετόπισθεν του. Όσο για τον Σαήν, αυτός διατάχθηκε να ακολουθήσει τον Σαρβαραζά και όταν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες να τον συνδράμει ώστε να αφανισθεί ο χριστιανικός στρατός μια και καλή.

Ωστόσο σύντομα τα σχέδια του Χοσρόη έφτασαν στα αυτιά του Αυτοκράτορα, πιθανότατα από λιποτάκτες του περσικού στρατού, δίνοντας του το πλεονέκτημά του αιφνιδιασμού. Αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο να εγκλωβισθεί στην Αρμενία, ο Ηράκλειος αποφάσισε ν’ αντιμετωπίσει κάθε Πέρση στρατηγό ξεχωριστά πριν προλάβουν να ενωθούν σε έναν θανάσιμο κλοιό γύρο από την αυτοκρατορική στρατιά.

Πρώτα ο Αυτοκράτορας θέλησε να αντιμετωπίσει τον Σαραβλαγγά που ωστόσο απόφευγε να δώσει μάχη, όντας γνώστης της τακτικής καταστάσεως. Έτσι λοιπόν, ο Ηράκλειος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ένα τέχνασμα. Έστειλε δύο, δήθεν, λιποτάκτες του ρωμαϊκού στρατού στον Σαραβλαγγά, οι οποίοι τον πληροφόρησαν ψευδώς, ότι ο Σαήν και ο Σαρβαραζάς είχαν περικυκλώσει τους Ρωμαίους και ότι αυτοί πανικόβλητοι τρέπονταν σε φυγή πέρα απ’ τους λόφους. Ακούγοντας τα αυτά, ο Πέρσης στρατηγός μη θέλοντας να μοιραστεί την δόξα με τους ομότιμους του έπεσε στην παγίδα κι επιτέθηκε στο δήθεν εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο του Ηρακλείου, όπου ωστόσο μια άσχημη έκπληξη τον περίμενε.

Την ώρα λοιπόν που οι Πέρσες λαφυραγωγούσαν το ρωμαϊκό στρατόπεδο χιλιάδες ιππείς φάνηκαν στα παρακείμενα υψώματα. Αρχικά ο Σαραβλαγγάς πίστεψε ότι ήταν οι στρατιές του Σαήν και του Σαρβαραζά, ωστόσο σύντομα κάθε ψευδαίσθηση του διαλύθηκε, καθώς τα λάβαρα του Χριστού υψώθηκαν στον ουρανό της Αρμενίας. Αρχικά μια «μπόρα» από βέλη και βλήματα θέρισαν τους ανυποψίαστους Πέρσες ιππείς και στην συνέχεια, οι αυτοκρατορικοί κατάφρακτοι σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμα τους. Οι απώλειες ήταν χιλιάδες απ’ την μεριά των Περσών, ενώ και ο ίδιος ο Σαραβλαγγάς αναγκάστηκε να υποδυθεί τον πεθαμένο για να γλυτώσει από την μανία των Ρωμαίων.

Εικόνα: Χάρτης με τις εκστρατείες του Ηρακλείου έως το 624 μ.Χ.

Αμέσως μετά τον αφανισμό της στρατιάς του Σαραβλαγγά, ο Ηράκλειος κινήθηκε κατά του Σαήν που είχε μόλις στρατοπεδεύσει μερικά χιλιόμετρα βορειότερα. Οι πηγές για αυτή την μάχη είναι ασαφείς, ωστόσο γνωρίζουμε πως ο Ηράκλειος κατάφερε με μια νυχτερινή επίθεση να εξουδετερώσει και το στράτευμα του Σαήν, με τον ίδιο μάλιστα να τραυματίζετε βαριά. Τα υπολείμματα των δύο ηττημένων στρατιωτικών σχηματισμών ενώθηκαν με το σώμα του Σαρβαραζά, ο οποίος επιχείρησε να καταδιώξει τον Ηράκλειο.

Μαθαίνοντας το αυτό, ο Αυτοκράτορας διέσχισε τον Άραξη και κατευθύνθηκε νοτιοανατολικά, ενώ στην συνέχεια στράφηκε προς την λίμνη Βαν, όπου και σκόπευε να παραχειμάσει. Ταυτοχρόνως, ο Σαρβαραζάς πρόφθασε την αυτοκρατορική στρατιά και στρατοπέδευσε στο Αρζές, σε μια προσπάθεια να αιφνιδιάσει τον σχηματισμό και να τον καταστρέψει. Ωστόσο, ο Ηράκλειος διέθετε καλύτερη πληροφόρηση και ήταν ήδη ενήμερος για τις κινήσεις του εχθρού. Για μια ακόμη φορά, ο Αυτοκράτορας πραγματοποίησε νυκτερινή επίθεση κατά του περσικού στρατοπέδου και το διέλυσε, τον Ιανουάριο του 625 μ.Χ, με αποτέλεσμα ο Σαρβαραζάς να αναγκασθεί να δραπετεύσει νύκτα, γυμνός και ανυπόδητος, εγκαταλείποντας τις γυναίκες αλλά και τα όπλα του.

Αργότερα, την 1η Μαρτίου του 626 μ.Χ, ο Ηράκλειος εγκατέλειψε την λίμνη Βαν και ξεκίνησε προς νοτιοδυτικά. Αυτή την φορά οι κατάσκοποί του τον πληροφόρησαν, ότι ο Χοσρόης είχε διακηρύξει γενική επιστράτευση και είχε ανασυγκροτήσει την στρατιά του Σαρβαραζά, την οποία και έστελνε να προσπελάσει τον Βόσπορο και να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη, την ώρα που μια άλλη στρατιά, υπό τον Σαήν, θα τον κρατούσε απασχολημένο στην Αρμενία. Τέλος ένα ακόμα άσχημο νέο έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα. Οι Άβαροι, πάντα αναξιόπιστοι, συμμάχησαν με τους Πέρσες με έναν και μόνον στόχο, την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Αμέσως έγινε αντιληπτό πως θα έπρεπε, πάση θυσία, να αποκρουσθεί η Περσική στρατιά του Σαρβαραζά, πριν αυτός να καταφέρει να διαβεί τον Βόσπορο. Για αυτό λοιπόν τον λόγο, ο Ηράκλειος διέσχισε τον «Αρμενικό Ταύρο» και τον Γιάναρσο ποταμό, ο οποίος είναι παραπόταμος του Τίγρη, σπεύδοντας να καταλάβει την Μαρτυρόπολη και την Αμίδα. Από εκεί κατευθύνθηκε δυτικά, προς τον Ευφράτη, τον οποίο και διέβη, παρά την προσπάθεια του Σαρβαραζά να τον εμποδίσει, προελαύνοντας έπειτα προς την Σαμόσατα και την Γερμανίκεια, με σκοπό να οχυρώσει τις διαβάσεις του ποταμού Σάρου, στην Καππαδοκία.

Εικόνα: Απεικόνιση της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από το Χρονικό του Κωνσταντίνου Μανάσση.

Από την άλλη πλευρά, ο Σαρβαραζάς δεν ήθελε να αναλώσει χρόνο και δυνάμεις αντιμετωπίζοντας τους Ρωμαίους, γι’ αυτό προσπάθησε να τους προσπεράσει και να καταλάβει την γέφυρα του Σάρου. Όταν έφθασε, όμως βρήκε τα αυτοκρατορικά στρατεύματα στη δυτική όχθη και στα προπύργια της γέφυρας. Έτσι λοιπόν, για λίγες μέρες, οι δύο στρατοί απέφευγαν να συγκρουσθούν. Τελικά ωστόσο, οι Πέρσες προσποιήθηκαν υποχώρηση, παρασύροντας τον ρωμαϊκό στρατό να τους καταδιώξει, γεμάτος ενθουσιασμό. Ωστόσο ξαφνικά, οι Πέρσες του Σαρβαραζά ανέστρεψαν την πορεία τους και επιτέθηκαν με ορμή στους διώκτες τους.

Η ήττα των αυτοκρατορικών όπλων θα ήταν σίγουρη αν δεν επενέβαινε ο Αυτοκράτορας, που ενίσχυσε με την φρουρά της γέφυρας τα πιεζόμενα τμήματα πέρα απ’ τον Σάρο, καταφέρνοντας με αυτόν τον τρόπο να  απεγκλωβίσει όσους είχαν παγιδευτεί στην απέναντι όχθη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Σαρβαραζάς, παρά το γεγονός πως κατάφερε να φονεύσει πολλούς Ρωμαίους, δεν κατάφερε να καταλάβει τις διαβάσεις του Σάρου, γεγονός που τον οδήγησε να στραφεί νοτιότερα διανύοντας μεγαλύτερη απόσταση για να φθάσει στη Χαλκηδόνα. Από την άλλη πλευρά, ο Ηράκλειος αποσύρθηκε στην Σεβάστεια, στην οποία και εισήλθε την 30η Απριλίου του 626 μ.Χ.

Η Αβαροπερσική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.

Ποιο ακριβώς διάστημα έλαβαν χώρα οι συνομιλίες μεταξύ των Αβάρων και των Περσών για την κοινή επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης, δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια, ωστόσο, ο Χοσρόης πιεζόμενος στα δικά του εδάφη από τον Ηράκλειο, δοκίμασε αυτή την κίνηση αντιπερισπασμού γνωρίζοντας πως οι Άβαροι, αν και είχαν συνθήκη ειρήνης με τους Ρωμαίους, είχαν δώσει και άλλες φορές δείγματα απιστίας και απληστίας.

Ήδη από την περίοδο κατά την οποία ο «Χαγάνος» των Αβάρων προετοιμαζόταν να εισβάλει στις ευρωπαϊκές κτήσεις της Αυτοκρατορίας, στάλθηκε, για μια ακόμα φορά, ο «Πατρίκιος» Αθανάσιος με ειρηνευτικές προτάσεις, οι οποίες ωστόσο σύντομα έπεσαν στο κενό. Άμεσα έγινε αντιληπτό στην Πόλη πως οι βάρβαροι σύντομα θα επιχειρούσαν να διαβούν τον Ίστρο με σκοπό να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη. Έτσι λοιπόν κινήθηκαν τάχιστα, επιδιορθώνοντας τα τείχη, ενισχύοντας τον στόλο και συνέλεξαν τις απαραίτητες προμήθειες για τον επισιτισμό της πόλης για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Εικόνα: Οι Άβαροι, λαός αγνώστης προελεύσεως ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Βαλκανίων κατά την διάρκεια του 6ου και 7ου αιώνα.

Η άμυνα της Βασιλεύουσας στηρίζονταν κυρίως στις οχυρώσεις, οι οποίες περιλάμβαναν το τείχος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, με μήκος 6 χιλιόμετρα και τα Θεοδοσιανά τείχη, τα οποία συμπλήρωναν τα πρώτα και διπλασίαζαν την οχυρωμένη περίμετρο της πόλης. Κύριο ρόλο στην άμυνα της πόλης θα έπαιζε και ο στόλος, ο οποίος ήταν κατά πολύ ισχυρότερος από τα σλαβικά μονόξυλα των Αβάρων. Συνολικά τα τείχη επάνδρωναν 12.000 άνδρες της φρουράς της Κωνσταντινούπολης, αλλά και άλλοι 6.000 οπλίτες από την Μικρά Ασία και την Χερσόνησο του Αίμου.

Την 27η Ιουνίου του 626 μ.Χ οι εμπροσθοφυλακή των Αβάρων έφτασε στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης και στρατοπέδευσε στη Μελαντιάδα, κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά, ξεκινώντας άμεσα την συγκομιδή των προαστιακών αγροκτημάτων, ενώ ταυτοχρόνως πυρπολούσαν ναούς και χωριά, ενώ κατέστρεψαν το υδραγωγείο του Ουαλεντινιανού και συνέλαβαν εκατοντάδες αιχμαλώτους τους οποίους μελλοντικά θα χρησιμοποιούσαν ως ανθρώπινες ασπίδες.

Ένα μήνα αργότερα, στις 29α Ιουλίου, αφίχθει ο κύριος όγκος του Αβαροσλαβικού στρατού, αποτελούμενος, κατά τον Γεώργιο Πισίδη, από 180.000 άνδρες. Την επομένη οι Αβάροι έστησαν τις πολιορκητικές τους μηχανές, με την πολιορκία ωστόσο να μην ξεκινά πριν την 31η Ιουλίου. Η πρώτη σημαντική επίθεση σημειώθηκε την 2α Αυγούστου, όταν οι Άβαροι επιχείρησαν να διαρρήξουν με 12 πύργους, το τμήμα των τειχών μεταξύ της πύλης του «Πολυανδρίου» και της πύλης του «Ρωμανού», γνωρίζοντας ωστόσο σημαντικές απώλειες.

Στις 3ης Αυγούστου πραγματοποιήθηκε τριμερής συνάντηση στο στρατόπεδο των Αβάρων. Την Ρωμανία εκπροσωπούσαν, ο «Πατρίκιος» Γεώργιος, ο «Πατρίκιος» Αθανάσιος, ο «Λογοθέτης του γενικού» Θεοδόσιος, ο «Σύγγελος» Θεόδωρος, και ο «Κομμερκιάριος» Θεόδωρος. Από την άλλη πλευρά, τους Πέρσες που βρίσκονταν στην Χαλκηδόνα αντιπροσώπευαν τρεις εκπρόσωποι.

Ενώπιων όλων αυτών λοιπών, ο «Χαγάνος» των Αβάρων απαίτησε την παράδοση της πόλης, πριν οι Πέρσες διεκπεραιώνονταν πέρα απ’ τον Βόσπορο. Ταυτόχρονα ο βάρβαρος δεν έχασε την ευκαιρία να χλευάσει τον Ηράκλειο και να τον κατηγορήσει πως τους εγκατέλειψε έρμαια της δύναμης του. Ακούγοντας τα αυτά, οι Πέρσες πρότειναν στους υπερασπιστές της Βασιλεύουσας να στείλουν 3.000 οπλίτες από την Χαλκηδόνα για να ενισχύσουν περεταίρω την άμυνα της Πόλης, χωρίς να παραλείπουν ωστόσο και αυτοί να προσβάλουν τον Αυτοκράτορα, αλλά και τον χριστιανικό Θεό.

Εικόνα: Τομή των Θεοδοσιανών τειχών, των απρόσβλητων εκείνων οχυρωματικών έργων που κράτησαν ζωντανή την αυτοκρατορία για πάνω από 1100 χρόνια.

Βλέποντας αυτές τις εξελίξεις, ο «Πατρίκιος» Γεώργιος, σε μια κίνηση εντυπωσιασμού, κατηγόρησε τους Πέρσες, ότι απέκρυπταν το γεγονός, πως ο Αυτοκράτορας πλησίαζε για να λύσει την πολιορκία, ενώ τόνισε πως δεν πρόκειται να παραδοθούν σε κανέναν βάρβαρο που τολμούσε να τους πολεμά. Μάλιστα το ίδιο βράδυ, όταν οι Πέρσες απεσταλμένοι προσπάθησαν να περάσουν τον Βόσπορο, αλλά συνελήφθησαν και θανατώθηκαν με την κατηγορία της προσβολής στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα, με τα άψυχα σώματα τους να κρεμνιούνται από τα Θεοδοσιανά τείχη.

Την επόμενη ημέρα, Κυριακή 4ης Αυγούστου, ο «Χαγάνος» καθέλκυσε τα μονόξυλα του στις Χαλές του Βοσπόρου, με αποστολή να μεταβούν στην απέναντι ακτή και να διαπεραιώσουν τους Πέρσες σε ευρωπαϊκό έδαφος. Η μοίρα του ρωμαϊκού στόλου που έσπευσε στην περιοχή δεν κατάφερε να παρεμποδίσει τον διάπλου των Περσών, εξαιτίας του αντίθετου ανέμου που έπνεε στην περιοχή, με τα σλαβικά μονόξυλα οστοσο να μην καταφέρνουν να διεκπεραιώσουν σημαντικό αριθμό Περσών στα αντίπερα ευρωπαϊκά εδάφη.

Την Τετάρτη 7 Αυγούστου μικρές Αβαρικές επιθέσεις προανήγγειλαν την μεγάλη επίθεση της επομένης. Πράγματι, την Πέμπτη 8 Αυγούστου, ο στρατός των επιδρομέων συγκεντρώθηκε γύρω από τον ναό της Παναγίας, έξω από τα τείχη, στην περιοχή των Βλαχερνών, δίπλα στο «Χρυσό Κέρας». Την ίδια ώρα ο πατριάρχης Σέργιος εμφανίστηκε στα τείχη της Πόλεως, κρατώντας την αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας. Σε λίγο η επίθεση ξεκίνησε σφοδρή, αλλά χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα.

Η αντίσταση των οχυρώσεων και των υπερασπιστών παρέμεινε άκαμπτη. Η τελευταία ελπίδα του «Χαγάνου» ήταν ο αντιπερισπασμός, που θα προκαλούσαν οι Πέρσες καθώς θα έφθαναν από την ασιατική ακτή. Αναφέρεται και μια δεύτερη ναυτική επιχείρηση, διενεργουμένη από τον σλαβικό στολίσκο, στο «Χρυσό Κέρας», σημείο στο οποίο οι παράκτιες οχυρώσεις δεν είναι ισχυρές, ξέχωρη από την επιχείρηση μεταφοράς των Περσών στρατιωτών. Αυτήν ανέλαβαν ν’ αντιμετωπίσουν τα ρωμαϊκά δίκοπα και τρίκοπα σκάφοι.

Ο «Μάγιστρος» Βώνος, έχοντας πληροφορηθεί το μυστικό σινιάλο των Αβάρων, άναψε φωτιές στο «Πτερόν» τα ξημερώματα, ξεγελώντας τους Σλάβους, οι οποίοι οδήγησαν τα μονόξυλά τους στην «θανατηφόρα» αγκαλιά του ρωμαϊκού στόλου. Η καταστροφή του σλαβικού στόλου ολοκληρώθηκε με την επίθεση στα πλοιάρια, τα οποία μετέφεραν τους Πέρσες από την απέναντι πλευρά του Βοσπόρου. Τα Αβαρικά μονόξυλα καταβυθίσθηκαν στο συνολο τους, παρασύροντας στο θάνατο πάνω από 4.000 Πέρσες. Όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν, φθάνοντας στην ακτή συνάντησαν τα ρωμαϊκά ξίφη των υπερασπιστών της Κωνσταντινούπολης, ενώ όσοι βγήκαν στην πλευρά που κατείχαν οι Άβαροι, αντιμετώπισαν την οργισμένη τιμωρία του «Χαγάνου».

Εικόνα: Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 626 μ.Χ. που απεικονίζεται στις τοιχογραφίες της Μονής Μολντοβίτα, στη Ρουμανία.

Μετά την αποτυχημένη επίθεση και την καταστροφική ναυμαχία ο «Χαγάνος» επέστρεψε στο στρατόπεδό του και άρχισε τη λύση της πολιορκίας, την Παρασκευή 8 Αυγούστου του 626 μ.Χ. Απογοητευμένοι οι εισβολείς έκαψαν τον εξοπλισμό τους, αλλά και τον Ναό των Αγίων Αναργύρων. Στην ρωμαϊκή πρεσβεία που έσπευσε να τον συναντήσει δήλωσε ότι το επισιτιστικό πρόβλημα ήταν η αιτία της αποχώρησης, ενώ απείλησε ότι θα επιστρέψει, γνωρίζοντας ωστόσο ότι πλησίαζε ο αδελφός του Ηρακλείου, ο Θεόδωρος, με στρατό για να άρει την πολιορκία.

Την επόμενη ημέρα, μόνο τα κατάλοιπα της παρουσίας των βαρβάρων είχαν απομείνει να θυμίζουν στους κατοίκους τον κίνδυνο, τον οποίο διέτρεξαν το καλοκαίρι του 626 μ.Χ. Τα στίφη τους σαν «καλοκαιρινή μπόρα», ήρθαν γρήγορα, έφυγαν γρηγορότερα, σάρωσαν τα προάστια της Κωνσταντινούπολης, την ίδια, όμως δεν μπόρεσαν να λυγίσουν. Εξ αφορμής αυτού του γεγονότος συντάχθηκε η ακολουθία του «Ακαθίστου Ύμνου», μια από τις ωραιότερες της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, το δε «κοντάκιον» της ακολουθίας, «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ», θεωρείται ως ειδολογική τελειότητα και ποιητική αποκορύφωση του είδους.

Η κρίση θα ξεπερνιόταν. Με νέα δυναμική, Αυτοκράτορας, Εκκλησία και Λαός, εργάστηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Οι Άβαροι αποσύρθηκαν από το προσκήνιο της ιστορίας. Η συμμαχία με τους Σλάβους διαλύθηκε και οι δεύτεροι θα έπαιζαν τον δικό τους, ξεχωριστό ρόλο στην ιστορία της χερσονήσου του Αίμου. Τα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας διασφαλίστηκαν με την επιμέλεια του στρατηγού Θεόδωρου, αδελφού του Ηρακλείου, ο οποίος εγκατέστησε μεγάλες φρουρές στο Σίρμιο και στην αρχαία Σιγγιδόνα, δηλαδή στο σημερινό Βελιγράδι.

Οι Πέρσες επωφελούμενοι της ενασχόλησης του Θεοδώρου με την αποκατάσταση των ευρωπαϊκών επαρχιών, αποτραβήχτηκαν κατισχυμένοι στις βάσεις τους. Η αδυναμία των οχυρώσεων της Κωνσταντινούπολης στο τμήμα των Βλαχερνών, εξαλείφθηκε, με την ανέγερση νέου τείχους, το λεγόμενο «μονότειχον», αλλά και με την προσθήκη πάνω από είκοσι πύργων, που συμπεριελάμβαναν και την εκκλησία. Η απόφαση του Ηρακλείου, να παραμείνει στο περσικό μέτωπο και να επικοινωνεί από εκεί με την πρωτεύουσα, αποδείχθηκε σωστή. Ο πόλεμος, όμως, δεν είχε ακόμα τελειώσει. Σύντομα μια μάχη «Ομηρικών» διαστάσεων θα έκανε μια από τις δυο Αυτοκρατορίες να γονατίσει.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Ε’ Μέρος πατήστε εδώ.

Πηγές:

  • L.Florovsky, «Οι Βυζαντινοί Πατέρες του Έκτου, Έβδομου & Όγδοου Αιώνα».
  • Γ. Καρδάρας, «Η Αβαρο-σλαβική Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης».
  • Πανεπιστήμιο Καίμπριτζ, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Α.Α. Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • W. Kaegi, «Ηράκλειος, Αυτοκράτορας του Βυζαντίου».
  • Ηλίας Λάσκαρης, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες».
  • Γ. Καρδάρα, «Βυζαντινο-Περσικοί Πόλεμοι».
  • S. Runciman, «Βυζαντινός Πολιτισμός».
  • Βλάσιου Φειδά, «Βυζάντιο».
  • John Haldon, «Βυζάντιο».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.