Ρωμαίοι Αυτοκράτορες της Ανατολής
Ηράκλειος ο Μέγας. (Μέρος Ε’). «Η χαριστική βολή».

Ηράκλειος ο Μέγας. (Μέρος Ε’). «Η χαριστική βολή».

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Δ’ Μερος πατήστε εδώ.

Όπως είδαμε και στο προηγούμενο μέρος της εξιστόρησης μας, έπειτα από την καταστροφή του «Ναού του Άσβεστου Πυρός», οι Πέρσες δέχθηκαν ένα ισχυρό πλήγμα στην καρδιά της Αυτοκρατορίας τους. Πλέον ήταν εμφανές πως κανένας και τίποτα δεν ήταν ασφαλές μπροστά στην οργή του Ηρακλείου. Διαχειμάζοντας, ωστόσο, τον χειμώνα του 624 μ.Χ, στην Αλανία του Καυκάσου, ανησυχητικά νέα άρχισαν να φθάνουν στα αυτιά του Ρωμαίου Αυτοκράτορα.

Τρείς νέες Περσικές στρατιές, υπό τον Σαρβαραζά, τον Σαήν και τον Σαραβλαγγά, είχαν λάβει ρητές εντολές απ’ τον Χοσρόη να απομονώσουν το ρωμαϊκό στράτευμα στην Αρμενία και να το καταστρέψουν, δίνοντας ένα αναγκαίο τέλος σε μια διαμάχη του πλέον λάμβανε κατακλυσμιαίες διαστάσεις. Παράλληλα, οι πάντοτε κακόπιστοι και προδοτικοί Άβαροι είχαν έρθει σε συνεννόηση με τους Πέρσες, προετοιμαζόμενοι να εφορμήσουν κατά των τειχών της Κωνσταντινούπολης.

Αντιλαμβανόμενος ο Ηράκλειος τον θανάσιμο κίνδυνο στο οποίο είχε βρεθεί φρόντισε ώστε να δράσει ακαριαία. Αρχικά κατανίκησε τον Σαραβλαγγά, ο οποίος φρουρούσε τα ορεινά περάσματα προς τα περσικά υψίπεδα, με την χρήση ενός ευφυούς τεχνάσματος που αναπτύξαμε ενδελεχώς στο προηγούμενο μερος του άρθρου μας. Η ήττα του ήταν ολοκληρωτική σε τέτοιο βαθμό ώστε λίγες μέρες αργότερα και χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα για την τείχη του ομότιμου τους, τόσο η στρατιά του Σαήν, όσο και αυτή του Σαρβαραζά γνώρισαν την απόλυτη καταστροφή, πέφτοντας διαδοχικά σε καλοστημένες ενέδρες που το Αυτοκρατορικό επιτελείο οργάνωσε χάρις της ανώτερες πληροφορίες που διέθετε από τους λιποτάκτες, χριστιανούς και μη, του περσικού στρατεύματος.

Παρ’ όλα αυτά, εκμεταλλευόμενος την τεράστια πληθυσμιακή δεξαμενή της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, ο Χοσρόης διέταξε την ανασυγκρότηση της στρατιάς του Σαρβαραζά, ο οποίος άμεσα κινήθηκε προς τις ακτές του Βοσπόρου ώστε να συνδράμει την επικείμενη πολιορκία της Βασιλεύουσας από τους Αβάρους. Με την «θηλιά» να είναι πλέον περασμένη για τα καλά στον λαιμό της Αυτοκρατορίας, ο Ηράκλειος προσπάθησε να ανακόψει την πορεία του Σαρβαραζά καταλαμβάνοντας τις διαβάσεις του ποταμού Σάρου, στην κεντρική Καππαδοκία.

Εικόνα: Κλασικό δείγμα θωράκισης κεφαλής Άβαρου βαριά θωρακισμένου ιππέα. Τα νομαδικά χαρακτηριστικά ειναι απολύτως εμφανή.

Ωστόσο κατά την διάρκεια μιας απλής αψιμαχίας, ο περσικός στρατός προσποιούμενος υποχώρηση κατάφερε να παρασύρει το ρωμαϊκό στράτευμα ώστε να τον καταδιώξει, με αποτέλεσμα η αυτοκρατορική στρατιά να γνωρίσει σημαντικές απώλειες, αλλά ωστόσο να διασώζετε έπειτα από την έγκαιρη επέμβαση του ίδιου του Ηρακλείου που έσπευσε με τις εφεδρείες του να διασώσει τις αποκομμένες ρωμαϊκές δυνάμεις. Αποτέλεσμα της μάχης του ποταμού Σάρου ήταν ο Ηράκλειος να αποσυρθεί στη Σεβάστεια του Πόντου, στην οποία και εισήλθε στις 30 Απριλίου του 626 μ.Χ, ενώ από την άλλη πλευρά ο δρόμος ήταν πλέον διάπλατα ανοιχτός στους Πέρσες ώστε να φτάσουν μέχρι την Χρυσούπολη του Βοσπόρου.

Από την άλλη πλευρά, στις ευρωπαϊκές επαρχίες, οι Άβαροι πέρασαν τον Ίστρο με το κύριο στράτευμα τους να καταφθάνει μπροστά στα Θεοδοσιανά τείχη την 29η Ιουλίου του 626 μ.Χ. Έπειτα από το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων, αλλά και από της βιαιοπραγίες των βάρβαρων στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, οι Άβαροι ξεκίνησαν την πολιορκία στις 31 Ιουλίου του ίδιου έτους. Πολλές επιθέσεις έγιναν, αλλά όλες τους, ευτυχώς, αποκρούστηκαν, με τους Αβάρους να μην καταφέρνουν να συντονιστούν με τους Πέρσες ώστε να τους διεκπεραιώσουν στις απέναντι ευρωπαϊκές ακτές.

Συν τοις άλλοις, την Τετάρτη 7 Αυγούστου, ένα τέχνασμα του «Μάγιστρου» Βώνου που άναψε παραπλανητικές φωτιές στο «Χρυσό Κέρας» έφερε τα αβαρικά μονόξυλα, κατάφορτα με 4.000 Πέρσες οπλίτες στην θανατηφόρα αγκαλιά του αυτοκρατορικού στόλου, ο οποίος και τα καταβύθισε όλα μέχρις ενός. Βλέποντας την καταστροφή που είχε συντελεστεί και αντιλαμβανόμενος πως το να ξεχειμωνιάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη θα ήταν σίγουρη αυτοκτονία, ο «Χαγάνος» τον Αβάρων έλυσε την πολιορκίας, λέγοντας ωστόσο στην ρωμαϊκή διπλωματική αποστολή που στάλθηκε ώστε να  συναντηθεί μαζί του πως σύντομα θα «επέστρεφε».

Όπως ωστόσο και τελικά έγινε εμφανές, οι απειλές των Αβάρων δεν ήταν τίποτα παραπάνω από κούφιες «υποσχέσεις», αφού πλέον ήταν πασιφανές πως οι «σπονδυλική στήλη» των αβαρικών «Ορδών» είχε «σπάσει» πάνω στις πλίνθες των «Θεοφύλακτων» τειχών της Κωνσταντινούπολης, ενώ το άψυχο κουφάρι της αφρόκρεμας των πολεμιστών τους επέπλεε στο υγρό «νεκροταφείο του Βοσπόρου. Τελικώς από αυτό το σημείο και έπειτα η ιστορία θα «φρόντιζε» να τους διαγράψει παντελώς από την μνήμη της.

Εικόνα: Εικαστική απεικόνιση Ρωμαίου κατάφρακτου ιππέα.

Η συνέχιση του «Μεγάλου Πολέμου».

Για τον Ηράκλειο ο πόλεμος εναντίων των Περσών, δεν περιορίζονταν μόνο στις πολεμικές αναμετρήσεις. Ξεκινούσε με τη σύλληψη των επιχειρησιακών σχεδίων, τις επιλογές και τους τρόπους επίτευξής τους, και ολοκληρώνονταν στο πεδίο της μάχης. Ήταν ένας στρατηγός Αυτοκράτορας, που παρόμοιό του δεν είχαν αντιμετωπίσει οι Πέρσες, από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ύστερα.

Για την επόμενη κίνησή του διάλεξε την περιοχή του Καυκάσου, με τις επιχειρήσεις στην Ανατολία να αποκλείονται για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως διότι εκεί βρισκόταν ήδη ισχυρές εχθρικές δυνάμεις, υπό την στρατηγία του Σαρβαραζά, ενώ η περιοχή ήταν καθημαγμένη και οι ελάχιστες στρατολογικές της δυνατότητες ήταν ύποπτες λόγω της μονοφυσιτικής «απόχρωσής» τους.

Ο Αυτοκράτορας επέλεξε την περιοχή του Καυκάσου, διότι και στρατολογικά ήταν πλουσιότερη, αλλά και ευκαιρίες παρείχε για την σύναψη συμμαχιών με αντιπάλους των Περσών, που εγκαταβίωναν σε γειτονικές περιοχές. Από κει θα είχε κάποια άλλα πλεονεκτήματα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, για να περάσει στην επόμενη φάση των επιχειρήσεων, δηλαδή την ολοκληρωτική εισβολή στα περσικά υψίπεδα.

Όλα ξεκίνησαν όταν το φθινόπωρο του 626 μ.Χ, ο Αυτοκράτορας μετακινήθηκε από την Σεβάστεια του Πόντου στην Τραπεζούντα στα ανατολικά, πλησιάζοντας περαιτέρω τον Καύκασο. Από εκεί επιβίβασε τα στρατεύματά του στον αυτοκρατορικό στόλο με προορισμό την Κολχίδα στην Λαζική, ενώ ο Ηράκλειος απέπλευσε από την ποντιακή πρωτεύουσα στα μέσα του 627 μ.Χ.

Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να αναφέρουμε, πως κατά την διάρκεια του ελλιμενισμού του στόλου στην Φάσι της Λαζικής, γνώρισε τον επίσκοπο Φάσιδος, Κύρο. Ο Κύρος συνεργάστηκε στενά με τον Αυτοκράτορα βοηθώντας τον να έρθει πιο κοντά με τις τοπικές, αλλά και της υπερκαυκάσιες φυλές. Αναλυτικότερα, μια εξ αυτών, οι Χαζάροι, έπειτα από προτροπή του Αυτοκράτορα εισέβαλαν στην Περσία, από την ανατολική πλευρά της Κασπίας θάλασσας, δηώνοντας την επαρχία του Παρτάβ, ενώ κατέλαβαν και την Σαμαρακάνδη, στο σημερινό Καζακστάν. Συν τοις άλλοις αυτή ήταν και η απαρχή των στενών ρωμαιο-χαζαρικών σχέσεων που στο μέλλον θα εντείνονταν ακόμα περισσότερο.

Εικόνα: Χάρτης της Περσικής Μεσοποταμίας και των τριγύρω περιοχών.

Στην συνέχεια, ο Αυτοκράτορας, έχοντας πλέον ενισχυθεί και από αποσπάσματα Λαζών, Αρμενίων και Χαζάρων, πέρασε τον Άραξη και ενώθηκε με τις δυνάμεις του αδελφού του Θεόδωρου κοντά στην Μαρτυρόπολη. Παράλληλα με διπλωματικές κινήσεις για την σύναψη σχέσεων με τις τουρκογενείς φυλές, που είχαν κάνει την εμφάνιση τους στα ανατολικά, ο Ηράκλειος ήρθε σε επαφή και με τον Πέρση στρατηγό Σαρβαραζά.

Ο Σαρβαραζάς, μετά την αποτυχία του στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, έπεσε σε δυσμένεια με τον Χοσρόη να διατάζει την αντικατάσταση του από τον στρατηγό Ραζάτη. Παρ’ όλα αυτά ο Σαρβαραζάς δεν έπαυσε να διοικεί σημαντικές δυνάμεις, τις οποίες ωστόσο κρατούσε στρατοπεδευμένες στη βόρεια Συρία, αλλά και σε τμήματα της νότιας Κιλικίας. Συν τοις άλλοις, ένα μάλλον ατυχές γεγονός έμελλε να σμιλέψει την οριστική κατάληξη των πραγμάτων.

Δυσαρεστημένος ο Χοσρόης από την «επίδοση», αλλά και από τις φιλοδοξίες, του Σαρβαραζά έστειλε μια επιστολή προς τον Καρδαρινά, τον οποίο τον διέτασσε να συλλάβει και να εκτελέσει τον Σαρβαραζά. Ωστόσο για καλή του τύχη, ο αγγελιοφόρος που μετέφερε την επιστολή συνελήφθη στη Γαλατία της Μικράς Ασίας, από άνδρες του γιου του Ηράκλειου, Κωνσταντίνου Γ’, ο οποίος τάχιστα έσπευσε να ενημερώσει τον πατέρα του.

Ο Ηράκλειος με την σειρά του φρόντισε να ενημερώσει τον Σαρβαραζά για το περιεχόμενο της επιστολής, ίσως σκεπτόμενος να εκμεταλλευθεί το θυμό του Πέρση στρατηγού, ίσως και κάποιες άλλες κρυφές φιλοδοξίες του. Έτσι λοιπόν «χτίστηκε» ένας δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στους δυο άνδρες και κατ’ αυτό τον τρόπο στάθηκε δυνατή η διασφάλιση από πλευράς του Σαρβαραζά πως οι δυνάμεις του θα τηρούσαν μια ουδέτερη στάση για το επόμενο χρονικό διάστημα.

Η μεγάλη ώρα.

Ο Ηράκλειος απέφευγε εντέχνως να ξεκινήσει την εισβολή κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, γνωρίζοντας, όπως και στην περίπτωση του Ιουλιανού, μερικούς αιώνες νωρίτερα, ότι η ζέστη θα έκανε τις συνθήκες αφόρητες για το στρατό και ειδικά για τα βαριά οπλισμένα τμήματα, όπως για παράδειγμα για τους κατάφρακτους που κυριολεκτικά θα ψήνονταν κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο.

Παράλληλα, περίμενε να ολοκληρωθούν οι επαφές του Σαρβαραζά, ο οποίος έπρεπε αρχικά να ελέγξει τη γνησιότητα της επιστολής και των πληροφοριών, και στη συνέχεια να συνεννοηθεί με τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του. Συν τοις άλλοις, ο Αυτοκράτορας ανέμενε την επιστροφή των συμμάχων του, στους οποίους είχε δοθεί άδεια ώστε να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους.

Εικόνα: Χαρακτηριστικό παράδειγμα Πέρση πεζού τοξότη.

Έτσι λοιπόν, η εισβολή προγραμματίστηκε για τον χειμώνα του 627 μ.Χ. Όλα ξεκίνησαν με το αυτοκρατορικό στράτευμα να εισβάλει στην Περσία από τα δυτικά της λίμνης Ούρμια, με την έκπληξη του Χοσρόη μάλιστα στο άκουσμα της είδησης, να έχει καταγραφεί από τους χρονικογράφους της εποχής. Ο Χοσρόης αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο ανέθεσε στον στρατηγό Ραζάτη την αντιμετώπιση των Ρωμαίων. Αυτός προσπάθησε ανεπιτυχώς να εμποδίσει την εισβολή, υποθέτοντας ότι αυτή θα γινόταν από την πλευρά της Ανατολίας, αντιθέτως όμως, ο Αυτοκράτορας διέσχισε την Ατροπατηνή Μηδεία, το όρος Ζάγρος και κατόπιν τον ποταμό Ζάβα, στρατοπεδεύοντας κοντά στα ερείπια της αρχαία Νινευής, στης 4ης Δεκεμβρίου του 627 μ.Χ.

Έξω από την Νινευή, σε μια αψιμαχία με το περσικό στράτευμα, ο Ηράκλειος κατάφερε να αιχμαλωτίσει 3.000 Πέρσες οπλίτες, οι οποίοι έπειτα από ορισμένες «ευγενικές» ερωτήσεις, αποκάλυψαν πως το κύριο περσικό στράτευμα ανέμενε σημαντικές ενισχύσεις από τις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας. Αυτό, όπως γίνετε εύκολα κατανοητό, οδήγησε τον Ηράκλειο να επισπεύσει την επικείμενη πολεμική αναμέτρηση

Για άλλη μια φορά, ο Ηράκλειος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το τέχνασμα της αποχώρησης, έτσι λοιπόν υποχώρησε από τις θέσεις του, ξεγελώντας τους Πέρσες και οδηγώντας τους σε μια στενή πεδιάδα, που του έδινε την δυνατότητα να αναπτύξει τις δυνάμεις του στον επιθυμητό επιχειρησιακό σχηματισμό χωρίς να ανησυχεί για το άκρως επικίνδυνο περσικό ιππικό.

Η μάχη της Νινευή, όπως έμεινε στην ιστορία, ξεκίνησε το πρωί του Σαββάτου 12 Δεκεμβρίου του 627 μ.Χ. Από τους χρονικογράφους της εποχής αναφέρεται ότι η πρωινή ομίχλη κάλυπτε τις κινήσεις των Ρωμαίων, οι οποίοι κινήθηκαν πρώτοι με ακρίβεια και τάξη, απόρροια της διαρκούς εκπαίδευσης του στρατεύματος υπό το άγρυπνο μάτι του Αυτοκράτορα.

Ακολουθώντας κάποια αρχαία πρότυπα, ο Ραζάτης βγήκε μπροστά από την παράταξη του και κάλεσε τον Ηράκλειο σε μονομαχία. Ο Αυτοκράτορας έσπευσε να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του αδαή βαρβάρου, τελειώνοντας γρήγορα την μονομαχία με ένα χτύπημα στην δεξιά πλευρά του λαιμού του Ραζάτη. Δύο ακόμα Πέρσες βαθμοφόροι ακολούθησαν την ίδια διαδικασία, έχοντας ωστόσο και αυτοί την ίδια τραγική κατάληξη. Από την άλλη πλευρά, έπειτα από την έναρξη της μάχης, ο Ηράκλειος συνέχισε να μάχεται καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας βαριά τραυματισμένος και κατάκοπος.

Εικόνα: Οι κινήσεις τόσο του Ηρακλείου όσο και τον Περσών στην μάχη της Νινευής.

Το δειλινό θα βρει τους Ρωμαίους να στέφονται νικητές, με τους Πέρσες να θρηνούν όλους τους ανώτερους αξιωματικούς τους, ένα ευρύ πλήθος οπλιτών και ιππέων, αλλά και 14.000 αιχμαλώτους. Έπειτα από την σύγκρουση, ο Ηράκλειος επέλεξε να μην καταδιώξει α υπολείμματα του αντίπαλου στρατού, αλλά κατευθύνθηκε προς την «καρδιά» της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, την Κτησιφώνα.

Η νίκη στην Νινευή μπορεί ναι μεν να μην ήταν ολοκληρωτική, ήταν, όμως απαραίτητο μέρος των σχεδίων του Ηράκλειου, ο οποίος δεν ήθελε να προκαλέσει την παρέμβαση του Σαρβαραζά. Είχε καταφέρει μέχρι στιγμής να μπερδέψει τους Πέρσες για τις πραγματικές του προθέσεις, που δεν ήταν άλλες παρά η πρόκληση πολιτικής αστάθειας στο κράτος των Σασσανιδών, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή του Χοσρόη.

Αυτό διότι, οι ρωμαϊκές δυνάμεις δεν θα άντεχαν σε καμία περίπτωση α μετατραπούν σε κατοχικό στρατό, γι’ αυτό και δεν άφηνε φρουρές στις πόλεις που κατακτούσε, αλλά αντιθέτως τις λεηλατούσε και έφευγε. Αυτή η εικόνα του τιμωρού στρατηλάτη έφθανε στους υπηκόους του και τους ενθουσίαζε, ενώ ταυτόχρονα υπέσκαπτε τα στηρίγματα της Σασσανιδικής εξουσίας, προκαλώντας ευρύτατη δυσαρέσκεια κατά του «Σάχη». Το γόητρο του Χοσρόη είχε πλέον καταποντιστεί, ενώ δεν υπήρχε περσική δύναμη ικανή να σταματήσει την πορεία του Ηρακλείου προς την Κτησιφώνα. Όλα πλέον έδειχναν πως οι ώρες του Χοσρόη ήταν πλέον μετρημένες.

Για να διαβάσετε το Α’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Β’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Γ’ Μερος πατήστε εδώ.

Για να διαβάσετε το Δ’ Μερος πατήστε εδώ.

Το Στ’  Μερος θα αναρτηθεί την Τρίτη 6/7.

Πηγές:

  • Florovsky, «Οι Βυζαντινοί Πατέρες του Έκτου, Έβδομου & Όγδοου Αιώνα».
  • Γ. Καρδάρας, «Η Αβαρο-σλαβική Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης».
  • Πανεπιστήμιο Καίμπριτζ, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Α.Α. Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».
  • Κ. Παπαρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Kaegi, «Ηράκλειος, Αυτοκράτορας του Βυζαντίου».
  • Γ. Καρδάρας, «Βυζαντινο-Περσικοί Πόλεμοι».
  • S. Runciman, «Βυζαντινός Πολιτισμός».
  • Βλάσιου Φειδά, «Βυζάντιο».
  • John Haldon, «Βυζάντιο».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.