Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Η πολιορκία του Μπιζανίου και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Η πολιορκία του Μπιζανίου και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

«Δεν ξέρω αν θα πρέπει να σε ραπίσω ή θα σε φιλήσω».

Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος, 21η Φεβρουαρίου 1913.

Το 1912 ήταν ένα έτος σταθμός για την Χερσόνησο του Αίμου. Καθώς τα βαλκανικά κράτη επιζητούσαν την εδαφική τους επέκταση και παρ’ όλες τις υπάρχουσες διαφορές μεταξύ τους, ο κοινός τουρκικός κίνδυνος τα ώθησε να ενώσουν τις δυνάμεις τους ώστε να επιτύχουν μια αίσια έκβαση σε μια μελλοντική σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτή η κοινή προσπάθεια πήρε «σάρκα και οστά» την 29η Φεβρουαρίου του 1912, όταν η Βουλγαρία και η Σερβία προχώρησαν στην μεταξύ τους υπογραφή ενός μυστικού συμμαχικού συμφώνου, το οποίο προέβλεπε κοινή στρατιωτική δράση κατά οποιασδήποτε απειλής προερχόμενης από την πλευρά των Οθωμανών. Στο έγγραφο εκτός των λεπτομερειών της συνεργασίας, υπήρχε και συγκεκριμένη αναφορά για την κατανομή των απελευθερωμένων εδαφών ανάμεσα στις δυο χώρες.

Έτσι λοιπόν, η Βουλγαρία συμφωνήθηκε να προσαρτήσει το τμήμα προς τα ανατολικά της περιοχής της Ροδόπης και του ποταμού Στρυμόνα, ενώ η σύμμαχός της θα ενέτασσε στην επικράτειά της την περιοχή που βρίσκεται βορειοδυτικά του ορεινού όγκου Σκάρδου, πλησίον των Σκοπίων. Μια ακόμη διεκδικούμενη ζώνη, εκατέρωθεν του ποταμού Αξιού, σύμφωνα με τους δυο συμβαλλόμενους θα παραπέμπονταν στη επιδιαιτησία του Τσάρου.

Αργότερα ωστόσο, τον Μάιο του 1912 και συγκεκριμένα στις 29 του μηνός, υπογράφτηκε στη Σόφια μια ανάλογη συνθήκη μεταξύ της Βουλγαρίας και της Ελλάδας, ωστόσο σε αυτή την συμφωνία δεν περιλήφθηκε πρόβλεψη για το μοίρασμα των εδαφών μετά τη λήξη του πολέμου, γεγονός που εν μέρει οδήγησε στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Συν τοις άλλοις, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς στο διαπραγματευτικό πεδίο μεταξύ των χριστιανικών κρατών της Βαλκανικής εισήλθε και το Μαυροβούνιο, ερχόμενο σε προφορική συμφωνία με τους υπόλοιπους τρεις βαλκανικούς συμμάχους.

Ως επακόλουθο των ανωτέρω δραστηριοτήτων οι τέσσερις βαλκανικές χώρες, συνασπισμένες πλέον, προχώρησαν στις αρχές Οκτωβρίου 1912 στην επίδοση αυστηρού τελεσιγράφου προς το Σουλτάνο, με το οποίο τον καλούσαν να προβεί σε ευρείες πολιτικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των υπόδουλων χριστιανικών πληθυσμών των ευρωπαϊκών κτήσεων της Αυτοκρατορίας. Η απαξιωτική απόρριψη του προαναφερόμενου τελεσίγραφου από τις οθωμανικές αρχές, οδήγησε στην έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, την 8η Οκτωβρίου του 1912.

Εικόνα: Αφίσα του Βαλκανικού Συνασπισμού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους με την επιγραφή: «Τα Βαλκανικά (Κράτη) κατά του τυράννου».

Παρ’ όλες ωστόσο της συμφωνίες που είχαν συνάψει μεταξύ τους, τα χριστιανικά κράτη της Χερσονήσου του Αίμου, δεν διέθεταν κοινό σχέδιο επιχειρήσεων σε έναν μελλοντικό πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, γεγονός που ήταν απόρροια των διαφορετικών βλέψεων και επιδιώξεων που κάθε κράτος είχε για το μέλλον του. Έτσι λοιπόν, μετά την έκρηξη του πολέμου, οι σύμμαχοι στρατοί ενήργησαν ανεξάρτητα μεταξύ τους, δρώντας ο καθένας σε τέσσερα διαφορετικά μέτωπα.

Οι Βούλγαροι προέλαυναν στο μέτωπο της Θράκης, με γενική κατεύθυνση προς την Αδριανούπολη, οι Σέρβοι, υποβοηθούμενοι από τους Μαυροβούνιους, στο μέτωπο της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας, επιτέθηκαν προς τα νότια με κατεύθυνση τα Σκόπια και το Μοναστήρι, ενώ ο Ελληνικός Στρατός ενεπλάκη με τον οθωμανικό στρατό στο μέτωπο της Νότιας Μακεδονίας, κινούμενος από τον νότο προς Θεσσαλονίκη και το Μοναστήρι. Ταυτόχρονος ωστόσο με την προέλαση στην Μακεδονία, από την άλλη πλευρά της Πίνδου, η «Στρατιά Ηπείρου» προέλαυνε με γενική κατεύθυνση προς Ιωάννινα.

Σε αυτό το σημείο καίριο θα ήταν να αναφέρουμε πως η συνολική δύναμη των συμμαχικών δυνάμεων ξεπερνούσε τους 690.000 άνδρες, ενώ από την άλλη πλευρά οι δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην περιοχή δεν υπερέβαιναν τους 350.000 άνδρες. Ο Ελληνικός Στρατός, από πλευράς του είχε να επιδείξει πολύ καλά δείγματα γραφής. Μετά τον «ατυχή» πόλεμο του 1897 και ιδίως μετά το 1904, έγιναν συνεχείς και συστηματικές προσπάθειες για την αναδιοργάνωση, τον εξοπλισμό και την εκπαίδευση του στρατεύματος και του πολεμικού ναυτικού.

Οι προσπάθειες αυτές συνεχίσθηκαν και μετά το κίνημα του 1909 και ολοκληρώθηκαν λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Κατά συνέπεια, ο ελληνικός στρατός ήταν εξοπλισμένος με απόλυτα σύγχρονο για την εποχή οπλισμό, όπως τα περιώνυμα τυφέκια «Μάνλιχερ-Σέναουερ», τα πολυβόλα «Σβαρτζλόζε» και «Σνάιντερ», καθώς και με ορειβατικά πυροβόλα τύπου Σνάιντερ-Δαγκλή. Η εκπαίδευση και η οργάνωση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων έγιναν υπό την καθοδήγηση της «Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής» με επικεφαλής τον Στρατηγό Ευντού, που ήρθε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1911.

Εικόνα: Το Mannlicher-Schönauer υπήρξε ένας τύπος επαναληπτικού τυφεκίου, με περιστροφικό γεμιστήρα, που παρήχθη από τη Steyr-Mannlicher για τον Ελληνικό Στρατό και αργότερα χρησιμοποιήθηκε και από τον στρατό της Αυστροουγγαρίας.

Η προέλαση προς την Μακεδονία και η «Στρατιά της Ηπείρου».

Έτσι λοιπόν η «Στρατιά της Θεσσαλίας», διοικούμενη από τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο, αποτελούνταν από 7 μεραρχίες πεζικού (Ι, ΙΙ, III, IV, V, VI και VII), 1 ταξιαρχία ιππικού, 4 τάγματα Ευζώνων, οργανωμένα σε δύο αποσπάσματα, το «Απόσπασμα Γεννάδη» και το «Απόσπασμα Κωσταντινοπούλου», 8 ίλες Ιππικού και 32 πυροβολαρχίες, με την συνολική της δύναμη να ανέρχεται σε 100.000 άνδρες με χώρο συγκεντρώσεως την Λάρισα.

Με την έναρξη των επιχειρήσεων το στράτευμα διακρίνονταν για την ετοιμότητα και τη μαχητική του ικανότητα. Μάλιστα η «Στρατιά της Θεσσαλίας», διακρινόμενη για την μαχητικότητα της κατόρθωσε σε διάστημα 20 ημερών να επιβληθεί των τουρκικών δυνάμεων, στα στενά του Σαρανταπόρου, στις 9 Οκτωβρίου, στην Κατερίνη, στις 16 Οκτωβρίου, στα Γιαννιτσά, στις 20 Οκτωβρίου και τελικώς να εξαναγκάσει την τουρκική φρουρά της Θεσσαλονίκης σε παράδοση την 26η Οκτωβρίου του 1912, ενώ στις αρχές του Νοεμβρίου, η «Στρατιά της Θεσσαλίας» στράφηκε προς τα δυτικά και συνεχίζοντας την επιτυχή προέλασή της απελευθερώνοντας την δυτική Μακεδονία.

Ωστόσο πέρα από την Πίνδο, στα κακοτράχαλα βουνά της Ηπείρου, η «Στρατιά της Ηπείρου», υπό τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη, αποτελούνταν από μία μεραρχία πεζικού, την VIII, συνολικής δύναμης 10.500 ανδρών. Λόγω λοιπόν της μειωμένης δύναμής του στην αρχή του πολέμου, η αποστολή του ήταν αμιγώς αμυντικού χαρακτήρα, με σκοπό την απαγόρευση κάθε παραβίασης της ελληνοτουρκικής μεθορίου στο μέτωπο της Ηπείρου.

Ωστόσο ο Σαπουντζάκης ανέλαβε επιθετική πρωτοβουλία και εξορμώντας από την περιοχή της Άρτας διάβηκε τον Άραχθο ποταμό και προελαύνοντας προς τα βόρεια κατόρθωσε να απωθήσει τις οθωμανικές φρουρές από το Γρίμποβο, τη Φιλιππιάδα, την Πρέβεζα, τα Πέντε Πηγάδια και από το Μέτσοβο. Οι επιτυχίες αυτές, καθώς και η αίσια έκβαση των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, οδήγησαν το Υπουργείο Στρατιωτικών στην απόφαση να ενισχυθεί ο Στρατός Ηπείρου, αρχικά με το «Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών» και αργότερα με τη «II Μεραρχία», ενώ στη διάρκεια των επιχειρήσεων μεταφέρθηκαν στο ηπειρωτικό μέτωπο ως ενισχύσεις και άλλες μεραρχίες από τη Μακεδονία.

Εικόνα: Η είσοδος του βασιλιά Γεώργιου στη Θεσσαλονίκη, στις 29α Οκτωβρίου του 1912.

Πλέον η «Στρατιά Ηπείρου» είχε ως αντικειμενικό στόχο την απελευθέρωση ολόκληρης της αρχαιά γης της Ηπείρου. Αποτέλεσμα αυτού ήταν, στις 29α Νοεμβρίου η Στρατιά να προελάσει και να απελευθερώσει τα Πεστά, αναγκάζοντας τους Οθωμανούς να καταφύγουν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων.

Το υψίπεδο των Ιωαννίνων είναι πεταλοειδές και από τη φύση του οχυρό, ενώ οριοθετείτε από βραχώδη και δυσπρόσιτα υψώματα που το περιβάλλουν. Στην τοποθεσία είχαν κατασκευασθεί μόνιμα οχυρωματικά έργα υπό την επίβλεψη αξιωματικών της «Γερμανικής Στρατιωτικής Αποστολής», που είχαν αναλάβει τον εκσυγχρονισμό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Οι οχυρωμένες θέσεις περιλάμβαναν πυροβολεία, πολυβολεία, χαρακώματα, συρματοπλέγματα και άλλα αμυντικά έργα, ενώ το οθωμανικό αμυντικό σχέδιο προέβλεπε σταθερή άμυνα στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων και κυρίως στα υψώματα Μπιζάνι και Καστρίτσα. Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να αναφέρουμε πως ο Εσσάτ Πασάς, ο στρατιωτικός διοικητής των Ιωαννίνων, είχε στην διάθεση του τέσσερεις μεραρχίες ώστε να υποστηρίξει την άμυνα της πόλης.

Παράλληλα ο ελληνικός στρατός στην Ήπειρο ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα οχυρωμένα υψώματα του Μπιζανίου. Κατόπιν αυτού, ο Σαπουντζάκης διέταξε διαδοχικές επιθέσεις κατά των οχυρώσεων, οι οποίες ωστόσο απέβησαν άκαρπες, όσο και πολύνεκρες. Ο στατικός χαρακτήρας του αγώνα, το δύσβατο ορεινό έδαφος και οι αντίξοες καιρικές συνθήκες συνιστούσαν ανασχετικούς παράγοντες για την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού των ελληνικών τμημάτων, δηλαδή την κατάληψη των Ιωαννίνων.

Η ανασυγκρότηση της Στρατιάς και η μάχη του Μπιζανίου.

Στις 10 Ιανουαρίου 1913 ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος ανέλαβε τη διοίκηση των δυνάμεων στην Ήπειρο και ανέστειλε κάθε επιθετική προσπάθεια, αφού κρίθηκε απαραίτητη η αναδιοργάνωση της στρατιάς, δίνοντας με αυτό τον τρόπο τον κατάλληλο χρόνο για να αναπαυθούν οι σκληρά για μακρό χρονικό διάστημα δοκιμαζόμενες μονάδες της πρώτης γραμμής. Επιπλέον η «Στα της Ηπείρου» ενισχύθηκε εκ νέου και πλέον διέθετε για την τελική επίθεση τέσσερεις μεραρχίες, μία ταξιαρχία, ένα σύνταγμα ιππικού, καθώς και διάφορα αποσπάσματα.

Εικόνα: Ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος εποπτεύει τον βομβαρδισμό του Μπιζανίου.

Παράλληλα το Γενικό Στρατηγείο προετοίμαζε μεθοδικά το τελικό σχέδιο επίθεσης. Αυτό ήταν αρκετά ριψοκίνδυνο, καθώς αποσκοπούσε στην ευρεία υπερκέραση από δυτικά της οχυρωμένης τοποθεσίας και στην κατάληψη των Ιωαννίνων. Ταυτόχρονα, με επιθετικές επιχειρήσεις στο κεντρικό και στον ανατολικό τομέα, επιδίωκε την παραπλάνηση του εχθρού και την καθήλωση των δυνάμεων που υπήρχαν εκεί. Η νέα αυτή επίθεση προετοιμαζόταν ήδη από τις αρχές του Φεβρουάριου.

Η Στρατιά κατανεμήθηκε σε δύο τμήματα για την εφαρμογή του παραπάνω σχεδίου. Το «Α΄ Τμήμα» θα εκτελούσε το σχέδιο παραπλάνησης και το «Β΄ Τμήμα» την ευρεία υπερκέραση από δυτικά. Η διοίκηση του «Β΄ Τμήματος της Στρατιάς Ηπείρου» ανατέθηκε στον Υποστράτηγο Κωνσταντίνο Μοσχόπουλο, ο οποίος ενισχύθηκε με δυνάμεις και από άλλες μεραρχίες και αποφασίστηκε να ενεργήσει σε τρεις φάλαγγες, ενώ η εμπροσθοφυλακή της 2ης Φάλαγγας, αποτελούμενη από το «1ο Σύνταγμα Ευζώνων», ήταν ανεπτυγμένη στη στενωπό της Μανολιάσας, με διοικητή τον Αντισυνταγματάρχη Διονύσιο Παπαδόπουλο.

Έτσι λοιπόν, το πρωί της 20ής Φεβρουαρίου του 1913, ο διοικητής της εμπροσθοφυλακής κινήθηκε προς τον αυχένα της στενωπού. Μόλις όμως έφθασε νότια του υψώματος 788 δέχθηκε εχθρικά πυρά με αποτέλεσμα να ανακόψει την κίνησή του. Όταν διαπιστώθηκε ότι οι Τούρκοι στα υψώματα της Μανολιάσας, κοντά στη στενωπό, δεν ανέπτυσσαν δραστηριότητα, η εμπροσθοφυλακή διατάχθηκε να εκβιάσει τη στενωπό.

Το «8ο Τάγμα Ευζώνων», με διοικητή τον Ταγματάρχη Γεώργιο Ιατρίδη, έφθασε το μεσημέρι στον αυχένα ανατολικά του χωριού Μελιγγοί, όπου έλαβε διαταγή να κινηθεί προς την κοιλάδα της Δωδώνης, ενώ το «9ο Τάγμα Ευζώνων», με διοικητή τον Ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου διατάχθηκε να λάβει θέσεις στον αυχένα για να διευκολύνει την επίθεση.

Εικόνα: Ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου και ο Αντιστράτηγος Σαμπουτζάκης στην Φιλιππιάδα.

Οι δυνάμεις του «1ου Συντάγματος Ευζώνων», αφού κατόρθωσαν να ανατρέψουν ασθενή εχθρική αντίσταση, έφθασαν βόρεια των αρχαίων ερειπίων της Δωδώνης και από εκεί συνέχισαν την κίνησή τους προς τα Ιωάννινα, ακολουθώντας την ημιονική οδό προς Πεδινή. Μόλις η κεφαλή της Φάλαγγας πλησίασε το χωριό, παρατήρησε αρκετές δυνάμεις του εχθρού να έχουν συμπτυχθεί από τα υψώματα της Μανολιάσας και να κατευθύνονται προς Πεδινή και Ιωάννινα.

Πράγματι, στις 15:00 το μεσημέρι, της 20ής Φεβρουαρίου του 1913, ο εχθρός άρχισε να ανατρέπεται από όλο το μέτωπο Μανολιάσας – Τσούκας προς την πεδιάδα Ιωαννίνων και ενώ το μεγαλύτερο μέρος από τις εχθρικές δυνάμεις είχε συγκεντρωθεί γύρω από την Πεδινή, ο Διοικητής του «1ου Συντάγματος Ευζώνων» διέταξε τις δυνάμεις του να τον καταδιώξουν στην πεδιάδα των Ιωαννίνων.

Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης δέχθηκαν πυρά πυροβολικού από τα υψώματα Άγιος Ιωάννης πάνω στα οποία ο εχθρός κατασκεύαζε χαρακώματα. Έτσι λοιπόν μετα από αυτό, τα τάγματα Ευζώνων, μετά από προτροπή του διοικητή του «9ου Τάγματος Ευζώνων», Ταγματάρχη Βελισσαρίου και μάλιστα χωρίς διαταγή του διοικητή της εμπροσθοφυλακής, όρμησαν ακάθεκτα κατά της νέας αυτής εχθρικής τοποθεσίας, ενώ οι άνδρες βυθίζονταν μέχρι τη μέση στα λιμνάζοντα νερά της περιοχής.

Έτσι, τα δύο τάγματα Ευζώνων επωφελούμενα από την κακή ψυχολογική κατάσταση του αντιπάλου τους, τον ανέτρεψαν από τα υψώματα του Αγίου Ιωάννη και τον καταδίωξαν προς τα Ιωάννινα. Στις 18:00 το απόγευμα, της 20ής Φεβρουαρίου, τα τάγματα Ευζώνων, με επικεφαλής το 9ο Τάγμα, κατέλαβαν τον Άγιο Ιωάννη και απέκοψαν τα τηλεφωνικά καλώδια, ώστε να διακοπεί η επικοινωνία μεταξύ Ιωαννίνων και Μπιζανίου. Οι Τούρκοι που αιχμαλωτίστηκαν ήταν 37 αξιωματικοί και 935 οπλίτες. Η απουσία επικοινωνίας με το οχυρό οδήγησε τον Εσσάτ Πασά να πιστέψει ότι το Μπιζάνι έπεσε, ενώ στην πραγματικότητα στεκόταν ακόμη ανέπαφο. Τότε, έδωσε εντολή να παραδοθούν στον ελληνικό στρατό άνευ όρων.

Εικόνα: Η τελετή παράδοσης των Ιωαννίνων.

Η υπερκερωτική ενέργεια και η τολμηρή διείσδυση του «1ου Συντάγματος Ευζώνων» στο εσωτερικό των οθωμανικών οχυρώσεων μέχρι τις παρυφές των Ιωαννίνων, ενώ οι Τούρκοι κατείχαν ακόμη τα Οχυρά Χιντζηρέλου, Μπιζανίου και Καστρίτσας, συνέτεινε στην ταχεία απόφαση του Εσσάτ να παραδοθεί. Μαζί με την πόλη των Ιωαννίνων παραδόθηκαν και όλα τα γύρω οχυρά.  Η υπογραφή της συμφωνίας έγινε στο Γενικό Στρατηγείο, που ήταν εγκατεστημένο στο Χάνι Εμίν Αγά από τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο και τουρκική αντιπροσωπεία, η οποία έφθασε εκεί στις 04:30 το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου 1913 συνοδευόμενη από τον Ταγματάρχη Βελισσαρίου.

Εν κατακλείδι.

Η πρωτοβουλία του Βελισσαρίου κατέστη σωτήρια για τα ελληνικά στρατεύματα που πάλευαν ενάντια στα «θηρία» του Μπιζανίου, με χιλιάδες ζωές στρατιωτών να σώζονται. Η τολμηρή του πράξη μάλιστα οδήγησε τον διάδοχο Κωνσταντίνο να του πει τη θρυλική φράση «ή θα σε ραπίσω ή θα σε φιλήσω, προτιμώ να σε φιλήσω»…. Έπειτα από την παράδοση των Ιωαννίνων, ο νικηφόρος Ελληνικός Στρατός συνεχίζοντας την επιτυχή προέλασή του, μέχρι τις 5 Μαρτίου, απελευθερώνοντας αρκετές ελληνικές πόλεις της Βορείου Ηπείρου, όπως το Αργυρόκαστρο, τη Χειμάρρα, τους Αγίους Σαράντα, το Τεπελένι, τη Πρεμετή και τη Κλεισούρα. Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος τελικά τερματίστηκε σε διπλωματικό επίπεδο με την υπογραφή της «Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου», την 17η Μαΐου 1913. Οι απώλειες του ελληνικού στρατού ανήλθαν σε 2374 νεκρούς, οπλίτες και αξιωματικούς και 9265 τραυματίες. Ωστόσο ο «στόχος» άξιζε την «θυσία». Μετα από σχεδόν έξι αιώνες η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονταν ξανά στις αγκάλες της μητέρας Πατρίδας.

Πηγές:

  • Edward J. Erickson, «Defeat in Detail: The Ottoman Army in the Balkans, 1912–1913».
  • Hellenic Army General Staff, «A Concise History of the Balkan Wars».
  • Σπυρίδων Σφέτας, «Η συγκρότηση της βαλκανικής συμμαχίας».
  • Εκδοτική Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Richard C. Hall, «The Balkan Wars».

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.