Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Ο δρόμος προς «την αιώνια γη της ελαίας και της αμπέλου».

Ο δρόμος προς «την αιώνια γη της ελαίας και της αμπέλου».

Η έναρξη του «Α’ Παγκόσμιου Πολέμου», στις 28 Ιουλίου 1914 με το νέο ημερολόγιο, βρήκε την Ελλάδα να ανακάμπτει από τη δωδεκάμηνη προσπάθεια των «Βαλκανικών Πολέμων», να αγωνίζεται να ενσωματώσει στο εθνικό κορμό τις «νέες χώρες» που προστέθηκαν στο Ελληνικό Βασίλειο και να αναδιοργανώνει το στρατό της προκειμένου αυτός να ανταποκριθεί στις ανάγκες ασφάλειας που προέκυψαν από την επέκτασή της χώρας στη Μακεδονία και την Ήπειρο.

Οι διαφορετικές όμως απόψεις που εμφανίστηκαν στη συνέχεια ανάμεσα στο πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και το Βασιλέα Κωνσταντίνο, αναφορικά με το ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας στο πόλεμο στο πλευρό των κρατών της «Αντάντ», που υποστήριζε ο πρώτος, ή την τήρηση ουδετερότητας που υποστήριζε ο δεύτερος, οδήγησε τελικά σε πλήρη ρήξη και σύγκρουση τους δύο ανώτατους πολιτειακούς παράγοντες, στον ολέθριο «Εθνικό Διχασμό».

Εικόνα: 5 Οκτωβρίου 1912. Τα Βαλκάνια γονατίζουν τον τύραννο.

Αυτά τα δύσκολα χρόνια ακολούθησε η καχυποψία και η εχθρότητα στις σχέσεις της Ελλάδας με την «Αντάντ», η κατάληψη περιοχών της χώρας από όλα τα εμπόλεμα έθνη, η διάσπαση του εθνικού κράτους, ο σχηματισμό από το Βενιζέλο της «Προσωρινής Κυβέρνησης» της Θεσσαλονίκης, στις 26 Σεπτεμβρίου 1916, που κήρυξε το πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και της Βουλγαρίας, η συγκρότηση του στρατού της «Εθνικής Άμυνας», η στρατιωτική επέμβαση των συμμάχων στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας, η έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου και τελικά ο σχηματισμός κυβέρνησης από το Βενιζέλο, την 11η Ιουνίου του 1917, που ενοποίησε το κράτος τοποθετώντας το στο πλευρό των κρατών της «Αντάντ», κηρύσσοντας το πόλεμο εναντίον των «Κεντρικών Δυνάμεων».

Έτσι λοιπόν τα τραγικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Ελλάδα τη περίοδο 1915-1917, δίχασαν το Έθνος, όξυναν τα πολιτικά πάθη, οδηγώντας την χώρα στο πόλεμο ψυχικά διαιρεμένη και χωρίς τη πνοή της εθνικής ομοψυχίας των «Βαλκανικών Πολέμων». Η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε αμέσως την αναδιοργάνωση του στρατού με τελικό στόχο να παρατάξει δίπλα στις 3 Μεραρχίες του «Στρατού Εθνικής Άμυνας» που βρίσκονταν στο Μακεδονικό Μέτωπο, έξι ακόμη, η δε συνολική δύναμη του Ελληνικού Στρατού να ανέλθει στις 300.000 άνδρες.

Ωστόσο λόγω της αντίθεσης του λαού στο πόλεμο, η επιστράτευση ξεκίνησε τμηματικά από περιοχές φιλικές προς τη πολιτική Βενιζέλου και από τις νεότερες κλάσεις του 1916 και 1917 και προχώρησε με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς εξ αιτίας. Αίτια αυτής της βραδυπορίας ήταν η καθυστερημένη άφιξη από τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία των απαιτούμενων υλικών για τη συγκρότηση των μονάδων, καθώς και η ανυποταξία, αλλά και η λιποταξία που παρατηρήθηκαν σε διάφορες μονάδες και περιοχές, ως αντίδραση στη συμμετοχή της Ελλάδας στο πόλεμο.

Έτσι λοιπόν μέχρι και τον Απρίλιο του 1918 είχαν επιστρατευθεί οι Ι, ΙΙ, και ΧΙΙΙ Μεραρχία του «Α’ Σώματος Στρατού». και η ΙΧ Μεραρχία των Ιωαννίνων. Συνάμα ακολούθησε η επιστράτευση των ΙΙΙ, IV και XIV Μεραρχιών του «Β’ Σώματος Στρατού» στη Πελοπόννησο, με αποτέλεσμα τον Αύγουστο του 1918 η Ελλάδα να παρατάξει στο «Μακεδονικό Μέτωπο» 10 Μεραρχίες. Οι εξαιρετικές όμως περιστάσεις κάτω από τις οποίες εισήλθε η Ελλάδα στο πόλεμο και οι δυσμενείς συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη η επιστράτευση και η κινητοποίηση του Ελληνικού Στρατού, επέβαλαν σημαντικούς περιορισμούς στη χρησιμοποίηση του Ελληνικού Στρατού στις επιχειρήσεις.

Εικόνα: Ο συνταγματάρχης Νικόλαος Χριστοδούλου ανακρίνει Βουλγάρους αιχμαλώτους στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Σε γενικές γραμμές την επιχειρησιακή διοίκηση των Ελληνικών δυνάμεων την ασκούσαν μέχρι και αυτό ακόμη το επίπεδο του Συντάγματος, Βρετανοί και Γάλλοι στρατάρχες, σωματάρχες και μέραρχοι, τη δε διοικητική διοίκηση την ασκούσε η Γαλλική στρατιωτική αποστολή, της οποίας ο αρχηγός είχε τα καθήκοντα του «Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού». Κατά τις τελικές επιχειρήσεις για τη διάσπαση του «Μακεδονικού Μετώπου» στη περιοχή Ντομπροπόλιε-Βετερνίκ του όρους Βόρας, οι Ελληνικές Μεραρχίες χρησιμοποιήθηκαν σε δευτερεύουσες κατευθύνσεις στις περιοχές της Δοϊράνης, της κοιλάδας του Στρυμόνα και της Φλώρινας.

Η συμμετοχή όμως της Ελλάδας στο «Μακεδονικό Μέτωπο», προσέδωσε την αναγκαία ισχύ στη «Συμμαχική Στρατιά της Μακεδονίας», που της επέτρεψε να διασπάσει τη Βουλγαρική αμυντική τοποθεσία και να εξαναγκάσει τη Βουλγαρία σε συνθηκολόγηση, η οποία και υπεγράφη στη Θεσσαλονίκη στις 16 Σεπτεμβρίου 1918 με το παλαιό ημερολόγιο.

Συμπερασματικά λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε πως η κατάσταση που επικράτησε στην Ελλάδα τη περίοδο 1914 – 1917, έβλαψε πολλαπλά τα συμφέροντά της χώρας. Το έθνος διχάστηκε. Η καχυποψία και η έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους των Συμμάχων προς τις Ελληνικές βασιλικές κυβερνήσεις και τον Ελληνικό Στρατό σημάδεψαν βαθιά τη μετέπειτα πορεία του κράτους. Οι προκαταλήψεις και οι εχθρικές διαθέσεις έναντι της Ελλάδας παρέμειναν στους πολιτικούς κύκλους και στη κοινή γνώμη πολλών εκ των συμμάχων, για να έρθουν και πάλι στην επιφάνεια στο πολύ σύντομο μέλλον.

Ο Ελληνικός στρατός στερήθηκε της γνώσης και της εμπειρίας από την εξέλιξη της πολεμικής τέχνης που έφερε ο «Μεγάλος πόλεμος» και ως εκ τούτου δεν αποτέλεσε το στρατιωτικό πρωταγωνιστή του «Μακεδονικού Μετώπου», παρ’ όλο που οι επιχειρήσεις διεξήχθησαν στο Ελληνικό έδαφος. Ένας μεγάλος αριθμός αξιωματικών εχθρικός προς τη πολιτική Βενιζέλου αποτάχθηκε, με αποτέλεσμα όταν αργότερα θα επανέλθουν στην ενεργό υπηρεσία, να έχουν παραμείνει με τις γνώσεις και την εμπειρία που είχαν αποκομίσει κατά τους Βαλκανικούς πολέμους.

Παρ’ όλα τα παραπάνω ωστόσο, στο τέλος του πολέμου η Ελλάδα βρισκόταν στο στρατόπεδο των νικητών και προσδοκούσε την εθνική της ολοκλήρωση και την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό περιοχών που ανήκαν στη Βουλγαρία και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά κατοικούνταν από συμπαγείς Ελληνικούς πληθυσμούς, γεγονός που σύντομα θα γινόταν πραγματικότητα.

Εικόνα: Οι ηγέτες των νικητών του Μεγάλου Πολέμου.

Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισίου.

Στις 29 Οκτωβρίου 1918 ο «Μεγάλος Πόλεμος» ουσιαστικά τελείωσε με τη σύναψη ανακωχής μεταξύ των «Δυτικών Συμμάχων» και της Γερμανίας. Είχε προηγηθεί η σύναψη ανακωχής με την Οθωμανική αυτοκρατορία στο Μούδρο της Λήμνου, στις 18 Οκτωβρίου, και με τη Αυστροουγγαρία, στις 21 Οκτωβρίου. Αμέσως μετά την ανακωχή άρχισαν να συρρέουν στο Παρίσι αντιπροσωπείες των νικητών αλλά και άλλων εθνών, με τη προσδοκία να κερδίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τις συνθήκες ειρήνης που θα συνομολογούνταν, όπως εδάφη, ζώνες επιρροής, ή την εθνική τους αποκατάσταση σε κυρίαρχα κράτη.

Βάση για το καταρτισμό των συνθηκών θα αποτελούσαν τα «Δεκατέσσερα Σημεία» του προέδρου των Η.Π.Α, Γούντροου Γουίλσον, ορισμένα εκ των οποίων αντανακλούσαν τα αιτήματα διαφόρων εθνών για αυτοδιάθεση. Την Ελλάδα την επηρέαζαν τα υπ’ αριθμό 11 και 12, δια των οποίων καθοριζόταν η εδαφική ακεραιότητα των Βαλκανικών κρατών και η αυτόνομη κρατική υπόσταση των λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και η κυριαρχία της Τουρκίας στις δικές της περιοχές.

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος βρέθηκε στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες από τον Οκτώβριο του 1919 και αποδύθηκε σε ένα πολύπλευρο αγώνα προκειμένου να προωθήσει την ικανοποίηση των Ελληνικών ζητημάτων. Είναι η περίοδος των μεγάλων στιγμών του Βενιζέλου. Εκθέτει με υπόμνημα που στέλνει στο πρωθυπουργό της Βρετανίας, Λόϋντ Τζωρτζ, τις απόψεις του αναφορικά με το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη προσάρτηση της Δυτικής Μικράς Ασίας στην Ελλάδα.

Τη 30η Δεκεμβρίου 1918 η Ελληνική αντιπροσωπεία υποβάλει υπόμνημα στη «Συνδιάσκεψη της Ειρήνης», δια του οποίου παρουσίαζε αναλυτικά τα Ελληνικά ζητήματα και διεκδικήσεις. Αν και ο σκοπός του παρόντος κειμένου δεν είναι η αναφορά στα των διαπραγματεύσεων που αφορούσαν τα Ελληνικά ενδιαφέροντα, παρά ταύτα αξίζει να μελετηθεί η συγκεκριμένη περίοδος προκειμένου να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της προσωπικότητάς του Ελευθερίου Βενιζέλου και της αποδοχής που απολάμβανε στο εξωτερικό.

«Δεν μπορώ να σου περιγράψω το κύρος που έχει εδώ ο Βενιζέλος», έγραφε ο Χάρολντ Νίκολσον στον πατέρα του. «Αυτός και ο Λένιν είναι οι μόνες πραγματικά μεγάλες φυσιογνωμίες της Ευρώπης. Η ομιλία του ήταν ένα περίεργο κράμα από γοητεία, ληστρικό πνεύμα, πολιτική διεθνούς εμβέλειας, πατριωτισμό, θάρρος, φιλολογία, μα πάνω από όλα, ήταν αυτός ο ίδιος, αυτός ο μεγαλόσωμος, γεροδεμένος, χαμογελαστός άνδρας, με μάτια που άστραφταν πίσω από τα γυαλιά του και με ένα τετράγωνο σκούφο από μαύρο μεταξωτό ύφασμα στο κεφάλι».

Εικόνα: Οι τέσσερις μεγάλοι ηγέτες της Αντάντ.

Στις 3 και 4 Φεβρουαρίου 1919, ο Βενιζέλος παρουσιάστηκε στο «Συμβούλιο των Δέκα», δηλαδή σε μια επιτροπή, αποτελούμενη από τους αρχηγούς των κρατών και των υπουργών εξωτερικών της Γαλλίας, της M. Βρετανίας, των ΗΠΑ, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας, η οποια τελικά διάλεξε να απέχει διαμαρτυρόμενη, ώστε να εξηγήσει τις Ελληνικές θέσεις, έχοντας γράψει μάλιστα ο ίδιος το κείμενο της επίσημης έκθεσης με τίτλο «η Ελλάς ενώπιον του Συνεδρίου της Ειρήνης».

Με επαρκή λοιπόν επιχειρήματα που στηρίζονταν στην ιστορία το πολιτισμό και την εθνολογική σύσταση των διεκδικούμενων περιοχών, διεκδικούσε τα νησιά του Αιγαίου που είχαν παραμείνει στη Τουρκία καθώς και τα Δωδεκάνησα που βρίσκονταν υπό Ιταλική κατοχή, ενώ διεκδικούσε ολόκληρη σχεδόν τη Βόρειο Ήπειρο, και ολόκληρη τη Δυτική και Ανατολική Θράκη. Παρ’ όλα αυτά απέφυγε να θέσει θέμα Κωνσταντινούπολης λόγω των ζωτικών διεθνών συμφερόντων που αντιπροσώπευε η πόλη, αλλά ούτε και θέμα Κύπρου για να μη θίξει τους Βρετανούς.

Στη Δυτική Μικρά Ασία διεκδικούσε μια περιοχή που εκτείνονταν δυτικά μιας νοητής γραμμής που άρχιζε από τη Πάνορμο και τέλειωνε απέναντι από το Καστελόριζο. Για να παρακάμψει το δυσμενές για τις Ελληνικές διεκδικήσεις αριθμητικό ζήτημα της εθνολογικής σύστασης της δυτικής Μικράς Ασίας, συμπεριέλαβε στη περιοχή της διεκδικούμενης ζώνης και τα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου των οποίων ο πληθυσμός κατά 94% ήταν Ελληνικός. Επιχειρηματολόγησε ακόμη, ότι η δυτική Μικρά Ασία ιστορικά και γεωγραφικά ήταν διαφορετική από το υψίπεδο της Ανατολίας και από φυσικής και κλιματολογικής άποψης αποτελούσε τμήμα της λεκάνης του Αιγαίου, «της γης της ελιάς και των αμπελιών».

Όμως τα συμφέροντα των συμμάχων Μεγάλων Δυνάμεων ήταν τεράστια, συγκρούονταν μεταξύ τους, αλλά και προς τις διεκδικήσεις της Ελλάδας. Ακόμη στο διακανονισμό των Τουρκικών και Βαλκανικών ζητημάτων επεδίωκαν να εξασφαλίσουν πρωτίστως τα συμφέροντα τους και επιπλέον δεσμεύονταν από συμφωνίες και υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει κατά τη διάρκεια του πολέμου, σχετικά με το διαμελισμό των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μπορεί η Ελλάδα να βρισκόταν με το πλευρό των νικητών, αλλά ο δρόμος προς την εθνική της ολοκλήρωση δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Η χώρα εισήλθε στο πόλεμο καθυστερημένα και ύστερα από δυσάρεστα γεγονότα που προκάλεσαν δυσχέρειες στους συμμάχους. Τα υπ’ αριθμό 11 και 12 σημεία του προέδρου Γουίλσον δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα τις διεκδικήσεις της Ελλάδας. Οι διεκδικούμενες από την Ελλάδα περιοχές βρίσκονταν μέσα στο χώρο των αντιτιθεμένων συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Ελλάδα ήταν ένα κράτος με μικρό ειδικό βάρος και με προβληματική οικονομία που μόλις πριν από οκτώ χρόνια είχε αποκτήσει στρατό που ικανοποιούσε τα ελάχιστα δεδομένα της εποχής για να «λαμβάνεται σοβαρά υπόψη», ώστε να μπορεί να στηρίξει τις εθνικές διεκδικήσεις.

Εικόνα: Ο Βασιλέας Κωνσταντίνος Α’.

Βεβαίως η Ελλάδα διέθετε το Βενιζέλο, που μπορεί να ήταν ένα μεγάλο πολιτικό μέγεθος, όμως ο Βενιζέλος δεν ήταν η Ελλάδα. Ήταν μόνος και δεν υπήρχε κάποιος άλλος μετά από αυτόν. Ο Βενιζέλος δεν διστάζει να στείλει τον Ιανουάριο του 1919 δύο Μεραρχίες στην Ουκρανία για να αγωνιστούν στο πλευρό των Γάλλων εναντίον των Μπολσεβίκων, προκειμένου να πετύχει τη στήριξη του πρωθυπουργού της Γαλλίας Κλεμανσώ στις Ελληνικές διεκδικήσεις.

Στη συνέχεια αγωνίζεται με κάθε τρόπο για να ανατρέψει αντιρρήσεις, εχθρικές θέσεις, προσωπικές απόψεις, να κλείσει μέτωπα, να προσεταιριστεί τους ισχυρούς, να απαλείψει καχυποψίες και να αντιπαλέψει μεγάλα συμφέροντα, διαφορετικές απόψεις και ριζωμένες προκαταλήψεις.

Γράφει σχετικά ο Μάικλ Λουέλιν-Σμιθ, στο βιβλίο του «Το Όραμα της Ιωνίας», «Ο αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών της Βρετανίας λόρδος Κώρζον, δεν έχει καμιά συμπάθεια για τους Τούρκους, τους οποίους ήθελε να διώξει από τη Κωνσταντινούπολη και την Ευρώπη. Δεν συμπαθούσε όμως και τους Έλληνες για τους οποίους πίστευε ότι ήταν ανίκανοι σε θέματα διοικητικά και διεφθαρμένοι. Από την άλλη, ο Κλεμανσώ ήταν θαυμαστής της Ελληνικής αρχαιότητας, αλλά αισθανόταν περιφρόνηση για τους Νεοέλληνες που τους θεωρούσε εκφυλισμένους και νόθους απόγονους των αρχαίων. Και με το Βενιζέλο ακόμα οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ άνετες, μολονότι οι δύο πολιτικοί είχαν εδραιώσει μία καλή σχέση συνεργασίας και δεσμούς αμοιβαίων εξυπηρετήσεων αντιμετώπιζε την Ελλάδα με καχυποψία, συγχρόνως όμως είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον του για θέματα περιφερειακά όπως ήταν οι Ελληνικές υποθέσεις».

Οι Ελληνικές διεκδικήσεις ύστερα από πρόταση του Λόϋντ Τζωρτζ υποβλήθηκαν σε επιτροπή εμπειρογνωμόνων που ανέλαβε να εισηγηθεί προτάσεις για ένα δίκαιο διακανονισμό. Η επιτροπή τελείωσε σύντομα το έργο της, χωρίς όμως ομοφωνία. Η Γαλλία και η Βρετανία συμφωνούσαν ότι έπρεπε να εκχωρηθεί στην Ελλάδα μία εκτεταμένη ζώνη στη Μικρά Ασία, μικρότερη όμως από αυτή που διεκδικούσε ο Βενιζέλος. Οι Αμερικανοί διαφωνούσαν και οι Ιταλοί αρνήθηκαν να συζητήσουν το θέμα. Μέχρι και την άνοιξη του 1919, η κατάσταση παρέμενε ρευστή και καμιά απόφαση δεν ήταν δυνατόν να ληφθεί πριν το «Ανώτατο Συμβούλιο» ασχοληθεί με την «Οθωμανική» συνθήκη.

Εικόνα: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Τα αντικρουόμενα συμφέροντα.

Στα μέσα Απριλίου δύο εμπειρογνώμονες του Βρετανικού υπουργείου εξωτερικών, οι Χάρολντ Νίκολσον και Άρνολντ Τόυνμπη, κατέληξαν στα ακόλουθα συμπεράσματα. Αρχικά κανένας «εντολοδόχος» δεν θα μπορούσε να κρατηθεί στη Κωνσταντινούπολη αν δεν είχε υπό τον έλεγχό του μία εκτεταμένη ζώνη. Ενώ από την άλλη πλευρά μια τέτοια εκτεταμένη ζώνη θα περιελάμβανε και Ελληνικούς πληθυσμούς. Συν τοις άλλοις, η Βρετανία αποστρατεύθηκε, δεν θα είχε τη δυνατότητα να εγκαταστήσει και να διατηρήσει τους Έλληνες στη Μικρά Ασία και από την άλλη πλευρά οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να κρατηθούν μόνοι τους στη Μικρά Ασία χωρίς συμμαχική υποστήριξη.

Έτσι λοιπόν κατόπιν των ανωτέρω οι δύο εμπειρογνώμονες του Βρετανικού υπουργείου εξωτερικών πρότειναν η μεν Μικρά Ασία να κρατηθεί από τους Τούρκους, οι δε Έλληνες να πάρουν την Ευρωπαϊκή Τουρκία. Μια τέτοια λύση κατέληγαν, θα είχε το πλεονέκτημα ότι θα ήταν τελειωτική. Όλες οι άλλες λύσεις θα προκαλέσουν προβλήματα στο μέλλον. Μολονότι οι προτάσεις θεωρήθηκαν λογικές και άρχισε να φαίνεται φως στο «Μικρασιατικό Πρόβλημα», η αντίδραση των Αμερικανών στις Ελληνικές διεκδικήσεις για τη Θράκη και η ασυμβίβαστη στάση των Ιταλών σε κάθε θέση που ευνοούσε τα Ελληνικά συμφέροντα, απομάκρυναν τη πιθανότητα συμφωνίας.

Η «Μεγάλη» απόφαση.

Η απόφαση για την αποστολή του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, λήφθηκε εντελώς ξαφνικά από τους «Τρεις Μεγάλους» την 23η Απριλίου του 1919. Οι Ιταλοί αντιπρόσωποι είχαν αποχωρήσει από το Παρίσι και το Συμβούλιο συνεδρίαζε χωρίς αυτούς. Ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Λόυντ Τζωρτζ, ήταν αυτός που στις 22 Απριλίου 1919, με το παλαιό ημερολόγιο, απόντων των Ιταλών, πίεσε το πρόεδρο Γουίλσον και το Κλεμανσώ για την αποστολή Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, επειδή διακατεχόταν από την έμμονη ιδέα ότι, «αν οι Ιταλοί αφήνονταν ανενόχλητοι, οι σύμμαχοι θα βρίσκονταν προ τετελεσμένων γεγονότων. Οι Ιταλοί θα εμφανιστούν στη Μικρά Ασία. Ο μόνος τρόπος να τους σταματήσουμε είναι να ρυθμίσουμε αμέσως το θέμα της κατοχής της Μικράς Ασίας. Θα πρέπει να αφήσουμε τους Έλληνες να καταλάβουν τη Σμύρνη. Αρχίζουν σφαγές εκεί και δεν υπάρχει κανένας να προστατεύσει τον Ελληνικό πληθυσμό. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να καταλήξουμε σε αποφάσεις μόνοι μας προτού επιστρέψουν οι Ιταλοί. Διαφορετικά είμαι πεπεισμένος ότι θα μας τη φέρουν».

Εικόνα: Η μεγάλη συνέλευση στην αίθουσα των κατόπτρων στο ανάκτορο των Βερσαλλιών.

Το ζήτημα προωθήθηκε ακόμη περισσότερο στη συνάντηση των «Τριών Μεγάλων» στις 23 Απριλίου, όταν ο Λόϋντ Τζωρτζ έκανε την ακόλουθη παρέμβαση:

-Λόϋντ Τζωρτζ: Οφείλω να επιμείνω για μία ακόμη φορά ότι δεν πρέπει να αφήσουμε την Ιταλία να μας φέρει προ τετελεσμένου γεγονότος στην Ασία. Πρέπει να επιτρέψουμε στους Έλληνες να αποβιβάσουν στρατεύματα στη Σμύρνη.

-Πρόεδρος Γουίλσον: Το καλύτερο μέσο για να σταματήσουμε τους Ιταλούς είναι το οικονομικό.

-Λόϋντ Τζωρτζ: Η γνώμη μου είναι ότι θα πρέπει να πούμε στο κύριο Βενιζέλο να στείλει στρατό στη Σμύρνη.

-Πρόεδρος Ουίλσων: Γιατί να μη τους πούμε να αποβιβαστούν αμέσως; Έχετε καμιά αντίρρηση γι’ αυτό;

-Λόϋντ Τζωρτζ: Καμιά

-Κλεμανσώ: Ούτε εγώ. Δεν θα πρέπει όμως να προειδοποιήσουμε τους Ιταλούς;

-Λόϋντ Τζωρτζ: Κατά τη γνώμη μου όχι.

Έτσι λοιπον το μεσημέρι της 23ης Απριλίου ο Βενιζέλος συναντήθηκε με τον Λόϋντ Τζωρτζ, ο οποίος τον ρώτησε:

-Λόϋντ Τζωρτζ: Έχετε διαθέσιμον στρατόν;

-Βενιζελος: Έχομεν. Περί τίνος πρόκειται;

-Λόϋντ Τζωρτζ: Απεφασίσαμεν σήμερον μετά του προέδρου Ουίλσωνος και του κυρίου Κλεμανσώ ότι δέον να καταλάβετε την Σμύρνην.

-Βενιζελος: Είμεθα έτοιμοι.

Σχετικά με τα παραπανω γραφει ο Μάικλ Λουέλιν-Σμιθ, στο βιβλίο του «Το Όραμα της Ιωνίας», «Η απόφαση να στείλουν τους Έλληνες στη Μικρά Ασία λήφθηκε ξαφνικά, πρόχειρα, και με μεγάλη μυστικότητα από τους «Τρεις Μεγάλους», με την ενθάρρυνση του Βενιζέλου αλλά με δική τους πρωτοβουλία, χωρίς να αναλογιστούν τις συνέπειες. Ο Λόϋντ Τζωρτζ, βασιζόμενος στα στοιχεία που του έδωσε ο Βενιζέλος, προκάλεσε την απόφαση και ο πρόεδρος Ουίλσων παρακάμπτοντας τις απόψεις των Αμερικανών εμπειρογνωμόνων έδωσε τη συγκατάθεσή του στο σχέδιο με σκοπό να εξουδετερώσει την Ιταλία. Ο Κλεμανσώ έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο».

Εικόνα: Ο Ελληνικός Στρατός στην προκυμαία της Σμύρνης.

«Ήξεις αφήξεις».

Κατά τη συνεδρίαση του «Ανωτάτου Συμβουλίου», στις 29 Απριλίου, παρόντος και του πρωθυπουργού της Ιταλίας Ορλάντο, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Κλεμανσώ ως πρόεδρος του Συμβουλίου επανάφερε το ζήτημα της Ελληνικής υπόθεσης, για την οποία είπε, ότι θα έπρεπε να δοθούν ορισμένες εξηγήσεις. Ανέφερε ότι κατά την απουσία των Ιταλών, οι Έλληνες είχαν ζητήσει να εγκριθεί η απόβασή τους στη Σμύρνη για τη προστασία των ομογενών τους, πράγμα που έγινε δεκτό.

Προσέθεσε όμως, ότι επρόκειτο περί μέτρου που δεν προδίκαζε και τη μελλοντική τύχη της Σμύρνης. Τα ίδια περίπου επανέλαβε και ο Λόϋντ Τζωρτζ, ενώ ο Κλεμανσώ για δεύτερη φορά επανέλαβε ότι την απόφαση για απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία τη προκάλεσε Ελληνική αίτηση. Ο πρόεδρος Γουίλσον παρεμβαίνοντας, παρατήρησε ότι η αρχική αίτηση δεν προήλθε από τους Έλληνες, αλλά το Συμβούλιο τους υπέδειξε ότι θα έπρεπε να αποβιβάσουν στρατό για να προλάβουν τις σφαγές, με τον Κλεμανσώ να συμφωνεί επ’ αυτού.

Ωστόσο υποκινητής και πρόθυμος συνένοχος στην απόφαση που λήφθηκε ήταν ο Βενιζέλος και όπως είπε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, «δικαιολογημένα ο Βενιζέλος θα μπορούσε να επικαλείται το γεγονός ότι πήγαινε στη Σμύρνη ως εντολοδόχος. Αλλά πήγαινε με τόση προθυμία όση πήγαινε η πάπια για το κολύμπι». Ανεξάρτητα όμως των λόγων και των συνθηκών κάτω από τις οποίες λήφθηκε η αναφερομένη απόφαση, αυτή έγινε ασμένως δεκτή από το Βενιζέλο, ο οποίος ερμηνεύοντας τις ελπίδες και τις προσδοκίες του έθνους, την είδε «ως τον από μηχανής Θεό» που θα οδηγούσε στη πραγμάτωση των προαιώνιων πόθων της «Φυλής», με αυτό να είναι απόλυτα φανερό από το διάγγελμα του μεγάλου πολιτικού προς το λαό της Σμύρνης. «Το πλήρωμα του χρόνου ήλθεν. Η Ελλάς εκλήθη υπό του Συνεδρίου της Ειρήνης να καταλάβη την Σμύρνην, ίνα εξασφαλίση την τάξιν. Οι ομογενείς εννοούσιν ότι η απόφασις αύτη ελήφθη διότι εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριον είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος. Ελευθέριος Βενιζέλος».

Σύμφωνα δε με την απόφαση του «Ανωτάτου Συμβουλίου», που λήφθηκε στις 1 Μαίου 1919, η εντολή της Ελλάδας στη Μικρά Ασία, περιελάμβανε μέρος του «Βιλαετίου Σμύρνης», από τη κάτω κοιλάδα του ποταμού Μαιάνδρου μέχρι και το Αϊβαλί, τις αρχαίες Κυδωνίες. Είναι όμως και απόλυτα σαφές ότι οι σύμμαχοι και ειδικά οι Άγγλοι, ουδεμία δέσμευση ανέλαβαν έναντι της Ελλάδας αναφορικά με την εντολή που της έδωσαν, αλλά ούτε και ο Βενιζέλος έθεσε όρους ή ζήτησε εξασφαλίσεις. Πως θα μπορούσε άλλωστε να ζητήσει, όταν αυτός ήταν που πίεζε, διεκδικούσε και κινούσε τα νήματα στο προσκήνιο και το παρασκήνιο.

Εικόνα: Αναμνηστικό χρυσό μετάλλιο του 1919.

Από την άλλη πλευρά οι σύμμαχοι, δεν αμελούν να υπενθυμίζουν στο Βενιζέλο το προσωρινό χαρακτήρα της κατοχής και ότι δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν πόλεμο κατά της Τουρκίας για να επιβάλουν τους όρους της ειρήνης. Είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική η επιστολή που απέστειλε στις 5 Νοεμβρίου 1919 στο Βενιζέλο ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Κλεμανσώ, ως προέδρου του «Ανώτατου Συμμαχικού Συμβουλίου» όπου του αναφέρει πως, «Έχω τη τιμή να σας πληροφορήσω ότι το Συμβούλιον έκρινεν ότι αι εντυπώσεις ας εκφράζετε εν σχέσει προς την κατοχήν της Σμύρνης, κατ’ ουδέν τροποποιούσι την παρά του Ανωτάτου Συμβουλίου γενομένην δήλωσιν επί του προσωρινού χαρακτήρος της Ελληνικής στρατιωτικής κατοχής. Ειδοποιήθητε κατηγορηματικώς κατά την στιγμήν καθ’ ην ελήφθη η απόφασις παρά του Συμβουλίου των Τεσσάρων. Εις μόνην την διάσκεψιν της Ειρήνης απόκειται να αποφασίση, όταν θα μελετηθή παρ’ αυτής το σύνολον του Ανατολικού ζητήματος, οποία θα είναι η τύχη των διαφόρων χωρών της παλαιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Στη παραπάνω επιστολή έσπευσε να απαντήσει ο Βενιζέλος και να βάλει τα πράγματα στη πραγματική τους θέση απαντωντας του, «Οποιοιδήποτε και αν υπήρξαν οι λόγοι δια τους οποίους απεφασίσθη η αποστολή Ελληνικού Στρατού εις Σμύρνην, το Ανώτατον Συμβούλιον δεν ήτο δυνατόν να πλανηθεί ως προς την έννοιαν ήτις ευλόγως θα απεδίδετο υπό της ελληνικής Κυβερνήσεως και του ελληνικού λαού εις την τοιαύτην απόφασιν. Καταλαμβάνουσα η Ελλάς την Σμύρνην εγνώριζεν ότι είχε τουλάχιστον ηθικόν τίτλον να το κάμη. Δεν έστειλε τα στρατεύματά της εις χώραν ξένην εις μίαν κατ’ εξοχήν Ελληνικήν χώραν. Το αίσθημα αυτό συμμερίζομαι απολύτως. Διότι είμαι βέβαιος ότι τα επί της Σμύρνης δικαιώματα της χώρας μου είναι εντελώς σύμφωνα με τας επιθυμίας και τα συμφέροντα του πληθυσμού».

Επιβάλλεται να αναφερθεί, ότι όλες οι εντολές που δόθηκαν από το «Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο» σε πρώην εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τελούσαν υπό την αίρεση της προσωρινότητας μέχρι την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης. Υφίσταται όμως μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ της εντολής που δόθηκε στην Ελλάδα και των λοιπών εντολών. Οι σύμμαχοι μέσω των εντολών που οι ίδιοι παραχώρησαν στους εαυτούς τους επεδίωξαν να εξυπηρετήσουν ζωτικά συμφέροντα τους στα ερείπια της πρώην αυτοκρατορίας και αν αποτύγχαναν ή οικειοθελώς παραιτούνταν της εντολής τους, θα έχαναν ενδεχομένως πόρους και επιρροή.

Εικόνα: Η νέα Μεγάλη Ελλάς.

Αντιθέτως η Ελλάδα, δια της εντολής που έλαβε, προσδοκούσε να επιτύχει την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό συμπαγών Ελληνικών πληθυσμών που κατοικούσαν από τριών χιλιάδων ετών στη Μικρά Ασία και οι οποίοι απειλούνταν με εξόντωση από τις πολιτικές εθνοκάθαρσης που εφάρμοζε η Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1913. Η μη επιδίκαση στην Ελλάδα δια της συνθήκης ειρήνης της Ιωνίας, ή και το σημαντικότερο η αποτυχία της Ελλάδας να εκτελέσει με επιτυχία την εντολή που της ανατέθηκε, έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Ανεξάρτητα όμως των συνθηκών κάτω από τις οποίες λήφθηκε η απόφαση για την αποστολή του Ελληνικού Στρατού στην Ιωνία και της προσωρινότητας που αυτή είχε μέχρι την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης, αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την επίτευξη των εθνικών διεκδικήσεων. Και έτσι την εξέλαβε το Ελληνικό έθνος. Η Ελλάδα αναλάμβανε να φέρει σε πέρας με τις δικές της κυρίως δυνάμεις, ένα τιτάνιο εθνικό έργο, του οποίου η επιτυχής κατάληξη θα αποτελούσε την ολοκλήρωση του οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Στα κείμενα που θα ακολουθήσουν θα φανεί αν η Ελλάδα αντιλήφθηκε το μέγεθος της ευθύνης, αν έπραξε τα αναγκαία και αν διέθετε τις αναγκαίες και ικανές ηθικές πνευματικές πληθυσμιακές υλικές και στρατιωτικές δυνατότητες για την ευτυχή κατάληξη του μεγάλου αυτού ζητήματος.

Πηγές:

  • Βίκτωρ Δούσμανης, «Η εσωτερική άποψις της Μικρασιατικής Καταστροφής».
  • Εκδοτική Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
  • Ξενοφών Στρατηγός, «Η Ελλάς εν τη Μικρά Ασία».
  • Νεοκλής Σαρρής, «Οθωμανική Πραγματικότητα».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.