Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Το «Κυπριακό Ζήτημα» από την γένεση του μέχρι και σήμερα. Το χρονικό της «παραφροσύνης».

Το «Κυπριακό Ζήτημα» από την γένεση του μέχρι και σήμερα. Το χρονικό της «παραφροσύνης».

Είναι δύσκολο να επιχειρήσει κανείς μια ανάλυση για τις εξελίξεις του «Κυπριακού ζητήματος», χωρίς προηγουμένως να προβεί σε μια, έστω αδρή, ιστορική αναφορά στα κυριότερα γεγονότα – σταθμούς που σημάδευσαν την ιστορία της μαρτυρικής μεγαλονήσου. Όπως θα δούμε και παρακάτω, τα όσα γεγονότα στιγμάτισαν και μάτωσαν την ιστορία της Κύπρου, αλλά και του Ελληνισμού, εν γένει, δεν είναι τίποτα άλλο από αποτελέσματα αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, αλλά και τραγικών λαθών, από όλους όσους είχαν στρατηγικά συμφέροντα επί της νήσου.

Κατά την γνώμη μου η πηγή του προβλήματος μπορεί να εντοπισθεί χρονικά το «σωτήριο» έτος 1878 μ.Χ. Εκείνη την χρονιά, μετά από 307 έτη οθωμανικής κατοχής, η διοίκηση και η κατοχή της Κύπρου παραχωρήθηκαν από τους Οθωμανούς στη Βρετανική Αυτοκρατορία, ως «ρουσφετολογικό» αντάλλαγμα για την υποστήριξη των οθωμανικών θέσεων από την Βρετανία, κατά την διάρκεια του αναθεωρητικού «Συνεδρίου του Βερολίνου», που ακολούθησε την «Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου», μετα την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον «Ρωσοτουρκικό Πόλεμο» του 1877 – 1878.

Ωστόσο, πάρα την παραχώρηση της νήσου, ο Σουλτάνος παρέμενε, τουλάχιστον τυπικά, κυρίαρχος της Κύπρου, με την Μεγάλη Βρετανία να του παραχωρεί ετήσια αποζημίωση υπό την μορφή ενοικιοστασίου. Αυτό όμως έμελλε να αλλάξει το 1914, με την έναρξη του «Μεγάλου Πολέμου». Άμεσα μετα την έναρξη των εχθροπραξίων, η Βρετανία ουσιαστικά προσάρτησε την Κύπρο, με την πράξη αυτή ωστόσο να λαμβάνει «σάρκα και οστά» με την «Συνθήκη της Λοζάνης», σύμφωνα με το άρθρο 20 της ομώνυμης συμβάσης, που υπεγράφητε την 30η Ιανουαρίου του 1923. Αργότερα, το 1925 η «Μεγαλόνησος» θα ανακηρύσσονταν και επισήμως ως «Αποικία του Βρετανικού Στέμματος».

Εικόνα: Η νοτιοανατολική Ευρώπη μετα το «Συνέδριο του Βερολίνου».

Οι χαμένες «ευκαιρίες».

Παρ’ όλα αυτά, ήδη από το 1878 ο κυπριακός λαός προσέβλεπε στην «Ένωση» με την Ελλάδα, χωρίς ωστόσο αυτό να καταστεί δυνατό. Βλέπετε κανείς δεν κάνει δώρα σε αυτή την ζωή χωρίς να προσδοκά κάποια ανταλλάγματα. Έτσι λοιπόν, κατά την διάρκεια του «Α’ Παγκοσμίου Πολέμου» και πιο συγκεκριμένα το 1915, η Βρετανία είχε προτείνει στην Ελλάδα να της παραχωρηθεί η Κύπρος, με αντάλλαγμα ωστόσο η χώρα να στεκόταν, άνευ όρων, δίπλα στις δυνάμεις της «Αντάντ». Εντούτοις κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη, λόγω των λανθασμένων επιλογών των προσώπων που ήταν υπεύθυνα για την ελληνική εξωτερική πολιτική, συνιστώντας ένα μελανό στοιχείο στην ιστορία του «Κυπριακού».

Μερικά χρόνια αργότερα, κατά την διάρκεια του «Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», η κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού δεν άφησε το Κυπριακό να περιέλθει στην λήθη και προσπάθησε να δώσει λύση στο πρόβλημα. Ειδικότερα, το 1941 απευθύνθηκε στον πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας ώστε να παραχωρηθεί η Κύπρος στην Ελλάδα, προτείνοντας να δοθεί στην Ελλάδα «ως δώρον προσωπικόν εις τον Βασιλεά Γεώργιον Β’». Μεταξύ άλλων είχε προτείνει και τον τρόπο διοίκησης του νησιού, όπου προβλέπονταν να συμμετέχουν και οι αγγλικές υπηρεσίες.

Εντούτοις, η Βρετανία δίστασε να ικανοποιήσει τα ελληνικά αιτήματα, αποφεύγοντας επιμελώς να δεσμευθεί πως θα παραχωρούσε την Κύπρο στην Ελλάδα, παραπέμποντας το ζήτημα προς συζήτηση μετα το τέλος του πολέμου. Ωστόσο, εκ των υστέρων φάνηκε ότι η πραγματική πρόθεση της Βρετανίας δεν ήταν η μετάθεση του ζητήματος, αλλά η μη παράδοση του νησιού σε ελληνικά χέρια.

Μετά το πέρας του «Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» η βρετανική ισχύς άρχιζε να εξασθενεί, μιας και είχε απωλέσει σημαντικά αποικιακά εδάφη, τα οποία ήταν ιδιαίτερου γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος. Ειδικότερα, αποχώρησε από την Παλαιστίνη, το Σουέζ, παραχώρησε την ανεξαρτησία στην Ινδία, ενώ η κυρίαρχη θέση που διατηρούσε στη Μέση Ανατολή τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Υπό αυτό το πρίσμα, το Λονδίνο δεν ήταν πρόθυμο να συναινέσει σε οποιαδήποτε υποχώρηση από την Ανατολική Μεσόγειο, η οποία θα έπληττε τα στρατηγικά και αμυντικά συμφέροντά του, με την Κύπρο να αναδεικνύεται αυτομάτως ως αποικία με σημαντική στρατηγική σημασία για τη διασφάλιση και προώθηση των πάσης φύσεως βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή.

Εικόνα: Χάρτης της ματωμένης Κύπρου.

Το 1950 διενεργήθηκε από το «Εθναρχικό Συμβούλιο της Κύπρου» δημοψήφισμα μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και το αποτέλεσμά του διατράνωνε με συντριπτικό ποσοστό 95,7% υπέρ, την θέληση για ένωση με τη «Μητέρα Ελλάδα». Ωστόσο, όταν το αποτέλεσμα αυτό αναγγέλθηκε στο βρετανό κυβερνήτη της Κύπρου, εκείνος απάντησε γραπτώς ότι για τη χώρα του δεν ετίθετο ζήτημα που να αφορούσε την «Ένωση» της Κύπρου με την Ελλάδα.

Παράλληλα, το 1954 η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου έλαβε την απόφαση της διεθνοποίησης του Κυπριακού, προσφεύγοντας στη «Γενική Συνέλευση» του Ο.Η.Ε. Η πρόθεση αυτή ήρθε ως αποτέλεσμα της αδιαλλαξίας της βρετανικής πλευράς να συζητήσει το θέμα σε διμερές επίπεδο. Ακολούθησαν άλλες 4 προσφυγές μέχρι το 1958, ζητώντας την αναγνώριση στην κυπριακή πλευρά του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Παρά την όλη προσπάθεια ωστόσο, οι ελληνικές προσφυγές δεν είχαν αποφέρει, ούτε μπορούσαν από μόνες τους να επιφέρουν, την επίλυση του Κυπριακού στη βάση του δίκαιου αιτήματος των Ελλήνων κατοίκων του νησιού για αυτοδιάθεση.

Έχοντας λοιπόν κατά νου τα παραπάνω, την 1η Απριλίου του 1955 η μυστική Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών, γνωστή και ως Ε.Ο.Κ.Α, ξεκίνησε τον αγώνα κατά του βρετανικού αποικιακού καθεστώτος και υπέρ της «Ενώσεως» με την Ελλάδα. Επικεφαλής ετέθη ο απόστρατος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας με τον στόχο να μην είναι η απ’ ευθείας απελευθέρωση του νησιού από τον αποικιακό ζυγό, αλλά να ευαισθητοποιήσει τόσο της βρετανική, όσο και της διεθνή κοινή γνώμης για το «Κυπριακό» και κατ’ αυτό τον τρόπο να ασκήσει πίεση στην πλευρά των Βρετανών για την αποχώρηση τους από την νήσο.

Ο απελευθερωτικός αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α γέννησε θρύλους, όπως τον Γρηγόρη Αυξεντίου, τον Μάρκο Δράκο, τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, τον Μιχαλάκη Καραολή, και πολλούς άλλους, ενώ ταυτόχρονα έκανε τους Τούρκους να δείξουν το πραγματικό τους πρόσωπο, για μια ακόμη φορά, έπειτα από τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης, τον Σεπτέμβρη του 1955. Μάλιστα η Τουρκιά, χωρίς ντροπή, έφτασε μέχρις του σημείου να τολμήσει να απειλήσει την Ελλάδα πως σε περίπτωση «Ενώσεως» της με την Κύπρο, ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος.

Εικόνα: Ο Αντιστράτηγος Γεώργιος Γρίβας, ο «Λέων της Κύπρου».

Ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α τερματίσθηκε το 1959, με τις «Συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου» που άνοιξαν το δρόμο για την ανεξαρτησία της Κύπρου. Οι εν λόγω συμφωνίες αποτέλεσαν αμοιβαίο διπλωματικό συμβιβασμό μεταξύ της Ελλάδος, της Τουρκίας και της Βρετανίας. Με άλλα λόγια, σήμαιναν την παραίτηση της Ελλάδος από τη διεκδίκηση για «Ένωση» με την Κύπρο, τον αποκλεισμό του ενδεχομένου της διχοτόμησης του νησιού, και την παραχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος του εδάφους στην Κυπριακή Δημοκρατία από μέρους της Βρετανίας.

Βέβαια, η τελευταία απέκτησε το διατεταγμένο ρόλο του «επιδιαιτητή» στην περιοχή, διατηρώντας τις στρατιωτικές βάσεις ως κυρίαρχο βρετανικό έδαφος σε περιοχές του νεοσύστατου κράτους. Υποστηρίζεται ότι, μέσω των διπλωματικών διεργασιών, η Βρετανία αποφάσισε να προσθέσει στην εικόνα την Τουρκία, και να μετατρέψει το Κυπριακό από θέμα αποικιοκρατίας σε θέμα ελληνοτουρκικής διαμάχης, εφαρμόζοντας την αρχή του «διαίρει και βασίλευε».

Στις συμπληγάδες του «Ψυχρού Πολέμου», παρατηρήθηκε η ανησυχία αφενός των Η.Π.Α και αφετέρου της Βρετανίας σε μια ενδεχόμενη στροφή της Κύπρου προς τους Σοβιετικούς. Με αυτό το πνεύμα, οι Η.Π.Α και η Βρετανία εξέταζαν μια οριστική λύση στο Κυπριακό. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, ο Αμερικανός μεσολαβητής Ντιν Άτσεσον κατέθεσε μια σειρά προτάσεων που έμειναν γνωστές ως «Σχέδιο Άτσεσον». Βασικός στόχος των προτάσεων ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και η παράλληλη τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί.

Ο Μακάριος απέρριψε συλλήβδην και τα δυο σχέδια, θεωρώντας την εκχώρηση στρατιωτικής βάσης απαράδεκτη, ενώ η τουρκική πλευρά αποδέχτηκε το πρώτο προσχέδιο που προέβλεπε την εκμίσθωση βάσεως στο νησί. Όσον αφορά την ελληνική πλευρά, ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου έδειξε αναποφασιστικότητα και εν τέλει απέρριψε τα σχέδια, θεωρώντας ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί η ένωση χωρίς ανταλλάγματα για την Τουρκία. Η απόρριψη των σχεδίων θεωρήθηκε «χαμένη ευκαιρία» μόνο μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Εικόνα: Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος διατέλεσε κεφαλή της αυτοκέφαλης ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου από το 1950 μέχρι το θάνατό του και πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις 16 Αυγούστου 1960 μέχρι το θάνατό του στις 3 Αυγούστου 1977.

Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1967, το «Κυπριακό» μπαίνει σε νέα φάση. Εναργέστερα, η αποτυχημένη ελληνοτουρκική συνάντηση κορυφής στον Έβρο συνέτεινε στη χειροτέρευση του κλίματος στο νησί, με αποτέλεσμα τη στρατιωτική επιχείρηση στη Κοφίνου από την «Εθνική Φρουρά» στο τουρκοκυπριακό θύλακα το Νοέμβριο του ίδιου έτους. Η εν λόγω επιχείρηση δημιούργησε μια κρίση που οδήγησε στα πρόθυρα ενός ελληνοτουρκικού πολέμου. Για την αποκλιμάκωση της κρίσης καίριο ρόλο είχαν οι Αμερικάνοι, όπου υποστήριξαν μεταξύ άλλων την αποχώρηση της ελλαδικής μεραρχίας από το νησί. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεραρχία είχε μεταβεί στην Κύπρο το 1964, με κύριο σκοπό την προστασία από πιθανή απόβαση των Τούρκων. Εν τέλει η Χούντα των Αθηνών υποχώρησε κατά κράτος, και απέσυρε τη μεραρχία από την Κύπρο αφήνοντας τον δρόμο ανοικτό στις αναρίθμητες «Ορδές του Αττίλα».

Ο «Αττίλα» του ’74.

Αποκορύφωμα του «Κυπριακού Ζητήματος» υπήρξε η τουρκική εισβολή το 1974, συνιστώντας δραματική συνέπεια για την πορεία του προβλήματος. Μια σειρά γεγονότων συνετέλεσαν στη μοιραία πορεία για την εισβολή. Ωστόσο, το πιο κομβικό σημείο ήταν η απόφαση της Χούντας των Αθηνών να ανατρέψει τον πρόεδρο της Κύπρου, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, με πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου του 1974. Ο λόγος ήταν πως ο Μακάριος προσπάθησε να αποδυναμώσει την επιρροή της δικτατορίας στο νησί, για αυτό και ζήτησε από την Αθήνα την απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνοφρουράς.

Η κίνηση του Μακαρίου προκαλεί εκνευρισμό τόσο στην Αθήνα όσο και στην Ουάσιγκτον. Συνεπακόλουθα, το πραξικόπημα είχε προσφέρει στην Τουρκία το πρόσχημα που επιζητούσε για να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο. Έτσι, στις 20 Ιουλίου του 1974 ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στην Κύπρο υπό την κωδική ονομασία «Αττίλας», ενώ προχώρησε σε δεύτερη στρατιωτική επιχείρηση ένα μήνα αργότερα, τον Αύγουστο του 1974, η οποία τερματίστηκε με τη μεσολάβηση του Ο.Η.Ε.

Εικόνα: Εικόνα από τον βομβαρδισμό της Αμμοχώστου.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν να καταληφθεί από τους «φιλήσυχους» γείτονες μας το 36.3% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, να σκοτωθούν περίπου 2.000 άτομα και να εκτοπισθούν από τα σπίτια τους 192.000 Ελληνοκύπριοι. Αψηφώντας τις αποφάσεις του «Συμβουλίου Ασφαλείας» για την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος για τους μη γνώστες πριν από μερικά χρόνια από την εισβολή ήταν ο «συνήγορος» του Καραολή στο δικαστήριο που τον έστειλε τελικά στην αγχόνη, προχώρησε στη μονομερή ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983. Αξίζει να σημειωθεί ότι επί 35 χρόνια κανένα κράτος δεν έχει προβεί στην αναγνώριση των «Κατεχόμενων» ως κρατική οντότητα, αναδεικνύοντας μ’ αυτό τον τρόπο την καθολική αντίδραση της διεθνούς κοινότητας. Μετά την εισβολή, οι ελληνικές κυβερνήσεις αρνήθηκαν να ξανασυζητήσουν για την ουσία του «Κυπριακού» με την γειτονική χώρα, ενώ οι συνομιλίες που ξεκίνησαν από το 1975 μεταξύ Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων αποδείχθηκαν σχοινοτενείς.

Το «Κυπριακό» στις μέρες μας. 

Εικοσιοχτώ χρόνια μετά την εισβολή, το Νοέμβριο του 2002, ο Κόφι Ανάν, γενικός γραμματέας του Ο.Η.Ε, κατέθεσε λεπτομερή πρόταση για την διευθέτηση του ζητήματος. Το περιεχόμενου του «Σχεδίου Ανάν», όπως έμεινε γνωστό, δεν θα αναλυθεί στο παρόν άρθρο, ωστόσο κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι είχε ως στόχο την επίλυση του Κυπριακού μέσω της δημιουργίας μιας κρατικής οργάνωσης για πολυεθνοτικές κοινότητες που εξέρχονται από συγκρούσεις, και αφορούσε στην πλήρη οργάνωση του κράτους.

Στις 24 Απριλίου του 2004 διενεργήθηκε δημοψήφισμα και στις δυο πλευρές του νησιού για την αποδοχή ή όχι του «Σχεδίου». Αναμενόμενα και ευτυχώς, το 75% των Ελληνοκύπριων ψηφοφόρων απέρριψε το σχέδιο εν αντιθέσει με το 65% των Τουρκοκύπριων που τάχθηκε υπέρ της αποδοχής. Ένα μήνα αργότερα η Κυπριακή Δημοκρατία θα γινόταν και επίσημα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «νησί υπό de facto διαίρεση», προσδίδοντας νέες προοπτικές και ελπίδες για την επίλυση του προβλήματος. Σε αυτό το σημείο θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε την μεγαλοπρεπή έκκληση του Προέδρου «ΓΙΓΑΝΤΑ» της Κύπρου, Τάσσου Παπαδόπουλου, με την οποια καλούσε τους Ελληνοκυπρίους να καταψηφίσουν το «Σχέδιο Ανάν», λέγοντας πως «Παρέλαβα Κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω «Κοινότητα» χωρίς δικαίωμα λόγου διεθνώς και σε αναζήτηση κηδεμόνα».

Εικόνα: Ο Τάσος Παπαδόπουλος, 5ος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Από το 2008 ως το 2010 ο Δημήτρης Χριστόφιας και ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας Μεχμέτ Αλί Ταλάτ ήλθαν σε συνεννόηση για την επανέναρξη άμεσων διαπραγματεύσεων. Παρόλο που οι δυο πλευρές υπήρξαν θετικές στο να βρεθεί μια λύση, το αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής δεν ήταν αξιόλογο, μιας και δεν σημειώθηκε καμία εξέλιξη. Βέβαια, οι δύο δεσμεύτηκαν ως προς την δημιουργία δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, η οποία θα είχε μια κυριαρχία και θα αναγνωριζόταν ως μια διεθνής προσωπικότητα.

Το 2016 λαμβάνει χώρα η συνάντηση στο «Μοντ Πελερίν» στην Ελβετία ανάμεσα στον πρόεδρο Αναστασιάδη και το νέο ηγέτη του ψευδοκράτους, Μουσταφά Ακιντζί, ενώ τo 2017 πραγματοποιήθηκε διάσκεψη στη Γενεύη, στην οποία συμμετείχαν οι εκπρόσωποι και των δύο κοινοτήτων, καθώς και ο ειδικός σύμβουλος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Έσπεν Μπαρθ Άιντε, ωστόσο παρά τις υποσχόμενες διαπραγματεύσεις για διευθέτηση, αυτές έπεσαν για μια ακόμα φορά στο κενό.

Εν κατακλείδι.

Το «Κυπριακό», μετά από έναν και πλέον αιώνα από την γέννησή του, δεν έχει ακόμη επιλυθεί. Ξεκίνησε ως αποικιακό ζήτημα με την αγγλοκρατία, και εξελίχθηκε σε ελληνοτουρκική διαμάχη. Τόσο οι διπλωματικές διεργασίες και οι χειρισμοί των εκάστοτε κυβερνήσεων, όσο και οι διεθνείς και εσωτερικές εξελίξεις έχουν αναμφίβολα καθορίσει την τύχη του «Ζητήματος» που ακόμα βρίσκεται πολύ μακριά από την πλήρη επίλυση του.

Πηγές:

  • Αρετή Τούντα, «Εικόνες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια ιστορική προσέγγιση».
  • Γιάννης Γουλιέλμου, «Νοέμβριος ’67, οι Ελληνες αποχωρούν».
  • Νίκος Κρανιδιώτης, «Δύσκολα χρόνια Κύπρος 1950-1960».
  • Δρ. Ανδρέας Κάρυος, «Ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α, 1955-1959».
  • Ανδρέας Γιάγκου, «Η ιδρυση της Κυπριακης Δημοκρατία».
  • Ανδρέας Γιάγκου, «Οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου».
  • Σωτήρης Ρίζας, «Η κρίση του Νοεμβρίου 1967».
  • Άγγελος Συρίγος, «Ελληνοτουρκικές σχέσεις».
  • Αντώνης Κλαψής, «Το Κυπριακό στον Ο.Η.Ε».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.