Uncategorized
«Τσαμουριά». Τα ιστορικά γεγονότα και τα ανιστόρητα ψεύδη του σήμερα και του χτες.

«Τσαμουριά». Τα ιστορικά γεγονότα και τα ανιστόρητα ψεύδη του σήμερα και του χτες.

Γραφεί ο Αντιστράτηγος (ε.α.) Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης.

Το θέμα των «Τσάμηδων», κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στην Αλβανική πολιτική σκηνή, λόγω της πίεσης που ασκεί το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα του Έντι Ράμα, αλλά και των ενεργειών από μέρους των λεγόμενων «Τσάμικων» οργανώσεων, που με τα λεγόμενα τους δημιουργούν ψευδείς λυτρωτικές αντιλήψεις στην Αλβανική κοινωνία, αλλά και μια αναθεωρητική διάθεση της Αλβανίας, με την στήριξη και υποστήριξη, ποιανού άλλου, μα της Τουρκίας φυσικά, που υποδαυλίζει και υποστηρίζει παντοιοτρόπως τέτοιες αντιλήψεις και ενέργειες κατά της Ελλάδος. Έτσι ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το εν λόγω θέμα και να δούμε τις μεγάλες αλήθειες που αποκρύπτονται και τα μεγάλα ψέματα που αναδύονται.

Η δημιουργία του Αλβανικού κράτους, σύμφωνα με τον καθηγητή Ιωάννη Μάζη απετέλεσε τον καρπό του ανταγωνισμού της Αυστρουγγαρίας, η οποία έχοντας μαζί με την Γερμανία επεκτατικές βλέψεις προς το γεωπολιτικό σύμπλοκο της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, επεδίωκε την ανάσχεση της σλαβικής καθόδου προς την Αδριατική και την Μεσόγειο, όπως και την ανάσχεση των αντιστοίχων επεκτατικών βλέψεων της Ιταλίας προς το αυτό γεωπολιτικό σύμπλοκο.

Εικόνα: Η ανακήρυξη της Αυτονομίας της Βορείας Ηπείρου την 1η Μαρτίου του 1914.

Ωστόσο οι ιταλικές βλέψεις ελέγχου του στομίου της Αδριατικής απαιτούσαν, από πλευράς Ρώμης, τον έλεγχο της Κέρκυρας και της Αλβανίας, με σκοπό τον πλήρη έλεγχο του άξονος Οτράντο – Αυλώνος, αλλά και της Νήσου Σάσσωνος, την οποία μετονόμαζαν σε «Γιβραλτάρ της Αδριατικής», αλλά και των Διαποντίων Νήσων, με στόχευση τους εμπορευματικούς διαύλους. Ταυτόσημες, σχετικά με την Αδριατική και την Μεσόγειο, άρα και ανταγωνιστικές ήταν και οι βλέψεις του τότε Βασιλείου της Σερβίας, που επεδίωκε να εντάξει την Αλβανία στην δική του σφαίρα επιρροής.

Έτσι λοιπόν τα σύνορα του κράτους της Αλβανίας καθορίστηκαν με το «Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας», την 17η Δεκεμβρίου του 1913, με το νεοσύστατο αλβανικό κράτος να εμφανίζεται από το πουθενά ως κάτοχος τμήματος της αρχαίας ελληνικής γης της Ηπείρου. Η ελληνικότητα της Ηπείρου, ως τον ποταμό Γενούσο, που έχει την σημερινή ονομασία «Σκούμπιν» , έχει αποδειχτεί από όλες τις αρχαιολογικές πηγές και κορυφαίους επιστήμονες, Έλληνες αλλά και ξένους, όπως ο Βλαντιμίρ Γκεόργκιεφ, Πιερ Λεβέκ, ο Φρέντερικ Λεπόρ, ο Δημήτριος Ευαγγελίδης, Φώτης Πέτσας, Σωτήριος Δάκαρης αλλά και πολλοί πολλοί άλλοι.

Έτσι λοιπόν ένα τμήμα της ελληνικότατης Ηπείρου βρέθηκε εν μια νυκτί υπό αλβανική διοίκηση. Σημειωτέων πως ένα μεγάλο τμήμα της «Βορείας Ηπείρου», όπως ονομάστηκε αργότερα είχε ήδη απελευθερωθεί κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-13) από τον Ελληνικό στρατό. Βέβαια ο όρος «Βόρεια Ήπειρος» είχε έννοια τόσο πολιτική και διπλωματική, δηλώνοντας το τμήμα εκείνο του Ηπειρωτικού εδάφους «το κείμενο εκείθεν της γραμμής, των δια του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας του 1913 των καθορισθέντων Ελληνοαλβανικών συνόρων».

Κατ’ αυτών λοιπόν τον τρόπο και έπειτα από τις ενέργειες των Μεγάλων Δυνάμεων, παραχωρήθηκε στο Αλβανικό κράτος ένα τμήμα της Ηπείρου, όπου έγινε καταφανής παράβλεψη των δημογραφικών στοιχείων, με την πλειοψηφία των κατοίκων να είναι Έλληνες, με ισχυρά εθνική συνείδηση και μάλιστα αυτόχθονες. Παρά του ότι είχαν διανύσει μισή περίπου χιλιετία κατοχής και εξισλαμισμών, η ενιαία Ήπειρος στις αρχές του 20ου αιώνα εμφάνιζε Ελληνική πλειοψηφία. Σε τουρκική απογραφή του 1908, από τους 500.000 κατοίκους της Ηπείρου, οι 308.000 δήλωσαν Έλληνες Χριστιανοί. Ακόμη το 1914, η «Διεθνής Επιτροπή Εθνολογικού Ελέγχου» έδωσε στοιχεία που καταδείκνυαν την συντριπτική υπεροχή του Ελληνικού πληθυσμού σύμφωνα με τον Θεοφάνη Μαλκίδη.

Εικόνα: Η Βόρεια Ήπειρος και η πληθυσμιακή της σύνθεση.

Ποιοι ήταν τελικά οι «Τσάμηδες»…

Φτάνοντας λοιπόν στο «ζουμί» της υπόθεσης καλό θα ήταν να αναλογιστούμε πως αν η ιστορία ενός λαού δεν τύχει του απαραίτητου σεβασμού μπορεί να στοιχειώσει τις γενιές που μέλλει να έρθουν. Ένας λαός λοιπόν με ιστορικό «Αλτσχάιμερ» δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε επώδυνες περιπέτειες. Με τον όρο λοιπόν «Τσαμουριά», ονομαζόταν στο παρελθόν, η περιοχή εκείνη της Ηπείρου, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής της Αδριατικής, ανάμεσα στις εκβολές του ποταμού Αχέροντα και μέχρι το Βουθρωτό, φτάνοντας στα ανατολικά μέχρι τους πρόποδες του όρους Τόμαρου, νοτίως των Ιωαννίνων. Η περιοχή ταυτίζεται με τη Θεσπρωτία, καθώς και με ένα μικρό της τμήμα που σήμερα ανήκει στην Αλβανία με κέντρο την κωμόπολη Κονίσπολη.

Για την προέλευση της ονομασίας υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η περισσότερο ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα φαίνεται να είναι η εκδοχή που κάνει λόγο για παραφθορά του ονόματος του ποταμού Θύαμη, του σημερινού δηλαδή Καλαμά ποταμού, με παραφθορά του με την πάροδο του χρόνου (Θύαμις, Θυάμις, Τσ(ι)άμης, δηλ. ο κάτοικος που βρίσκεται κοντά στον Θύαμη ποταμό, την Θυαμυρία (Θιαμουρία), την Τσ(ι)αμουριά).

Στο ελληνικό τμήμα της Τσαμουριάς, δηλαδή στην Θεσπρωτία, ζούσαν το 1923 περίπου 20.000 μουσουλμάνοι που είχαν την αλβανική ως μητρική γλώσσα. Για την καταγωγή των Τσάμηδων υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Οι Τσάμηδες , δεν ήταν μόνο Τουρκικής καταγωγής, ή Αλβανικής, αλλά προέκυψαν και από το γηγενές ελληνικό στοιχείο της «Τσαμουριάς». Ειδικότερα, οι μεγάλοι Αλβανοί κτηματίες και οι Σπαχήδες (έφιπποι, μισθοφόροι) που είχαν εγκατασταθεί στη Θεσπρωτία από το 1700 εξαναγκάζονται να εξισλαμισθούν, για να διατηρήσουν τα τιμάριά τους, αξιοθέντες του τίτλου «Μπέη» κληρονομικά.

Τούτους, από ψυχολογικό εξαναγκασμό, μιμήθηκαν και οι φτωχοί κολίγοι. Οι Τσάμηδες μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας ήταν απόγονοι και των ανωτέρω εξωμοτών. Ακόμη, μέρος του πληθυσμού της Ηπείρου, εξισλαμίστηκε, είτε εκούσια, είτε ακούσια. Οι εξισλαμισμοί αυτοί έγιναν κυρίως στη νοτιοδυτική Ήπειρο και συνεχίστηκαν ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Η μεταβολή αυτή δεν ήταν απότομη. Γράφει χαρακτηριστικά ο σπουδαίος ιστορικός και πολιτικός Σπυρίδων Λάμπρος, «Πολλοί αυτών συνδιαλλάσουσι τας δύο θρησκείας, δίδοντες εις τα τέκνα δύο ονόματα, ένα μεν τουρκικό, που επιβάλλει ο ιμάμης κατά τα θρησκευτικά έθιμα του ισλαμισμού, ένα δε χριστιανικό, διδόμενο από ιερέα Χριστιανό».

Εικόνα: Χάρτης της λεγόμενης Τσαμουριάς. Με κόκκινη διακεκομμένη γραμμή η έκταση της κατά το τέλος της Τουρκοκρατίας. Με πράσινη συνεχή γραμμή οι ανυπόστατη έκταση της σύμφωνα, με τους Αλβανούς.

Ωστόσο με την πάροδο του χρόνου οι εξισλαμισμένοι Έλληνες, αποκόπηκαν από τον κοινό εθνοφυλετικό κορμό και έγιναν φανατικότεροι μισέλληνες κι από τους ίδιους τους Τούρκους. Εξαντλητική μελέτη για την αναλογία εξισλαμισθέντων Ρωμιών μέσα στους Τσάμηδες μέχρι το 1913 δεν υπάρχει προς το παρόν. Βέβαιο είναι ότι ένα ποσοστό των αλβανόφωνων ή ελληνόφωνων ή δίγλωσσων «Τούρκων» της Θεσπρωτίας είχαν προγόνους χριστιανούς.

Ποιο ήταν το ποσοστό ακριβώς, δεν γνωρίζουμε, αποφαίνεται στο εξαιρετικό βιβλίο του «Τσαμουριά», ο Αθανάσιος Γκότοβος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ωστόσο σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, αρχικά η λέξη «Τσάμηδες» έχει γεωγραφικό περιεχόμενο και περιλαμβάνει τους κατοίκους μιας συγκεκριμένης διοικητικής περιοχής ανεξαρτήτως θρησκείας και καταγωγής. Αργότερα η λέξη συνδέθηκε με τους δίγλωσσους ελληνόφωνους ή αλβανόφωνους της ίδιας περιοχής, ανεξαρτήτως θρησκείας. Το εθνοτικό περιεχόμενο του όρου «Τσάμης» είναι μεταγενέστερη εξέλιξη.

Σε ό,τι αφορά τη λαϊκή γλώσσα για τον προσδιορισμό της θρησκευτικής ταυτότητας στην περιοχή της Θεσπρωτίας, επικρατούσε, τουλάχιστον μέχρι την Κατοχή, ο όρος «Τούρκοι» για την αναφορά σε Μουσουλμάνους, ανεξαρτήτως καταγωγής, γλώσσας και εθνότητας. Ο ίδιος προσδιορισμός είναι σε χρήση ακόμα και σήμερα από άτομα της τρίτης ηλικίας που ζουν στην περιοχή».

Εδώ να θα πρέπει να αναφέρουμε ένα ιστορικό λάθος της Ελλάδος. Από τον Δεκέμβριο του 1924 είχε ξεκινήσει, στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληθυσμών, η μετακίνηση των Τσάμηδων στην Τουρκία, με παράλληλη εγκατάσταση Ελλήνων του Πόντου στη Θεσπρωτία. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος όμως, που ανέτρεψε στα μέσα του 1925 την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου, δέχτηκε την εξαίρεση από την ανταλλαγή, των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, οι οποίοι παρέμεινα τελικά στην περιοχή και το πρόβλημα να μας ταλανίζει ακόμη και σήμερα.

Εικόνα: Φωτογραφία του εγκληματία πολέμου Νουρί Ντίνο κατά την διάρκεια της Κατοχής.

Η περίοδος της κατοχής.

Είναι δεδομένο από τις ιστορικές μαρτυρίες των κατοίκων της Θεσπρωτίας και από τα παραπάνω, ότι οι Τσάμηδες ποτέ δεν αισθάνθηκαν Έλληνες. Με την απόβαση των Ιταλών στην Αλβανία, τον Απρίλιο του 1939 και την προσφορά του αλβανικού στέμματος στον βασιλιά της Ιταλίας Βίκτωρα Εμμανουήλ, άρχισαν να δραπετεύουν στην Αλβανία νέοι στρατεύσιμοι μουσουλμάνοι από τη Θεσπρωτία. Από τον Μάιο του 1940, η φυγή πήρε ομαδικό χαρακτήρα. Οι φυγάδες, αποτέλεσαν, όπως αποδείχτηκε αργότερα, τους οδηγούς των ιταλικών τμημάτων κατά τη διάβασή τους από την Πίνδο και τον Καλαμά. Μάλιστα οι Θεσπρωτοί αυτοί φυγάδες, αποτελούσαν ξεχωριστή στρατιωτική Μονάδα, υπό τους επίσης φυγάδες Αζίζ Τσάμην και Μωχαρέφ Ντέμη, η οποία ενισχυόταν από 1.000 άτακτους Τουρκαλβανούς.

Κατά την Κατοχή τάχθηκαν ανεπιφύλακτα όλοι στο πλευρό του Ιταλικού Στρατού Κατοχής, με την ελπίδα, ότι θα αποσπάσουν την συγκατάθεση της Ιταλικής Κυβερνήσεως για ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας στο Αλβανικό Κράτος. Ένα χαρακτηριστικό ιστορικό γεγονός είναι ότι κατά την Ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου, όταν ο Ελληνικός Στρατός υποχώρησε στο Νότιο Τομέα, οι Τσάμηδες που συμμετείχαν με τέσσερα Τάγματα στον Ιταλικό στρατό, αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή του, πολεμώντας κατά του Ελληνικού Στρατού.

Με γιορτές και πανηγύρια ύψωσαν στο Μαργαρίτι την Αλβανική σημαία. Με την αντεπίθεση όμως του Ελληνικού Στρατού και την υποχώρηση των Ιταλών, οι ένοπλοι Τσάμηδες της περιοχής, πυροβολώντας από τα νώτα τα προελαύνοντα Ελληνικά τμήματα, προξένησαν πολλά θύματα εις αυτά. H Ιταλική, αρχικά, και η Γερμανική Κατοχή συνοδεύτηκαν από βία. Στα τρία χρόνια της Κατοχής οι Τσάμηδες βοηθούσαν με ένοπλα τμήματα τα Ιταλικά κι αργότερα τα Γερμανικά στρατεύματα στις επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων ανταρτών.

Προέβησαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα σε ανομολόγητα εγκλήματα κατά του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής. Οι αναρίθμητοι φόνοι, οι βιασμοί των γυναικών, οι πυρπολήσεις των σπιτιών, η κλοπή ολοκλήρων ποιμνίων και άλλων κινητών πραγμάτων, οι λεηλασίες, οι καταστροφές, καταδόσεις και οι μαζικές εκτελέσεις ήταν συνηθισμένες πράξεις. Ο πολιτικός και στρατιωτικός νους των Τσάμηδων αυτή την περίοδο, ηταν ο «Δρ.» Νουρί Ντίνο, κτηνίατρος στο επάγγελμα, που κινείται ανάμεσα στα Τίρανα, τα Γιάννενα και την Παραμυθιά, μαζί του ο αδελφός του Μαζάρ Ντίνο και ο ανεψιός των Ρετζέπ Ντίνο.

Εικόνα: Τα ονόματα των 49 εκτελεσθέντων στην Παραμυθιά.

Αρχικά συνεργάστηκε με τις Ιταλικές αρχές κατοχής, σύντομα όμως άρχισε επαφές με το Γραφείο Πληροφοριών του Γερμανικού Στρατού Κατοχής. Όλη η περίοδος από το 1941 μέχρι το καλοκαίρι του 1944 ήταν για τη Θεσπρωτία όντως ένα «ξήλωμα» του Ρωμαίικου. Διευθύνων νους για την συστηματοποίηση του έργου της εξολοθρεύσεως του ελληνικού στοιχείου ήταν η διαβόητη τρομοκρατική οργάνωση «K.S.I.L.I.A», δηλαδή το «Αλβανικό Σύστημα Πολιτικής Διοικήσεως» που συγκροτήθηκε προς τούτο τον Ιούλιο του 1942.

Μετά την εκτέλεση του Αναπληρωτή Νομάρχη Γεώργιου Βασιλάκου τον Φεβρουάριο του 1942 στην Ηγουμενίτσα η Ελληνική κατοχική διοίκηση στο νομό παρέλυσε, ενώ μετά την καταστροφή των χωριών του Φαναρίου και τις εκτελέσεις των προκρίτων της Παραμυθιάς, τον Σεπτέμβριο του 1943, έπαψε να υφίσταται και τυπικά. Στη θέση της λειτουργούσε με βάση συμφωνία της ηγεσίας των Τσάμηδων με τους νέους «εταίρους», τη γερμανική κατοχική δύναμη, μια άτυπη μεν, αλλά ουσιαστική αλβανική διοίκηση με πολιτικά, αστυνομικά και στρατιωτικά όργανα.

Η σφαγή της Παραμυθιάς.

Στις 29-9-1943, ύστερα από την απόφαση της Τσάμικης ηγεσίας, της «Μιντζιλισί Ινταρέ», αποφασίζεται ο «αποκεφαλισμός» της Ελληνικής ηγεσίας της περιοχής. Επιλεκτικά, συλλαμβάνονται πενήντα δύο αξιόλογοι στην κοινωνία Έλληνες και δεμένοι οδηγούνται ενάμισι χιλιόμετρο έξω από την Παραμυθιά, στον Αη Γιώργη, με συνοδεία πενήντα Τσάμηδων και δεκαπέντε Γερμανών. Ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός γλυτώνει τρεις και εκτελούνται οι υπόλοιποι σαράντα εννιά.

Παπάς, γιατρός, Γυμνασιάρχης, Σχολάρχης, Δήμαρχος, καθηγητές, δάσκαλοι, επιχειρηματίες, αγρότες, έπεσαν τραγουδώντας το «Γέρο Δήμο» και το «Έχετε γειά». Την ίδια μέρα της εκτέλεσης μπαίνει στην Παραμυθιά ο νέος Δεσπότης Δωρόθεος, παρόλο που ο Πρόεδρος του «Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», ο Ελβετός Μπίκελ, τον προέτρεπε να μη πάει. Κανένας Χριστιανός δεν παραβρέθηκε στην υποδοχή. Παντού τρόμος θανάτου. Ο Δεσπότης, τριαντάχρονος τότε, μόνο με το Διάκο του, πηγαίνει κατ’ ευθείαν στον Γερμανό φρούραρχο, τον πείθει και αφήνει ελεύθερους τους πεντακόσιους Χριστιανούς, κρατούμενους Παραμυθιώτες και την επομένη, με συνοδεία δύο Γερμανούς στρατιώτες παίρνει και πέντε χριστιανούς, πηγαίνει στον τόπο της θυσίας και ενταφιάζει τους σαράντα εννιά άταφους μάρτυρες.

Εικόνα: Αναμνηστική αφίσα της σφαγής των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς.

Αυτό είναι το γεγονός που συγκλόνισε και στιγμάτισε την συνείδηση των Ελλήνων κατοίκων και έθεσε τους Τσάμηδες εκτός της Ελληνικής κοινωνίας της Θεσπρωτίας οριστικά. Η βία δεν εκδηλώνεται ούτε για να ικανοποιηθεί το μίσος, ούτε για να συσσωρευτούν περιουσιακά στοιχεία. Εκδηλώνεται για να αφανιστεί ή να απομακρυνθεί ο χριστιανικός πληθυσμός της περιοχής, ώστε να διευκολυνθεί η απόσπασή της από την Ελλάδα. Άλλωστε η φράση που έχει μείνει στις μνήμες των κατοίκων της Θεσπρωτίας εκείνης της περιόδου ως νομιμοποιητική βάση για την τσάμικη βία εκ μέρους των δραστών, είναι η φράση «χάλασε το Ρωμαίικο».

Αξίζει να αναφερθεί, ως ένα ακόμη χαρακτηριστικό-απόδειξη, της ανθελληνικής στάσης των Τσάμηδων και η περίφημη μάχη της Μενίνας, τον Αύγουστο του ‘44, κατά την αποχώρηση των Γερμανών από την περιοχή, όπου μαζί με τα Γερμανικά τμήματα, συμμετείχαν και ένοπλα τμήματα των Τσάμηδων. Μαζί με τους 92 νεκρούς και 109 αιχμαλώτους Γερμανούς, υπήρχαν και 86 νεκροί και 7 αιχμάλωτοι Τσάμηδες, έναντι 6 ανδρών του ΕΔΕΣ και του Άγγλου ταγματάρχη Ντέιβιντ Ουάλλας. Για τον ρόλο αυτό των Τσάμηδων, η συμμαχική αποστολή διέταξε τον Ζέρβα να διαλύσει τα Σώματα αυτά, με αντικειμενικό σκοπό στο να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις ενάντια στους Γερμανούς κατά την αποχώρησή τους προς την Αλβανία.

Η άνανδρη φυγή.

Αυτά το γεγονότα, το μίσος και την απέχθεια του τοπικού πληθυσμού εκμεταλλεύτηκαν και οι τοπικοί ηγέτες του ΕΔΕΣ, καταγόμενοι από την ευρύτερη περιοχή, οι οποίοι έδρασαν με υπερβάλλοντα ενθουσιασμό και με πρωτοβουλίες που αγνοούσε η ηγεσία του ΕΔΕΣ, πλην όμως δεν το απέτρεψε. Παρόλο που ο ΕΔΕΣ ήταν μια αποκεντρωμένη οργάνωση όπου, αντίθετα με το EAM, η κεντρική διοίκηση δύσκολα έλεγχε τους τοπικούς οπλαρχηγούς, τίποτε δεν δείχνει ότι η ηγεσία του είχε την παραμικρή διάθεση να τους συγκρατήσει.

H υποχώρηση των Ιταλών και η επιστροφή των Ελλήνων κατοίκων έθεσε σε κίνηση μια δυναμική αντεκδικήσεων που κατέληξε στην εκδίωξη των Τσάμηδων το 1944, από τις ανταρτικές ομάδες του ΕΔΕΣ, που κυριαρχούσαν στην περιοχή, ίσως και με μη προβλεπόμενο και νόμιμο τρόπο θα λέγαμε. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1944, οι Τσάμηδες αντιληφθέντες ότι θα λογοδοτούσαν στην Ελληνική Δικαιοσύνη, για την εν γένει εγκληματική και αντεθνική δράση τους, αντιλαμβανόμενοι και αισθανόμενοι την απειλή των ομάδων του ΕΔΕΣ, που κατήγοντο από την περιοχή και γνώριζαν από πρώτο χέρι τις εγκληματικές και προδοτικές δραστηριότητες των Τσάμηδων, με θύματα ακόμη και στο στενό συγγενικό τους περιβάλλον και κάποιες πράξεις αντεκδίκησης στα πρώτα στάδια, οι Τσάμηδες, αποφάσισαν να αποχωρήσουν για την Αλβανία οικειοθελώς, μαζί με τους υποχωρούντες Γερμανούς που έχασαν τον πόλεμο.

Εικόνα: Ο ιδρυτής του Ε.Δ.Ε.Σ Ναπολέων Ζέρβας.

H κοινωνική, τοπική, ιστορική και πολιτική συγκυρία τον Σεπτέμβριο του 1944 επέτρεπε την «τελική λύση» του τσαμικού ζητήματος στην περιοχή της Θεσπρωτίας. Με την εκδίωξη των Τσάμηδων από την περιοχή της Θεσπρωτίας, οι περιουσίες των διαμοιράστηκαν δια κλήρου στους Έλληνες κατοίκους. Σύμφωνα με διάφορα στοιχεία ο αριθμός των αποχωρησάντων ανήρχετο περί τους 16.000-18.000 , ενώ η απογραφή του 1940, έτσι όπως τη γνωρίζουμε από την υπηρεσιακή έκθεση του Μοιράρχου Ευστράτιου Ζάκκα το 1948, τους υπολογίζει στις 16.661.

Μεγάλος αριθμός μάλιστα Τσάμηδων μεταφέρθηκε στην Αλβανία με Γερμανικά μεταφορικά μέσα, σύμφωνα με αναφορά Αμερικανού αξιωματικού. Στην Αλβανία, το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα τους εγκατέστησε στην πεδιάδα της Μουζακιάς και τους διατήρησε ως Έλληνες υπηκόους με την ελπίδα τυχόν επιστροφής τους στην Ελλάδα ή επανάκτησης των περιουσιακών τους στοιχείων, τα οποία είχαν δεσμευθεί στο μεταξύ από το ελληνικό κράτος. Συγκεκριμένα, με την υπ΄ αριθμο «344/23-4-1945» απόφαση του «Ειδικού Δικαστηρίου Δωσίλογων Ιωαννίνων» και περί τις 1.700 σχετικές καταδικαστικές αποφάσεις ερήμην που επακολούθησαν καταδικάστηκαν ως εγκληματίες πολέμου, ενώ οι περιουσίες τους δημεύτηκαν, με βάση τη Συνθήκη της Λοζάνης και εκποιήθηκαν ή διανεμήθηκαν σε κατοίκους της περιοχής, όσους έπεσαν θύματα της θηριωδίας τους.

Παράλληλα, με την υπ’ αριθμο «Α.Π. 50862/1947» απόφαση του Υπουργείου Στρατιωτικών οι Τσάμηδες στερήθηκαν της ελληνικής ιθαγένειας. Οι ελάχιστες δεκάδες Τσάμηδες που παρέμειναν στην Ελλάδα, όσοι θεωρούσαν εαυτούς αθώους, παρέμειναν ανενόχλητοι, εκχριστιανίστηκαν και αφομοιώθηκαν από το ελληνικό στοιχείο, διάγοντας έκτοτε φιλήσυχο και νομοταγή βίο.

Οι ανιστόρητες παραφιλολογίες του σήμερα. Σήμερα οι Τσάμηδες έχουν ιδρύσει στην Αλβανία τον «Σύνδεσμο της Τσαμουριάς», μια 100μελή άτυπη βουλή. Συχνά κάνουν πορείες στα Τίρανα και επηρεάζουν τις εκάστοτε Αλβανικές κυβερνήσεις, που υιοθετούν τις αλυτρωτικές των αντιλήψεις και των λοιπών εθνικιστών, όπως η «Μαυροκόκκινη Συμμαχία». Αξίζει δε να σημειωθεί ότι την 30η Ιουνίου του 1994 η Αλβανική βουλή καθιέρωσε ομόφωνα την 27η Ιουνίου ως ημέρα «γενοκτονίας» των Τσάμηδων. Το θέμα των Τσάμηδων δεν έχει τελειώσει και συνεχίζεται σε διεθνές επίπεδο, σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις.

Εικόνα: Τσάμηδες κατά την διάρκεια της Κατοχής. Τα ναζιστικά σύμβολα που φέρουν ειναι ευδιάκριτα.

Πρόσφατα, Φεβρουάριος 2016, οργανώσεις Τσάμηδων προσέφυγαν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, που εξετάζει κυρίως εγκλήματα πολέμου, όπου κατατέθηκε ο φάκελος για τις διεκδικήσεις των Τσάμηδων στην Ελλάδα, ο οποίος έγινε δεκτός από τον Εισαγγελέα. Έτσι ένα θέμα, που έμενε ουσιαστικά κλειστό επί εβδομήντα και πλέον χρόνια, φαίνεται ότι ανοίγει με επίσημο τρόπο. Οι Τσάμηδες ζητούν πέρα από τις οικονομικές αποζημιώσεις, εδάφη της Ηπείρου, όπως της Ηγουμενίτσας, της Πάργας κι άλλων περιοχών. Στην παράδοση του φακέλου παραβρέθηκαν εκπρόσωποι πολλών εθνικιστικών συλλόγων από την Αλβανία αλλά και από περιοχές όπου ζουν αλβανόφωνοι πληθυσμοί.

Το ψευδοζήτημα των Τσάμηδων και της Τσαμουριάς, με την διεκδίκηση όχι μόνο της Θεσπρωτίας και των περιουσιών των στην περιοχή αυτή, αλλά και της περιοχής μέχρι του Αράχθου ποταμού παραμένει ακόμη, ως το κορυφαίο θέμα αλυτρωτισμού των Αλβανών ίσως και πιο οξυμένο το δηλητήριο, που δηλητηριάζει συνεχώς τις διμερείς σχέσεις των δύο κρατών. Το θέμα όμως έχει κλείσει. Οι Τσάμηδες ήταν αποδεδειγμένα ανθέλληνες, συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, προέβησαν σε λεηλασίες, κακοποιήσεις κατοίκων της Θεσπρωτίας, δολοφονίες και αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την Ελλάδα, φοβούμενοι την άφιξη και τις διαθέσεις του ΕΔΕΣ.

Έτσι, νομίμως και σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, το Δικαστήριο Δωσίλογων των Ιωαννίνων, με αμετάκλητες αποφάσεις του καταδίκασε ως προδότες και δήμευσε την περιουσία των. Για τα εγκλήματα των Τσάμηδων αναλυτικά και λεπτομερώς μας πληροφορεί η εκτενέστατη Έκθεση 269 σελίδων του Ιανουαρίου του 1948 του διοικητή του Κέντρου Αλλοδαπών Ηπείρου, μοίραρχου Ευστράτιου Ζάκκα, όπου ενώ αναφέρει απίστευτες λεπτομέρειες, για παράδειγμα πόσες κυψέλες είχαν κλαπεί, μόνο στο θέμα των βιασμών, κατά τον Ζάκκα η αναφορά του είναι πολύ κατώτερη της πραγματικότητας, καθόσον οι γυναίκες της Θεσπρωτίας δεν ανέφεραν τον βιασμό τους, λόγω ντροπής και κοινωνικής κατακραυγής.

Υ.Γ: O κ. Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.), πρώην ΑΚΑΜ Τελ Αβίβ, πρώην Αξκος επιχειρήσεων της ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S.Army), Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του ΔΣ του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.

Πηγές:

  • Τζεΐμς Πέτιφερ, Μιράντα Βίκερς, «Αλβανία: Από την αναρχία σε μια βαλκανική ταυτότητα».
  • Βασίλης Κόντης, «Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και Ελληνοαλβανικές σχέσεις».
  • Ηλίας Αντωνόπουλος, «Η Αλβανία και Ελληνοαλβανικές Σχέσεις 1912-1994».
  • Σταύρος Ντάγιος, «Ελλάδα και Αλβανία, 50 χρόνια αμοιβαίας δυσπιστίας».
  • Κωνσταντίνος Ευσταθιάδης, «Μελέται διεθνούς δικαίου 1929-1959».
  • Γ.Ε.Σ, «Χάρτης εθνογραφικός της Βορείου Ηπείρου τω 1913».
  • Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, «Ο Ελληνισμός της Αλβανίας».
  • Θεόδωρος Μαλκίδης, «Οι Ελληνοαλβανικές σχέσεις».
  • Αθανάσιος Γκότοβος, «Τσαμουριά».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.