Κλασική Εποχή (περίπου 500 π.Χ.-323 π.Χ.)
Η «στάση» του Μακεδονικού Στρατού στην Ώπιδα και ο λόγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου που μας αποκαλύπτει τον «χαρακτήρα του Ανδρός».

Η «στάση» του Μακεδονικού Στρατού στην Ώπιδα και ο λόγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου που μας αποκαλύπτει τον «χαρακτήρα του Ανδρός».

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την έναρξη της «Αλεξανδρινής Εκστρατείας», η «Αυτοκρατορία των Αργεαδών», είχε φτάσει πλέον στην μεγαλύτερη έκταση της. Από την Ινδική Πενταποταμία, το γνωστό σήμερα και ως Παντζάμπ, μέχρι την Αδριατική Θάλασσα και από τον Περσικό Κόλπο μέχρι τον ποταμό Ίστρο, ολόκληρος, σχεδόν, ο «γνωστός κόσμος» είχε πλέον κατακτηθεί από τον Μέγα Αλέξανδρο. Φτάνοντας ωστόσο στον Ύφαση, ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε την άρνηση του στρατού να περάσει τον ποταμό. Δέκα χρόνια συνεχών εχθροπραξιών είχαν καταβάλει το στράτευμα, κάνοντας πολλούς να προσμένουν την επιστροφή τους στην Μακεδονία. Έτσι λοιπόν, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να επιστρέψει στην Βαβυλώνα, αναβάλοντας έστω και «προσωρινά», την κατάκτηση του υπόλοιπου κόσμου μέχρι τον «Μεγάλο Ωκεανό».

Από τον Ύφαση στην Ώπι.

Ο δρόμος της επιστροφής δεν ήταν σε καμιά περίπτωση εύκολος, ωστόσο ο Αλέξανδρος αφοί υπέταξε τις πολεμοχαρείς φυλές που διαβιούσαν στις όχθες του Ινδού, μπήκε στα Πάτταλα, τον Αύγουστο του 325 π.Χ, φτάνοντας επιτέλους στις εκβολές του ποταμού. Από εδώ και πέρα, ο Αλέξανδρος χώρισε το στράτευμα του σε τρία μέρη. Το πρώτο με αρχηγό τον Κρατερό ακολούθησε πορεία προς την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας, την σημερινή Κανταχάρ του Αφγανιστάν, όπου μέσω της κοιλάδας του Ετύμανδρου εγκαταστάθηκε στην Καρμανία, περιμένοντας την άφιξη του Αλεξάνδρου. Το δεύτερο ήταν ο στόλος, που με αρχηγό τον Νέαρχο, παρέπλευσε τις ακτές της Περσίας όπου βρίσκονταν οι χώρες των Ωρών, των Γεδρωσίων και των Ιχθυοφάγων, προς τον μυχό του κόλπου.

Εικόνα: Η Μακεδονική Αυτοκρατορία στην μέγιστη έκταση της και η πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος του στρατεύματος, με επικεφαλή τον ίδιο τον Αλέξανδρο ξεκίνησε από τα Πάτταλα για να διασχίσει την έρημο της Γεδρωσίας. Στο πρώτο μέρος της πορείας δεν υπήρξαν δυσκολίες, ωστόσο ο καύσωνας και η έλλειψη νερού προκάλεσαν μεγάλες απώλειες. Μετά από 60 μέρες σταμάτησε για ανάπαυση στην πρωτεύουσα της Γεδρωσίας, στα Πούρα όπου μετά από λίγο προέλασε προς την Καρμανία όπου συνάντησε τον Κρατερό. Στην Καρμανία έφτασε και ο Νέαρχος που έδωσε αναφορά για την πορεία του και συνέχισε τον περίπλου ως τις εκβολές του ποταμού Τίγρη. Έπειτα, με ένα μέρος του στρατεύματος, ο Αλέξανδρος πέρασε από τις Πασαργάδες και έπειτα από την Περσέπολη όπου διόρισε Σατράπη τον Πευκέστα ο οποίος είχε σώσει τη ζωή του Βασιλέα στη χώρα των Μαλλών.

Τελικώς, την άνοιξη του 324 π.Χ, ο Αλέξανδρος έφτασε στα Σούσα όπου και οργάνωσε γιορτές για την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Περσικής Αυτοκρατορίας. Εκεί διοργάνωσε μικτούς γάμους Μακεδόνων με Περσίδες, με τον ίδιο να παίρνει ως δεύτερη σύζυγο του την κόρη του Δαρείου Γ’, την Στάτειρα. Εξόφλησε μάλιστα τα χρέη των Ελλήνων στρατιωτών του, ποσό που ανήλθε σε 20.000 τάλαντα, ενώ μοίρασε δώρα και τιμές σε όσους είχαν ανδραγαθήσει.

Στη συνέχεια άρχισε να οργανώνει νέες εκστρατείες σε ανατολή και δύση και αφού έστειλε τον Ηφαιστίωνα να εξερευνήσει τις ακτές του Περσικού κόλπου, ο ίδιος με τον κύριο όγκο των δυνάμεων κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα μέσω του ποταμού Ευλαίου. Έτσι λοιπόν, η Μακεδονική στρατιά έφτασε στην Ώπιδα της Βαβυλωνίας τον Αύγουστο του 324 π.Χ. Εκεί ο Αλέξανδρος αποφάσισε να αποστρατεύσει 10.000 Μακεδόνες, που είτε είχαν τραυματισθεί κατά την διάρκεια της εκστρατείας, είτε είχαν πλέον φτάσει σε ηλικία που δεν μπορούσαν να πολεμήσουν. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπο, ο Αλέξανδρος χάρισε πλουσιότατα δώρα στους παλαίμαχους Μακεδόνες «ώστε να τους ζηλεύουν όλοι όταν γυρίσουν στην πατρίδα», όπως επί λέξη τους είπε, ενώ τους αποχαιρέτησε έναν έναν προσωπικά εν μέσο μιας γενικής συνέλευσης του στρατού.

Ωστόσο αυτή του η απόφαση προκάλεσε την ζηλοφθονία των υπόλοιπων Μακεδόνων, οι οποίοι άμεσα άρχισαν να οχλαγωγούν, με μερικούς να μην διστάζουν να εξαπολύσουν ύβρεις κατά του Βασιλέα, ζητώντας του να αποχωρήσουν και αυτοί για την Μακεδονία. Ακούγοντας τα αυτά, ο γιος του Φιλίππου έδρασε με τη ταχύτητα που τον χαρακτήριζε και αφού διέταξε να συλληφθούν δεκατρείς γνωστοί ταραχοποιοί, ως πρωτεργάτες της ανταρσίας, στην συνέχεια τους εκτέλεσε βάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τέλος σε οποιαδήποτε στάση πριν αυτή πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις.

Μετά την εκτέλεση των δεκατριών, ο Αλέξανδρος κάλεσε όλο το στράτευμα σε συνέλευση ώστε να του δώσουν εξηγήσεις και αυτός με την σειρά του να τους πει τα παράπονα του από αυτούς. Τελικά κανείς από αυτούς, σύμφωνα με τον Αρριανό, δεν τόλμησε να πει κάτι στον Αλέξανδρο με τον λόγο να περνά τώρα σε αυτόν. Νεκρική σιγή κάλυψε τα πάντα, σαν την νηνεμία λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα. Έτσι λοιπόν ο Αλέξανδρος πήρε τον λόγο και είπε τα παρακάτω.

Εικόνα: Ο Αλέξανδρος και η κατάκτηση της Ινδικής Πενταποταμίας.

Η δράση και η αντίδραση.

«Αυτός ο λόγος μου, Μακεδόνες, δεν θα εκφωνηθεί για να σταματήσει την επιθυμία σας για επιστροφή στην πατρίδα, γιατί μπορεί ο καθένας σας να φύγει για όπου θέλει με την έγκριση μου, αλλά για να καταλάβετε τι λογής είμαστε εμείς και τι λογής γίνατε εσείς και φεύγετε.

Κατ’ αρχάς θα ξεκινήσω την ομιλία μου, όπως είναι και το σωστό, από τον πατέρα μου, τον Φίλιππο. Ο Φίλιππος λοιπόν, αφού σας παρέλαβε περιφερόμενους και φτωχούς, την εποχή που βοσκούσατε τα λίγα σας πρόβατα στα βουνά ντυμένοι με προβιές σαν ζητιάνοι, ενώ πολεμούσατε με δυσκολία για να υπερασπιστείτε τα λίγα αυτά υπάρχοντα σας από τους Ιλλυριούς, τους Τριβαλλούς, αλλά και από τους Θράκες, σας αξίωσε να φορέσετε χλαμύδες αντί για τα δέρματα και σας κατέβασε από τα βουνά στις πεδιάδες, καθιστώντας σας αξιόμαχους αντιπάλους απέναντι στους βαρβάρους που σας απειλούσαν, έτσι που να στηρίζετε τη μελλοντική σας σωτηρία όχι στην οχυρότητα της τοποθεσίας όπου κρύβεστε, αλλά στην ανδρεία σας, καθιστώντας σας πολίτες πόλεων, αλλά και εκπολιτίζοντας σας αφού σας έκανε να ακολουθείτε τους νόμους και τα χρηστά ήθη.

Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο γίνατε κύριοι αυτών των βαρβάρων από τους οποίους υποφέρατε εσείς και τα υπάρχοντας σας, σας ανέδειξε σε ηγεμόνες από δούλους και πρόσθεσε τα περισσότερα μέρη της Θράκης, στην Μακεδονία, καταλαμβάνοντας τα πιο επίκαιρα σημεία της ακτής και αναπτύσσοντας το εμπόριο στη χώρα εξασφάλισε για εσάς την χωρίς κινδύνους εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυσού της Θράκης. Κατάφερε μάλιστα να κάνει εσάς τους Μακεδόνες κύριους της Θεσσαλίας, υποτάσσοντας εκείνους που παλαιότερα σας έκαναν να τρέμετε από τον φόβο σας και έπειτα αφού ταπείνωσε τους Φωκαείς, άνοιξε διάπλατα για εσάς δρόμο ευρύ και ευκολοδιάβατο προς την νότια Ελλάδα.

Έτσι λοιπόν και τους Αθηναίους, αλλά και τους Θηβαίους, που σας ταλαιπωρούσαν για εξαιρετικά πολύ καιρό με τις επιδρομές τους, τους ταπείνωσε σε τέτοιο βαθμό ώστε πλέον, με την δική σας αξία, τους κατέστησε φόρου υποτελείς σε εσάς, σε αντίθεση με ότι γίνονταν τα προηγούμενα χρόνια που εσείς πληρώνατε αυτούς ώστε να παραμείνετε ασφαλείς στην ίδια σας την γη. Και έπειτα έγινε αυτό που κανένας σας δεν είχε φανταστεί, αφού αυτός (ο Φίλιππος) έφερε εσάς στην Πελοπόννησο, για να βάλετε τάξη στις σχέσεις ανάμεσα στις υπόλοιπες πόλεις των ομοαίματων μας στην νότια Ελλάδα. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο έκανε και τους υπόλοιπους Έλληνες να δουν το συμφέρον τους και αφού ανακήρυξαν τον Φίλιππο Στρατηγό-Αυτοκράτορα όλοι συνείσφεραν στρατεύματα και λεφτά ώστε να κινήσουμε κατά του Πέρση Βασιλέα και με αυτόν τον τρόπο να δοξάσουμε τόσο τον εαυτό μας, αλλά πρώτα απ’ όλα την Ελλάδα.

Αυτές τις υπηρεσίες έχει προσφέρει λοιπόν ο πατέρας μου σε εσάς, πολλά και σημαντικά ήταν τα έργα του, ωστόσο ασήμαντα σε σύγκριση με αυτά που εγώ προσέφερα τόσο απλόχερα σε εσάς. Γιατί εγώ, παραλαμβάνοντας από τον πατέρα μου ελάχιστα χρυσά και ασημένια σκεύη, ούτε εξήντα τάλαντα στο σύνολο, παρέλαβα και τα χρέη του Φιλίππου που αριθμούσαν πάνω από πεντακόσια τάλαντα. Έτσι λοιπόν, αφού δανείστηκα ο ίδιος επιπλέον άλλα οχτακόσια, ξεκίνησα, μαζί με εσάς, από τη χώρα μας, που δεν επαρκούσε ούτε για τις βοσκές των κοπαδιών σας.

Αμέσως σας οδήγησα να περάσετε τον Ελλήσποντο, χωρίς να φοβηθώ, ούτε μια στιγμή, εξαιτίας της παντοδυναμίας των Περσών στην θάλασσα και με το θάρρος μας καταφέραμε να κατανικήσουμε τους Σατράπες του Δαρείου και να απελευθερώσουμε όλη την αρχαία γη της Ιωνίας, την Αιολίδα, την Ελλησποντική Φρυγία, αλλά και την Λυδία. Έπειτα καταλάβαμε την Μίλητο με πολιορκία και όλα τα άλλα μέρη, που προσχώρησαν σε μας με την θέληση τους, τα πήρα και τα παρέδωσα σε εσάς για να τα καρπώνεστε και τα αγαθά από την Αίγυπτο και την Κυρήνη, όσα απόκτησα χωρίς μάχη, ανήκουν σε εσάς και η Κοίλη Συρία και η Παλαιστίνη και η χώρα ανάμεσα στα ποτάμια (η Μεσοποταμία) είναι δικό σας κτήμα και η Βαβυλώνα και τα Βάκτρα και τα Σούσα δικά σας και ο πλούτος των Λυδών και οι θησαυροί των Περσών και τα αγαθά των Ινδών και η Έξω θάλασσα (Ινδικός Ωκεανός) δική σας και αυτή, εσείς είστε τώρα Σατράπες, εσείς Στρατηγοί, Ναύαρχοι και Ταξίαρχοι, έχοντας όλα τα πλούτη που εγώ σας έδωσα τόσο απλόχερα και χωρίς υστεροβουλία.

Από την άλλη πλευρά όμως εγώ τι κράτησα για τον εαυτό μου, ύστερα από αυτούς τους κόπους, πέρα από αυτή την πορφύρα και το βασιλικό διάδημα που μου κληροδότησε ο πατέρας μου. Γιατί εγώ δεν έχω κανέναν άλλο πλούτο, ούτε και κανείς μπορεί να μιλήσει για τους δικούς μου θησαυρούς, μιας και αυτοί είναι ανύπαρκτοι, παρά μόνο για αυτά, τα δικά σας αποκτήματα, ή όσα φυλάγονται για εσάς στα βασιλικά θησαυροφυλάκια στην Βαβυλώνα.

Μήπως όμως μπορεί κάποιος ανάμεσα σε εσάς να με κατηγορήσει πως τρώω καλύτερο φαΐ από εσάς, ή ότι κοιμάμαι περισσότερο και απολαμβάνω μεγαλύτερες ανέσεις από τον κατώτερο οπλίτη του στρατεύματος. Μάλιστα βλέποντας μέσα στα χρόνια τις κοιλιόδουλες προτιμήσεις σας δεν θα ήταν άδικο να πω πως χάρις στην δική μου εγρήγορση μπορείτε εσείς να κοιμάστε ήσυχοι τα βράδια χωρίς να ανησυχείτε για τίποτα άλλο πέρα από το μέγεθος της λείας που θα προκύψει από την επόμενη μάχη.

Αλλά μήπως πάλι, μπορείτε να πείτε πως ακόμα και αυτά που έχω τα απόκτησα ο ίδιος άκοπα και χωρίς ταλαιπωρίες, ενώ εσείς κοπιάζατε και ταλαιπωρούσασταν; Τότε ποιος ανάμεσα σε εσάς μπορεί να ισχυριστεί πως αυτός κουράστηκε περισσότερο για μένα, από ότι εγώ για εκείνον; Εμπρός λοιπόν και οποίος από εσάς έχει τραύματα, ας βγάλει τα ρούχα του και ας τα δείξει σε όλους και έπειτα εγώ θα δείξω τα δικά μου σε εσάς, διότι, από μέρους μου κανένα σημείο του σώματος μου, μετωπικά τουλάχιστον… δεν απόμεινε χωρίς τραύματα, ούτε υπάρχει όπλο ή από τα χειριζόμενα με το χέρι, ή από αυτά από εκτοξεύονται, που να μη φέρω πάνω μου τα ίχνη του, αλλά και με ξίφος από χέρι έχω πληγωθεί και τόξα έχω δεχτεί και με βλήματα μηχανών χτυπήθηκα και με πέτρες πολλές φορές και με καδρόνια βαλλόμενος για εσάς και για δική σας δόξα και για δικό σας πλούτο σας οδηγώ νικητές ανάμεσα από κάθε στεριά και θάλασσα και από όλους τους ποταμούς και απ’ τα όρη και απ’ όλες τις πεδιάδες. Και μάλιστα επειδή με πολλούς από εσάς είμαι πλέον συγγενής, καθώς τέλεσα τους ιδίους γάμους (εννοεί τους μικτούς γάμους Μακεδόνων και Περσίδων), πλήρωσα όλα τα χρέη σας χωρίς να πολυεξετάσω για ποιόν λόγο δημιουργήθηκαν, ενώ εσείς τόσα πολλά εισπράττατε ως μισθό και τόσα πολλά ιδιοποιούσασταν όταν γινόταν λεηλασία μετά από οποιαδήποτε πολιορκία, όλα τα εξόφλησα.

Επιπροσθέτως, στις μέρες μου κανένας Έλληνας δεν σκοτώθηκε ενώ υποχωρούσε και πως θα μπορούσε άλλωστε αφού εγώ πρωτοστατούσα στις μάχες και κινδύνευα, αν όχι το ίδιο, μπορεί και περισσότερο από εσάς. Όσο για αυτούς, τους ένδοξους, τους θεϊκούς νεκρούς, που έπεσαν με τιμή για την Ελλάδα εγώ ο ίδιος έκανα μεγαλοπρεπής ταφές και τους τίμησα και τους έκλαψα, θρηνώντας τους με όλη μου την ψυχή τώρα και για πάντα. Αυτοί απαλλαγμένοι πλέον από την φθαρτότητα της σάρκας έγιναν όμοιοι των Θεών και έγιναν αθάνατοι στη μνήμη με τα χάλκινα αγάλματα τους να κοσμούν και να φρουρούν την πατρίδα των προγόνων μας, ενώ οι οικογένειες τους, σε ένδειξη της ευγνωμοσύνης μου, είναι απαλλαγμένες από κάθε φόρο και υποχρέωση απέναντι μου. Όμως και σε όσους από εσάς δεν σκοτωθήκατε εγώ έδωσα χρυσά στεφάνια, προνόμια και ενθύμια της δικής μου επιβράβευσης και φιλίας.

Όμως τώρα που εγώ σκόπευα να στείλω πίσω (στην Μακεδονία) τους απόμαχους, τους ανάμεσα σε εμάς αξιοζήλευτους συμπατριώτες μας, εσείς στασιάσατε επιθυμώντας να επιστρέψετε όλοι σας στον οίκο των γονιών σας και να χαρείτε αυτά που εγώ σας προσέφερα. Έτσι λοιπόν αφού θέλετε να επιστρέψετε όλοι σας, φύγετε όλοι… και στην επιστροφή ανακοινώστε ότι το Βασιλέα σας τον Αλέξανδρο, που κατανίκησε τους Πέρσες και τους Μήδους, τους Βάκτρους και τους Σάκες, που κυρίευσε τους Ουξίους, τους Αραχώσιους και τους Δράγγες, που υπέταξε τους Παρθους, τους Χορασμίους και τους Υρκανούς, μέχρι την Κασπία θάλασσα, που πέρασε τον Καύκασο πέρα από τις Κασπίες πύλες, που διάβηκε τον Όξο και τον Τάναΐ ποταμό, ακόμη και τον ίδιο τον θεϊκό Ινδό που δεν πέρασε κανένας άλλος εκτός από τον Διόνυσο, άλλα και τον Υδάσπη, τον Ακεσίνη, τον Υδραώτη και που θα περνούσε και τον Ύφαση, αν εσείς δεν δειλιάζατε μπροστά στο άγνωστο, αυτόν που έφτασε στη Έξω Θάλασσα (Ινδικός Ωκεανός) και που απέπλευσε από τα δύο στόμια του Ινδού και διέσχισε την έρημο της Γεδρωσίας, από όπου κανείς ποτέ νωρίτερα δεν πέρασε με στρατό, και που στο πέρασμα του κατέκτησε την Καρμανία και τη χώρα των Ωρειτών, αυτόν να τους πείτε πως εγκαταλείψατε στα βάθη της Ανατολής, παραδίδοντας τον στους κατανικημένους βαρβάρους να τον φυλάγουν.

Ίσως λοιπόν όταν τους τα πείτε αυτά (τα όσα ο Αλέξανδρος είπε) εκείνοι, (οι Μακεδόνες στην Ελλάδα) θα σας δοξάσουν, εκ μέρους των ανθρώπων, ενώ οι Θεοί θα θεωρήσουν όσια την απόφαση σας όταν πάτε σε αυτούς. Η έστω έτσι νομίζεται.

Εμπρός λοιπόν, φύγετε, φύγετε όλοι…».

Με αυτά λοιπόν τα λόγια ο Αλέξανδρος ολοκλήρωσε την ομιλία του και αμέσως επέστρεψε στην σκηνή του. Οι άναυδοι ωστόσο Μακεδόνες, παρέμειναν σαστισμένοι, για πολύ ώρα, έξω από την σκηνή του Βασιλέα, μη μπορώντας να κατανοήσουν αυτά τα οποία είχαν μόλις πριν από λίγο ακούσει. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος, όπως φανερώνουν και τα λεγόμενα του, δεν είχε οργισθεί μαζί τους, αντιθέτως ένιωθε βαθύτατα απογοητευμένος από την αχαριστία τους. Ερμηνεύοντας το παραπάνω κείμενο, τείνω να πιστεύω πως τα λόγια του Αλεξάνδρου «δημιούργησαν», στην πλειοψηφία του στρατεύματος, τον εξής προβληματισμό, «Που θα ήμασταν χωρίς αυτόν και πως εμείς του ξεπληρώνουμε τα όσα έκανε για εμάς;».

Σύμφωνα με τον Αρριανό, λίγη ώρα αργότερα, οι Μακεδόνες, με αλαλαγμούς και παρακάλια κατάφεραν να πείσουν τον Αλέξανδρο να βγει ξανά από την σκηνή του και να ανακαλέσει την απόφαση του να τους διώξει όλους από κοντά του. Ένα μεγάλο συμπόσιο συμφιλίωσης, εκτόνωσε οριστικά την κατάσταση, ενώ ο Κρατερός ανέλαβε να οδηγήσει τους 10.000 «παλαίμαχους» πίσω στην Μακεδονία. Άλλωστε στο μυαλό του Αλεξάνδρου δεν υπήρχε χρόνος για εμφύλιες συγκρούσεις και άλλες τέτοιες γκρίνιες. Ένας κόσμος γεμάτος κατακτήσεις απλωνόταν μπροστά του. Η Αραβία, η Καρχηδόνα, η Ρώμη και γιατί όχι η Γαλατία και η Ισπανία, σύντομα θα έτρεμαν κάτω από το βηματισμό του Μακεδονικού στρατού. Χωρίς, ωστόσο, ο Μέγας Βασιλέας να το ξέρει, οι «Μοίρες» είχαν άλλα σχέδια για το θνητό τουλάχιστον σώμα του.

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους επέστρεψε στην Βαβυλώνα, όπου αφού «καθάρισε» όσους από τους Σατράπες βρήκε να έχουν καταχραστεί τον πλούτο της Αυτοκρατορίας, δέχθηκε πρεσβείες από όλους τους γειτονικούς λαούς. Σκύθες, Κέλτες, Γερμανοί, Ινδοί, και Αιθίοπες απεσταλμένοι είναι μόνον κάποιοι από τον τεράστιο εκείνο συρφετό απεσταλμένων, που έσπευσαν να υποβάλουν τα σέβη τους στον «Κατακτητή του Κόσμου», ωστόσο οχτώ μήνες αργότερα, την 2α Ιουνίου του 323 μ.Χ, μόλις τρεις μέρες πριν την έναρξη της εκστρατείας για την «Αραβική Κατάκτηση» ο Αλέξανδρος θα αρρωστήσει και τελικώς θα «κατακτήσει την αθανασία» την 13η Ιουνίου του ιδίου έτους, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια κληρονομιά, αλλά και μια Αυτοκρατορία χωρίς κάποιον αντάξιο του να την καθοδηγεί στις τρικυμίες που έρχονταν.

Εικόνα: Ρωμαϊκό αντίγραφο προτομής του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι πηγές και η αμφισβητήσεις.

Όλα τα παραπάνω κατεγράφησαν από τον ελληνικής καταγωγής, Ρωμαίο πολίτη και συγκλητικό, Λεύκιο Φλάβιο Αρριανό από την Νικομήδεια της Βιθυνίας, στο πασίγνωστο έργο του «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Ο παραπάνω Λόγος του Αλεξάνδρου καταλαμβάνει τα κεφάλαια 9 και 10 του έργου του, ενώ σαν πηγές ο Αρριανός έχει κυρίως χρησιμοποιήσει την χαμένη σήμερα «Ιστορία» του Πτολεμαίου Α’ του Λάγου, αλλά και τις «Βασίλειες Εφημερίδες», δηλαδή τα ημερήσια εκείνα φύλλα, πλήρους καταγραφής, των όσων συνέβαιναν καθημερινά στο απέραντο τότε βασίλειο της Μακεδονίας, κάτι δηλαδή σαν την σημερινή «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» και οι οποίες παρουσίαζαν μία επίσημη και λεπτομερής παρουσίαση των καθημερινών γεγονότων του πολιτικού κόσμου του κράτους του Αλεξάνδρου και μαζί την πιο πλήρη και αυθεντική πηγή για εκείνες τις ώρες που σημάδεψαν ανεξίτηλα και συνεχίζουν να σημαδεύουν ολόκληρο τον κόσμο.

Τέλος για λόγους ιστορικής ακρίβειας απαραίτητο θα ήταν να σημειώσουμε πως αρκετές σύγχρονες μελέτες αμφισβητούν το κατά πόσο ο Αλέξανδρος εκφώνησε όντως των παραπάνω λόγο, υποστηρίζοντας πως, είτε αυτός ήταν κατασκεύασμα της «Βασιλικής Γραμματείας» του Αλεξάνδρου, δηλαδή του Υπουργείου Εσωτερικών του όπως θα λέγαμε σήμερα, ενώ κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν πως ο λόγος αποτελεί προϊόν κατασκευής κάποιας φιλοσοφικής σχολής, λαμβάνοντας υπόψιν πως οι μαθητές για να αποφοιτήσουν από αυτές καλούνταν να δημιουργήσουν το λόγο κάποιου σημαντικού προσώπου, σε κάποια συγκεκριμένη περίσταση. Ωστόσο καμιά από αυτές της εικασίες δεν έχει απόλυτα τεκμηριωθεί μέχρι και σήμερα. Παρ’ όλα αυτά, ο λόγος του Αλεξάνδρου στην Ώπι συμπυκνώνει όλο το «Αλεξανδρινό πνεύμα» όντας ένα από τα πιο όμορφα και ελκυστικά για τον αναγνώστη κείμενα.

Πηγές:

  • J.G. Droysen, «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», (Μτφρ.: Ρένος, Ήρκος & Στάντης Αποστολίδης).
  • Πλούταρχου, «Βίοι Παράλληλοι», «Αλέξανδρος-Ιούλιος Καίσαρ».
  • Αρριανού, «Αλεξάνδρου Ανάβασις».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.