Νεότεροι Χρόνοι (1453-1860 μ.Χ)
Μισέλ Φουρμόν. Η «πολυποίκιλη» δράση του ανθρώπου που καυχιόταν πως κατέστρεψε τα μνημεία της αρχαίας Σπάρτης και όχι μόνον.

Μισέλ Φουρμόν. Η «πολυποίκιλη» δράση του ανθρώπου που καυχιόταν πως κατέστρεψε τα μνημεία της αρχαίας Σπάρτης και όχι μόνον.

Μπορεί στη εποχή μας η προστασία των αρχαίων μνημείων να θεωρείτε αυτονόητη, ωστόσο αυτό δεν υπήρξε πάντα ο κανόνας. Κατά την διάρκεια των αιώνων, Κέλτες, Ερούλοι, Γότθοι, Σλάβοι, Σαρακηνοί, Φράγκοι, Βούλγαροι και Τούρκοι κατέστρεψαν, λεηλάτησαν και λαφυραγώγησαν, μια μεγάλη πληθώρα μνημείων, με απώτατο σκοπό την αποκομιδή, όσο το δυνατόν περισσότερου, πλούτου από τα ερείπια. Ωστόσο κανείς, μα κανείς, δεν κατέστρεφε κάποιο μνημείο απλά για την «χαρά» της καταστροφής και την εξασφάλιση της προσωπικής του υστεροφημίας, ή έστω έτσι νομίζουμε.

Στο παρακάτω λοιπόν άρθρο θα αναδείξουμε την «πολυποίκιλη» δράση του κλασικιστή καθηγητή και φιλοσόφου, Μισέλ Φουρμόν, του ανθρώπου που στις επιστολές του προς τον Ζαν Φρεντερίκ Φελιπώ ντε Μωρεπά, ο οποίος ήταν αρχιγραμματέας και υπουργός αποικιών του Λουδοβίκου ΙΕ’, δήλωνε ότι, «Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κατέσκαψα. Δεν θέλω να αφήσω λίθο επί λίθου. Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από το να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου». Για να κατανοήσουμε λοιπόν τα έργα και τις ημέρες του «άστατου» αυτού ανθρώπου, καλύτερα θα ήταν να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το υπόβαθρο ενός ταραγμένου ανθρώπου.

Ο Μισέλ Φουρμόν γεννήθηκε στο Ερμπλαί, μερικά μόλις χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι, την 28η Σεπτεμβρίου του 1690. Για τα νεανικά του χρόνια λιγοστές πληροφορίες μας είναι γνωστές, ωστόσο γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα πως σε μικρή ηλικία στάλθηκε από τον πατέρα του σε μοναστήρι, με τον ίδιο να χειροτονείτε ιερέας μετά από λίγα χρόνια. Κατά την διάρκεια λοιπόν της παραμονής του στο μοναστήρι, ο νεαρός τότε Μισέλ, ανακάλυψε την φυσική ροπή του στις ανατολικές γλώσσες, σύμφωνα πάντα με το ρεύμα του «Οριενταλισμού», που εκείνη την εποχή είχε ήδη αρχίσει να κάνει τα πρώτα του βήματα στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Εικόνα: Μια από τις πολλές επιγραφές που εμπεριέχονται στις καταγραφές του Φουρμόν.

Έτσι λοιπόν, μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να μάθει Συριακά, γεγονός που στάθηκε αρκετό ώστε, έπειτα από μικρο χρονικό διάστημα, να του εξασφαλίσει μια θέση στο «Βασιλικό Κολέγιο» το 1720, κατέχοντας την έδρα των «Ανατολικών Σπουδών», αλλά και την είσοδο του στην «Βασιλική Ακαδημία Επιγραφών και Γραμμάτων», το 1724. Έχοντας αυτά τα προσόντα, δεν αποτελεί έκπληξη, πως ο Φουρμόν ήταν η πρώτη επιλογή του Λουδοβίκου ΙΕ’, όταν αυτός, το 1728, οργάνωσε μια εξαιρετικά μεγάλη αποστολή στην Ανατολή και πιο συγκεκριμένα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ώστε να περισυλλέξει αρχαία νομίσματα, χειρόγραφα, αλλά και άλλα αντικείμενα άξια μελέτης. Άξιο αναφοράς, σε αυτό το σημείο, είναι τον γεγονός πως τον Φουρμόν θα συνόδευε σε αυτή την αποστολή και ο αδερφός του, ο Ετιέν, ο οποίος κατείχε την έδρα της «Σινολογίας» στο «Βασιλικό Κολέγιο».

Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπο και σύμφωνα με τα όσα μας εξιστορεί ο Κυριάκος Σιμόπουλος, στο βιβλίο του, «Οι ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», η γαλλική αποστολή έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές Ιανουαρίου του 1729. Εκεί ο Φουρμόν, εμφανιζόμενος ως απεσταλμένος του Βασιλέα της Γαλλίας, κατάφερε να εφοδιαστεί με σχετικό «Μπουγιουρντί» από τον Σουλτάνο Αχμέτ Γ’, το οποίο του παραχωρούσε το δικαίωμα να «μελετήσει» οποιοδήποτε αρχαίο μνημείο, εντός της οθωμανικής επικρατείας, δηλαδή, με σύγχρονους όρους, κατάφερε να πάρει μια νομιμότατη άδεια «αρχαιοκαπηλίας».

Τα πεπραγμένα αυτού που ήθελε να «θαμπώσει όλους τους σοφούς».

Πρώτος σταθμός στη διαδρομή αυτού του επίδοξου «αρχαιολόγου», μετά την Κωνσταντινούπολη, υπήρξε η Αθήνα, όπου η αποστολή έμεινε πέντε μέρες και ο Ετιέν Φουρμόν φιλοτέχνησε το παλαιότερο σκίτσο του Ερεχθείου, στην κατάσταση που αυτό ήταν τότε. Έπειτα η αποστολή πέρασε τον Ισθμό, μπήκε στην Πελοπόννησο και μέσω της Μεγαλουπόλεως έφτασε στον Μυστρά, όπου η «Δημογεροντία» της περιοχής τον υποδέχτηκε με πολύ καλές προθέσεις.

Από τις πρώτες μέρες της παραμονής του στον Μυστρά, ο Φουρμόν ανακάλυψε εντοιχισμένα στα μεσαιωνικά τείχη του κάστρου, αρχαίες στήλες με επιγραφές και πολλά βάθρα από αγάλματα. Αντιλαμβανόμενος πως είχε χτυπήσει φλέβα, ο Φουρμόν προσέλαβε περίπου 10 εργάτες και με «λεπτές» κινήσεις «ξήλωσε» τα αρχαία ευρήματα του από την αρχική τους θέση. Μερικές μέρες αργότερα, στο τείχος των Παλαιολόγων, ανακάλυψε είκοσι ακόμη κομμάτια ενεπίγραφων, τα οποία είχαν φυσικά την ίδια τύχη με τα προηγούμενα.

Εικόνα: Ότι μας σώζεται σήμερα από τα ερείπια του ρωμαικου θεάτρου της αρχαίας Σπάρτης.

Αμέσως, ο Φουρμόν κατάλαβε πως είχε «χτυπήσει φλέβα», για αυτόν άλλωστε τον λόγο φρόντισε να προσλάβει άλλους 50 εργάτες, ανεβάζοντας την δύναμη του συνεργείου του στα 60 άτομα. Έτσι λοιπόν, επί 53 συνεχείς ημέρες δεν άφησε στην κυριολεξία «λίθο επί λίθου» στον Μυστρά, την Σπάρτη και στις Αμύκλες, ενώ κατεδαφίζοντας και σκάβοντας, ανακάλυψε πάνω από 300 επιγραφές, ανάγλυφα, αναθήματα και μικροτεχνήματα, τα οποία, αφού πρώτα κατέγραψε, έπειτα τα κατέστρεψε, με τον ίδιο μάλιστα να καυχιέται σε χειρόγραφο του προς τον Μωρεπά πως, «κατέστρεψα τις επιγραφές, για να μην αντιγραφούν από κάποιον άλλο μελλοντικό περιηγητή».

Μια από τις πιο σημαντικές πηγές, για τα πεπραγμένα τις γαλλικής περιήγηση του το 1729 στην Ελλάδα, είναι το προσωπικό ημερολόγιο του Μισέλ Φουρμόν, το οποίο ο ίδιος εξέδωσε, μετά την επιστροφή του στην Γαλλία. Σύμφωνα λοιπόν με το ημερολόγιο του, υπολογίζεται πως ο Γάλλος περιηγητής ανάσκαψε και κατέστρεψε πάνω από 3.500 αντικείμενα, κάθε είδους, κατά την διάρκεια του 1729, με μερικές καταγραφές να αναφέρουν έναν κατά πολύ μεγαλύτερο αριθμό.

Μάλιστα τα όσα γραφεί ο Φουρμόν στο ημερολόγιο του, για την καταστροφή που προξένησε στα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης, κατά την διάρκεια των «ερευνών» του, εξηγούν και τη σπανιότητα των αρχαιοτήτων σήμερα στη φημισμένη πόλη της Πελοποννήσου. Σύμφωνα λοιπόν με τα χειρόγραφα του, «Εισέδυσα στη Μάνη. Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης, γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της και μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή. Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι κάτι και αυτό;».

Σε μια άλλη του επιστολή, ο παρανοϊκός αυτός άνθρωπος αναφέρει, «Επί 50 και πλέον μέρες, 60 εργάτες εκθεμελιώνουν, καταστρέφουν και εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου υπολείπονται μόνον 4 πύργοι να καταστρέψω. Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε (αποτείνεται στον Μωρεπά) τι χαρά δοκιμάζω. Αλλά να η Μαντινεία, η Στυμφαλία, η Τεγέα και ιδιαίτερα η Νεμέα και η Ολυμπία αξίζουν την εκ βάθους εκθεμελίωση τους. Έκανα πολλές πορείες αναζητώντας τις αρχαίες πόλεις αυτής της χωράς και μάλιστα έχω καταστρέψει και μερικές, ανάμεσα τους την Τροιζήνα, την Ερμιόνη, την Τύρινθα, τη μισή ακρόπολη του Άργους, τη Φλιασιά, το Φενέο και πολλές άλλες».

Εικόνα: Ανύπαρκτο σήμερα βάθρο που ωστόσο έχει καταγραφεί από τον Μισέλ Φουρμόν.

Μάλιστα φτάνει σε τέτοιο σημείο αθλιότητας, ο φαντασιόπληκτος βάρβαρος, που λέει τα εξής, «Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από του να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ανακαλύψεις τα ονόματα των εφόρων, των γυμνασιαρχών, των αγορανόμων, των φιλοσόφων, των γιατρών, των ποιητών, των ρητόρων, των διάσημων γυναικών, τα ψηφίσματα της Γερουσίας, τους νόμους του Λυκούργου και έπειτα να τα καταστρέψεις. Τώρα ασχολούμαι με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα. Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν δεν με εμπόδιζαν οι βάρβαροι που κατοικούν στη περιοχή. Τον πύργο μάλιστα πρόλαβα και τον γκρέμισα ολοκληρωτικά».

Δεν παραλείπει μάλιστα να δείξει την αφέλεια που τον διακατείχε γράφοντας πως, «Στην Τροιζήνα γκρέμισα ότι απέμεινε από τα οχυρά και τους ναούς της. Από τους περιηγητές που προηγήθηκαν δεν θυμάμαι να τόλμησε κανείς να κατεδαφίσει πύργους και άλλα κτίρια. Εγώ όμως δεν μοιάζω με αυτούς που τρέχουν από πόλη σε πόλη απλά για να δουν. Εγώ έχω απλά εντολές να παίρνω χρήσιμα πράγματα». Σύμφωνα με τα στοιχεία που ο ίδιος μας παραθέτει, μόνο στη Σπάρτη πλήρωσε 1.200 ημερομίσθια για το γκρέμισμα των μνημείων και των κτιρίων που σώζονταν ακόμη.

Τελικώς οι πράξεις του προκάλεσαν την οργή μέχρι και του Γάλλου πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, του Μαρκησίου Βιλνέβ, ο οποίος τον κάλεσε άμεσα στην Πόλη για να δώσει εξηγήσεις. Ο Φουρμόν προκειμένου να δικαιολογηθεί στον πρέσβη, του απάντησε αφελώς πως, «Βρισκόμουν σε έναν φοβερό τόπο, στην περίφημη Μάνη. Κακός λαός και είμαι ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτα αξιόλογο, τίποτα για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω και να εκδικηθώ αυτό το σκυλολόι, ρίχτηκα πάνω στην αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτα από την πόλη που έκτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την ανασκάλεψα, την ξεθεμελίωσα, δεν έμεινε λίθος επί λίθου, έτσι λοιπόν την ισοπέδωσα με κάθε επισημότητα. Αυτές μου οι πράξεις προκάλεσαν το θαυμασμό των Τούρκων, ενώ οι Έλληνες λύσσαξε και οι Εβραίοι έμειναν κατάπληκτοι. Είμαι ήσυχος, πολύ περισσότερο γιατί απόκτησα από το ταξίδι μου πράγματα ικανά να βοηθήσουν και να θαμπώσουν όλους τους σοφούς». Ανατριχιάζει κανείς με τη σκέψη ότι θα μπορούσε να μεταφέρει το βαρβαρικό του μένος και στην Ολυμπία, την οποία μάλιστα είχε προγραμματίσει να επισκεφθεί, αλλά ευτυχώς ανακλήθηκε στη Γαλλία μερικούς μόνο μήνες αργότερα.

Ο επίλογος μιας παρανοϊκής φιλοδοξίας και η μεταγενέστερη κριτική.

Στην εποχή μας, αλλά και από πολύ νωρίτερα, έχει δημιουργηθεί στην Ευρώπη ένα τεράστιο κύμα αμφισβήτησης προς τα γραφόμενα του, κατά πάσα πιθανότητα, παρανοϊκού Μισέλ Φουρμόν. Ο πρώτος «αμφισβητίας», ο οποίος έθιξε ευθέως την εγκυρότητα των όσων κατέγραψε ο Φουρμόν, ήταν ο «ιστορικός-ερευνητής» Πιερ-Φρανσουά Χιούγκς, ήδη κατά την διάρκεια του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Ρίτσαρντ Πέιν Νάιτ και αυτός με την σειρά του θα αμφισβητήσει την εγκυρότητα των «Λακωνικών επιγραφών», αλλά και «τις καλές προθέσεις του Φουρμόν προς την ίδια την φύση του Πολιτισμού». Σχεδόν 50 χρόνια αργότερα, το 1806, κατά την διάρκεια της πρώτης επίσκεψης του Σατωβριάνδου στην, τότε ακόμα Τουρκοκρατούμενη, Ελλάδα, ο Γάλλος φιλόσοφος θα επισκεφθεί τα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης και θα φρίξει από τα όσα άκουσε από τους κατοίκους της περιοχής, ενώ γυρνώντας στην Γαλλία θα φροντίσει να βάλει, με τα γραφόμενα του, «το πρώτο εκείνο καρφί» στο φέρετρο της υστεροφημίας του Φουρμόν.

Εικόνα: Τα εναπομείναντα ερείπια της σπαρτιατικής ακρόπολης.

Ακόμα και ο γνωστός ιστορικός Φρανσουά Πουκεβίλ, το 1814, όντας πρέσβης της Γαλλίας στην Πάτρα, θέλοντας να εξακριβώσει προσωπικά τις βάσεις στις οποίες στηριζόταν η διαμάχη που είχε ξεσπάσει στην Ευρώπη για την πλαστότητα των επιγραφών του Φουρμόν, θα επισκεπτόταν και αυτός προσωπικά την περιοχή της αρχαίας Σπάρτης και θα προσπαθούσε να εξακριβώσει τα όσα αναπαράγονταν από τα γραπτά του Φουρμόν.

Τελικώς, έπειτα από ενδελεχή ερευνά και ενώ περισυνέλεξε όσες περισσότερες μαρτυρίες μπόρεσε να συγκεντρώσει, θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο «συμπατριώτης» του, δεν ήταν τίποτα άλλο από ένας, «ανίκανος ακόμα και για την πλαστογραφία επιγραφών, γιατί απλούστατα κάθε άλλο παρά σοφός ήταν». Με δυο λόγια λοιπόν, ο Πουκεβίλ καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο Φουρμόν, «όχι μόνο κατέστρεψε τα μνημεία της αρχαίας Σπάρτης, αλλά πλαστογράφησε και παραποίησε κιόλας τα όσα από αυτά κατέγραψε».

Ένα χρόνο αργότερα, ο Έντουαρντ Ντόντουελ, το 1815, μελετώντας τα χειρόγραφα του Φουρμόν θα αναρωτηθεί, «Γιατί άραγε η μανία κατά του Ελληνικού Πολιτισμού να ενσαρκωθεί, στην χειρότερη μορφή της, στο πρόσωπο ενός Γάλλου, του Μισέλ Φουρμόν». Ο ίδιος μάλιστα θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο αυτοκόλλητος αυτός «σοφός», κατέστρεφε τις επιγραφές, «… όχι γιατί φοβόταν τον ανταγωνισμό με έναν νεώτερο μελετητή, αλλά γιατί στην πραγματικότητα οι επιγραφές που παρουσίαζε ήταν παραποιημένες και έτρεμε μήπως αποκαλυφθεί ότι δεν είναι παρά ένας κοινός πλαστογράφος στον επιστημονικό κόσμο της εποχής του».

Στη σημερινή εποχή, η επιστημονική προσφορά του Μισέλ Φουρμόν, έχει απαλειφθεί ολοκληρωτικά, λόγο της κατάρρευσης της αξιοπιστίας του, άλλα και εξαιτίας των ομολογουμένων βάρβαρων και απολίτιστων «τεχνικών» του. Παρ’ όλα αυτά τα αποτελέσματα της περιήγησης του στην Ελλάδα, παραμένουν μέχρι και σήμερα εμφανή, μιας και λόγο αυτών κάθε αρχαιολογικό εύρημα που ανακαλύπτετε σήμερα στη Λακωνία θεωρείτε εξαιρετικά σπουδαίο, εξαιτίας πάντα της καταστροφής που προκάλεσε αυτός ο ανίδεος βάρβαρος. Τα όσα λοιπόν γράφτηκαν παραπάνω, τα παραθέτουμε σε εσάς για να βγάλετε τα συμπεράσματα σας. Είθε ο πολιτισμένος κόσμος να τον συγχωρέσει, κάποτε, για τα ανοσιουργήματα που έπραξε.

Πηγές:

  • Ε. Κωστοπούλου: «Τοπογραφικοί χάρτες και σχέδια της Μεσσηνίας όπως την είδε ο Abbé Michel Fourmont».
  • M. Shanks, «The classical archaeology of Greece: Experiences of the Discipline».
  • Κ. Σιμόπουλος, «Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων».
  • R. Stoneman, «Land of lost gods: The search for classical Greece».
  • R. P. Knight, «Analytical Essay on the Greek alphabet».
  • B. Ρασιάς, «Επίτομος ιστορία των Σπαρτιατών».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.