Μεσαιωνική Περίοδος (476–1453 μ.Χ)
Μελετώντας τις Σταυροφορίες απ’ την οπτική γωνία των Αράβων. (Μερος Α’). Η Α’ Σταυροφορία και η κατάκτηση των Αγίων Τόπων.

Μελετώντας τις Σταυροφορίες απ’ την οπτική γωνία των Αράβων. (Μερος Α’). Η Α’ Σταυροφορία και η κατάκτηση των Αγίων Τόπων.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, για κάποιο λόγο, λόγο τον οποίο μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή, οι Σταυροφορίες έχουν γίνει μια από τις πιο δυναμικές περιοχές ιστορικής έρευνας, ειδικά από τις πανεπιστημιακές έδρες του αγγλοσαξονικού κόσμου. Οι απανταχού ερευνητές και ιστορικοί, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην βόρεια Αμερική, διακατεχόμενοι από ένα υποκριτικό πνεύμα «μετάνοιας», παρόμοιο με εκείνο των «αυτομαστιγούμενων» Γερμανών του 15ου αιώνα, κάνουν ότι περνά από το χέρι τους, ώστε να αποδείξουν την έμπρακτη μετάνοια τους, χάρη και του κινδύνου προς τους αντιφρονούντες να χαρακτηρισθούν ως «ρατσιστές και ισλαμοφοβικοί».

Πέρα όμως από τις οποιεσδήποτε αυταπάτες και αγκυλώσεις του «Δυτικού Κόσμου», σχετικά με την ιστορία του, έχει μπει κανείς άραγε στην διαδικασία να αφουγκραστεί τα βιώματα και τις μαρτυρίες των Αράβων, συμπρωταγωνιστών αυτής της κωμικοτραγικής κατάστασης; Οι Δυτικοί μελετητές, σκοπούμενα ή μη, χρησιμοποιούν, κατά κύριο λόγο, τις μαρτυρίες των επιδρομέων Φράγκων, οι οποίοι, κατά τη γνώμη μου, είχαν το ιδιαίτερο εκείνο συμφέρον να μεταφέρουν μέσω των γραπτών τους μια εικόνα η οποία θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς τους. Από την άλλη πλευρά θα ρωτήσει βέβαια κάποιος, «Μα καλά και οι Μουσουλμάνοι δεν είχαν έναν περίπου ίδιο σκοπό με τους δυτικούς, δηλαδή να παρουσιάσουν τα γεγονότα με τρόπο που θα συνέφερε την δική τους πλευρά;».

Εγώ και στα δυο αυτά ρητορικά ερωτήματα θα απαντήσω, «μα και βέβαια ναι», ωστόσο εγώ, «εδώ» είμαι για να σας παρουσιάσω τα όσα υποστηρίζουν οι Άραβες πως έλαβαν χώρα και όχι για να κρίνω τις πηγές, που μας κληροδότησαν οι εκάστοτε συγγραφείς. Το καθήκον του να διαχωρισθεί «η ήρα από το στάρι», έγκειται ξεκάθαρα στην κρητική σκέψη του αναγνωστικού κοινού, αλλά και στην ικανότητα του να διακρίνει, όσο το δυνατόν σε μεγαλύτερο βαθμό, την ιστορική αλήθεια η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, είναι «εξαφανισμένη» μέσα στα νέφη, της αριστοτεχνικά υφασμένης προπαγάνδας, της φαντασιοπληξίας ορισμένων συγγραφέων, αλλά και της πολιτικής ορθότητας, που στις μέρες μας έχει ως σκοπό, όχι να αναδείξει την ιστορική αλήθεια, άλλα να κρύψει τα πάθη του παρελθόντος κάτω απ’ το χαλί της επελαύνουν παγκοσμιοποίησης. Αφού λοιπόν ολοκλήρωσα το παραλήρημα μου, ας πιάσουμε καλύτερα τα πράγματα από την αρχή.

Εικόνα: Ο Πάπας Ουρβανός Β’ στην «Σύνοδο της Κλερμόν» το 1095 μ.Χ. Το παραπάνω έργο εποπτεύθηκε από τον Ζαν Κολόμπ.

Το χρονικό πλαίσιο.

Όταν ένας μελετητής έρθει αντιμέτωπος με τον όρο «Σταυροφορίες», συχνά, αλλά τελικώς όχι άδικα, έχει ήδη σχηματίσει ένα ιδεολογικό υπόβαθρο στο πίσω μερος του μυαλού μας, το οποίο τον προκαταβάλει, κατά κύριο λόγο αρνητικά, σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στους Αγίους Τόπους, αλλά και σε μια πληθώρα άλλων περιοχών στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, τόσο ενάντια σε μουσουλμάνους ηγεμόνες, όσο και ενάντια σε άλλους χριστιανούς, με κυριότερο παράδειγμα την Δ’ Σταυροφορία του 1202 μ.Χ, η οποία με κύριο γνώμονα την απληστία και το τυχοδιωκτισμό των «ποιμένων» της, επέφερε την θλιβερή και επαίσχυντη «Λεηλασία της Κωνσταντινούπολης», που έλαβε χώρα από την 8η έως και την 13η Απριλίου του 1204 μ.Χ. (Δείτε επισης το άρθρο μας: Ένας «Ιερός Πόλεμος» που εκπυρσοκρότησε. Η «ανίερη» Δ’ Σταυροφορία, τα αίτια και οι αφορμές της καταστροφής του 1204).

Παρ’ όλα αυτά, επειδή το συγκεκριμένο θέμα είναι ιδιαίτερα εκτενές, καλό θα ήταν να παραμείνουμε προσκολλημένοι στην περίοδο αυτή των Σταυροφοριών η οποία θα μας βοηθήσει να αναδείξουμε τις αραβικές καταγραφές, γεγονός το οποίο περιορίζει κατά πολύ το χρονικό εύρος το οποίο αξίζει να μελετηθεί. Πιο συγκεκριμένα, στις παρακάτω παραγράφους θα μελετήσουμε διεξοδικά εκείνες τις μαρτυρίες, αραβικές στην καταγωγή, που σχετίζονται με τις Σταυροφορίες που είχαν ως στόχο την Ασία, την Βόρεια Αφρική και την Ιβηρική Χερσόνησο, από το 1095 μ.Χ, από το έτος δηλαδή κατά το οποίο κηρύχθηκε η Α’ Σταυροφορία από τον Πάπα Ουρβανό Β’, έως την 9η Οκτωβρίου του 1365 μ.Χ, ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η «Λεηλασία της Αλεξανδρείας» από τον Βασιλέα Πέτρο Α’ της Κύπρου.

Οι εισβολές των Φαράνζ σε έναν βαθιά διχασμένο Ισλαμικό κόσμο.

Στα αρχικά του στάδια τουλάχιστον, το κίνημα των σταυροφοριών είχε ένα ξεκάθαρα θετικό πρόσημο για τους σκοπούς της Χριστιανοσύνης, τουλάχιστον όπως αυτή εκφραζόταν από την «Επισκοπή της Ρώμης», ωστόσο, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ήδη κατά την διάρκεια της προέλασης των δυνάμεων της Α’ Σταυροφορίας, στις Ευρωπαϊκές αλλά και στης Ασιατικές κτίσεις της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αυτό το θετικό κλίμα θα αντιστραφεί άρδην, εξαιτίας των όσον έπρατταν οι Σταυροφόροι απ’ όπου περνούσαν.

Χωρίς να θέλω να παραμείνω περισσότερο στα συναισθήματα που δημιούργησαν οι Σταυροφόροι στους «Ρωμαίους της Ανατολής» (Δείτε επισης το άρθρο μας: Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. (Μέρος Γ’). «Είναι θέλημα Θεού») και για λόγους συντομίας, καλό θα ήταν να αναλογισθούμε πως ένα κρίσιμο σημείο στον τρόπο με τον οποίο οι Ρωμανία διαχειριζόταν τα στρατεύματα των εκάστοτε Σταυροφοριών, ήταν η ταχύτητα με την οποία ο εκάστοτε Αυτοκράτορας θα ερχόταν σε συνεννόηση με τους εκάστοτε ηγέτες της, ώστε να καταστεί δυνατή, όσο το δυνατόν, η ποιο ανώδυνη για την Αυτοκρατορία διεκπεραίωση των Σταυροφόρων στην Μικρά Ασία. Σημειωτέων πως μετά την Δ’ Σταυροφορία και τα καταστροφικά αποτελέσματα αυτής για το Ρωμαϊκό κράτος, το κύριο μέσω μεταφοράς των εκάστοτε σταυροφορικών δυνάμεων θα παραμείνει, μέχρι και την εποχή που αυτές ατόνησαν, ο στόλος της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετιάς».

Εικόνα: Αναπαράσταση της Σταυροφορίας του Λαού, από κώδικα του 15ου αιώνα.

Έτσι λοιπόν, οι Άραβες ιστορικοί και χρονικογράφοι της εποχής των Σταυροφοριών, όπως ο Ιμπίν αλ-Κουανίσι (Ibn al-Qalanisi) στο «Χρονικό της Δαμασκού» (Mudhayyal Ta’rikh Dimashq) και ο Αλί Ιμπίν αλ-Αθιρ (Ali Ibn al-Athir) στο έργο του «Παγκόσμια Ιστορία» (al-Kamil fi at-Tarikh), χαρακτηρίζουν τις Σταυροφορίες ως «φράγκικους πολέμους», ενώ ο Ιμπίν αλ-Αθιρ χρησιμοποιεί και τον όρο «φράγκικες εισβολές» σε πολλά σημεία καθ’ ολη την έκταση του σπουδαίου έργου του.

Από αυτό αντιλαμβανόμαστε πως οι Άραβες χαρακτήριζαν τους Σταυροφόρους συλλήβδην ως Φράγκους, ή για να είμαστε πιο ακριβείς ως «Φαράνζ», λέξη που διαφοροποιούνταν ανάλογα με την περιοχή σε «Φαρανζάτ» ή «Ινφράνζ». Κατ’ αυτό τον τρόπο καταλαβαίνουμε πως οι Άραβες δεν αντιλαμβανόντουσαν τους Σταυροφόρους ως έναν στρατό ο οποίος πράττει κάτι παρόμοιο με την δική τους «Τζιχάντ» (Jihad), αλλά αντιθέτως είχαν για αυτούς την άποψη πως δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα ακόμα συρφετό επιδρομέων που δεν επιθυμούσαν τίποτα άλλο εκτός από την λεηλασία και την ευχαρίστηση των μοχθηρών ενστίκτων τους.

Βλέπετε, οι συμμετάσχοντες της Α’ Σταυροφορίας, αλλά και το άτυχο συρφετό υπό τον Πέτρο τον «Ερημίτη» που προηγήθηκε αυτής, είχαν την τύχη να αντιμετωπίσουν εκείνη την εποχή έναν Ισλαμικό κόσμο βαθύτατα διχασμένο ανάμεσα στο Σουνιτικό Χαλιφάτο των Αββασιδών με έδρα τη Βαγδάτη και στο Σιιτικό Σουλτανάτο των Φατιμιδών, με έδρα το Κάϊρο. Συνάμα οι νεοφερμένοι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν ξεπηδήσει από τις στέπες της Κεντρικής Ασίας, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας, αλλά και εκτάσεις από την Μεσοποταμία μέχρι την Σαμαρκάνδη, οξύνοντας έτη περαιτέρω την διαμάχη ανάμεσα στην Σιιτική και στη Σουνιτική φατρία.

Μάλιστα, όταν το 1076 μ.Χ, ο Μαλίκ Σαχ Α’ (Malik-Shah I ), πρωτότοκος γιος του «Αλπ Αρσλάν» (Muhammad bin Dawud) που 5 χρόνια νωρίτερα είχε διαλύσει τον αυτοκρατορικό στρατό στο Μαντζικέρτ, κατέκτησε την Συρία και την Παλαιστίνη, η οποία μέχρι τότε βρισκόταν στα χέρια των Φατιμιδών, με την Ιερουσαλήμ να πέφτει στα χέρια της «Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Σελτζούκων» μέσα στο δεύτερο μισό του ίδιου χρόνου, τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο. Ένα χρόνο αργότερα μάλιστα, το 1077 μ.Χ. ο Σουλεϊμάν Ιμπίν Κουταλμίς (Suleiman ibn Qutalmish), μακρινός ξάδερφος του Μαλίκ Σαχ, θα κάνει μια ακόμα κίνηση που θα εξοργίσει τους Φατιμίδες, ιδρύοντας το ημιανεξάρτητο «Σουλτανάτο του Ρουμ», με έδρα την παλαιά αυτοκρατορική μεγαλούπολη, την Νίκαια της Βιθυνίας.

Εικόνα: Η Αυτοκρατορία των Μεγάλων Σελτζούκων.

Για να γίνει απολυτά κατανοητό το χάσμα ανάμεσα σε Σιίτες και Σουνίτες, αρκεί κανείς να αναλογισθεί αυτά που γράφει στο χρονογράφημα του ο Ιμπίν αλ-Μπιμπί (Ibn al-Bibi), ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς που υπηρετούσαν το Χαλιφάτο των Αββασιδών. Ο ίδιος, σε ένα έργο του, του οποίου το όνομα στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί κάπως αόριστα ως «Σελτζουκιάδα» (El-Evamir’lAla’iyye fī’l-Umuri’l-Ala’iyye ) έγραψε τα εξής, «Κάποιοι σπουδαίοι λένε, πως όταν οι άρχοντες της Αιγύπτου (Σουλτανάτο των Φατιμιδών) είδαν την εξάπλωση των Σελτζούκων φοβήθηκαν ζητώντας από τους Φράγκους να εισβάλουν στην Συρία και την Παλαιστίνη και να δημιουργήσουν εκεί ένα φράγμα μεταξύ αυτών και των νεοφερμένων (αναφέρεται στους Σελτζούκους) τέκνων του Αλλάχ. Μόνο ο Θεός ξέρει την αλήθεια και αργά η γρήγορα θα τιμωρήσει τους βλάσφημους». Από την παραπάνω αναφορά στα λεγόμενα του Ιμπιν αλ Μπιμπι, βλέπουμε πως ο διχασμός του Ισλαμικού κόσμου είχε φτάσει σε σημείο να κατηγορεί η μια φατρία την άλλη, πως αυτή προσκάλεσε τους Φράγκους να εισβάλουν στη Συρία και την Παλαιστίνη.

Η πρώτη επαφή των Σταυροφόρων με τους Μουσουλμάνους και η κατάκτηση της Συρίας.

Ασχέτως με τα παραπάνω, οι Φράγκοι εισβολείς, φρόντισαν άμεσα, από την πρώτη κιόλας Σταυροφορία να χτίσουν μια φήμη η οποία θα τους συνόδευε στους αιώνες που θα έρχονταν. Ο πρώτος που αντίκρισε τις δυνάμεις των Σταυροφόρων, ήταν ο Κιλίζ Αρσλάν Α’ (Kilij Arslan I), ο Σουλτάνος του Ρουμ, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ, αφού απέκρουσε, με ευκολία, τους «κατσαπλιάδες» του Πέτρου του «Ερημίτη», νόμισε πως όλα είχαν τελειώσει. Αυτή του η απερισκεψία θα τον οδηγούσε, μερικούς μόνον μήνες αργότερα, να δει την Νίκαια, την πρωτεύουσα του δηλαδή, να πέφτει στα χέρια του Ρωμαϊκού στρατού, ο οποίος, πολύ σοφά, απαγόρευσε στους Σταυροφόρους να εισέλθουν μαζικά στην πόλη.

Λίγο αργότερα, την 26η Ιουνίου 1097 μ.Χ. και μετά από μια εξαιρετικά δύσκολη πορεία, μέσα στο κατακαλόκαιρο, το φραγκικό στράτευμα θα καταφέρει κοντά στο Δορύλαιο, το σημερινό Εσκί Σεχίρ, να κατανικήσει τις δυνάμεις του Κιλίτζ Αρσλάν Α’, με τον ιστοριογράφο Αμπού ιμπίν αλ-Καλανίσιμ (Abu ibn al-Qalanisi ) από την Δαμασκό, να αναφέρει στο έργο του, «Το Χρονικό της Δαμασκού» (Dhail Ta’rikh Dimashq) πως μετά την μάχη στο Δορύλαιο, «Οι Φράγκοι κατέσφαξαν τους αιχμαλώτους, ενώ λεηλάτησαν την γύρο περιοχή, σκοτώνοντας και πουλώντας ως σκλάβους όσους έπιαναν, ανεξαρτήτως αν αυτοί ήταν Μουσουλμάνοι ή Ρωμαίοι. Φτάνοντας τα νέα στην Δαμασκό όλοι πανικοβλήθηκαν, με τον τρόμο και την αγωνία να παίρνουν μεγάλες διαστάσεις στην πόλη».

Σχεδόν τέσσερις μήνες αργότερα, την 21η Οκτωβρίου του 1097 μ.Χ, οι Σταυροφόροι έφτασαν έξω από τα τείχη της Αντιόχειας, η οποία μπορεί ναι μεν να είχε χάσει την παλαιά αυτοκρατορική της αίγλη, ωστόσο παρέμενε μια εντυπωσιακή πόλη, με 40.000 κατοίκους, σπουδαία οχυρωματικά έργα με τα οποία την είχε προικίσει ο Ιουστινιανός, 360 πύργους και πυργίσκους, αλλά και μια συνολική περίμετρο που ξεπερνούσε τα 18 χιλιόμετρα. Με δυο λόγια η Αντιόχεια ήταν μια πόλη σαν αυτές που δεν υπήρχαν στην δυτική Ευρώπη.

Βλέποντας τους, ο Γιαγκί Σιγιάν, ο οποίος ήταν ο διοικητής της πόλης, διατάσσει να φύγουν από την πόλη όλοι οι «νασσαρά» (nasarawa), εννοώντας τους ακολούθους του Ναζωραίου, καθώς ο ίδιος φοβόταν μην τυχόν και κάποιος από αυτούς πρόδιδε την άμυνα της πόλης στους Φράγκους εισβολείς. Παρ’ όλα αυτά και όπως μας πληροφορεί ο Αλι ιμπν αλ-Αθίρ, «Ένας καταραμένος Αρμένιος Μουσουλμάνος, ο Φιρούζ που ήταν σιδεράς στο επάγγελμα, είθε ο Αλλάχ να τον τιμωρήσει, επειδή βρέθηκε να πουλά τρόφιμα στην μαύρη αγορά και επειδή του επιβλήθηκε πρόστιμο για αυτό, ο καταραμένος ζητώντας να εκδικηθεί τις αρχές, ήρθε σε επαφή με τους Φράγκους τους οποίους και βοήθησε να παραβιάσουν το οχυρό και να εισέλθουν στην πόλη, την 3η Ιουνίου του 1098 μ.Χ. Βλέποντας το αυτό, ο Σιγιάν ο «Αμαρτωλός» εγκατάλειψε την πόλη και μαζί με αυτή χιλιάδες πιστούς (Μουσουλμάνους) στα χέρια των βαρβάρων».

Εικόνα: Η προέλαση των στρατευμάτων της Α’ Σταυροφορίας, στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Χωρίς να θέλω να επεκταθώ περαιτέρω, γίνετε ευκόλως αντιληπτό πως ολόκληρος ο πληθυσμός της Αντιόχειας βρήκε φριχτό τέλος, ωστόσο η γενική σφαγή που ακολούθησε δεν θα μπορούσε σε τίποτα να συγκριθεί με τα όσα έγιναν στην πόλη Μάαρα, στα νοτιοανατολικά της Αντιόχειας. Όπως μας πληροφορεί ξανά ο Αλι ιμπν αλ-Αθίρ στη Μάαρα, «οι κάτοικοι ζούσαν μια ήρεμη ζωή υπό την εποπτεία του Ρεντβάν, ο οποίος ηγεμόνευε στο Χαλέπι, πριν να έρθουν οι Φράγκοι. Το καμάρι της Μάαρα ήταν το γεγονός ότι ήταν γενέτειρα του Αμπούν-Αλά αλ Μααρί (Abu Ala al-Maarri), μιας από τις μεγαλύτερες μορφές της αραβικής μας λογοτεχνίας. Ο τυφλός αυτός ποιητής είχε μάλιστα το θάρρος να γράψει ότι, “Οι κάτοικοι της γης χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σ’ αυτούς που έχουν μυαλό και δεν έχουν θρησκεία, και σ’ αυτούς που έχουν θρησκεία, αλλά δεν έχουν μυαλό”».

Συνεχίζοντας λοιπόν το έργο του, ο ιμπν αλ-Αθίρ μας περιγράφει πως, «Όταν οι κάτοικοι της Μάαρας έμαθαν πως η Αντιόχεια έπεσε και οι κάτοικοι της σφαγιάστηκαν, έσπευσαν να έρθουν σε επαφή με τον Μποεμόν (αναφέρετε στον Βοημούνδο του Τάραντα). Αυτός τους υποσχέθηκε πως κανείς δεν θα τους πείραζε, αρκεί αυτοί να άνοιγαν τις πύλες και να άφηναν, χωρίς να αντισταθούν, τους Σταυροφόρους να καταλάβουν την πόλη. Έτσι λοιπόν και αυτοί έπραξαν, με τους Φράγκους να μπαίνουν στην Μάαρα, την 11η Δεκεμβρίου του 1098 μ.Χ. Ωστόσο ο Μποεμόν δεν τίμησε τα όσα υποσχέθηκε, με τους Φράγκους να περνούν, επί 3ης μέρες, όλους τους πιστούς από την κόψη του σπαθιού, σκοτώνοντας περισσότερους από 100.000 ανθρώπους και αιχμαλωτίζοντας πολλούς». Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να έχουμε στο μυαλό μας πως ο ισχυρισμός του ιμπν αλ-Αθίρ πως η Μάαρα είχε 100.000 κατοίκους μάλλον θα πρέπει να είναι υπερβολή.

Παρ’ όλα αυτά, το συγκεκριμένο γεγονός επιβεβαιώνει και ο Φράγκος χρονικογράφος Ραούλ ντε Καέν (Raul de Caen), ο οποίος αναφέρει πως, «στη Μάαρα οι δικοί μας επειδή κάηκαν οι αποθήκες με τα τρόφιμα και λιμοκτονούσαν, έβραζαν σε χύτρες τους ανθρώπους και καταβρόχθιζαν τα παιδιά ψημένα στη σούβλα». Σε συνέχεια των παραπάνω, ο Ουσάμα Ιμπν-Μουνκίντθα (Usama ibn Munqidh) γράφει στο έργο του «Η Βίβλος του Στοχασμού» (Kitab al-I’tibar) πως, «Όσοι άκουγαν για τους Φράγκους, όταν τους γνώριζαν, έβλεπαν και με τα μάτια τους ότι αυτοί δε διαφέρουν και πολύ από τα ζώα, τα οποία ωστόσο έχουν και τα πλεονεκτήματα του θάρρους και της θέρμης στον πόλεμο, αλλά τίποτε άλλο πέρα από αυτό, όπως δηλαδή τα ζώα που έχουν μόνο την υπεροχή της δύναμης και της επιθετικότητας».

Διαβάζοντας κανείς τα παραπάνω θα αναρωτηθεί, «Είναι άδικη η παρουσίαση των Φράγκων ως ανθρωποφάγων ζώων άραγε;». Θα σας απαντήσω με πάσα βεβαιότητα πως «Όχι». Όχι διότι αυτό το επιβεβαιώνουν οι ίδιοι, σε επιστολές που διάφοροι έστελναν στον Πάπα Ουρβανό Β’ διαμαρτυρόμενοι για τα όσα έκαναν οι συμπολεμιστές τους στην Μάαρα. Μια από αυτές τις επιστολές πληροφορεί τον Ουρβανό, ορθά κοφτά, πως, «Ένας φοβερός λιμός έπληξε τη στρατιά στη Μάαρα, που εξανάγκασε πολλούς στη σκληρή πράξη, να τραφούν με τα σώματα των Σαρακηνών».

Εικόνα: Πίνακας που αναπαριστά την πολιορκία της Αντιόχειας. Ο πίνακας έχει πολλά αναχρονιστικά στοιχεία, ενώ ειναι έργο του Ζαν Κολόμπ.

Ακόμα και αν κανείς τα θεωρήσει όλα αυτά ως φαντασιοπληξίες, υπάρχουν εκατοντάδες καταγραφές πως ομάδες Ταφούρ (Tafurs), δηλαδή ομάδες Φράγκων ζηλωτών που εντάχθηκαν στις δυνάμεις του Πέτρου του «Ερημίτη» και μετά την καταστροφή της «Σταυροφορίας του Λαού» μεταπήδησαν στις δυνάμεις της Α’ Σταυροφορίας, ξεχύνονταν στις κοιλάδες γύρο από την Μάαρα τα βράδια φωνάζοντας ότι θέλουν να, «τραγανίσουν κρέας σαρακηνό και το βράδυ μαζεύονταν γύρω από φωτιά για να καταβροχθίσουν τα θύματά τους». Μάλιστα, ο Φράγκος χρονικογράφος Αλμπέρ ντ’ Άιξ (Albert van Eyck) έγραψε μεταξύ άλλων ότι, «οι δικοί μας όχι μόνο δεν ένιωθαν απέχθεια να τρώνε Σαρακηνούς, αλλά έτρωγαν ακόμα και σκύλους». Τελικώς τα βάσανα της Μάαρας τελείωσαν την 13η Ιανουαρίου του 1099 μ.Χ, όταν οι Φράγκοι μετά από ένα όργιο βιασμών, δολοφονιών, λεηλασιών, κανιβαλισμού και οποιουδήποτε άλλου ανοσιουργήματος μπορεί να σκεφθεί ανθρώπου νους, όργιο το οποίο κράτησε πάνω από έναν μήνα, γκρέμισαν τα τείχη, έβαλαν φωτιά στη πόλη και έπειτα έφυγαν ανενόχλητοι και «χορτατοι» απο την πόλη.

Το μεγαλύτερο νεκροταφείο των Αγίων Τόπων.

Παρ’ όλα αυτά, ο κύριος στόχος της Σταυροφορίας παρέμενε η Ιερουσαλήμ, η οποία έμελλε να γίνει και το μεγαλύτερο νεκροταφείο των Αγίων Τόπων, για άλλη μια φορά στην ιστορία της. Κοντολογίς, έπειτα από πολιορκία 40 ημερών, την Μεγάλη Παρασκευή στις 5 Ιουλίου του 1099 μ.Χ, οι Φράγκοι κατέλαβαν την «Ιερά Πόλη», με της μαρτυρίες που περιγράφουν τα γεγονότα που ακολούθησαν να μην διαφέρουν και πολύ. Ποιο συγκεκριμένα, ο ιμπν αλ-Αθίρ αναφέρει πως, «οι Φράγκοι άφησαν τον Ίφτικαρ αλ-Ντουάλα (Iftikhar al-Dawla) (τον διοικητή της Ιερουσαλήμ) και τους άνδρες του να φύγουν νύχτα προς το λιμάνι της Ασκαλόν, όπου και εγκαταστάθηκαν, ωστόσο ο λαός του Aλ-Κουντουζ (AlQuds) (της Ιερουσαλήμ δηλαδή) πέρασε από την κόψη του σπαθιού. Οι Φράγκοι έσφαζαν τους μουσουλμάνους επί μια βδομάδα, ενω στο τέμενος Aλ-Ακσά (Al-Aqsa) οι βάρβαροι σκότωσαν περισσότερους από 70.000 ανθρώπους».

Οι περιγραφές αναφέρουν ξανθούς πολεμιστές με πανοπλίες να ξεχύνονται στους δρόμους, με γυμνά σπαθιά αποκεφαλίζοντας άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Οι επιζώντες μετέφεραν τα πτώματα στα χωράφια και τα έκαψαν και μετά εκτελούνταν και αυτοί ή πωλούνταν ως σκλάβοι. Η τύχη των Εβραίων της πόλης ήταν επίσης αποτρόπαιη. Σύμφωνα με τις «Επιστολές των γερόντων του Καραΐτε της Ασκελόνας» (Letter of the Karaite elders of Ascalon)«Πολλά από τα παιδιά του Ισραήλ συγκεντρώθηκαν στην κύρια συναγωγή, για να σωθούν, ενώ οι Φράγκοι απέκλεισαν όλες τις εξόδους της εβραϊκής συνοικίας στα βόρεια της πόλης. Αυτοί, αφού στοίβαξαν ξύλα στην πύλη της συναγωγής έβαλαν φωτιά, με όσους δεν βγήκαν έξω να βρίσκουν φριχτό θάνατο, ενώ όσοι δεν κάηκαν ζωντανοί σκοτώνονταν στην προσπάθειά τους να διαφύγουν».

Προς επιβεβαίωση των παραπάνω μαρτυριών θα παραθέσω τα όσα έγραψε ο Φούλχερ της Σαρτρ (Fulcher of Chartres) στο έργο του «Συλλογή των Ιστορικών της (Α’) Σταυροφορίας» (Recueil des historiens des croisades). Ο Φράγκος ιερέας, μεταξύ άλλων, μας παραθέτει τα εξής, «Οι Φράγκοι μπήκαν πανηγυρικά στην πόλη το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής και υπό τον ήχο των σαλπίγγων και μες στη γενική αναταραχή, εφόρμησαν με τόλμη αλαλάζοντας “Deus vult (Ο Κύριος μεθ’ ἡμών). Ευθύς ύψωσαν ένα λάβαρο στον κορυφή του τείχους. Οι Μουσουλμάνοι υπερασπιστές της πόλης πανικοβλήθηκαν και όλο το θάρρος που είχαν, ως τότε, επιδείξει μετατράπηκε σε άτακτη φυγή στα δρομάκια της πόλης. Πολλοί Σαρακηνοί που είχαν σκαρφαλώσει στη στέγη του ναού του Σολομώντα πληγώνονταν θανάσιμα από βέλη καθώς προσπαθούσαν να διαφύγουν, κι έπεφταν από τη στέγη με το κεφάλι. Γύρω στις 70.000 καρατομήθηκαν στο ναό. Αν είσασταν εκεί, το αίμα της σφαγής θα σας έφτανε μέχρι τον αστράγαλο. Τι να πω; Κανείς τους δεν απέμεινε ζωντανός, δεν χαρίστηκαν ούτε στις γυναίκες ούτε στα παιδιά. Οι ιπποκόμοι μας και οι πεζικάριοι, όταν ανακάλυψαν τα τεχνάσματα των Σαρακηνών, ξεκοίλιαζαν εκείνους που μόλις είχαν μακελέψει οι αφέντες τους για να βγάλουν από τα έντερα τους τα “υπέρπυρα” (δηλαδή τα ρωμαϊκά χρυσά νομίσματα) που είχαν καταπιεί οι σιχαμεροί λαιμοί τους ενόσω ήταν ζωντανοί. Για τον ίδιο λόγο, μερικές ημέρες αργότερα οι άνδρες μας έστησαν έναν πελώριο σωρό από πτώματα και τα κατέκαψαν, ώστε να βρουν πιο εύκολα το προαναφερθέν χρυσάφι».

Εικόνα: Πίνακας, έργο του Εμίλ Σινιόλ, που αναπαριστά την πτώση της Ιερουσαλήμ.

Τέλος από ένα άλλο «ανώνυμο» αραβικό χρονικό πληροφορούμαστε πως οι Σταυροφόροι, «Διέταξαν επίσης να πετάξουν όλους τους νεκρούς έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, για να αποφύγουν την τεράστια δυσωδία, αυτό διότι η πόλη ήταν σχεδόν γεμάτη από τα πτώματα των Μουσουλμάνων. Έτσι λοιπόν οι ζωντανοί τράβαγαν τους νεκρούς έξω από τις πύλες και έφτιαχναν από αυτούς σωρούς ψηλούς όσο και τα σπίτια. Τέτοια σφαγή πιστών κανείς ποτέ δεν άκουσε ούτε είδε, αφού και οι φωτιές ήταν σαν τα Μάτια του Αλλάχ, με τον αριθμό τους να τον ξέρει μονάχα αυτός».

Οι μαρτυρίες των Αράβων ιστορικών και χρονογράφων που παρατέθηκαν παραπάνω, αποτελούν μονάχα μια ερημική σταγόνα σε έναν απύθμενο ωκεανό αίματος, ο οποίος μάλιστα θα γνώριζε το μέγιστο βύθισμα του τα επόμενα χρόνια, αφού το φαινόμενο των σταυροφοριών δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει των σκοπό του. Σε αυτό το άρθρο καταφέραμε λοιπόν να καλύψουμε μόνον ένα μικρό μόνο μέρος της περιόδου από το 1095 μ.Χ. έως το 1365 μ.Χ, καθώς εστιαστήκαμε κατά κύριο λόγο στα γεγονότα της Α’ Σταυροφορίας. Έτσι λοιπόν για να επιτελέσουμε πλήρως την υπόσχεση μας, να αναδείξουμε δηλαδή τις απόψεις των Αράβων ιστορικών για τις Σταυροφορίες, θα καλύψουμε τον χρονικό ορίζοντα από το 1099 μ.Χ, έτος κατά το οποίο έπεσε η Ιερουσαλήμ έως και το 1365 μ.Χ. σε επόμενο άρθρο που θα ακολουθήσει το παρόν, σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Πηγές:

  • National Library of Israel, «Abu ibn al-Qalanisi: Continuation of the Chronicle of Damascus (Mudhayyal Ta’rikh Dimashq)».
  • Mükrimin Halil Yinanç, «Ibn Bibi: Selçukname (El-Evāmirü’l-‘Alā’iyye fī’l-Umuri’l-‘Ala’iyye)».
  • Al-Maktaba al-Assrya, «Ali ibn al-Athir: The Complete History (al-Kamil fi at-Tarikh)».
  • Paul M. Cobb, «Usama ibn Munqidh: Book of the Staff (Kitab al-‘Asa)».
  • Alex Mallett, «Medieval Muslim Historians and the Franks in the Levant».
  • University of Michigan, «Letter of the Karaite elders of Ascalon».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.