Σύγχρονος Κόσμος
Η κρίση της Κορέας και οι «Σπαρτιάτες» του «Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος».

Η κρίση της Κορέας και οι «Σπαρτιάτες» του «Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος».

Τον Ιούλιο του 1953, ο Κορεατικός Πόλεμος διήγαγε ήδη το τέταρτο και κατ’ όπως φάνηκε αργότερα τελευταίο έτος του. Όλα ξεκίνησαν την 25η Ιουνίου του 1950, όταν οι στρατιωτικές δυνάμεις της Βορείου Κορέας προέλασαν πέρα από τον 38ο παράλληλο, ο οποίος και όριζε τα σύνορα μεταξύ των δυο κρατών της Κορεατικής Χερσονήσου, προκηρύσσοντας πως μόνος τους στόχος ήταν η συνένωση των δυο τμημάτων της Κορεατικής επικράτειας σε μια ενιαία πολιτική οντότητα. Συνάμα η πολίτικη ηγεσία της Βόρειας Κορέας, υπό τον Κιμ Ίλ-σονγκ (Kim Il-sung), ήταν αποφασισμένη να επιτύχει, πάση θυσία, την σύλληψη και κατόπιν την καταδίκη του Νοτιοκορεάτη πρωθυπουργού Σίγκμαν Ρι (Syngman Rhee), αλλά και των οπαδών του, οι οποίοι, σύμφωνα πάντα με τους κομμουνιστές του βορρά, αποτελούσαν την «μεγαλύτερη πληγή του λαού της Κορέας».

Η «Κορεατική κρίση», ως αποτέλεσμα του «Αποκλεισμού του Βερολίνου».

Προσπερνώντας, τα τεκταινόμενα επί της Κορέας, αλλά και τις πολιτικές επιδιώξεις των διαφόρων δευτέρας, αλλά και τρίτης, διαλογής δυνάμεων που προσπαθούσαν να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα, η εναρκτήριος εκείνη σπίθα που πυροδότησε την παρούσα ανάφλεξη υπήρξε μια κρίση που έλαβε χώρα σχεδόν 7.000 χιλιόμετρα μακριά, στο κατεστραμμένο και εν πολλοίς ακόμα γεμάτο καπνίζοντα ερείπια, Βερολίνο.

Αν και γεωγραφικά ασύνδετο με την Κορέα, η πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Τρίτου Ράιχ έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο σε όσα θα διαδραματίζονταν στην Κορέα μόλις έναν χρόνο αργότερα. Ο «Αποκλεισμός του Βερολίνου», όπως απαθανατίστηκε στις σελίδες της ιστορίας, ξεκίνησε έπειτα από προσωπική εντολή του Ιωσήφ Στάλιν, την 24η Ιουνίου του 1948, ενώ σήμανε την έναρξη της πρώτης μεγάλης κρίσης του Ψυχρού Πολέμου.

Εικόνα: Οι Συμμαχικές Ζώνες Κατοχής της Γερμανίας.

Κύρια αιτία της κρίσης υπήρξε, η κατά τους Σοβιετικούς, διείσδυση των Αμερικανών στην Δυτική Γερμανία, μέσο του «Σχεδίου Μάρσαλ» (Marshall Plan), το οποίο στόχευε στην ταχεία οικονομική ανάταση της Γερμανίας, ως αποτέλεσμα της εισαγωγής νέου νομίσματος, του γερμανικού μάρκου (Deutsche Mark), το οποίο θα αντικαθιστούσε το παλιό νόμισμα του Ράιχ, το οποίο σκοπίμως είχαν απαξιώσει πλήρως οι Σοβιετικοί. Αυτό θα είχε ως τελικό αποτέλεσμα την ολική ανασυγκρότηση της Γερμανικής βιομηχανίας σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτή να καταστήσει την Δυτική Γερμανία ανάχωμα απέναντι στις συνεχώς διογκούμενες Σοβιετικές Δημοκρατίες της ανατολικής Ευρώπης.

Αντιδρώντας λοιπόν σε αυτές τις εξελίξεις, ο Στάλιν επέβαλε τον αποκλεισμό του περικυκλωμένου από την «Σοβιετική Ζώνη Κατοχής», Δυτικού Βερολίνου, σημειωτέων η Ανατολική Γερμανία ιδρύθηκε επίσημα την 7η Οκτωβρίου του ’49, ώστε κατ’ αυτόν τον τρόπο να πιέσει τους Αμερικανούς να αποσυρθούν από οποιαδήποτε προσπάθεια επαναβιομηχανοποιήσεως της Δυτικής Γερμανίας.

Παρ’ όλα αυτά, οι Η.Π.Α, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, αλλά και άλλες χώρες ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση, ξεκινώντας την μαζική μεταφορά εφοδίων προς το Δυτικό Βερολίνο από αέρος, παρακάμπτοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον ασφυκτικό κλοιό των Σοβιετικών. Τελικώς, την 12η Μαΐου του ’49, ο Στάλιν αντιλαμβανόμενος την ματαιότητα του αγώνα, υποχώρησε αίροντας τον αποκλεισμό της πόλης και επιτρέποντας τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό της από τους Δυτικούς.

Σημαντικό ρόλο φαίνεται πως διαδραμάτισε και η μεγάλη διαδήλωση 300.000 Βερολινέζων, οι οποίοι επέκριναν δριμύτατα τις Σοβιετικές αρχές, οι οποίες προσπάθησαν να χειραγωγήσουν της Δημοτικές εκλογές της 5ης Δεκεμβρίου 1948, οι οποίες τελικά και ανετράπησαν από αυτούς όπως είχαν κάνει και στις εκλογές του 1946, οι οποίες είχαν αναδείξει ως νικητές τους μη κομμουνιστές υποψηφίους, με ποσοστό 86,3%.

Έτσι λοιπόν, η απροκάλυπτη ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος, σε συνδυασμό με την αποτυχία της Σοβιετικής Ένωσης και ειδικότερα του Στάλιν να αποτρέψει της «Αγγλοσαξονικές» προσπάθειες επανοικοδόμησης της Δυτικής Γερμανίας, επέφεραν την επί της ουσίας, διχοτόμηση της πάλαι ποτέ Γερμανικής πρωτεύουσας σε δυτικό και ανατολικό τμήμα, ενώ πλήγωσε, μάλλον πρόσκαιρα, το προφίλ του ακατάπαυστου και φαινομενικά ανίκητου συντρόφου «Κόμπα» (παρατσούκλι που υιοθέτησε ο Στάλιν, εμπνευσμένος από τον πρωταγωνιστή του βιβλίου «Ο Πατροκτόνος», του Αλεξάντερ Καζμπέγκι).

Εικόνα: Ένα αεροσκάφος C-54 κατά την διάρκεια της προσγείωσης του στο Βερολίνο ώστε να ανεφοδιάσει την πόλη.

Ωστόσο έπειτα από την κρίση, ο Στάλιν επηρεασμένος από τα παραπάνω, αλλά και υποκινούμενος από τις εμμονές των ανθρώπων του περίγυρου του, έκρινε πως ήταν απαραίτητη μια άμεση προβολή ισχύος, ώστε να αντισταθμιστεί το ήδη βεβαρημένο κλίμα. Μια τέτοια ενέργεια, ναι μεν θα έδινε το απαραίτητο μήνυμα στους συμμάχους – υποτελείς της Μόσχας, ενώ θα καταδείκνυε πως, οι μέχρι πριν από λίγα χρόνια Δυτικοί Σύμμαχοι, ήταν πλέον η κύρια απειλή που αντιμετώπιζε η Σοβιετική Ένωση.

Στρατηγικά λοιπόν το «Ανατολικό Μπλοκ» έστρεψε την προσοχή του σε ένα χώρο μακριά απ’ την Ευρώπη, στην Κορεατική Χερσόνησο, διότι αφενός τα ερείσματα των Σοβιετικών στην περιοχή, προσωποποιούμενα στο νεοφώτιστο κράτος της Βορείου Κορέας, ήταν σημαντικά, αλλά και αφετέρου διότι η εγγύτητα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας εγγυόντουσαν την επιτυχία των επιχειρήσεων, αν η Βόρεια Κορέα δεν κατάφερνε με τις δικές της δυνάμεις να ισοπεδώσει την Νοτιοκορεατική αντίσταση. Όσο για της Η.Π.Α, σύμφωνα με τους Σοβιετικούς υπολογισμούς, δεν θα κατόρθωναν, σε καμιά περίπτωση να προλάβουν να αντιδράσουν στην ταχεία κομμουνιστική εισβολή, Παρ’ όλα αυτά, τα πράγματα σύντομα θα λάμβαναν έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.

Τα Αμερικανικά «αντανακλαστικά» και η Ελληνική εύλογη «προθυμία».

Επιστρέφοντας στην ανατολική Ασία, μετά την εισβολή της Βορείου Κορέας στο νότο, η αντίδραση των Η.Π.Α θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, το λιγότερο, ως «μουδιασμένη». Ο Αμερικανός Πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν (Harry Truman), ο οποίος ποτέ δεν έκρυψε τα φανατικά αντικομουνιστικά του φρονήματα, παρ’ όλη την έγκαιρη ενημέρωση που διέθετε, φρόντισε να υποβιβάσει τον κίνδυνο μιας επικείμενης κομμουνιστικής εισβολής. Μάλιστα ακόμα και μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, ο Τρούμαν ήταν, σε αντίθεση με τους επικεφαλής των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων, ενάντια στην άμεση εμπλοκή των Η.Π.Α σε έναν πόλεμο ο οποίος, κατά τα λεγόμενα του, «θα μπορούσε να πυροδοτήσει έναν ακόμα Παγκόσμιο Πόλεμο».

Έτσι λοιπόν, η Αμερικανική διπλωματία πήρε την απόφαση να ελιχθεί, αρχικώς τουλάχιστον, διπλωματικά μέσω του Ο.Η.Ε (United Nations – UN), πετυχαίνοντας ένα ψήφισμα το οποίο καταδίκαζε ομόφωνα την Βορειοκορεατική εισβολή. Αυτές οι προσπάθειες των Αμερικανών ευόδωσαν διότι, τόσο η Σοβιετική Ένωση, όσο και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, δεν λάμβαναν μέρος στις συνεδριάσεις καθώς αντιδρούσαν με την παρουσία της «Δημοκρατίας της Κίνας» (Ταϊβάν), στη «Γενική Συνέλευση» του οργανισμού.

Εικόνα: Η εισβολή των δυνάμεων της Βορείου Κορέας στον Νότο.

Ωστόσο, η ταχεία κατάρρευση της Νοτίου Κορέας, κατά την διάρκεια των πρώτον κιόλας εβδομάδων του πολέμου ανάγκασε τους Αμερικανούς να δράσουν τάχιστα. Έγινε δηλαδή ακριβώς αυτό που οι Σοβιετικοί είχαν θεωρήσει ως ακατόρθωτο, διότι οι Η.Π.Α εκμεταλλευόμενες το ψήφισμα των 53 κρατών – μελών του Ο.Η.Ε, της 27ης Ιουνίου του 1950, που καταδίκαζε την κομμουνιστική επιθετικότητα της Βορείου Κορέας, ποδηγέτησε τα υπόλοιπα μέλη της «Γενικής Συνελεύσεως του Ο.Η.Ε» να συγκατανεύσουν στην αποστολή πολυεθνικού εκστρατευτικού σώματος στην Κορέα για την αποκατάσταση της καθεστηκυίας τάξης.

Ταυτόχρονα λοιπόν με την έναρξη των Αμερικανικών επιχειρήσεων στην Κορέα, υπό την διοίκηση του μπαρουτοκαπνισμένου Ντάγκλας Μακάρθουρ (Douglas MacArthur), η Ελλάδα μαζί με μια πλειάδα άλλων κρατών-μελών του Ο.Η.Ε ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της «Γενικής Συνελεύσεως» και άμεσα ξεκίνησε της απαραίτητες προετοιμασίες για την αποστολή εκστρατευτικού σώματος «στην υπό κομμουνιστικόν κίνδυνον Κορέα».

Η απόφαση ωστόσο για τη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων σε μια τόσο μακρινή διαμάχη ήταν απόρροια διάφορων παραγόντων για την Ελλάδα της εποχής εκείνη. Αυτή η ενέργεια της συγκυβερνήσεως του Νικολάου Πλαστήρα και του Σοφοκλή Βενιζέλου, εξυπηρετούσε ένα διττό σκοπό, εξαιρετικά επωφελή για τα εθνικά συμφέροντα. Εκείνη την εποχή, η Ελλάδα έχοντας μόλις βγει από την δίνει του «Συμμοριτοπολέμου», αισθανόταν ότι αντιμετώπιζε μεγάλα προβλήματα εθνικής ασφάλειας, θεωρώντας πως διέτρεχε άμεσο κίνδυνο από διάφορες ανατρεπτικές δυνάμεις κομμουνιστικού χαρακτήρα.

Έτσι λοιπόν κρίθηκε, πως θα ήταν προς το συμφέρον της χώρας, αλλά και της εθνικής ασφάλειας της εν γένει, να ενισχυθεί έμπρακτα από την χώρα μας ο «Μηχανισμός Άμεσης Αντίδρασης» του Ο.Η.Ε, ο οποίος και καλούνταν να αντιμετωπίσει μια τέτοια απρόκλητη επίθεση κατά ενός κράτους-μέλους του. Επίσης, σε δεύτερο χρόνο η εμπλοκή της χώρας στην κορεατική υπόθεση, εξυπηρετούσε και έναν ακόμα σημαντικό σκοπό. Ήδη από της αρχές του 1950, η Ελλάδα είχε υποβάλει αίτηση εντάξεως στην τότε νεότευκτη «Βορειοατλαντική Συμμαχία» (North Atlantic Treaty Organization – Ν.Α.Τ.Ο), αίτηση η οποία αρχικά απορρίφθηκε από τους Αμερικανούς, με την αιτιολογία ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο για την άμυνα του Δυτικού κόσμου. Έτσι λοιπόν, η Ελληνική κυβέρνηση ήλπιζε, όπως και έγινε τελικά, πως η ενεργή συμμετοχή της στην εκστρατεία θα μετέβαλε σημαντικά την άποψη των Αμερικανών, αποδεικνύοντας τους την αναγκαιότητα να ενταχθεί η Ελλάδα στον πυρήνα των χωρών της Δύσης και κατά συνέπεια να θωρακίσει, έτι περισσότερο, η εθνική ασφάλεια της χώρας έναντι οποιουδήποτε εσωτερικού, αλλά και εξωτερικού εχθρού, σύμφωνα με τα δεδομένα πάντα της εποχής. Όπως είναι αναμενόμενο η αποστολή εκστρατευτικού σώματος στην Κορέα προκάλεσε και κάποιες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας, κυρίως από τον αριστερόστροφο ιδεολογικά πολιτικό χώρο.

Το «Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος».

Αρχικά, η Ελληνική κυβέρνηση, έδειξε διατεθειμένη να αποστείλει στην Κορέα σώμα επιπέδου συνθέσεως Ταξιαρχίας και δυνάμεως περίπου 3.500 ανδρών, ωστόσο λόγο των σημαντικών Αμερικανικών νικών το φθινόπωρο του 1950 στην Κορέα, η Ελληνική συνεισφορά περιορίστηκε σε σώμα επιπέδου τάγματος. Διοικητής του «Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος», εφεξής αναφερομένου ως «ΕΚ.Σ.Ε», ορίστηκε ο Συνταγματάρχης πεζικού Ιωάννης Δασκαλόπουλος, ενώ διοικητής του τάγματος ορίσθηκε ο αντισυνταγματάρχης πεζικού Διονύσιος Αρμπουζής.

Εικόνα: Την 11η Νοεμβρίου 1950, σε μια μεγαλειώδη τελετή στην Πλατεία Συντάγματος, ο Βασιλέας Παύλος Α’ παραδίδει στον Συνταγματάρχη Πεζικού, Ιωάννη Δασκαλόπουλο, την πολεμική σημαία του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος το οποίο τέσσερις ημέρες αργότερα, την 15η Νοεμβρίου του 1950, θα απέπλεε από τον Πειραιά, προς την Κορέα.

Συγκεντρωτικά το «ΕΚ.Σ.Ε» απαρτιζόταν από μια ομάδα διοικήσεως, έναν λόχο διοικήσεως, τρεις λόχους τυφεκιοφόρων, μια διμοιρία όλμων των 81 χιλιοστών, μια διμοιρία πολυβόλων, μια διμοιρία διαβιβάσεων, μια διμοιρία σκαπανέων, μια διμοιρία τραυματιοφορέων, μια διμοιρία διαχειρίσεως, ένα συνεργείο επισκευών, αλλά και ένα τμήμα ενισχύσεων. Συνολικά στο «ΕΚ.Σ.Ε», υπηρέτησαν 849 εθελοντές, οι οποίοι αφού οργανώθηκαν και εκπαιδεύτηκαν διεξοδικά, στην ευρύτερη περιοχή της Λαμίας, με πρόβλεψη η μεταστάθμευση τους στην Κορέα να πραγματοποιηθεί το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου του 1950.

Κρίσιμο είναι επίσης σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε πως το «ΕΚ.Σ.Ε», τον Αύγουστο του 1951, ενισχύθηκε με επιπλέον 214 άνδρες, ενώ μέχρι την αποχώρηση του από την Κορέα, το 1955, η συνολική δύναμη του είχε ανέλθει στους 2.163 άνδρες. Τέλος, σημαντική ήταν και η συμβολή και της «Βασιλικής Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας», η οποία συμμετείχε στις επιχειρήσεις με επτά C-47 και συνολικά 67 άτομα προσωπικό.

Έπειτα λοιπόν από την περαίωση της εκπαίδευσης του, οι άνδρες του «ΕΚ.Σ.Ε», μετέβησαν σιδηροδρομικός στον Πειραιά, όπου και επιβιβάσθηκαν, μέσα σε κατανυκτικό κλίμα, στο Αμερικανικό οπλιταγωγό «Τζένεραλ Χαν» (General Jan), την 15η Νοεμβρίου του 1950. Τελικώς, έπειτα από ένα 24ημερο ταξίδι, την 9η Δεκεμβρίου, οι Ελληνικές δυνάμεις κατέφθασαν στο λιμάνι του Μπουσάν (Busan), όπου τους υποδέχθηκαν οι Κορεατικές αρχές, αλλά και ο διοικητής της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς, με τις δυνάμεις του «ΕΚ.Σ.Ε» να παίρνουν το παρατσούκλι «Sparta Battalion» και να εντάσσονται στις δυνάμεις του 7ου Συντάγματος Ιππικού, της 1ης Αμερικανικής Μεραρχίας.

Οι εξελίξεις στην Κορέα.

Πίσω στην Κορεατική Χερσόνησο, άμεσα μετά την είσοδο των Η.Π.Α στον πόλεμο, ο Αμερικανικός στόλος κινήθηκε ταχύτατα προς την Ιαπωνία και στην συνέχεια προς την Κορεατική θάλασσα για να υποστηρίξει, μέσο των αεροπλανοφόρων του, τις εκεί Αμερικανικές δυνάμεις που είχαν καταφθάσει στην Κορέα από την Ιαπωνία. Ωστόσο ο φόβος των Αμερικανών, έπειτα το τελεσίγραφο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, πως «θεωρεί τις Η.Π.Α ως απειλή στην πίσω αυλή της», ανάγκασαν τον Τρούμαν να παραδώσει την γενική αρχιστρατηγία στον στρατηγό Μακάρθουρ, ο οποίος μέχρι τότε είχε υπό τον έλεγχο του, μόνον της Αμερικανικές δυνάμεις, αλλά όχι τα εκστρατευτικά σώματα των κρατών μελών του ΟΗΕ, ώστε να οργανώσει κατά τον αποδοτικότερο τρόπο την Συμμαχική άμυνα, ενάντια στην επικείμενη Κινεζική απειλή.

Άμεσα, ο Μακάρθουρ αντεπιτέθηκε στα νώτα των Βορειοκορεατικών δυνάμεων, με μια αιφνιδιαστική απόβαση στην Ίντσεον (Incheon), εγκλωβίζοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τις εχθρικές δυνάμεις στο νότο, μεταξύ της 15ης και της 28ης Σεπτεμβρίου του 1950. Αυτή η εκπληκτική κίνηση επέτρεψε στις συμμαχικές δυνάμεις, την 8η Οκτωβρίου του 1950, να περάσουν τον 38ο παράλληλο και μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να φτάσουν στα Κινεζικά σύνορα, διχοτομώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την Βόρεια Κορέα σε δυο ασύνδετα μέρη.

Εικόνα: Η θεαματική αντεπίθεση των δυνάμεων του Ο.Η.Ε που λίγο έλειψε να τερματίσει τον πόλεμο της Κορέας.

Μαθαίνοντας τα νέα από την Κορέα, ο Τρούμαν αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως, «αν και τον σιχαίνομαι, ο Μακάρθουρ μας έβγαλε απ’ το λάκκο με τα σκατά». Παρ’ όλα αυτά, ο Μακάρθουρ αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο εισβολής των Κινεζικών στρατευμάτων ζήτησε από τον πρόεδρο να καταληφθεί όλη η Βόρειος Κορέα και εν συνεχεία, οι Αμερικανικές δυνάμεις, να προετοιμασθούν ώστε να αποκρούσουν την επικείμενη Κινεζική εισβολή, ωστόσο ο Τρούμαν πιστεύοντας πως η Κίνα δεν θα τολμούσε να εισβάλει στην Κορέα, επέμενε να βρεθεί μια λύση μέσο της διπλωματικής οδού.

Η αναποφασιστικότητα του Τρούμαν, σε συνδυασμό με την αντιπαλότητα του με τον Μακάρθουρ, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα θα διεκδικούσε το προεδρικό χρίσμα στις επόμενες εκλογές, έφερε την Αμερικανική υψηλή στρατηγική σε αδιέξοδο. Η κατάσταση μεταξύ του αρχιστρατήγου Μακάρθουρ και του προέδρου Τρούμαν έφτασε στο απροχώρητο, όταν ο πρώτος έκανε δηλώσεις σε Αμερικανικά μέσα, στα οποία δήλωσε πως, «Ο Τρούμαν, εκτός των άλλων, δεν διαθέτει μια αποφασιστική στρατηγική κατά των κομμουνιστών στην Κορέα».

Έτσι λοιπόν, με τον Μακάρθουρ να εκτοξεύει μομφές κατά του Προέδρου, αλλά και με τον Τρούμαν να θεωρεί πως η Κίνα είναι, «ανίκανη να δράσει στρατιωτικά», πέρασε ο καιρός και φτάσαμε στην 1η Νοεμβρίου του 1950, ημερομηνία κατά την οποία 1.000.000 Κινέζοι περάσαν τα σύνορα με την Βόρεια Κορέα και σκόρπισαν τα πάντα στο πέρασμα τους, με μοναδικό σκοπό, καταπώς δήλωναν, να προστατεύσουν την δική τους περιοχή, που τώρα βρισκόταν πολύ κοντά στα προωθημένα Αμερικανικά στρατεύματα.

Αντίθετα ωστόσο με τις προβλέψεις του Τρούμαν, οι Κινέζικες δυνάμεις ήταν πολύ καλά οργανωμένες, αλλά και αντιστοίχως καλά εφοδιασμένες, πράγμα που κατάφερε να αντιστρέψει ολοσχερώς την κατάσταση στο μέτωπο. Αυτό γίνεται απόλυτα αντιληπτό, αν κανείς αναλογισθεί πως στις αεροπορικές αναμετρήσεις μεταξύ των Κινέζων και των Αμερικανών, τα Αμερικανικά F-86 έρχονται σε επαφή με τα Κινεζικά αεροσκάφη MiG-15, Ρωσικής πάντα κατασκευής, τα οποία κάθε άλλο παρά εύκολοι στόχοι ήταν, σε αντίθεση με τις αλλόκοσμες φαντασιώσεις των Αμερικανών πιλότων, περί δήθεν ανεπάρκειας των Κινέζων πιλότων.

Τα δυο πρώτα χρόνια του πολέμου.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, το «ΕΚ.Σ.Ε», μετά την άφιξη του στην Κορέα και την ένταξη του στο δυναμικό της 1ης Αμερικανικής Μεραρχίας, αρχικά παρέμεινε, για ένα χρονικό διάστημα στην συμμαχική περίμετρο του Πουσάν, όπου και έλαβε τα απαραίτητα εκείνα εφόδια και εξοπλισμό από τις Αμερικανικές δυνάμεις, όπως μεταφορικά οχήματα, ασυρμάτους, εξελιγμένο οπλισμό, αλλά και υλικά διαβίωσης, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις ακραίες καιρικές συνθήκες του Κορεατικού χειμώνα, αλλά και να λάβει ενεργό δράση στις επικείμενες επιχειρήσεις. Τελικώς, την 14η Δεκεμβρίου του 1950 το σύνολο του «ΕΚ.Σ.Ε» μεταστάθμευσε, αρχικά στην Σουβόν (Suwon), ενώ την 30η Δεκεμβρίου εισήλθε στον αγώνα κατά των κομμουνιστών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην σταθεροποίηση του μετώπου, διενεργώντας επιθετικές αναγνωρίσεις στην περιοχή Σαγιόν-Νι και αποκρούοντας, βόρεια του Ικτσόν, στο ύψωμα 381, μια σφοδρή επιθετική ενέργεια του Κινεζικού στρατού, μάχη κατά την οποία το «ΕΚ.Σ.Ε» γνώρισε και τις πρώτες απώλειες.

Εικόνα: Έλληνες οπλίτες του «ΕΚ.Σ.Ε» αποβιβάζονται στην Κορέα.

Έτσι λοιπόν, κατά την διάρκεια του 1951 και του 1952, το «ΕΚ.Σ.Ε» συμμετείχε σε μια πληθώρα μαχών, οι οποίες καλό θα ήταν να μην ξεχνάμε πως διεξάγονταν σε άγνωστο έδαφος, αλλά και σε ιδιαίτερα δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες, με δριμύ ψύχος και πυκνή χιονόπτωση κατά την διάρκεια των χειμερινών μηνών, αλλά και υπό κατακλυσμιαίες βροχές, τους θερινούς μήνες, που μετέβαλαν την ευρύτερη περιοχή επιχειρήσεων σε έναν απέραντο βούρκο. Όσων αφορά το ηθικό των Ελλήνων οπλιτών και αξιωματικών, παρά τις δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες, αλλά και την υπεραριθμία των Κινέζων, παρέμενε εξαιρετικά υψηλό, με κύρια επιδίωξη της γενικότερης Ελληνικής προσπάθεια να παραμένει ο «αγώνας για την δόξα της σημαίας και των Ελληνικών όπλων».

Κατ’ αυτό το τρόπο και έπειτα από τις συνεχείς επιτυχίες του «ΕΚ.Σ.Ε», οι Έλληνες πολεμιστές της Κορέας προκάλεσαν τον θαυμασμό των Συμμάχων, οι οποίοι σε κάθε ευκαιρία έδειχναν τον ενθουσιασμό τους με κάθε τρόπο. Χαρακτηριστικό είναι το ανακοινωθέν του «Γενικού Συμμαχικού Επιτελείου», το οποίο ανέφερε πως, «Το Ελληνικό τμήμα, πρωτοπόρον μεταξύ των ενεργούντων Συμμαχικών Στρατευμάτων εις τον κεντρικό τομέα του μετώπου, ως αιχμή εμβόλου επιθετικής μάζης, κερδίζει αποφασιστικήν νίκη και ανοίγει τον δρόμον εις τα Συμμαχικά στρατεύματα προς Χοκτσόν – Τσουνγκτσόν, σπουδαιότατο κόμβο της Νοτίου Κορέας».

Η μάχη στο ύψωμα «Χάρρυ», οι «Θερμοπύλες» της Κορέας.

Την 17η Μαΐου του 1953, το «ΕΚ.Σ.Ε», κατόπιν διαταγής του 15ου Αμερικανικού Συντάγματος, στο οποίο είχε τότε υπαχθεί, κινήθηκε προς την αμυντική γραμμή «Μιζούρι» όπου και εγκαταστάθηκε αμυντικώς. Την 16η Ιουνίου μετακινήθηκε ώστε να αντικαταστήσει τους Πορτορικανούς του 2ου Αμερικανικού Τάγματος, στην αμυντική τοποθεσία του υψώματος «Χάρρυ», περίπου 100 χιλιόμετρα βορειότερα της Σεούλ, σε μια περιοχή όπου οι Αμερικανοί, επειδή εκεί λάμβαναν θέσεις δυνάμεις από τρεις διαφορετικούς στρατούς, αυτός των Συμμάχων, ο στρατός της Βορείου Κορέας, αλλά και οι δυνάμεις της Κίνας, είχε κερδίσει το προσωνύμιο «Το Σιδηρό Τρίγωνο» (The Iron Triangle).

Στη νέα αυτή αμυντική τοποθεσία, οι Έλληνες οπλίτες ασχολήθηκαν κυρίως με την βελτίωση της οργανώσεως του εδάφους, αλλά και την εγκατάσταση ενεδρών και ακροαστικών φυλακίων σε επίκαιρα σημεία. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, λόγω της επικείμενης ανακωχής, η οποία θα προέβλεπε ως «γραμμή διαχωρίσεως» των δύο αντιπάλων, την κατεχόμενη εκατέρωθεν τοποθεσία από τον κάθε συνασπισμό. Έτσι λοιπόν, αμφότεροι οι αντίπαλοι πάσχιζαν να καταλάβουν, αλλά και στην συνέχεια να κρατήσουν, ισχυρά φυλάκια σε υψώματα τακτικής σημασίας που δέσποζαν κατά μήκος του μετώπου και παρείχαν το πλεονέκτημα της παρατήρησης σε βάθος, εντός της αντίπαλης τοποθεσίας. Αυτό θα σήμαινε, πως ο αντίπαλος που θα μειονεκτούσε σε έδαφος, θα έπρεπε να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο για να καλύψει τις δυνάμεις του από παρατηρούμενα πυρά πυροβολικού και να οργανώσει την άμυνά του στα πρώτα, κατάλληλα, υψώματα.

Εικόνα: Έλληνας γιατρός του «ΕΚ.Σ.Ε» περιθάλπει ένα μικρό παιδί υπό το άγρυπνο βλέμμα της μητέρας του.

Οι Κινέζοι λοιπόν, που είχαν κενά στη διάταξή τους, προσπαθούσαν να καταλάβουν ή να ανακαταλάβουν τέτοια υψώματα που διατηρούσαν οι συμμαχικές δυνάμεις, όσο μπορούσαν πιο γρήγορα, πραγματοποιώντας επανειλημμένες επιθετικές ενέργειες. Ιδιαίτερα γλαφυρή είναι η περιγραφή που μας παραθέτει ο Γεώργιος Παγωμένος, ο οποίος υπήρξε βετεράνος της Κορεατικής Εκστρατείας, στο βιβλίο του, «Το ημερολόγιο ενός Έλληνα Στρατιώτη στον πόλεμο της Κορέας».

Χαρακτηριστικά ο παλαίμαχος αυτός πολεμιστής μας μεταφέρει της πρώτες του εικόνες από το ύψωμα «Χάρρυ» αναφέροντας τα εξής, «Μόλις φτάσαμε στους πρόποδες του Χάρρυ όλοι χάσαμε το χρώμα μας. Περπατώντας, στην μία μεριά βλέπαμε όπλα σπασμένα, αλλού βρωμούσαν πτώματα και κρατάγαμε τις μύτες μας, καθώς διαβαίναμε ανάμεσα τους κατάκοποι. Τότε μόλις οι Αμερικανοί όπου ευρίσκονταν επάνω στο ύψωμα μας είδαν, χωρίς να περιμένουν να τους αντικαταστήσουμε, κατέβαιναν σαν τρελοί λασπωμένοι, αξούριστοι και εντελώς απογοητευμένοι απ’ όλα όσα είχαν ζήσει τις προηγούμενες μέρες».

«Ανεβήκαμε στο ύψωμα και λίγα λεπτά αργότερα, οι διμοιρίτες μας έδειξαν τον τομέα που θα έπιανε η κάθε ομάδα. Έπειτα αρχίσαμε να σκάβουμε προσπαθώντας να ξεχώσουμε έστω και λίγα μέτρα απ’ τα χαρακώματα, που είχαν χωθεί από τα βλήματα των κομμουνιστών. Αφού έδειξαν στον κάθε άνδρα από την ομάδα μου πού θα έφθιανε τις θέσεις του, άρχισα και ‘γω να φθιάχνω την δική μου, αλλά πού να σκάψω που το μέρος ήταν όλο πτώματα. Καταπρώτη σκαπανιά που έριξα κι άκουσα κάτι να χτυπά στο σκαπάνι. Κοιτάζω και τι να δω, ήταν το πόδι ενός Κινέζου. Το πετάω κι εγώ παραπέρα και αρχινάω πάλι το έργο μου. Δεν είχα βγάλει τρεις φθιαριές χώμα και βλέπω τώρα έναν άνθρωπο ολόκληρο θαμμένο κάτω απ’ τα χώματα. Τι να κάνω τώρα σκέφθηκα που όπου και να πήγαινα το ίδιο θα ‘ταν, το πετάω και αυτό και συνεχίζω. Για να μην τα πολυλογώ, μέχρι να φθιάξω τη θέση μου ξέχωσα άλλα τέσσερα πτώματα μέσα από τα ανακατεμένα χώματα».

«Βλέπετε όλη η περιοχή έμοιαζε σαν ένα απέραντο νεκροταφείο. Σαπισμένες ανθρώπινες σάρκες που τη βρώμα δεν την άντεχες, όσο κι αν προσπαθούσες να κρατήσεις τη μύτη σου κλειστή. Μόνο έπειτα από την προμήθεια αεροζόλ καταφέραμε να αναπνεύσουμε και να συνεχίσουμε την δουλειά. Αν οι Κινέζοι επιχειρούσαν επίθεση εκείνο το βράδυ δεν θα γλίτωνε κανείς μας. Δουλέψαμε όλοι μας σκληρά. Είχαμε μαζί μας και μια ομάδα από Κορεάτες εργάτες, που έπαιρναν τα πτώματα μακριά, όταν εμείς τα ξεχώναμε, αλλά το χώμα ήταν ποτισμένο με το σαπισμένο αίμα τους και τα υγρά του ανθρώπινου οργανισμού, οπότε με την αποπνικτική βρώμα συνεχίσαμε να έχουμε τεράστιο πρόβλημα. Οι εργάτες μας κουβάλαγαν χοντρά ξύλα και τσουβάλια και λίγο πολύ έφθιαξε ο καθένας μια θέση για να μπει μέσα. Βάζαμε τα ξύλα επάνω από τα πολυβολεία και από τις ατομικές θέσεις μας και μετά γεμίζαμε τα τσουβάλια χώμα και τα βάζαμε και αυτά απ’ επάνω. Κατ’ αυτό τον τρόπο προστατευόμασταν απ’ τους όλμους. Είχαμε όμως δυο τραυματίες, την πρώτη κιόλας μέρα, από ένα βλήμα που έπεσε στο ύψωμα την ώρα που δουλεύαμε».

Εικόνα: Οι θέσεις των αντιμαχόμενων συνασπισμών.

Έτσι λοιπόν, χωρίς καμιά χρονοτριβή, οι άνδρες του «ΕΚ.Σ.Ε», με άκρα μυστικότητα και μεθοδικότητα, ξεκίνησαν την οργάνωση του εδάφους, με ταυτόχρονη αποκατάσταση των ζημιών που είχαν προκληθεί από τη σφοδρότητα των βομβαρδισμών του εχθρού κατά την διάρκεια των προηγούμενων ημερών. Έπειτα από δυο ημέρες, το πρωί της 16ης Ιουνίου, όλα τα έργα είχαν ολοκληρωθεί. Ο διοικητής του τάγματος, ο αντισυνταγματάρχης Αρμπουζής, τροποποίησε μάλιστα το σχέδιο πυρός και άλλαξε την αμυντική διάταξη της τοποθεσίας, με τα γεγονότα που ακολούθησαν να δικαιώνουν πλήρως τις αποφάσεις του.

Το επόμενο βράδυ, την νύχτα της 17ης, προς την 18η Ιουνίου, άρχισε η προσπάθεια από τους Κινέζους για την κατάληψη του υψώματος, με σφοδρό βομβαρδισμό σε όλο το μήκος του Ελληνικού μετώπου. Οι Κινέζοι, όπως και κατά τις προηγούμενες προσπάθειες τους να καταλάβουν το ύψωμα, μετά από μια ισχυρή προπαρασκευή πυροβολικού εκτέλεσαν έφοδο κατά κύματα, πιστεύοντας ότι ο μεγάλος αριθμός των οπλιτών τους θα κατάφερναν να επιτύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, τα πυρά ωστόσο των αμυνομένων ήταν καταιγιστικά και οι φραγμοί του πυροβολικού και των όλμων ενεργοποιήθηκαν, σταματώντας, έστω και μερικώς, την επιθετική ορμή των κομμουνιστών.

Σιγά σιγά το ύψωμα άρχισε να κατακλύζεται από τα πτώματα των Κινέζων, αλλά παρά τις σοβαρές απώλειες, αυτοί συνέχιζαν ακατάβλητοι να στέλνουν συνέχεια νέα κύματα εφοδευόμενων στρατιωτών. Βλέποντας τους να ξεπροβάλλουν μέσα απ’ τις νυχτερινές σκιές, οι Έλληνες άρχισαν άμεσα να εκτελούν πυρά κατά βούληση στον προκαθορισμένο τομέα τους, ενώ τα ομαδικά όπλα έβαλαν σύμφωνα με το σχέδιο πυρός.

Όταν οι Κινέζοι έφτασαν ποιο κοντά, οι υπερασπιστές του «Χάρρυ» απασφάλισαν τις χειροβομβίδες τους, αφήνοντας τες να πετάξουν προς την κατηφόρα διαδοχικά, αποδεκατίζοντας όσους συναντούσαν κατά την έκρηξή τους. Οι Κινέζοι έχοντας πλησιάσει τα βόρεια ορύγματα και ετοιμάζονταν για το τελευταίο άλμα, άρχισαν και αυτοί να εκσφενδονίζουν χειροβομβίδες στο εσωτερικό των ορυγμάτων. Εκείνη ωστόσο τη στιγμή, οι Έλληνες, αντί να περιμένουν να πέσουν πάνω τους οι Κινέζοι, βγήκαν απ’ τα χαρακώματα τους και εφόρμησαν με «εφ’ όπλου λόγχη» προς αυτούς, ξαφνιάζοντας τους δυσάρεστα.

Βλέπεται, παρά την αριθμητική υπεροχή τους, οι Κινέζοι αιφνιδιάστηκαν από αυτή την ξαφνική αντεπίθεση των Ελλήνων, που κατέβαιναν με τις ξιφολόγχες τους την πλαγιά με ορμή μέσα στο σκοτάδι και υποχώρησαν, ανοίγοντας την απόσταση από την αμυντική τοποθεσία και δίνοντας έτσι την ευκαιρία στο Αμερικανικό πυροβολικό να τους χτυπήσει ανελέητα καθώς αυτοί οπισθοχωρούσαν.

Εικόνα: Εικόνα του υψώματος Χάρρυ.

Για άλλη μια φορά, ο Γεώργιος Παγωμένος μας δίνει μια εξίσου γλαφυρή περιγραφή των όσων συνέβησαν σε αυτή την πρώτη επίθεση. Χαρακτηριστικά, ο βετεράνος της Κορέας καταγράφει στο ημερολόγιο του τα παρακάτω. «Απόψε είχαμε λίγο θάρρος, διότι είχαμε φθιάξει τις θέσεις μας. Πυρομαχικά είχαμε όσα θέλαμε και έτσι είχαμε πεποίθηση ότι μέχρι να είναι ένας ζωντανός (από εμάς), δεν θα πατούσε Κινέζος επάνω στο ύψωμα. Είχαμε βάλει ορισμένους στα ακροαστικά φυλάκια σε θέσεις καίριες να μας ενημερώνουν για την κάθε κίνηση των Κινέζων για να μπορούμε οι υπόλοιποι να δουλεύουμε με μεγαλύτερη ασφάλεια».

«Στο ένα ακροαστικό φυλάκιο ήταν ο φίλος μου ο Ανδρεαδάκης από τον Κρουσώνα Κρήτης. Περίπου στις 11:45 η ώρα το ακροαστικό αντιλήφθηκε πως όλα τα υψώματα των Κινέζων είχαν μαυρίσει, σαν να είχαν φυτρώσει ξαφνικά μικρά δέντρα στα απογυμνωμένα υψώματα. Αυτά τα μικρά μαύρα στίγματα που φαινόταν σαν δέντρα. ήταν οι εκατοντάδες Κινέζοι που ερχόταν να μας επιτεθούν. Οι Κινέζοι ήταν γύρο στους 3.000 κι εμείς ένας λόχος που εάν υπολογίσουμε τις απώλειες του προηγούμενου μετώπου θα είχαμε μείνει περίπου ενενήντα με ενενήντα πέντε άντρες. Μας υποστήριζαν βέβαια τα Αμερικάνικα οπλικά συστήματα που έβαλαν απ’ τα μετόπισθεν».

«Μόλις το ακροαστικό φυλάκιο αντιλήφθηκε ότι οι Κινέζοι ερχόντουσαν, τηλεφώνησαν και αμέσως μας ειδοποίησαν κι εμείς πηδήξαμε μέσα στα χαρακώματα. Τις 11:45 η ώρα, όπως είχα προσυλλογιστεί μπροστά μου, ακούγω ένα πολυβόλο που ήταν αριστερά από την ομάδα μου και άρχιζε απότομα να βάζει ταχεία βουλή. Εν τω μεταξύ το ύψωμα άναψε και τα Κινέζικα βλήματα που έπεφταν βροχή στα αμπριά μας (στα καταφύγια). Όταν οι Κινέζοι πλησίασαν πολύ κοντά, τότε εμείς βγήκαμε όλοι απ’ το χαράκωμα, αψηφώντας το θάνατο και αγωνιστήκαμε σκληρά, επί μισή και πλέον ώρα λογχομαχούσαμε με τους κόκκινους στα πλευρά του Χάρρυ, αλλά τελικά τα καταφέραμε. Έτσι αποκρούσαμε την πρώτη επίθεση εκείνο το βράδυ».

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, η Κινεζική επίθεση ατόνησε, μπροστά στις Ελληνικές λόγχες, ωστόσο οι κομμουνιστές δε ήταν διατεθειμένοι να το βάλουν κάτω τόσο εύκολα. Έτσι λοιπόν, ένα τέταρτο πριν της μια το βράδυ, ένα νέο κύμα Κινεζικού πεζικού εφόρμησε στις πλαγιές του υψώματος Χάρρυ, ενώ ταυτόχρονα το εχθρικό πυροβολικό σφυροκοπούσε ανηλεώς την κορυφή του λόφου. Ωστόσο, φτάνοντας και πάλι σε απόσταση βολής, οι Έλληνες οπλίτες άνοιξαν και πάλι πυρ κατά βούληση, με τους Κινέζους αυτή την φορά να είναι ακόμα πιο πολυάριθμου, ενώ έφεραν μαζί τους χιλιάδες χειροβομβίδες, τις οποίες και έσπευσαν να εκσφενδονίσουν προς τις Ελληνικές θέσεις.

Εικόνα: Έλληνας οπλίτης του «ΕΚ.Σ.Ε» μετα το τέλος της μάχης του Χάρρυ σε πρωτοσέλιδο του Αμερικανικού περιοδικού LIFE.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν και υπό ασφυκτική πίεση, ο Αρμπουζής αποφάσισε να εμπλέξει στον αγώνα τις Ελληνικές εφεδρείες, ένα λόχο πεζικού δηλαδή, αλλά και τις Αμερικανικές βοηθητικές δυνάμεις, οι οποίες συνέδραμαν με έναν ουλαμό αρμάτων, που στάθμευαν μόλις ενάμιση χιλιόμετρο πίσω από το ύψωμα Χάρρυ. Αυτές δρώντας μέσα σε ελάχιστο χρόνο, πλαγιοκόπησαν τους Κινέζους, αναγκάζοντας τους, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, να άρουν τις επιθετικές τους ενέργειες και να οπισθοχωρήσουν. Τελικώς, λίγο πριν το ξημέρωμα της 18ης Ιουνίου, οι Κινέζοι, αντιλαμβανόμενοι πως δεν είχαν καμιά ελπίδα να καταλάβουν το ύψωμα, αποσύρθηκαν οριστικά.

Εν κατακλείδι.

Με το πρώτο φως της επομένης, οι Ελληνικές δυνάμεις, αφού σιγουρεύτηκαν πως δεν πρόκειται να δεχθούν και άλλη μια αιφνιδιαστική επίθεση απ’ τους Κινέζους, άρχισαν να μετρούν τις πληγές τους. Ο Γεώργιος Παγωμένος μας παραδίδει τα παρακάτω. «Ξημέρωσε και ησύχασε λίγο το κακό. Μαζέψαμε τους νεκρούς. Είχαμε πέντε νεκρούς και δεκαεννιά τραυματίες. Οι Αμερικάνοι αφού είδαν ότι δεν επιστοχωρήσαμε, όπως έκαναν αυτοί, νόμιζαν ότι μας είχαν σφάξει όλους επάνω στο ύψωμα. Ήλθαν όλοι οι νοσοκόμοι τους, φέραν και δύο Ντζέιμς φορεία και όλοι κοίταζαν, όταν κατεβάζαμε τους νεκρούς και τους τραυματίες με περιέργεια και έλεγαν μόνο αυτοί είναι; Ακόμα και ο ίδιος ο διοικητής μας νόμιζε ότι ο τρίτος λόχος είχε σβήσει πια από το τάγμα και όμως με τη βοήθεια του Θεού περάσαμε καλά».

«Εγώ είχα δύο τραυματίες στην ομάδα μου, τον Μαρίνο Μελισσαράτο από την Κεφαλλονιά, πολύ σοβαρά κτυπημένο, και τον Σταύρο Χλωρό, από τη Λέρο. Αφού τους περιποιηθήκαμε, με τα ελάχιστα μέσα που διαθέταμε, τους κατεβάσαμε χαμηλότερα για να τους παραλάβουν τα ασθενοφόρα και τα ελικόπτερα που είχαν καταφθάσει. Παρ’ όλα αυτά, ο Μελισσαράτος έμαθα πως πέθανε μέσα στο ελικόπτερο, ο άλλος ωστόσο απ’ τη Λέρο, έζησε και γύρισε ύστερα από ένα μήνα στην ομάδα».

«Τελικώς, την 18η Ιουνίου, αργά το απόγευμα, φύγαμε και εμείς από το Χάρρυ, αλλά είμασταν όλοι σε άθλια κατάσταση. Στο δρόμο που βαδίζαμε όπου μας έβλεπε κανείς Αμερικανός σταματούσε προσοχή και μας χαιρετούσαν και εθαύμαζε τη γενναιότητα του ελληνικού τάγματος διότι είχαν πέσει κορμιά σε αυτό το ύψωμα και δεν μπορούσαν να το κρατήσουν. Ο θαυμασμός για το Ελληνικό Τάγμα δεν άργησε να διαδοθεί σε όλες τις συμμαχικές δυνάμεις, διότι όπως αναφέρω και παραπάνω τα πρώτα τρία τάγματα που είχαν αναλάβει την άμυνα του υψώματος Χάρι είχαν απώλειες τις τάξεως του 80%».

Εικόνα: Το Ελληνικό μνημείο στην «Κοιλάδα των Ηρώων» κοντά στην Σεούλ.

Από την άλλη πλευρά, οι Κινεζικές δυνάμεις είχαν περί τους 1450 νεκρούς (καταμετριθεντα πτώματα επί του υψώματος), αλλά και 3800 τραυματίες, σύμφωνα με εκτιμήσεις των Αμερικάνων επιτελικών. Η ειρωνεία της τύχης ήταν βέβαια πως μετά την υπογραφή της συμφωνίας ανακωχής, την 27η Ιουλίου του 1953, το ύψωμα, χαρακτηρίστηκε «ουδέτερο έδαφος» και κατ’ επέκταση ούτε η Βόρειος, αλλά ούτε και η Νότια Κορέα δεν το περιέλαβαν στις επικράτειες τους.

Παρόλα αυτά, η θυσίες των Ελλήνων οπλιτών του «ΕΚ.Σ.Ε» κάθε άλλο πάρα άσκοπη ήταν, καθώς είχε έμμεσα αποτελέσματα, όπως φάνηκε αργότερα, καθώς εξ’ αιτίας αυτής της αντίστασης, η εύφορη κοιλάδα Κουμ-Χουά, παρέμεινε στα χέρια των Νοτιοκορεατών. Συνολικά το Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα θρήνησε 195 νεκρούς και 610 τραυματίες, ενώ επίσης απωλέσθηκαν και 4 από τα 7 αεροσκάφη τύπου C-47.

Για το πολεμικό έργο που συντέλεσε, το «ΕΚ.Σ.Ε» έτυχε ιδιαιτέρων τιμών και διακρίσεων, τόσο από το Βασίλειο της Ελλάδος, όσο και από τις υπόλοιπες Συμμαχικές δυνάμεις. Επίσης πολλοί Αξιωματικοί και οπλίτες τιμήθηκαν με προαγωγές επ’ ανδραγαθία και απονομές Ελληνικών, Αμερικανικών, Νοτιοκορεατικών, Βελγικών, αλλά και μια ακόμα πληθώρα παρασήμων του Ο.Η.Ε. Με τις διακρίσεις αυτές αναγνωρίσθηκε πλέον και επισήμως η υπό του «ΕΚ.Σ.Ε» αντιπροσώπευση του Ελληνικού Στρατού στο διεθνή στίβο του αγώνα για την ελευθερία, κατά τις επιχειρήσεις στην Κορέα.

Μερικά χρόνια αργότερα η Νότια Κορέα για να δείξει την ευγνωμοσύνη της, προς τους Έλληνες μαχητές, ανέγειρε στην «Κοιλάδα των Ηρώων», κοντά στη Σεούλ, ένα μεγαλοπρεπές μνημείο των πεσόντων Ελλήνων μαχητών. Στην κεφαλή του, το Ελληνικού μνημείο, φέρει την παρακάτω επιγραφή, «Οι γενναίοι αυτοί στρατιώται της Ελλάδος, ενεσάρκωσαν το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ΄ελεύθερον το εύψυχον. Τιμή και δόξα τοις πεσούσι ελευθερους πολεμιστάς».

Πηγές:

  • Γεωργίου Παγωμένου, «Το Ημερολόγιο ενός Έλληνα στρατιώτη στον πόλεμο της Κορέας, Ιανουάριος-Νοέμβριος 1953».
  • Ministry of National Defence of the Republic of Korea, «The History of the U.N Forces in the Korean War».
  • Αθανάσιος Φιλιππόπουλος, «Τα κυριότερα πολεμικά γεγονότα και οι σημαντικότερες μάχες του ΕΚ.Σ.Ε».
  • Αθανάσιος Φιλιππόπουλος, «Το χρονικό του θεάτρου επιχειρήσεων του Κορεατικού Πολέμου».
  • Χαράλαμπος Γκιόλιας, «Τα Ηρωικά κατορθώματα του Ελληνικού Στρατού στην Κορέα».
  • Olwell & Mitchell’s, «The Fifteenth Infantry Regiment Yearbook, 1953».
  • Γ.Ε.Σ/Δ.Ι.Σ, «Το εκστρατευτικόν Σώμα Ελλάδος εις Κορέαν».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.