Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Η αλήθεια των «αριθμών». Τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Η αλήθεια των «αριθμών». Τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι μια αλληλουχία γεγονότων που στιγμάτισαν καθοριστικά την Ευρωπαϊκή, αλλά και την παγκόσμια εξέλιξη της ιστορίας εν γένει. Αυτό διότι μετά το «πανδαιμόνιο» που προκάλεσε ο «Μεγάλος Πόλεμος», μιλώ για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κανείς από αυτούς που «έφαγαν τα νιάτα τους» στα λασπωμένα χαρακώματα της Φλάνδρας και στα αχανή δάση της ανατολικής Ευρώπης, δεν περίμενε να ξαναζήσει, για μια ακόμα φορά, στον υπερθετικό βέβαια βαθμό, την ίδια κτηνωδία.

Ναι μάλιστα την ίδια κτηνωδία, αλλά γιατί στον υπερθετικό βαθμό, θα ρωτήσει εύλογα κανείς. Αυτή η ρητορική ερώτηση κρύβει μέσα της, κατά την γνώμη μου, όλη την ουσία. Αυτό διότι, μπορεί ναι μεν ο «Μεγάλος Πόλεμος» να είχε σοκάρει την ανθρωπότητα με τα νέα οπλικά συστήματα, τους μαζικούς αριθμούς, αλλά και την παγκόσμια έκταση του, ωστόσο αυτός σε τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με την «κρεατομηχανή» που οι ιστορικοί βάφτισαν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κάνω αυτή την αναφορά διότι, η νέα αυτή σύγκρουση ήταν σε όλα της πιο μεγάλη, από οποιαδήποτε οπτική γωνία και αν την εξετάσουμε. Κοντολογίς λοιπόν, στις παρακάτω παραγράφους αυτού του άρθρου, θα εξετάσουμε το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο από πλευράς απόλυτων αριθμών, σε μια μεγάλη πληθώρα επιμέρους επιπέδων, όπως για παράδειγμα στα εξοπλιστικά, στην βιομηχανική και την αγροτική παράγωγη, καθώς και σε σχέση με τα οικονομικά μεγέθη της εποχής, ενώ δε θα μπορούσαμε να μην ασχοληθούμε και με τις απώλειες των εμπλεκομένων, τόσο στο έμψυχο δυναμικό του κάθε συνασπισμού, όσο και στα άψυχα υλικά που αυτοί δαπάνησαν ώστε να τροφοδοτήσουν έναν αγώνα που άλλαξε τον κόσμο για πάντα. Τέλος θα ασχοληθούμε και με άλλες, ποιο σκοτεινές πλευρές του πολέμου, οι οποίες, χάριν «πολιτικής ορθότητας», παραμένουν επιλεκτικά στην αφάνεια, αλλά καλύτερα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Εικόνα: Η υπογραφή της «Τριμερούς Συνθήκης του Βερολίνου» (Tripartite Pact of Steel- Berlin Pact), που έθεσε την στρατιωτική συμμαχία της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας, σε στέρεη βάση, πραγματοποιήθηκε την 27η Σεπτεμβρίου του 1940, ως επέκταση του «Χαλύβδινου Συμφώνου» (Pact of Frienship and Alliance between Germany and Italy-Pact of Steel) μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας, που υπογράφικε την 22α Μαΐου του 1939. Σημειωτέων την συνθήκη υπέγραψαν, για την Γερμανία ο Αδόλφος Χίτλερ (Adolf Hitler), για την Ιταλία ο Υπουργός Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο (Galeazzo Ciano) και από πλευράς της Ιαπωνίας ο Σαμπούρο Κουρούσου (Saburo Kurusu), ως πρέσβης της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας στην Γερμανία. Πηγή φωτογραφίας: Imperial War Museum, collection number: 75995.

Οι συνασπισμοί και οι δυνατότητες τους.

Όπως όλοι μας ξέρουμε τα δυο στρατόπεδα, που ενεπλάκησαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι από την μια πλευρά ο «Άξονας» (Tripartite Pact of Steel- Berlin Pact) και από την άλλη οι Σύμμαχοι (Allies), ωστόσο η ανομοιομορφία ανάμεσα σε αυτές τις δυο «φατρίες» εύκολα γίνετε αντιληπτή, αρκεί ο καθένας από εμάς να αναλογισθεί κάποια βασικά οικονομικά, παραγωγικά και εξοπλιστικά μεγέθη. Αρχικά οι δυνάμεις που αποτελούσαν τον «Άξονα», στην τελική του μορφή, είχαν πέντε φορές μικρότερο πληθυσμό από αυτές που είχαν συνταχθεί με τους «Συμμάχους». Οπότε, ευθείς εξ αρχής, αντιλαμβανόμαστε πως οι «Σύμμαχοι» είχαν αριθμητική υπεροχή, σε απόλυτα νούμερα 5:1. Συν τοις άλλοις, το συνολικό «Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν» (Α.Ε.Π-G.D.P) των «Συμμαχικών» κρατών, σε σχέση με αυτό του «Άξονα», ήταν το 1939 2,2 φορές μεγαλύτερο, ενώ το 1945 αυτή η διαφορά είχε εκτοξευθεί σε μια χαώδη αναλογία, της τάξεως του 5,2:1. Τα δυο αυτά παραπάνω στοιχεία, η υπεροχή δηλαδή των Συμμάχων 5:1 σε σύνολο πληθυσμού και 2,2:1 σε  Α.Ε.Π, θέτει σε καθαρές βάσεις τα όσα θα αναπτυχθούν στις επόμενες παραγράφους.

Επιπλέον σημαντικό θα ήταν να αναλογισθούμε πως ακόμα και στο «θέατρο επιχειρήσεων του Ειρηνικού», το οποίο αποτελεί από μόνο του έναν ιδιαίτερο επιχειρησιακό κλάδο, η κατά γενική ομολογία «καταρρέουσα» Κίνα, διέθετε έξι φορές μεγαλύτερο πληθυσμό από την Αυτοκρατορική Ιαπωνία (6:1), ενώ σε αντίθεση με ότι είναι γενικός πιστευτό σήμερα, το Α.Ε.Π αυτής της καταρρέουσας «Αυτοκρατορίας» ήταν κατά 89% υψηλότερο από αυτό της Ιαπωνίας (1,89:1). Παρ’ όλα αυτά, η πρόωρη έναρξη του Β’ Σινοϊαπωνικού Πολέμου εξανέμισε αυτό το πλεονέκτημα της Κίνας, η οποία υστερούσε σημαντικά σε στρατιωτική ισχύ έναντι της Ιαπωνίας.

Πίσω στη Ευρώπη, τα πράγματα δεν διέφεραν και πολύ. Οι οικονομίες της «Γηραιάς Ηπείρου», φέροντας ακόμα τα σημάδια της «Μεγάλης Ύφεσης του ’29» (Great Depression), δεν έδειχναν να έχουν ανακάμψει πλήρως από εκείνες τις «σκοτεινές ημέρες». Χαρακτηριστικά, η Μεγάλη Βρετανία, έχοντας αρχίσει να αντιλαμβάνεται το δυσβάσταχτο δημοσιονομικό βάρος που έφερε μαζί της η Βρετανική Αυτοκρατορία, πάλευε να ισοσκελίσει τους προϋπολογισμούς της, η Γαλλία ακροβατούσε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, έχοντας να αντιμετωπίσει εσωτερικές αγκυλώσεις που δεν την άφηναν να εκμεταλλευθεί την τεράστια οικονομία της, ενώ απ’ την άλλη πλευρά του Ρήνου, η ηττημένη Γερμανία βίωνε μια οικονομική «ανάσταση» χωρίς κανένα απολύτως προηγούμενο.

Εικόνα: Υπό το «άγρυπνο» βλέμμα μελών του του «Εθνικοσοσιαλιστικ0ύ Γερμανικού Εργατικού Κόμματος» (NS.D.AP), ο Αδόλφος Χίτλερ (Adolf Hitler) θεμελιώνει τον πρώτο τομέα των περίφημων Γερμανικών αυτοκινητοδρόμων (Reichsautobahn), την 23η Σεπτεμβρίου του 1933. Πηγή φωτογραφίας: Bundesarchive Bild 183-R27373.

Βλέπετε, η πτώση του Γερμανικού μάρκου (Papiermark), κατά την διάρκεια του «Μεσοπολέμου», σε σχέση με το δολάριο, έκανε την καθημαγμένη, από τις συνέπειες των «Βερσαλλιών», Γερμανία ένα απέραντο «λούνα παρκ» για τους Ευρωπαίους, αλλά κυρίως για τους Αμερικανούς επενδυτές που πάντα «οσμίζονταν» τις μεγάλες πιθανότητες κέρδους από μακριά. Έτσι λοιπόν, κολοσσοί όπως η Ford, η I.B.M (International Business Machines) και η Standard Oil, έβαλαν το «λιθαράκι» τους ώστε να αναζωογονηθεί η Γερμανική οικονομία σε χρόνο ρεκόρ, κάνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο δυνατόν τον άκρος θεαματικό επανεξοπλισμό της Γερμανίας και δίνοντας της την δυνατότητα να αποκτήσει την αναγκαία στρατιωτική υπεροπλία στην Ηπειρωτική Ευρώπη.

Βέβαια αυτή η αναπτυξιακή «ευεξία» της Γερμανικής οικονομίας δεν τελείωσε έτσι απλά κατά την κήρυξη του πολέμου. Αυτό διότι, κάθε χώρα που έπεφτε στα χέρια των Γερμανών δούλευε αγόγγυστα στην συνέχεια για αυτούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Γαλλίας, η οποία έπειτα από την κατάληψη της από τους Γερμανούς, αμέσως «έπιασε δουλειά» συνεισφέροντας μάλιστα στον Γερμανικό πολεμικό προϋπολογισμό, το 11% του συνολικού Α.Ε.Π του Ράιχ. Στην ίδια κατηγορία, άνετα θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και το φρούριο της κεντρικής Ευρώπης, την Τσεχοσλοβακία, που τόσο εύκολα παραδόθηκε από τους Δυτικούς στις «αδηφάγες ορέξεις» των Γερμανών.

Συν τους άλλοις μια ακόμα μέθοδος «αφαίμαξης» των κατακτημένων κρατών από τους Γερμανούς ήταν και η έκδοση των γνωστών και σε εμάς «Κατοχικών δανείων», τα οποία αφαίμαζαν κάθε οικονομική δυνατότητα από την εκάστοτε κατεκτημένη χώρα. Στην περίπτωση της Γαλλίας μάλιστα, οι Γερμανοί θέλοντας να εξευτελίσουν ακόμα περισσότερο τον παλιό τους αντίπαλο, απαίτησαν από την κατοχική Γαλλική κυβέρνηση την καταβολή 20 εκατομμυρίων χρυσών Γαλλικών φράγκων κάθε ημέρα, για τους πρώτους έξι μήνες της κατοχής (3,6 δισεκατομμύρια χρυσά Γαλλικά Φράγκα… επιμένω σε αυτό), ώστε να καλυφθούν οι μισθοί του προσωπικού της Βέρμαχτ στην Γαλλία. Ωστόσο το υπέρογκο αυτό ποσό, χωρίς καμία αμφιβολία, χρησιμοποιήθηκε για να διογκωθεί, έτι περαιτέρω, η Γερμανική οικονομία, διότι καλό θα ήταν να αναφέρουμε πως το δημόσιο χρέος της Γερμανίας, την 31η Αυγούστου του 1939, μια μόλις μέρα πριν την έναρξη του πολέμου, ήταν 40 δισεκατομμύρια Γερμανικά μάρκα τα οποία αν τα ανάγουμε σε ευρώ μας δίνουν το ποσό των 164 δισεκατομμυρίων ευρώ, με τιμές 2017. Τέλος, για να ολοκληρώσω αυτόν μου τον συνειρμό, θα αναφέρω απλά πως σήμερα κάθε χρυσό Γαλλικό φράγκο, με ονομαστική αξία 20 μονάδων κοστίζει περίπου 340 ευρώ (σύμφωνα με στοιχεία από την Banque de France). Τα συμπεράσματα δικά σας.

Εικόνα: Η υπογραφή της «Δεύτερης Ανακωχής της Κομπιένης» (Second Armistice of Compiegne), την 22α Ιουνίου του 1940, σήμανε την πλήρη κατάρρευση της «Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας» και την έναρξη της Γερμανικής κατοχής της χώρας για τα επόμενα τέσσερα σκληρά χρόνια. Πηγή φωτογραφίας: Bundesarchive Bild 147-1982-D89-1B.

Φτάνοντας σε αυτό το σημείο, οφείλω να ομολογήσω πως έκανα μια ρητορική ερώτηση στην αφεντιά μου. «Για τον ελέφαντα στο δωμάτιο άραγε πότε θα μιλήσεις;». Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής λοιπόν, με συνολικό Α.Ε.Π που έφθανε στο δυσθεώρητο ύψος των 88,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σχημάτιζαν από μόνες τους μια οντότητα η οποία, χρηματοπιστωτικά τουλάχιστον, θα μπορούσε να σταθεί αγέρωχα απέναντι σε κάθε αντίπαλο. Μάλιστα έχοντας διεισδύσει οικονομικά, σε σημαντικό βαθμό, στις οικονομίες της Ευρώπης, είχαν καταστεί, ήδη από εκείνη την εποχή, ο «ακρογωνιαίος λίθος» της παγκόσμιας οικονομίας.

Για να σας δώσω ένα δείγμα των ικανοτήτων της Αμερικανικής οικονομίας αρκεί κανείς να μελετήσει τον λόγο του Αμερικανού Προέδρου Φραγκλίνου Ρούζβελτ (Franklin Roosevelt), την 4η Μαΐου του 1940, στο Κογκρέσο, όταν ζήτησε από την ολομέλεια, 20 μήνες πριν την Ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ (Pearl Harbor), να εγκριθούν τεραστίων διαστάσεων οικονομικά κονδύλια, ώστε να κατασκευασθούν 185.000 αεροσκάφη, 120.000 τεθωρακισμένα, 55.000 αντιαεροπορικά πυροβόλα και εμπορικά πλοία χωρητικότητας 18 εκατομμυρίων μετρικών τόνων, με χρονοδιάγραμμα κατασκευής μέσα στα επόμενα δυο χρόνια.

Τώρα αν αναλογισθεί κανείς πως η μεγίστη ετήσια παραγωγή αεροσκαφών στις Η.Π.Α, το 1939, απέδιδε μόλις 3.000 αεροσκάφη, κατ’ έτος, δεν είναι να απορεί κανείς που η Γερμανική στρατιωτική ηγεσία, αλλά και ο ίδιος ο Χίτλερ, θεώρησαν αυτές τις δηλώσεις του Ρούζβελτ, εντυπωσιακές, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ανέφικτες. Ωστόσο μέσα στα επόμενα δυο χρόνια τα γεγονότα θα ξάφνιαζαν τους Γερμανούς με τον χειρότερο τρόπο και για να σας δώσω και κάποιο στοιχείο, μέχρι το τέλος του πολέμου, δηλαδή μέσα σε πέντε χρόνια η Αμερικανική βιομηχανία κατάφερε να παράξει 400.000 αεροσκάφη, αριθμό υπερδιπλάσιο αυτών που είχε εξαγγείλει ο Ρούζβελτ την 4η Μαΐου του 1940.

Το παραπάνω γεγονός ωστόσο, δε μας δείχνει μόνο την υπεροχή των Συμμάχων στην οικονομική πλευρά των πραγμάτων, αλλά και την άνετη υπεροχή τους από πλευράς διαθεσιμότητας πρώτων υλών. Ας αναφέρουμε λοιπόν μερικά παραδείγματα. Το 1939 οι Συμμαχικές χώρες, αλλά και οι αποικίες αυτών, εξόρισαν ή εισήγαγαν 1,04 δισεκατομμύρια μετρικούς τόνους αργού πετρελαίου, την ίδια στιγμή που ο Άξονας, μετά βίας, μπορούσε να εξασφαλίσει 66 εκατομμύρια μετρικούς τόνους αργού πετρελαίου, κατά μείζονα λόγο από τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας, αλλά και από την Σοβιετική Ένωση, η οποία ωστόσο σταμάτησε τις παραδόσεις μετά την έκρηξη της Γερμανικής εισβολής (Operation Barbarossa-Unternehmen Barbarossa).

Εικόνα: Τμήματα του Γερμανικού στρατού παρελαύνουν, πέριξ της Αψίδας του Θριάμβου, τον Ιούνιο του 1940, μετα την παράδοση του Παρισίου. Πηγή φωτογραφίας: Bundesarchive Bild 101I-751-0067-34.

Συνεχίζοντας οι Σύμμαχοι είχαν την δυνατότητα να παράγουν, από ίδιες πηγές, 5,1 εκατομμύρια μετρικούς τόνους αλουμινίου, ενώ οι δυνάμεις του Άξονα 1,19 εκατομμύρια μετρικούς τόνου. Εξετάζοντας το τώρα από μια άλλη οπτική γωνία, οι Σύμμαχοι μπορούσαν να παρέχουν στην βιομηχανία τους 4,5 δισεκατομμύρια μετρικούς τόνους ορυκτού άνθρακα, ενώ οι δυνάμεις του Άξονα 2,62 δισεκατομμύρια μετρικούς τόνους. Τέλος οι Σύμμαχοι είχαν το απαράμιλλο πλεονέκτημα να μπορούν να παράγουν 733 εκατομμύρια μετρικούς τόνους χάλυβα, ενώ ο Άξονας περιοριζόταν σε μια παραγωγή που δεν μπορούσε με τίποτα να ξεπεράσει τα 275 εκατομμύρια μετρικούς τόνους. Έτσι λοιπόν, ακόμα και αν εγώ μπορώ να δώσω και άλλα στοιχεία, πιστεύω πως, για λόγους συντομίας, καλύτερα θα ήταν να σταματήσω εδώ, μιας και τα σχόλια μου, φανερά, περιττεύουν.

Τα «γρανάζια» της «κρεατομηχανής» και το προϊών προς «άλεση».

Το εναρκτήριο λάκτισμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από όποια άποψη και αν το δούμε, ήταν η Γερμανική εισβολή στην Πολωνία (September campaign-Uberfall auf Polen), την 1η Σεπτεμβρίου του 1939. Τις πρώτες λοιπόν πρωινές ώρες της 1ης Σεπτεμβρίου, 1.500.000 στρατιώτες της «Βέρμαχτ» (Wehrmacht), οι οποίοι ήταν κατατμημένοι σε 60 μεραρχίες, συνεπικουρούμενοι από σχεδόν 2.000 τεθωρακισμένα παντός τύπου, 900 βομβαρδιστικά αεροσκάφη και 400 καταδιωκτικά, προσέβαλαν τα δυτικά, αλλά και τα βόρεια σύνορα της Πολωνικής Δημοκρατίας.

Βλέπετε, μέσο αυτής της «υπερβαίνουσας» επίδειξης δυνάμεως, μιας και η Γερμανία διέθετε για αυτή την επιχείρηση σχεδόν το σύνολο του στόλου των βομβαρδιστικών της, αλλά και το 40% του στόλου των καταδιωκτικών που κατείχε, προσπάθησε να εφαρμόσει ένα ιδιότυπο «δόγμα του σοκ» ώστε κανείς από τους Δυτικούς συμμάχους της Πολωνίας, συγκεκριμένα η Γαλλική Δημοκρατία να μην τολμήσει να αντιδράσει. Ωστόσο τα γεγονότα δεν έλαβαν αυτή την τροπή όπως μας έδειξε η ιστορία.

Όσο για την Πολωνία, δύστυχος δεν είχε καμιά ελπίδα να αντιδράσει. Προσπερνώντας τον απαρχαιωμένο εξοπλισμό του 1.000.000 στρατιωτών που κατάφερε να επιστρατεύσει, η εύθραυστη αυτή Δημοκρατία της ανατολικής Ευρώπης, διέθετε μόλις 300 αεροπλάνα, καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά, αμφίβολης αξίας και 210 τεθωρακισμένα που είχαν ξεμείνει από τον Πολωνο–σοβιετικός πόλεμο του 1919-1921. Παρ’ όλα αυτά, η «χώρα των ουσάρων» έκανε ένα τραγικό λάθος, το οποίο και τελικά έμελλε να γίνει το «τελευταίο καρφί στο φέρετρο της», δηλαδή άργησε αδικαιολόγητα να κηρύξει την γενική επιστράτευση.

Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να δούμε την αριθμητική διάρθρωση μιας Γερμανικής μεραρχίας το 1939, σε σχέση με μια Πολωνική της ίδιας περιόδου. Μια τυπική μεραρχία εκείνης της εποχής αποτελούνταν από 12.000 με 25.000 στρατιώτες, στην πλήρη επιχειρησιακή της δυνατότητα. Ο εξοπλισμός ωστόσο των Γερμανικών Μεραρχιών ξεπερνούσε κατά πολύ σε δύναμη πυρός όλα τα Συμμαχικά κράτη, πόσον δε μάλλον την δύναμη πυρός των Πολωνικών μεραρχιών.

Εικόνα: Η κατεστραμμένη Βαρσοβία, τον Ιανουάριο του 1945, όταν οι Σοβιετικοί κατέλαβαν την πόλη. Όπως παρατηρείτε η καταστροφή της υπήρξε ολοκληρωτική. Πηγή φωτογραφίας: Material Museum of Powstania.

Έτσι λοιπόν μια Γερμανική μεραρχία, σε πλήρη επιχειρησιακή δυναμική διέθετε στα «σπλάχνα» της 442 πολυβόλα παντός τύπου και διαφόρων διαμετρημάτων, 135 όλμους, 72 αντιαρματικά πυροβόλα, και 24 βαρέα πυροβόλα. Συν τοις άλλοις, η Γερμανία το 1939 διέθετε έξι τεθωρακισμένες μεραρχίες, την ίδια στιγμή που οι Πολωνοί, αλλά και κανένα Συμμαχικό κράτος δεν διέθετε κάτι αντίστοιχο αυτού του μεγαλειώδους σχηματισμού. Με μια απλή αναγωγή λοιπόν, αντιλαμβανόμαστε πως οι 60 γερμανικές μεραρχίες πεζικού που εισέβαλαν στην Πολωνία διέθεταν, 1.440 βαρέα πυροβόλα, 4.320 αντιαρματικά πυροβόλα, 8.100 όλμους, αλλά και πάνω από 26.500 πολυβόλα παντός τύπου και διαμετρήματος.

Από την άλλη πλευρά, μια πολύ καλά εξοπλισμένη Πολωνική μεραρχία, κατά την διάρκεια της Γερμανικής εισβολής, περιελάμβανε στους κόλπους της 16.500 άνδρες, στην καλύτερη των περιπτώσεων, 458 πολυβόλα παντός τύπου και διαμετρήματος, 92 αντιαρματικά τυφέκια και κάποια βαρέα και ελαφρά πυροβόλα. Όπως παρατηρείτε οι Πολωνικοί σχηματισμοί δεν διέθεταν, η και όταν διέθεταν αυτά ήταν ανεπαρκή, αντιαεροπορικά και αντιαρματικά πυροβόλα. Συν τοις άλλοις, ο Πολωνικός στρατός στερούνταν την ομοιομορφία του Γερμανικού στρατού, με πολλές μάλιστα μεραρχίες του να αριθμούν κάτω από 10.000 άνδρες, με εξοπλισμό που μπορεί να είχε επαναχρησιμοποιηθεί και κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ωστόσο εκεί που εντοπίζεται το πραγματικό πρόβλημα στους Πολωνικούς σχηματισμούς είναι ο βαθμός στον οποίο αυτοί ήταν μηχανοκίνητοι. Έτσι λοιπόν, εξετάζοντας τα στοιχεία, βλέπουμε πως μια Γερμανική μεραρχία πεζικού είχε στην διάθεση της 1.009 αυτοκίνητα και φορτηγά, καθώς και 4.842 άλογα, ενώ στην αντίπερα όχθη μια καλά εξοπλισμένη Πολωνική μεραρχία διέθετε 76 αυτοκίνητα και 6.939 άλογα. Ο Γερμανικός λοιπόν στρατός, πάνω σε αυτήν ακριβώς την αδυναμία των Πολωνών βασίστηκε, πιέζοντας τους συνεχώς σε όλα τα μέτωπα και εκμεταλλευόμενος τα σαφή μειονεκτήματα τους σε δύναμη πυρός και ευκινησία, καταφέρνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο να διαταράξουν την Πολωνική επιστράτευση και κατά συνέπεια να κυριαρχήσουν σε όλα τα μέτωπα της συγκρούσεως, από τις πρώτες κιόλας μέρες του πολέμου.

Η φορά των πραγμάτων μπορεί βέβαια, είχε λάβει ήδη την κατιούσα για την «Γηραιά Λεχία», ωστόσο η «χαριστική βολή» στην Πολωνική προσπάθεια βλήθηκε, όχι από τους Γερμανούς, αλλά από την Σοβιετική Ένωση και τον «σύντροφο» Στάλιν, ο οποίος, μια μόλις μέρα μετά την υπογραφή ειρήνης με την Αυτοκρατορική Ιαπωνία [Ανακωχή του Χαλχίν Γκολ (Khalkhin Gol)], την 17η Σεπτεμβρίου έδωσε την διαταγή στον Κόκκινο Στρατό να εισβάλει από τα ανατολικά στην Πολωνία με μια στρατιά 800.000 ανδρών. Η κατάσταση ήταν πλέον απελπιστική, με τον Πολωνικό στρατό να αντιστέκεται γενναία για άλλες τρεις εβδομάδες, ωστόσο το παιχνίδι είχε πλέον κριθεί, με την Πολωνία να αναγκάζεται να παραδοθεί την 6η Οκτωβρίου του 1939.

Εικόνα: Να θυμάστε, πως πάντα, τα άκρα ειναι οι καλύτεροι φίλοι. Στην παραπάνω φωτογραφία, στελέχη της Βέρμαχτ και του Κόκκινου Στρατού ανταλλάσσουν χειραψία, αφού πρώτα έχουν διαμελίσει, χωρίς ντροπή, τα εδάφη της Πολωνικής Δημοκρατίας. Πηγή φωτογραφίας: TACC agency.

Οι πρωτοφανείς «αριθμοί», ενός πρωτοφανούς πολέμου.

Τώρα βέβαια θα αναρωτηθείτε εύλογα, «μα καλά γιατί μας τ’ αράδιασες όλα αυτά». Βλέπετε πλέον ο τρόπος που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ως γεγονός άλλαξε ριζικά. Από την Πολωνική εκστρατεία και μετά τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο. Αν αναλογισθεί κανείς πως μια χώρα, όπως η Πολωνία, με 35 εκατομμύρια κατοίκους, εκείνη την εποχή, έγινε αντικείμενο εισβολής της Γερμανο-σοβιετικής συμμαχίας η οποία κατάφερε να διαθέσει 2,3 εκατομμύρια άνδρες, το 7% δηλαδή του συνολικού πληθυσμού της Πολωνίας, θέτει τις βάσεις για το μέγεθος τους «μακελειού» που θα λάμβανε χώρα στον πλανήτη Γη από εδώ και εις το εξής.

Ενδεικτικά μόνον θα σας δώσω κάποιους αριθμούς, ώστε να αντιληφθείτε πλήρως την κατάσταση. Συνολικά από την 1η Σεπτεμβρίου 1939, ημέρα κατά την οποία οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Πολωνία, μέχρι και την 2α Σεπτεμβρίου του 1945, οπότε και συνθηκολόγησε η Ιαπωνική Αυτοκρατορία, η Συμμαχική παράταξη κατάφερε να επιστρατεύσει, κάτι παραπάνω, από 70-80 εκατομμύρια στρατιώτες κατανεμημένους σε όλους τους στρατιωτικούς κλάδους (στρατός ξηράς, ναυτικό και αεροπορία), ενώ από την άλλη πλευρά οι δυνάμεις του Άξονα είχαν στην διάθεση τους 40-45 εκατομμύρια στρατιώτες κατανεμημένους σε όλους τους στρατιωτικούς κλάδους.

Όπως γίνετε αντιληπτό, εξετάζοντας τα δεδομένα μακροσκοπικά, οι Σύμμαχοι είχαν ένα αριθμητικό πλεονέκτημα 7:4, στην χειρότερη περίπτωση, έναντι των δυνάμεων του Άξονα όσον αυτό αφορά το έμψυχο δυναμικό που αυτοί μπόρεσαν να παρατάξουν επί του πεδίου. Ωστόσο εκεί που το χάσμα ανάμεσα στους δύο γινόταν αβυσσαλέο είναι σε ότι αφορά το θέμα του υλικοτεχνικού εξοπλισμού. Έτσι λοιπόν μπροστά στα 76.385 άρματα, όλων των τύπων που κατασκευάστηκαν από τις δυνάμεις του Άξονα, οι Σύμμαχοι κατάφεραν να παρατάξουν 270.041 τεθωρακισμένα, όλων των τύπων. Οι Σύμμαχοι κατασκεύασαν 4.101.932, θωρακισμένα οχήματα, φορτηγά, μηχανές και αυτοκίνητα, ενώ οι σύμμαχοι της Γερμανίας, μαζί με την ίδια βέβαια, δεν κατάφεραν να διαθέσουν πάνω από 463.000 οχήματα. Συν τοις άλλοις, η διάφορα των μεν και των δε σε πυροβόλα ήταν της τάξεως του 10:1, μιας και οι Σύμμαχοι παρέταξαν 1.000.000 πυροβόλα, ενώ οι δυνάμεις του Άξονα μόλις 97.000.

Εικόνα: Ο παραπάνω πίνακας μπορεί να μας δώσει μια χαρακτηριστική εικόνα των παραγωγικών δυνατοτήτων του κάθε συνασπισμού. Έτσι λοιπόν, στον πίνακα βλέπουμε τις δαπάνες για πυρομαχικά, παντός είδους, κάθε ενός από τους μεγάλους «παίκτες» του πολέμου σε δισεκατομμύρια δολάρια (1945) ανά έτος. Πηγή πίνακα: Wikipedia.org, Military production during WW II.

Από την άλλη πλευρά ψηλά στον ουρανό, οι Σύμμαχοι διέθεταν και εκεί συντριπτική υπεροχή (3:1). Χαρακτηριστικό είναι πως ο ιπτάμενος στόλος των Η.Π.Α το 1945 διέθετε 99.000 καταδιωκτικά αεροσκάφη και 96.000 βομβαρδιστικά, υπερκαλύπτοντας ακόμα και την «Λουφτβάφε» (Luftwaffe), όταν ήταν στα καλύτερα της, σε αναλογία (2:1). Αν τώρα συγκρίνουμε τις Αμερικανικές δυνατότητες με αυτές της «Αυτοκρατορικής Ιαπωνικής Αεροπορίας» τότε θα αντιληφθούμε πως η αναλογία διαμορφωνόταν 4:1 στα καταδιωκτικά και άκουσον άκουσον, 10:1 στα βομβαρδιστικά.

Τέλος η υπεροπλία των Συμμάχων σε ναυτικές μονάδες είναι ολοφάνερη αρκεί μόνο να αναφέρω πως ο Συμμαχικός στόλος διέθετε συνολικά 44 αεροπλανοφόρα (Aircraft carriers) και 60 θωρηκτά (Battleship), ενώ οι δυνάμεις του Άξονα και ειδικά το «Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό» (Dai-Nippon Teikoku Kaigun – Navy of the Greater Japanese Empire) και το «Βασιλικό Ναυτικό της Ιταλίας» (Regia Marina) μπορούσαν μετά βίας να διαθέσουν 14 αεροπλανοφόρα και 23 θωρηκτά.

Το «φρέσκο κρέας» που έμελλε να γίνει «φρέσκος κιμάς».

Προσπερνώντας τα όσα προείπαμε, στις παρακάτω παραγράφους θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε κάποια βασικά στατιστικά στοιχεία για την τύχη των πρωταγωνιστών αυτού του δευτέρου «Μεγάλου Πολέμου», σε ατομικό επίπεδο, ενώ μέσα από αυτά τα στοιχεία θα προσπαθήσουμε να εξαγάγουμε κάποια βασικά συμπεράσματα για των αριθμό των θυμάτων που αυτός προκάλεσε, σε σχέση πάντα με τον τότε παγκόσμιο πληθυσμό.

Ξεκινώντας λοιπόν, καλό θα ήταν να αναλογισθούμε πως κατά την επταετία 1939-1945, ο παγκόσμιος πληθυσμός, έτι 2,3 τρις το 1939, υπέστη μια μείωση της τάξεως του 4%, γεγονός το οποίο καταδεικνύει, με τον πλέον εμφατικό τρόπο τις τραγικές συνέπειες που επέφερε στο είδος μας ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ωστόσο καλό θα ήταν, αυτή την στιγμή κιόλας, να διαχωρίσουμε τις πολυάριθμες ανθρώπινες απώλειες σε δυο επιμέρους διακριτές κατηγορίες, δηλαδή, στις «άμεσα» εμπλεκόμενες με τον πόλεμο και στις «έμμεσα» εμπλεκόμενες με τις συνέπειες αυτού.

Έτσι λοιπόν, από αυτό το 4%, έτι 92 εκατομμύρια ψυχές, του παγκόσμιου πληθυσμού, τα 50-60 εκατομμύρια θεωρούνται ως απώλειες που προέκυψαν από τις διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά και από τους θανάτους πολιτών που προκλήθηκαν ως αποτελέσματα των πολεμικών επιχειρήσεων, ενώ ένα βήμα παραπέρα 20-30 εκατομμύρια θάνατοι παγκοσμίως προκλήθηκαν από λοιμούς και νόσους, οι οποίες κατά την διάρκεια του πολέμου μετεξελίχθηκαν σε πραγματική «μάστιγα». Σύμφωνα με αυτά λοιπόν, κατά προσέγγιση, το 30% των συνολικών θανάτων ήταν έμμεσα εμπλεκόμενες με τις διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις που διεξάγονταν κατά την χρονική περίοδο 1939-1945.

Εικόνα: Αεροφωτογραφία της κατεστραμμένης Μανίλας, στις Φιλιππίνες το 1945. Πηγή φωτογραφίας: U.S Signal Corp.

Ειδικότερα, οι δυο κύριοι πρωταγωνιστές, στα όσα αφορούν τις απώλειες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν είναι άλλοι από την Σοβιετική Ένωση και την πάλαι ποτέ «Δημοκρατία της Κίνας». Τώρα, όσον αφορά τις πηγές της έρευνας μας, καλό θα ήταν να αναλογισθούμε πως οι αναφορές που αφορούν τις απώλειες της Σοβιετικής Ένωσης κατά την διάρκεια του πολέμου, αποχαρακτηρίστηκαν από αυτήν μερικά μόλις χρόνια μετά την διάλυση της, ενώ στην περίπτωση της πάλαι ποτέ Κινεζικής Δημοκρατίας οι συγκεντρωτικές αναφορές των απωλειών του πολέμου, εν πολλοίς έχουν υποστεί αναρίθμητες παραποιήσεις από το υπάρχον καθεστώς και για αυτό τον λόγο η αλληλεπίδραση μας με αυτές μπορεί να γίνει μόνον κατά προσέγγιση.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο και σύμφωνα με τον Μίχαελ Έλμαν (Michael Ellman), αλλά και το έργο του «Η καταστροφή του Σοβιετικού οικονομικού συστήματος» (The destruction of the Soviet economic system), η Σοβιετική Ένωση «θρήνησε» 26,6 εκατομμύρια θανάτους, με 8-9 εκατομμύρια από αυτούς να προκύπτουν λόγω πείνας και διαφόρων νόσων. Σύμφωνα με αυτά, συμπεραίνουμε πως μόνο η Σοβιετική Ένωση έχασε το 10% του πληθυσμού της (εκτίμηση πληθυσμού το 1939 – 168,5 εκατομμύρια κάτοικοι).

Από την άλλη πλευρά στην Άπω Ανατολή, σύμφωνα με το έργο του Ρούγκι Γκούο (Guo Rugui), «Ο Κινεζικός Αντι-ιαπωνικός Πόλεμος» (China’s Anti-Japanese War), η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας υποστηρίζει πως χάθηκαν 20 εκατομμύρια άνθρωποι, πολίτες και στρατιώτες, με την Ιαπωνική οπτική ωστόσο να μειώνει τις απώλειες αυτές στον κυριολεκτικά «αστείο» αριθμό των 3,1 εκατομμυρίων νεκρών. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω στοιχεία, το 50% των συνολικών θυμάτων του πολέμου κατεγράφησαν ως αποτέλεσμα στον πληθυσμό των δυο αυτών χωρών του Συμμαχικού στρατοπέδου.

Πίσω στο «Ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων», εξαιρουμένης της Σοβιετικής Ενώσεως, τα πάνδεινα υπέστη η Πολωνική Δημοκρατία, η οποία την περίοδο 1939-1945 υπέστη 5,6 με 5,8 εκατομμύρια θανάτους, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία από το «Πολωνικό Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης» (Polish Institute of National Remembrance-I.P.N) τα οποία δημοσιεύθηκαν μόλις τον Αύγουστο του 2009. Βέβαια σύμφωνα με τον ιστορικό Τσέσουαφ Γούτσακ (Czeslaw Luczak), από αυτά τα 5,6 με 5,8 εκατομμύρια των νεκρών, μόνο τα 2 εκατομμύρια ήταν εθνικά Πολωνοί, ενώ τα υπόλοιπα 3,6 με 3,8 εκατομμύρια αφορούν 3 εκατομμύρια Εβραίους, αλλά και 800.000 Πολωνούς υπηκόους, διαφόρων ωστόσο εθνικοτήτων. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά, η Πολωνία, έπειτα από 5 χρόνια επαχθούς κατοχής, απώλεσε το 17% του εθνικού εγχώριου πληθυσμού της, ποσοστό το οποίο καταλαμβάνει επάξια μια από τις πρώτες θέσεις σε αυτόν τον μακάβριο «διαγωνισμό».

Εικόνα: Ένα παιδί, που πιθανόν έχει ξεστρατίσει από τα χέρια των έντρομων γονέων του, στέκει απεγνωσμένο στον βομβαρδισμένο κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό στη Σαγκάη, λίγο πριν η πόλη πέσει στα χέρια των Ιαπώνων. Πηγή φωτογραφίας: RIA Novosti Archives.

Σε αντίθεση βέβαια με ότι συνέβη στην ανατολική Ευρώπη, οι χώρες της δυτικής Ευρώπης δεν ένιωσαν και τόσο βαριά την «μπότα» της Βέρμαχτ. Χαρακτηριστικά η Γαλλία, θρήνησε 567.500 νεκρούς, συμπεριλαμβανομένων και των απωλειών που προέκυψαν από τους νεκρούς των αποικιακών στρατευμάτων της. Αυτό μας δίνει μια εικόνα, που στο ευρύτερο πλαίσιο της μας δείχνει πως η Γαλλική Δημοκρατία την περίοδο 1939-1945, απώλεσε μόλις το 1.4% του πληθυσμού της, όπως αυτός διαμορφωνόταν το 1939 στα 41,6 εκατομμύρια, μαζί πάντα με τις αποικιακές της κτίσης.

Πέρα από τα στενά της Μάγχης (English Channel), η Βρετανική Αυτοκρατορία, συμπεριλαμβανομένων και των κρατών της Κοινοπολιτείας (Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία κλπ.), αλλά και οι αποικίες αυτής, σύμφωνα με το «Commonwealth War Graves Commission (C.W.G.C) Annual Report 2014–2015», από την 1η Σεπτεμβρίου του ’39, έως την 31η Σεπτεμβρίου 1947 απώλεσαν 440.000 ψυχές, με 70.000 από αυτούς να θεωρούνται πως ήταν πολίτες που σκοτώθηκαν κατά την διάρκεια της «Μάχης της Αγγλίας» (Battle of Britain).

Παρά ταύτα, οι Βρετανοί ιστοριογράφοι και ερευνητές προσπαθούν ακατάπαυστα και χωρίς «ντροπή» να αποκρύψουν τα 2,1 με 3 εκατομμύρια των νεκρών που προκλήθηκαν από τον «τεχνηέντως» κατασκευασμένο «Λοιμό της Βεγγάλης» (Bengal famine – 1943) στην Ινδία. Ο λοιμός αυτός, που προκλήθηκε καθαρά χάριν της ανικανότητας και της υστεροβουλίας των Βρετανών, ενώ θα μπορούσε εύκολα να κερδίσει τον τιμητικό τίτλο του «Εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητας», ωστόσο όπως είναι γνωστό πως «οι νικητές γράφουν την ιστορία».

Τέλος οι Η.Π.Α, αυτός ο «γίγας» των 131 εκατομμυρίων κατοίκων, έχασε 671.801 ανθρώπους, ενώ κατέκτησε επαξίως το πρώτο βραβείο του μαζικότερου και πιο πολύνεκρου στρατιωτικού πλήγματος σε εχθρικό έδαφος. Το ισχυρίζομαι αυτό διότι αρκεί κανείς να αναλογισθεί τον «πυρηνικό βομβαρδισμό» της Χιροσίμα (Hiroshima), την 6η Αυγούστου 1945, αλλά και του Ναγκασακι (Nagasaki), την 9η Αυγούστου του 1945, οι οποίοι προξένησαν συνολικά 226.000 θανάτους, από τους οποίους μόλις 20.000, κατά προσέγγιση, αφορούσαν στρατιωτικό προσωπικό.

Σε αυτό το σημείο κρίσιμο θα ήταν να αναφέρουμε πως το συντριπτικό ποσοστό των απωλειών που υπέστησαν οι Η.Π.Α, προξενήθηκαν στο «θέατρο επιχειρήσεων του Ειρηνικού», ενώ τέλος καλό θα ήταν να καταγράψουμε πως οι Αμερικανικές υπηρεσίες, σύμφωνα με επίσημη έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2013, καταγράφουν και 73.661 αγνοούμενους, τους οποίους εμείς υπολογίζουμε ως νεκρούς.

Εικόνα: Ο «Λοιμός της Βεγγάλης» άφησε πίσω του, εκτός από εκατομμύρια νεκρούς, τεραστίων διαστάσεων ορδές ορφανών παιδιών, χωρίς κανένα μέσο ώστε να επιβιώσουν, τα οποια, μέσα στην τραγωδία που ζούσαν, περιφέρονταν στις πόλεις και στην ύπαιθρο της Ινδίας. Πηγή φωτογραφίας: Servants of Bengal Society.

Περνώντας στο απέναντι στρατόπεδο, οι ανθρώπινες απώλειες των δυνάμεων που είχαν συμπαραταχθεί με το στρατόπεδο του Άξονα, αποτελούν μόλις το 17% των συνολικών απωλειών που προέκυψαν κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα λοιπόν με τον ιστορικό Ρούντιγκερ Οβερμαν (Rudiger Overmans) και το έργο του «Οι Γερμανικές στρατιωτικές απώλειες κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» (German Military Losses in World War II), οι Γερμανικές πολεμικές απώλειες έχουν ως εξής.

Κατά την εξαετία 1939-1945 το Γερμανικό Ράιχ έχοντας συνολικά επιστρατεύσει 14.540.835 άνδρες, σε όλα τα όπλα (στρατός ξηράς, ναυτικό και αεροπορία), τόσο από την Γερμανία, όσο και από διάφορες άλλες περιοχές του Ράιχ, απώλεσε 5.318.000 άνδρες από όλους τους κλάδους του Γερμανικού στρατού, αλλά και κατά προσέγγιση άλλα 3.100.000 πολίτες, με 434.000 εξ αυτών να είναι θύματα των Συμμαχικών στρατηγικών βομβαρδισμών. Μια απλή πρόσθεση λοιπόν μας δείχνει πως, κατά προσέγγιση, το Γερμανικό Ράιχ (Γερμανία, Αυστρία, Αλσατία-Λορένη, Δυτική Πρωσία και Σουδητία) με έναν συνολικό πληθυσμό 83.500.000 ανθρώπων, απώλεσε περίπου το 9% του πληθυσμού του.

Συν τοις άλλοις, σύμφωνα με τον Ρώσο ιστορικό Γκριγκόρι Κριβοσέγιεφ (Grigoriy Krivosheyev) και το έργο του (σε ελεύθερη μετάφραση) «Οι Σοβιετικές απώλειες κατά την διάρκεια του εικοστού αιώνα» (Soviet Casualties and Combat Losses in the Twentieth Century), ο Γερμανικός στρατός, εκτός από τις ημέτερες δυνάμεις του, φρόντισε να στρατολογήσει και έναν τεράστιο αριθμό Μουσουλμάνων στις τάξεις του, από τα Βαλκάνια, τις απώλειες των οποίων, ο προαναφερόμενος, τοποθετεί σε 215.000, γεγονός το οποίο ανεβάζει της Γερμανικές στρατιωτικές απώλειες περίπου στα 5,6 εκατομμύρια άνδρες, ενώ κανένα στοιχείο δεν έχει δοθεί στην δημοσιότητα, από Ρωσικές πηγές, για των αριθμό των Σοβιετικών αιχμαλώτων που διάλεξαν να ενταχθούν στον Γερμανικό στρατό.

Επιστρέφοντας στην Άπω Ανατολή, η Αυτοκρατορία του Ανατέλλοντος Ηλίου κατάφερε να κρατήσει τις απώλειες της σχετικά χαμηλά, αν αναλογισθεί κανείς πως η Ιαπωνία ήταν η μοναδική χωρά, τουλάχιστον στην έως τώρα ανθρώπινη ιστορία, η οποία υπέστη πυρηνικό βομβαρδισμό. Έτσι λοιπόν, έχοντας συνολικά επιστρατεύσει, μέχρι τον Αύγουστο 1945, 6.095.000 άνδρες, υπέστη περί τα 2.100.000 στρατιωτικές απώλειες, ενώ οι έμμεσες απώλειες πολιτών από τους στρατηγικούς βομβαρδισμούς των Αμερικανών και από τον πυρηνικό βομβαρδισμό της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, διαμορφώθηκαν περίπου στους 800.000 νεκρούς.

Εικόνα: Το πυρηνικό «μανιτάρι» που σχηματίστηκε μετά τον πυρηνικό βομβαρδισμό της Χιροσίμα. Πηγή φωτογραφίας: National Archives and Records Administration, ID: 542192.

Ολοκληρώνοντας ωστόσο αυτή την παράγραφο, δε θα ήταν πρέπον να μην αναφερθούμε στο γεγονός πως κατά την διάρκεια, αλλά και μετά το τέλος του πολέμου προκλήθηκαν 30 εκατομμύρια πρόσφυγες στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και στην Άπω Ανατολή. Πολλοί από αυτούς εγκατέλειψαν τα σπίτια τους φοβούμενοι την έλευση ξένων στρατευμάτων, ενώ οι περισσότεροι εξαναγκάστηκαν από τους εμπόλεμους να μετακινηθούν για διάφορους λόγους. Στα 1945 αυτοί οι πληθυσμοί συγκροτούσαν ένα τεράστιο, διάσπαρτο ανθρώπινο πλήθος χωρίς κανένα μέσο διαβίωσης.

Οι «φλόγες» και οι «στάχτες».

Φτάνοντας σε αυτό το σημείο της αναζήτησης μας, θα ήθελα να κάνω μια αναφορά στα θύματα του «Ολοκαυτώματος» {The Holocaust, (Shoah στα Εβραϊκά)}, προσπερνώντας παντός είδους ανακρίβειες και ιδεοληψίες. Ο συνολικός λοιπόν αριθμός των θυμάτων αυτού του Γερμανικού «παροξυσμού», υπολογίζονται σήμερα στα 7,3 εκατομμύρια θύματα. Ωστόσο, αντίθετα με την λανθασμένη άποψη που κυκλοφορεί, τα θύματα του «Ολοκαυτώματος» δεν ήταν, στην ολότητα τους, άτομα διαφόρων εθνικοτήτων, Εβραϊκού θρησκεύματος. Έτσι λοιπόν, ο αριθμός των θυμάτων του εβραϊκού πληθυσμού που εξοντώθηκε, στα διάφορα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, συνήθως προσδιορίζεται στα 6 εκατομμύρια ανθρώπους. Βέβαια, κοιτάζοντας τα γεγονότα από μια άλλη οπτική γωνία και σύμφωνα με τον Μάρτιν Γκίλμπερτ (Martin Gilbert), ο οποίος τοποθετεί τα θύματα του «Ολοκαυτώματος» στα 5,7 εκατομμύρια ανθρώπους, αντιλαμβανόμαστε εύκολα πως αυτός ο αριθμός μπορεί να διαφέρει ριζικά από μελετητή σε μελετητή.

Όπως και να είχε η κατάσταση, δεν μπορούμε ωστόσο να αρνηθούμε πως η εξαετής κατοχή (1939-1945) μεγάλων τμημάτων της Ευρώπης από της Γερμανικές δυνάμεις κατάφερε να εξοντώσει το 78% του συνολικού Εβραϊκού πληθυσμού της «Γηραιάς Ηπείρου». Ειδικότερα, σύμφωνα με έρευνα του «Πολωνικό Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης» (Polish Institute of National Remembrance-I.P.N), από τα 2,83 εκατομμύρια άτομα Εβραϊκής καταγωγής που δολοφονήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πολωνία, 500.000 δολοφονήθηκαν στο στρατόπεδο του Μπέλζεκ (Belzec), 850.000 στο Τρεμπλίνκα (Treblinka), 150.000 στο Κέλμο (Chełmno), 1,1 εκατομμύριο στο Άουσβιτς (Auschwitz) και 80.000 στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μαϊντάνεκ (Majdanek). Συν τοις άλλοις, σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Ραούλ Χίλμπεργκ (Raul Hilberg), άλλες 700.000 Εβραίοι θανατώθηκαν σε διάφορα «Γκέτο» (Ghettos) (σε αυτό το σημείο θα σας έλεγα πως αξίζει να διαβάσετε πως δημιουργήθηκε το πρώτο «Γκέτο» της Ευρώπης και γιατί;).

Εικόνα: Η διαλογή των Εβραίων της Ουγγαρίας, κατά την άφιξη τους στο Άουσβιτς (Auschwitz), τον Μάϊο του 1944. Πηγή φωτογραφίας: Deutsche Fotothek.

Ωστόσο, όπως προείπα, τα θύματα του Ολοκαυτώματος δεν ήταν στην ολότητα τους Εβραίοι. Έτσι λοιπόν σε αυτά τα 5,7 εκατομμύρια ανθρώπους θα πρέπει να προσθέσουμε περίπου 220.000 Ρομά και Σίντι, που μερικές αναφορές ανεβάζουν τον αριθμό αυτό στις 800.000. Παρ’ όλα αυτά, δε θα πρέπει να ξεχνάμε πως οι Γερμανικές προσπάθειες, και σε αυτή την περίπτωση, κατάφεραν να εξοντώσουν το 50% του πληθυσμού αυτού στην Ευρώπη. Άλλες ομάδες που κρίθηκαν «φυλετικά κατώτερες» ή «ανεπιθύμητες», ήταν στρατιώτες και πολίτες αιχμάλωτοι από κατεχόμενες περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων Ρώσων και άλλων Σλάβων, οι διανοητικά ασθενείς, 250.000 σωματικά ανάπηροι,100.000 ομοφυλόφιλοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Ελευθεροτέκτονες, Κομμουνιστές και άλλοι πολιτικοί αντιφρονούντες, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες και περίπου 2.000 Καθολικοί και Προτεστάντες κληρικοί που διώχτηκαν ή θανατώθηκαν. Αν λοιπόν συνυπολογιστούν και αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, ο αριθμός των θυμάτων ανεβαίνει σημαντικά. Μερικές μάλιστα εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό αριθμό θυμάτων του «Ολοκαυτώματος» από τα 7 έως και τα 26 εκατομμύρια ανθρώπους, αριθμός κάπως υπερβολικός, αν ρωτάτε την γνώμη μου.

Τα ερείπια και οι διαλυμένες ζωές.

Μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μόλις κατάκατσε ο «κουρνιαχτός», τα όσα αντίκρισαν οι κάτοικοι της «Γηραιάς Ηπείρου» και της Ασίας ήταν το λιγότερο απογοητευτικά. Με το τέλος του πολέμου λοιπόν, η συνολική βιομηχανική παραγωγή της Ευρώπης έφτανε μόλις στο 50% της προπολεμικής, ενώ από την άλλη πλευρά το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Ασίας δεν ήταν τίποτα περισσότερο από στάχτες. Πιάνοντας το πράγμα από την αρχή, δε θα ήταν άδικο να ξεκινήσουμε αυτό τον «πικρό απολογισμό» από εκεί που ξεκίνησαν όλα αυτά τα κατακλυσμιαία γεγονότα, την Πολωνία. Έπειτα λοιπόν από έξι σκληρά χρόνια, η Πολωνική επικράτεια είχε μετατραπεί, κυριολεκτικά, σε «κρανίου τόπο». Θα συνεχίσω λοιπόν αναφέροντας μερικά χαρακτηριστικά στατιστικά στοιχεία. Έπειτα από το τέλος των επιχειρήσεων, η Πολωνία είχε απωλέσει, πρώτα απ’ όλα, το 30-35% των αγροτικών της υποδομών, ενώ παράλληλα υπολογίζεται πως το 32% των εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και των ορυχείων της είχαν πλήρως καταστραφεί εξαιτίας των συνεχών βομβαρδισμών.

Συν τοις άλλοις, το 84% των βιομηχανιών της χώρας είχαν ολοκληρωτικά λεηλατηθεί και καταστραφεί. Παρ’ όλα αυτά και σαν να μην ήταν αρκετά τα παραπάνω, το 80% των σχολικών κτιρίων, των πανεπιστημίων και των δημοσίων υπηρεσιών της Πολωνίας, δεν ήταν πλέον τίποτα παραπάνω από καπνίζοντα ερείπια. Από αυτή την «αποκάλυψη» βέβαια δε θα μπορούσαν να διασωθούν τα εκπληκτικά ιστορικά μνημεία της Πολωνίας τα οποία υπέστησαν σημαντικές και άλλοτε ολοκληρωτικές καταστροφές σε ποσοστό 84%.

Εικόνα: Ο Στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel), ο οποίος διατέλεσε επί σειρά ετών αρχηγός της Βέρμαχτ (Wehrmacht), υπογράφει την παράδοση της Γερμανίας την 7η Μάϊου του 1945. Πηγή φωτογραφίας: National Archives and Records Administration.

Τέλος, το στοιχείο εκείνο που ολοκλήρωνε την γλαφυρή αυτή εικόνα της ολοκληρωτικής καταστροφής, ήταν το γεγονός πως εξαιτίας των διαφόρων πολεμικών επιχειρήσεων, το 30% ολόκληρου του οικιστικού ιστού της χώρας, επαναλαμβάνω ολόκληρου του οικιστικού ιστού της χώρας, είχε πλέον καταστραφεί, πράγμα το οποίο σημαίνει πως την επαύριον του πολέμου, τουλάχιστον το 30% του Πολωνικού λαού ήταν πλέον άστεγος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι η καταστροφή της Βαρσοβίας, η οποία απώλεσε το 90% των κτηρίων του οικοδομικού ιστού της, ενώ μεταπολεμικά, οι αρχές κρίνοντας, μάλλον «υστερόβουλα», τεράστιο το μέγεθος της καταστροφής εξέταζαν σενάρια να εγκαταλείψουν την πόλη και να κατασκευάσουν μια καινούρια «Βαρσοβία» σε μια νέα τοποθεσία.

Μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, το ηττημένο «Ράιχ» αντιμετώπιζε μια κατάσταση που τίποτε δεν είχε να ζηλέψει από την καταστροφή που το ίδιο είχε επιφέρει πάνω στους εχθρούς του. Ξεκινώντας από τα όχι και τόσο άσχημα (φανταστείτε τι έρχεται), οι «Στρατηγικοί Βομβαρδισμοί» (διαβάστε επίσης το άρθρο μας: «Το δόγμα του Στρατηγικού Βομβαρδισμού κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου») των Συμμάχων είχαν ισοπεδώσει, κυριολεκτικά, 49 μεγάλες πόλεις, καταστρέφοντας έως και το 80% του οικιστικού ιστού τους, με το μόνο που θύμιζε πλέον την παρουσία κάποιας πόλης σε ένα από αυτά τα σημεία να είναι ένας δακτύλιος από κτίρια γύρο από το ισοπεδωμένο κέντρο της εκάστοτε κατεστραμμένη πόλης.

Το πιο γνωστό αποτέλεσμα αυτών των βομβαρδισμών είναι βέβαια ο σαρωτικός βομβαρδισμός της Δρέσδης, την 13η Φεβρουαρίου του 1944, κατά τον οποίο, η μεγάλη αυτή πόλη της Σαξονίας απώλεσε το 90% των κτισμάτων της, ωστόσο ο ποιο αποδοτικώς τέτοιος βομβαρδισμός ήταν αυτός της Βεστφαλικής πόλης Τζούλιτζ (Jülich), κοντά στον ποταμό Ρουρ (Rur), την 16η Νοεμβρίου του 1944, όπου οι Συμμαχικοί βομβαρδισμοί αφάνισαν το 97% του οικιστικού ιστού, με το άλλο 3% να αφανίζετε εξαιτίας των Συμμαχικών επιχειρήσεων, τον Φεβρουάριο 1945, κατά την διάρκεια της διαβάσεως του Ρουρ.

Εικόνα: Το τέλος του πολέμου βρήκε το Βερολίνο να έχει μετατραπεί σε μια πόλη φάντασμα και τους κατοίκους του να παλεύουν να επιβιώσουν μέσα στα ερείπια. Πηγή φωτογραφίας: Bundesarchive Bild 183-J31345.

Από την άλλη πλευρά, τα πράγματα στην πρωτεύουσα του «Ράιχ», στο Βερολίνο, δεν ήταν σε καθόλου καλύτερη κατάσταση. Βλέπετε, σχεδόν πέντε χρόνια συνεχών Συμμαχικών βομβαρδισμών είχαν μετατρέψει αυτή την σπουδαία Ευρωπαϊκή μητρόπολη σε έναν ασύνταχτο σορό από καπνίζοντα ερείπια. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τον Ρουντιγκερ Οβερμαν (Rudiger Overman) και το έργο του «Οι Γερμανικές στρατιωτικές απώλειες κατά την διαρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» (German Military Losses in World War II), το Βερολίνο, έπειτα από 636 μαζικές αεροπορικές επιδρομές των Συμμάχων, αλλά και έπειτα από 14 ημέρες ανηλεούς βομβαρδισμού από το Σοβιετικό πυροβολικό είχε «εισπράξει» τον πραγματικά εντυπωσιακό αριθμό των 77.607 τόνων εκρηκτικών υλών, οι οποίοι φρόντισαν να εξαλείψουν το 90% όλων των βερολινέζικων κτηρίων, πολιτικών, στρατιωτικών, άλλα και πολιτιστικών.

Ωστόσο η «τιμωρία» του Ράιχ δεν θα τελείωνε εδώ. Αμέσως μετά την «άνευ όρων» συνθηκολόγηση της Γερμανίας, οι Σύμμαχοι ξεκίνησαν να εφαρμόζουν ένα εξαιρετικά μακροσκελές σχέδιο «βιομηχανικού αφοπλισμού» (Material Reparations) της ηττημένης «Αυτοκρατορίας του Κακού». Αυτό το σχέδιο μάλιστα επισημοποιήθηκε με τον πλέον επίσημο τρόπο με την «Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων», την 29η Ιουλίου του 1946, η οποία μάλιστα, έπειτα από την τελική υπογραφή της, εξουσιοδοτούσε τα Συμμαχικά στρατεύματα κατοχής να καταστρέφουν άμεσα όλα εκείνα τα βιομηχανικά λάφυρα τα οποία δεν μπορούσαν να αποσυναρμολογήσουν και να μεταφέρουν εκτός της Γερμανίας, εντός ενός διαστήματος έξι μηνών (The military forces immediately upon entry into the area shall destroy all plants and equipment which cannot be removed. Within a short period, if possible not longer than 6 months after the cessation of hostilities, all industrial plants and equipment not destroyed by military action shall either be completely dismantled and removed from the area or completely destroyed).

Αυτή η τακτική των Συμμάχων, αποσκοπούσε στην οριστική εξάλειψη κάθε «ενστίκτου» της κατεχόμενης Γερμανίας να διεξάγει κάποιον μελλοντικό πόλεμο. Έτσι λοιπόν, οι Σύμμαχοι έκριναν πως η Γερμανική βιομηχανία θα έπρεπε να φτάσει στο 50% της παραγωγής που αυτή διέθετε το 1938. Αυτό ωστόσο για να γίνει εφικτό θα έπρεπε να καταστραφούν ή να αποσυναρμολογηθούν πάνω από 2.500 Γερμανικές βιομηχανικές μονάδες, όπως και πραγματικά έγινε. Τοιουτοτρόπως λοιπόν, η Γερμανική βιομηχανική παράγωγη καταβαραθρώθηκε στο 50%, αυτής του 1938, ως το 1950.

Εικόνα: Μετα το τέλος του πολέμου, η ιστορική πόλη της Δρέσδης δεν ήταν τίποτα άλλο πέρα από ερείπια. Στην παραπάνω εικόνα απαθανατίζοντε τα όσα έμειναν όρθια από μια «πόλη-στολίδι», έπειτα από την τριήμερη επιδρομή της 13ης έως την 15η Φεβρουαρίου του 1945. Τα ερείπια στο κέντρο της φωτογραφίας, εκεί που καταλήγουν οι σιδηροτροχιές που βοηθούν ώστε να απομακρυνθούν τα «μπάζα», ειναι ότι απέμεινε, από την ανακατασκευασμένη σήμερα, «Παναγία της Δρέσδης» (Φράουενκιρχε-Frauenkirche) η οποια καταστράφηκε παντελώς. Πηγή φωτογραφίας: Deutsche Fotothek.

Κατά συνέπεια αυτού, οι εξοπλισμοί των Γερμανικών ορυχείων κατασχέθηκαν, ενώ τα ίδια τα ορυχεία ανατινάχτηκαν, όλες οι διπλές σιδηροδρομικές γραμμές ξηλώθηκαν και τα υλικά τους μεταφέρθηκαν εκτός Γερμανίας, ενώ συν τοις άλλοις 50 εκατομμύρια περίπου τόνοι άνθρακα, χάλυβα, βωξίτη, κασσιτέρου και πολλών άλλων πρώτων υλών δεσμεύθηκαν από της δυνάμεις κατοχής και στην συνέχεια δημοπρατήθηκαν στο εξωτερικό. Ένα βήμα παραπέρα βέβαια, οι Συμμαχικές κυβερνήσεις, κατάσχεσαν και 2.500.000 μετοχές, διαφόρων εταιριών που διέθετε το Γερμανικό δημόσιο, αλλά και ο ιδιωτικός τομέας της χώρας, σε χρηματιστήρια του εξωτερικού και οι οποίες είχαν παγώσει έπειτα από την κήρυξη του πολέμου.

Μολαταύτα, εκεί που βγήκαν τα «χοντρά λεφτά» ήταν σε ότι αφορούσε την «πνευματική λεηλασία» της Γερμανίας (Intellectual reparations). Βλέπετε, οι Σύμμαχοι, εκτός απ’ τα υλικά οφέλη, επέκτειναν τα ενδιαφέροντα τους και στις Γερμανικές κατοχυρωμένες ευρεσιτεχνίες, εν είδη «πνευματικών επανορθώσεων». Έτσι λοιπόν, οι Σύμμαχοι, σύμφωνα πάντα με τις εντολές της «Συνδιάσκεψης Ειρήνης», κατάσχεσαν αρκετές χιλιάδες ευρεσιτεχνίες, κατοχυρωμένες στην Γερμανία, οι οποίες σύμφωνα με εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών έφταναν σε αξία τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια, του 1938, ενώ σήμερα η αξία τους ανέρχεται στα 183 δισεκατομμύρια δολάρια, του 2020.

Ένας ακόμα «βραχνάς» βέβαια για την μεταπολεμική Γερμανία ήταν και το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων προς τα διάφορα Συμμαχικά κράτη. Ωστόσο όταν η καταβολή αυτών κατέστη αδύνατη, οι Σύμμαχοι αρκέστηκαν στην περαιτέρω εκποίηση της Γερμανικής βιομηχανίας. Ένας ακόμα τρόπος συμψηφισμού των πολεμικών αποζημιώσεων ήταν και η απόδοση εδαφών σε ξένες δυνάμεις ώστε αυτές να θεωρήσουν τα προαναφερόμενα χρέη αποπληρωμένα. Έτσι λοιπόν, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Σοβιετική Ένωση έλαβαν τις αντίστοιχες αποζημιώσεις που διεκδικούσαν υπό την μορφή βιομηχανικού υλικού, ακατέργαστων πρώτων υλών άλλα και μέσο της στρατολόγησης του Γερμανικού πληθυσμού σε τάγματα εργασίας, με τον αριθμό των Γερμανών πολιτών που στρατολογήθηκαν προς εργασία να υπολογίζονται περίπου στα 20 εκατομμύρια ανθρώπους.

Εικόνα: Αιχμάλωτοι Γερμανοί στρατιώτες της Βέρμαχτ, σε κάποιο Συμμαχικό στρατόπεδο στα νότια της χώρας, μετα την λήξη του πολέμου, τον Μάϊο του 1945. Πολλοί από αυτούς στρατολογήθηκαν αργότερα από τους Συμμάχους σε τάγματα εργασίας. Πηγή φωτογραφίας: Imperial War Museum, collection number: 4700-30.

Από την άλλη βέβαια πλευρά, η Ολλανδία αρχικά απαιτούσε μετ’ επιτάσεως 25 δισεκατομμύρια φιορίνια, ως πολεμικές αποζημιώσεις, ωστόσο σύντομα συμβιβάστηκε με την κατάληψη μιας ζώνης 69 τετραγωνικών χιλιομέτρων Γερμανικού εδάφους, την οποία στη συνεχεία πούλησε ξανά, στην Δυτική πλέον Γερμανία, το 1963. Συνάμα η Γαλλία προσάρτησε το βιομηχανικό Σάαρ (Saar), καθώς και διάφορες περιοχές κοντά στον Ρήνο (Rhine) και τον Μοζέλλα (Moselle).

Όλα αυτά μπορεί να φαντάζουν «βάρβαρα» και «εκδικητικά», ωστόσο κατά την γνώμη μου, οι πράξεις αυτές ήταν σε κάποιο βαθμό δίκαιες. Για να δικαιολογήσω αυτά τα λεγόμενα μου αρκεί κανείς να αναλογισθεί την κατάσταση της Σοβιετικής Ενώσεως, μετά το τέλος του πολέμου. Για να πάρει κανείς λοιπόν μια εικόνα για την κατάσταση της Ενώσεως, αρκεί να αναλογισθεί πως αμέσως μετά την έκρηξη της «Επιχειρήσεως Μπαρμπαρόσα» (Operation Barbarossa), οι δυνάμεις του Ράιχ επέδραμαν εντός της αχανούς Σοβιετικής επικράτειας, καταλαμβάνοντας, λεηλατώντας και κατακαίοντας, σύμφωνα με την οικονομολόγο Σούζαν Λινζ (Susan Linz) και το έργο της «Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Σοβιετική Οικονομική Ανάπτυξη» (World War II and Soviet Economic Growth), 17.000 πόλεις και κωμοπόλεις, 70.000 χωριά, αλλά και 32.000 βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες.

Επίσης, κατά την διάρκεια του πολέμου, ο Γερμανικός στρατός, κατέστρεψε υποδομές που αντιστοιχούσαν στο 60% της συνολικής παράγωγης άνθρακα, στο 40% της παραγωγής σιτηρών, στο 70% της παραγωγής χάλυβα και αλουμινίου, ενώ καλό θα ήταν να αναλογισθούμε πως το 32% της δημογραφικής δεξαμενής της Σοβιετικής Ενώσεως βρισκόντουσαν, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, κάτω από τον πλήρη έλεγχο των Γερμανών. Συν τοις άλλοις, δε θα πρέπει να ξεχνάμε πως στην πενταετία 1941-1945 στην Σοβιετική Ένωση καταστράφηκαν ολοκληρωτικά 6 εκατομμύρια σπίτια, γεγονός που σημαίνει, σύμφωνα με σύγχρονους υπολογισμούς, πως τουλάχιστον 24 εκατομμύρια άνθρωποι έμειναν άστεγοι, αναγκασμένοι μάλιστα να «υποχωρήσουν» στο εσωτερικό της Σοβιετικής επικράτειας, μεταφέροντας στις πλάτες τους μόνον τα απολύτως απαραίτητα.

Εικόνα: Ρωσίδες εργάτριες, εργάζονται σε χαλυβουργείο του Λένινγκραντ (Αγία Πετρούπολη), την 31η Δεκεμβρίου του 1941, κατά την διάρκεια που η ίδια η πόλη βρίσκεται υπό πολιορκία. Πηγή φωτογραφίας: RIA Novosti Archives.

Από την άλλη πλευρά στην δυτική Ευρώπη, οι Αγγλο-γαλλικές «πληγές», δε θα μπορούσαν σε τίποτα να συγκριθούν με τον όλεθρο που υπέστη η Σοβιετική Ένωση. Τοιουτοτρόπως, η Μεγάλη Βρετανία είχε υποστεί, κατά κύριο λόγο, σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις οι οποίες έγιναν εμφανείς από της πρώτες κιόλας ημέρες μετά το τέλος του πολέμου. Βλέπεται, η Βρετανική Κοινοπολιτεία, όντας στα όρια της καταστροφής, κατά την διάρκεια των πρώτων δυο χρόνων του πολέμου, αναγκάστηκε να συνάψει σημαντικά δάνεια με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τον «ανένδοτο αγώνα» κατά της Γερμανίας.

Προς επιβεβαίωση αυτού, αρκεί να αναλογισθείτε πως οι Βρετανοί ξόδεψαν μόνο για την αεροπορία τους, από το 1939 έως το 1945, παραπάνω από 600 εκατομμύρια Αγγλικές λίρες. Αυτά τα γεγονότα είχαν τελικά ως αποτέλεσμα, η Βρετανική Αυτοκρατορία να βρίσκεται ουσιαστικά στο χείλος της χρεοκοπίας, τους πρώτους κιόλας μήνες του 1946. Εν τούτοις, αυτή η κατάσταση άλλαξε άρδην την 15η Ιουλίου του 1946, όταν Αμερικανοί και Βρετανοί σύναψαν ένα «κολοσσιαίο» νέο δάνειο, άνευ προηγουμένου, το οποίο καλούνταν τώρα να διασώσει την ρημαγμένη Βρετανική οικονομία.

Για να γίνει λοιπόν ποιο εύκολα αντιληπτό το «μέγεθος του παιγνίου», οι Αμερικανοί δάνειζαν κεφάλαια στους Βρετανούς κατά την διάρκεια του πολέμου, οι οποίοι με την σειρά τους δαπανούσαν αυτά τα κεφάλαια σε Αμερικανικό εξοπλισμό, ενώ τελικά οι ίδιοι οι Αμερικανοί ουσιαστικά αγόρασαν, σε εξαιρετική τιμή το Βρετανικό χρέος, ώστε να διασώσουν την οικονομία της «Γηραιάς Αλβιώνας». Αυτό που μόλις διαβάσατε είναι η Αγγλοσαξονική χρηματοπιστωτική επιστήμη στα καλύτερα της…

Ωστόσο πέρα απ’ την Μάγχη, στην Γαλλία, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά, αλλά όχι σε εξαιρετικό βαθμό. Βλέπετε μετά την απελευθέρωση της από τους Γερμανούς, η Γαλλία βίωνε μια σημαντική επισιτιστική κρίση. Έχει υπολογισθεί πως το 70% των Γάλλων εκείνη την εποχή επιβίωναν με λιγότερες από 1.000 θερμίδες καθημερινά. Μολαταύτα, η επισιτιστική αυτή κρίση δεν ήταν αποτέλεσμα του υπέρογκου εξωτερικού δανεισμού, αλλά του καλπάζοντος πληθωρισμού και της λεηλασίας, που οι Γαλλικές πλουτοπαραγωγικές πηγές είχαν υποστεί από τις Γερμανικές δυνάμεις κατοχής, ενώ συν τοις άλλοις, ο σφοδρός χειμώνας του 1945 έκανε την κατάσταση ακόμα ποιο απειλητική. Παρ’ όλα αυτά, οι Αμερικανοί επενέβησαν και σε αυτή την περίπτωση διασώζοντας την κατάσταση. Μαζί με όλα τ’ άλλα, τα 400.000 σπίτια που είχαν καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς έκαναν το πρόβλημα των 2 εκατομμυρίων αστέγων ακόμα πιο επιτακτικό.

Εικόνα: Κατά την διάρκεια του πολέμου η Βρετανική Κοινοπολιτεία δανείστηκε από το κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και από Αμερικανούς κεφαλαιούχους, ένα ποσό που ξεπερνά το ένα τρισεκατομμύριο Αμερικανικά δολάρια, τα οποια σε σημερνή αξία ξεπερνούν την αναλογία του 1:16. Η υπογραφή ενός τέτοιου δανείου απεικονίζεται στην παραπάνω φωτογραφία, ενώ για να είμαστε ποιο συγκεκριμένοι, το παρόν δάνειο συνάφθηκε την 6η Δεκεμβρίου του 1945, ενώ το συνολο του χρέους αποπληρώθηκε ολοκληρωτικά το 2006. Πηγή φωτογραφίας: U.K National Archives.

Η κατάσταση στην Άπω Ανατολή.

Πίσω στην ανατολική Ασία, η Αυτοκρατορική Ιαπωνία, παρά τον διπλό «πυρηνικό βομβαρδισμό» που υπέστη, αλλά και τους καταστρεπτικούς «Στρατηγικούς Βομβαρδισμούς» (διαβάστε επίσης το άρθρο μας: «Το δόγμα του Στρατηγικού Βομβαρδισμού κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου») των Συμμάχων, δε θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως βίωσε τις ίδιες συνέπειες με το Γερμανικό Ράιχ. Αρχικά, σύμφωνα με σύγχρονες μελέτες υπολογίζεται πως το 30% του πληθυσμού της Ιαπωνίας ήταν πλέον άστεγοι, μιας και οι οικίες τους είχαν γίνει στάχτη από τους βομβαρδισμούς.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της οικιστικής καταστροφής στην Ιαπωνία είναι πως μόνο στην Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, πάνω από 142.000 κτίρια, διαφόρων χρήσεων, καταστράφηκαν λόγο των «πυρηνικών βομβαρδισμών», ενώ στο Τόκιο 286.358 κτίρια, σχεδόν το 26% των κτηρίων της Ιαπωνικής πρωτευούσης, δεν ήταν πλέον τίποτα περισσότερο από στάχτες. Τοιουτοτρόπως, παρατηρώντας την μεγάλη εικόνα, στην Ιαπωνία, κατά την διάρκεια του πολέμου, καταστράφηκαν ολοκληρωτικά 66 πόλεις, με άλλες 64 να έχουν υποστεί εξαιρετικά σημαντικές ζημιές, ενώ δεν θα ήταν ορθό να μην αναφέρουμε πως το 40% των συνολικών βιομηχανικών μονάδων τις χώρας ήταν πλέον στάχτες. Συν τοις άλλοις, εκατοντάδες χιλιάδες εθνικά Ιάπωνες έποικοι, από την Κορέα, την Κίνα και την ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ασία, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις κύριες Ιαπωνικές νήσους, εντείνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο έτι περισσότερο την ήδη βεβαρημένη οικιστική κρίση στην Ιαπωνία.

Τέλος, όπως και στην περίπτωση του Γερμανικού Ράιχ, η Ιαπωνία εξαναγκάστηκε απ’ τους Συμμάχους να εκπληρώσει ένα εντατικό πρόγραμμα αποβιομηχανοποίησης, γεγονός ωστόσο το οποίο διακόπηκε άμεσα, διότι οι Αμερικανοί αντιλήφθηκαν την απειλή που προσωποποιούνταν στην υπόσταση της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας», που πλέον έβγαινε, σιγά σιγά, από έναν εξαιρετικά σκληρό και αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, αλλά και εξαιτίας του γεγονότος πως η προσπάθεια των Η.Π.Α να κρατήσουν εκτός της κομμουνιστικής «σφαίρας επιρροής» μια εξαθλιωμένη Ιαπωνία αποδεικνυόταν μια όλο και πιο «κοστοβόρα» για τον μέσο Αμερικανό φορολογούμενο προσπάθεια.

Εικόνα: Το πυρηνικό «μανιτάρι» ύψους 18 χιλιομέτρων που σχηματίστηκε μετά τον πυρινικό βομβαρδισμό του Ναγκασάκι. Πηγή φωτογραφίας: National Archives and Records Administration ID: 542193.

Προσπερνώντας τα ωστόσο όλα αυτά, την ίδια «ευγενή μεταχείριση» με την Ιαπωνία, δυστυχώς, δεν είχε και η Δημοκρατία της Κίνας, που σημειωτέων ήταν μια από τους νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό διότι η κατάσταση στην Κίνα, μετά το τέλος του πολέμου, έμοιαζε πιο πολύ με αυτή που επικρατούσε στην Γερμανία, την Πολωνία και την Σοβιετική Ένωση, παρά με την Ιαπωνία. Μάλιστα δεν θα ήταν άδικο να ισχυριστούμε πως οι καταστροφές που υπέστησαν οι Ιαπωνικές νήσοι θα έπρεπε να «ερυθριούν» μπροστά στην απόλυτη καταστροφή που επικρατούσε επί της Κινεζικής ενδοχώρας, αλλά και των παραλίων αυτής.

Για να γίνει πιο εύκολα αντιληπτή η παρούσα κατάσταση εκείνη την εποχή στην Κίνα, αρκεί μόνον να αναλογισθεί κανείς πως η λήξη του πολέμου μπορεί να συνεπαγόταν ειρήνη για τον υπόλοιπο κόσμο, όμως το ίδιο δεν ίσχυε και για την «κλινικά νεκρή» Δημοκρατία της Κίνας. Στα ανατολικά της χώρας, δεκάδες εκατομμύρια εκτάρια καλλιεργήσιμης γης είχαν πλέον πλημμυρίσει, μιας και ο Κινεζικός στρατός κατά την διάρκεια του πολέμου, αλλά και ο Ιαπωνικός κατά την υποχώρηση του, είχαν φροντίσει να καταστρέψουν τα αρδευτικά κανάλια και μια πληθώρα φραγμάτων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη τροφίμων για τα 450 εκατομμύρια των Κινέζων, γεγονός που τελικά οδήγησε αναπόφευκτα σε λοιμό, πείνα και στην εξάπλωση μολυσματικών ασθενειών.

Στο βορά, η Μαντζουρία (Manchuria) ήταν κάτω από τον έλεγχο του Κόκκινου Στρατού ο οποίος και την λεηλατούσε συστηματικά. Ειδικότερα, με την επιχείρηση «Αυγουστιάτικη Καταιγίδα» (August Storm) οι Σοβιετικοί ξήλωσαν όλο το σιδηροδρομικό δίκτυο και μετέφεραν τα υλικά αυτά για την ανοικοδόμηση της Σοβιετικής Ένωσης. Συν τοις άλλοις, δεκάδες ατμομηχανές «εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς», όλα τα λάφυρα και το πολεμικό υλικό του Ιαπωνικού στρατού στην Μαντσουρία κλάπηκαν, εκατοντάδες αμαξοστοιχίες μετέφεραν πίσω στην Σοβιετική Ένωση μια τεράστια πληθώρα Κινεζικών βιομηχανικών μονάδων, οι περίφημες χαλυβουργίες του Ανσάν (Ansan) υφαρπάχθηκαν στην Σοβιετική Ένωση, ενώ τέλος περίπου 10 εκατομμύρια αυτοκίνητα, φορτηγά, μοτοσικλέτες, αγροτικά μηχανήματα και βάρκες κατασχέθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό και βγήκαν από την χώρα.

Ωστόσο το ποιο χυδαίο γεγονός ανάμεσα σε όλα αυτά, ήταν η «απαγωγή», από τον Κόκκινο Στρατό, ενός εκατομμυρίου Κινέζων πολιτών και 1,5 εκατομμυρίου Ιαπώνων αιχμαλώτων πολέμου, ώστε να εργασθούν ως «σκλάβοι» για την ανοικοδόμηση της Σοβιετικής «πατρίδας», αντί να εργασθούν ώστε να συνεφέρουν τις παραπαίουσες κρατικές υποδομές στην Κίνα. Έτσι λοιπόν, ο επερχόμενος Κινεζικός εθνικός στρατός που προέλασε στην Μαντζουρία, μετά την αποχώρηση των Σοβιετικών, δεν βρήκε τίποτα άλλο εκτός από τους ετοιμοθάνατους κατοίκους της και σορούς καπνίζονται ερειπίων, πυρπολημένα και λεηλατημένα, όχι από τους Ιάπωνες, αλλά από τους «υποτιθέμενους» Σοβιετικούς Συμμάχους.

 

Εικόνα: Ο Τσιάνγκ-Και-Σεκ (Chiang- Kai-shek), διατέλεσε Πρόεδρος της ενωμένης Κινεζικής Δημοκρατίας από το 1928 έως το 1948, ενώ αποτέλεσε τον κύριο πυλώνα γύρο από τον οποίο δομήθηκες η εθνική παράταξη που έλαβε μερος στον Κινεζικό Εμφύλιο Πόλεμο. Μετα το τέλος του εμφυλίου, ο Τσιάνγκ-Και-Σεκ χρημάτισε (πρώτος) Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κίνας (Ταιβάν). Πηγή φωτογραφίας: Library of Congress, Prints and Photographs Department.

Όμως, μετά απ’ όλα αυτά, τα δεινά της Κίνας δεν τελειώνουν εδώ σε καμία περίπτωση. Μετά το τέλος του πολέμου, παρά το γεγονός πως η νόμιμη κυβέρνηση της «Κουομιντάνγκ» (Guomindang – G.M.D) αναλάμβανε πλέον και επίσημα την διακυβέρνηση των απελευθερωμένων εδαφών της χώρας, το «Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα» (Chinese Communist Party – CCP), έχοντας την πλήρη υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης, άρχισε συστηματικά να υπονομεύει την συνοχή της χώρας, θέτοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την εναρκτήριο γραμμή για την απαρχή ενός νέου εμφυλίου που τελικά θα οδηγούσε στην «διχοτόμηση» της χώρας σε δυο κράτη, στην «Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας» (ηπειρωτική Κίνα) και στην «Δημοκρατία της Κίνας» (Ταϊβάν). Συνοψίζοντας, θα μπορούσε κανείς να πει πως την Κίνα μετά το τέλος του πολέμου αντιπροσώπευε αυτολεξεί το εξής τρίπτυχο, «λοιμός, ερείπια, εμφύλιος πόλεμος».

Το Αμερικανικό «θαύμα».

Φτάνοντας σε αυτό το σημείο, αναλογίζομαι πως για ακόμα μια φορά δεν έχω αναφερθεί στο «γίγαντα» πέρα από τον Ατλαντικό. Θα ξεκινήσω λοιπόν εκφράζοντας την προσωπική μου άποψη, την όποια στην συνέχεια θα δικαιολογήσω με στοιχεία και η οποία είναι πολύ πιθανόν να βρει αντίθετους πολλούς από εσάς. Έτσι λοιπόν θεωρό, συμφωνώντας απολύτως με τον οικονομολόγο Χιου Ρόκοφ (Hugh Rockoff), πως ο μέσος Αμερικανός πολίτης πέρναγε καλύτερα κατά την διάρκεια του πολέμου, παρά πριν την έναρξη αυτού.

Αυτό μπορεί να ακούγετε αντιφατικό, ωστόσο με τα στοιχεία που θα παραθέσω παρακάτω, με πολλά από αυτά να αντλούνται απευθείας από τα «Γενικά Αρχεία του Αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών» (General Records of the Department of the Treasury), όπως αυτά βρίσκονται δημοσιευμένα στον διαδικτυακό ιστότοπο της Αμερικανικής αυτής υπηρεσίας, θα δικαιολογήσουν, πιστεύω απόλυτα, αυτή μου την άποψη.

Ξεκινώντας καλό θα ήταν να αναλογισθούμε κάποια βασικά στατιστικά στοιχεία της Αμερικανικής οικονομίας. Μετά την «Μεγάλη Κρίση του 1929» (Great Depression) οι Ηνωμένες Πολιτείες αναντίρρητα είχαν βυθιστεί σε μια «απύθμενη» κρίση, η οποία μάλιστα κατάφερε να αφήσει άνεργο το 25% του εργατικού της δυναμικού. Παρ’ όλα αυτά, οι Η.Π.Α έχοντας μια εξαιρετικά εξαγωγική οικονομία κατάφεραν, έπειτα και από το επιτυχημένο πενταετές (1933-1938) πρόγραμμα «New Deal», να μειώσει το ακανθώδες ποσοστό της ανεργίας στο 13% περνώντας έτσι την πρώτη αίσθηση «ανάκαμψης» και εμφανίζοντας μια αναιμική ανάπτυξη της τάξεως του 2%, κατά μέσο όρο, καθ’ έτος.

Εικόνα: Η παραπάνω χαρακτηριστική φωτογραφία απεικονίζει μόνο ένα μερος ενός, από τα 11 ναυπηγεία που λειτουργούσαν μόνο στον λιμένα της Βοστώνης. Στο μέσο και αριστερά επισης, μπορούμε να διακρίνουμε το USS Iowa, ενώ στο άνω μέσο της φωτογραφίας διακρίνονται, το αεροπλανοφόρο USS Bunker Hill και δίπλα του το εύδρομο USS Baltimore. Συνολικά μόνο αυτό το ναυπηγείο κατασκεύασε, μέσα σε 6 χρόνια, 125 πλοία διαφόρων τύπων. Πηγή φωτογραφίας: Library of Congress, Prints and Photographs Department.

Φτάνοντας ωστόσο στην 1η Σεπτεμβρίου του 1939, ημερομηνία κατά την οποία ουσιαστικά ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, μια πραγματική «κοσμογονία» συντελέσθηκε στο εσωτερικό της χώρας. Το λέω αυτό διότι, κατά την επταετία 1939-1945 η Αμερικανική οικονομία αναπτυσσόταν κατά 8%, καθ’ έτος, σύμφωνα με τον οικονομολόγο Νταν Κένεντι (Dan Kennedy) και το έργο του «Η Ανελέητη Διαχείριση του Ανθρώπινου Δυναμικού και των Κερδών» (Ruthless Management of People and Profits).

Αυτή λοιπόν η αναπτυξιακή «έκρηξη» της Αμερικανικής οικονομίας δεν ήταν προϊόν κάποιας «Θείας Παρέμβασης», αντιθέτως ήταν προϊόν αύξησης της παραγωγής και συνεχών επενδύσεων στην δευτερογενή παραγωγή, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την διόγκωση των Αμερικανικών δημοσιονομικών μεγεθών. Κάλλιστα λοιπόν, κατά την γνώμη μου, αναρωτιέμαι, πως θα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει αυτά τα γεγονότα όταν το Αμερικανικό Α.Ε.Π, από τα 88,6 δισεκατομμύρια δολάρια το 1939, εκτινάχθηκε στα 135 δισεκατομμύρια το 1944.

Αυτό βέβαια κατέστη δυνατόν με έναν πολύ απλό τρόπο, με την εκμηδένιση δηλαδή της ανεργίας του 13%, μέσο της καλύψεως των αναγκών ενός πολέμου που η ίδιες οι Η.Π.Α μάλιστα, τα τρία πρώτα χρόνια αυτού, δεν συμμετείχε, αντιθέτως παρήγαγαν. Αυτός λοιπόν ο παραγωγικός «οργασμός» δημιούργησε δουλειές για 2 εκατομμύρια γυναίκες στα εργοστάσια οπλισμού, έδωσε εργασία σε 4 εκατομμύρια άνδρες, που εργάστηκαν σε βιομηχανίες και ναυπηγεία, τα οποία από το 1939-1945 κατασκεύασαν 5.777 πλοία, από αεροπλανοφόρα μέχρι τα γνωστά σε όλους «Liberty», ενώ βλέποντας την γενική εικόνα δημιούργησε τόσες θέσεις εργασίας ώστε το 1945 οι Η.Π.Α να παράγουν το 70% των συνολικών Συμμαχικών εφοδίων (από καρφίτσες και σφαίρες, μέχρι αυτοκίνητα, φορτηγά, αεροπλάνα, αεροπλανοφόρα και λοιπά πλοία) που χρησιμοποιούνταν από όλους τους Συμμάχους, μερικές φορές και όχι μόνο, συμπεριλαμβανομένων και των Σοβιετικών.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον εκμηδενισμό της ανεργίας και συνάμα, δειλά δειλά, άρχισε να παρατηρείτε ένα εκπληκτικό φαινόμενο. Θέτοντας το απλά, «δεν υπήρχαν πλέον διαθέσιμα χέρια». Αυτό το γεγονός επέφερε μια εκπληκτική αύξηση στους μισθούς της τάξεως του 60%, γεγονός που παρέδωσε σημαντικά κεφάλαια στα χέρια των απλών πολιτών. Κατ’ αυτών ωστόσο τον τρόπο οι φορολογικές δεξαμενές των Η.Π.Α διογκώθηκαν, λόγω των αυξημένων εισοδημάτων των πολιτών, από 8,7 δισεκατομμύρια δολάρια το 1939 (Fact Sheet: Taxes 1939) στα 45 δισεκατομμύρια δολάρια το 1945 (Fact Sheet: Taxes 1945). Έτσι λοιπόν δικαιολογώ πως οι Αμερικανοί, αλλά και η Αμερικανική οικονομία πέρασε καλύτερα κατά την διάρκεια του πολέμου, παρά πριν την έναρξη αυτού.

Εικόνα: Εργοστάσιο κατασκευής μαχητικών αεροπλάνων P39, στην ευρύτερη περιοχή της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, τον Νοέμβριο του 1941. Πηγή φωτογραφίας: Library of Congress, Prints and Photographs Department.

Η πιο «άσχημη» πλευρά του πολέμου.

Ο πόλεμος, όταν δεν διαπραγματεύεται έναν δίκαιο σκοπό, κάθε άλλο παρά ως μια ευχάριστη κατάσταση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Ωστόσο οι συγκρούσεις του σήμερα δε θα μπορούσαν σε τίποτα να συγκριθούν σε βαρβαρότητα με τις συγκρούσεις του παρελθόντος. Αυτό γίνεται απόλυτα σαφές αν αναλογισθεί κανείς τους αριθμούς των βιασμών που διεπράχθησαν σε όλα τα μέτωπα, κατά την διάρκεια του διαστήματος 1939-1945 και οι οποίοι πραγματικά έλαβαν διαστάσεις «βιομηχανικής κλίμακας».

Ξεκινώντας αυτή την «δυσάρεστη» παράγραφο, θα αναφέρω τα στοιχεία που κατάφερα να βρω, ξεκινώντας από τους σχεδόν «αγιοποιημένους» Συμμάχους και θα καταλήξω με τα στοιχεία που αφορούν τον δικαιωματικά «δαιμονοποιημένο» Άξονα. Για να μην κατηγορηθώ πως μεροληπτώ υπέρ των Αμερικανών, αυτή την φορά θα ξεκινήσω από τα «ανδραγαθήματα» των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την διάρκεια του πολέμου, ενώ στην συνέχεια θα συνεχίσω με τους υπολοίπους.

Αυτό μπορεί, σε όσους αγνοούν κάποια γεγονότα, να ακούγετε οξύμωρο, ωστόσο μια πληθώρα υποθέσεων έχει καταγραφεί από τις αντίστοιχες Αμερικανικές υπηρεσίες σχετικά με έναν μεγάλο αριθμό σεξουαλικών επιθέσεων από μέρους των Αμερικανικών δυνάμεων ενάντια στον άμαχο πληθυσμό, είτε συμμαχικό, είτε εχθρικό. Προσπερνώντας τα όλα αυτά, θα ξεκινήσω με τις κατηγορίες που βαραίνουν τον Αμερικανικό Στρατό και αφορούν 971 υποθέσεις βιασμών, κατά την διάρκεια της επιχειρήσεως «Παγόβουνο» (Operation Iceberg), για την κατάληψη  της νήσου–οχυρού της Οκινάβα (Okinawa), την άνοιξη του 1945.

Σύμφωνα λοιπόν με τον Ιάπωνα ιστορικό Οσίρο Μασαγιάσου (Oshiro Masayasu), ο οποίος συνέλεξε έναν τεράστιο αριθμό μαρτυριών από την περιοχή, όταν δυνάμεις Αμερικανών πεζοναυτών κατέλαβαν τους οικισμούς της χερσονήσου Μοτόμπου (Motobu), ξέσπασαν την συσσωρευμένη οργή τους στον γυναικείο πληθυσμό της περιοχής, μιας και όλοι οι άνδρες, από τους εφήβους, μέχρι και τους γέροντες είχαν επιστρατευθεί από τον Ιαπωνικό στρατό.

Εικόνα: Μια «τρόφιμος» ενός «σταθμού παρηγοριάς» στην Μπούρμα, Κινέζα στην εθνικότητα, καταθέτει τα όσα έζησε μετα την απελευθέρωση της, την 8η Αυγούστου του 1945. Πηγή φωτογραφίας: Library of Congress, Prints and Photographs Department.

Αντιλαμβανόμενοι λοιπόν οι Αμερικανοί, πως όλος ο ανδρικός πληθυσμός απουσίαζε, συγκέντρωσαν όλο τον γυναικείο πληθυσμό της περιοχής σε ένα παρακείμενο καταφύγιο και επί σειρά ημερών βίαζαν επαναλαμβανόμενα σχεδόν όλες της γυναίκες της περιοχής. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να διευκρινίσω πως από τις «ακόλαστες» ορέξεις τους δεν γλίτωσαν ούτε τα νεαρά κορίτσια τα οποία στην κυριολεξία «σακατεύτηκαν», με πολλά από αυτά μάλιστα να χάνουν ακόμα και την ζωή τους. Τέλος υπάρχουν αναφορές στο έργο της ιστορικού Λίσα Τακέουτσι Κάλλεν (Lisa Takeuchi Cullen), «Νύχτες στην Οκινάβα» (Okinawa Nights), πως κάποιες από αυτές τις γυναίκες κατάφεραν να δολοφονήσουν έξι «έγχρωμους» Αμερικανούς πεζοναύτες οι οποίοι έδειχναν ιδιαίτερη βαναυσότητα κατά την «τέλεση» των καθηκόντων τους.

Προσπερνώντας αυτά τα γεγονότα και έπειτα από την παράδοση της Ιαπωνίας ο Αμερικανικός στρατός και πάλι δεν έδειξε την απαραίτητη «εγκράτεια». Αρκεί κανείς μόνον να αναλογισθεί πως μέσα στις πρώτες 10 ημέρες Αμερικανικής κατοχής της Ιαπωνίας, οι ανάλογες υπηρεσίες του Αμερικανικού στρατού δέχθηκαν στοιχεία που αφορούσαν τουλάχιστον 1.336 υποθέσεις βιασμών επί των Ιαπωνικών νήσων, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επαρχία «Καναγκάβα» (Kanagawa), στην οποία διεπράχθησαν 1.854 βιασμοί μέσα στον πρώτο μόλις μήνα της κατοχής της. Συγκεντρωτικά, σήμερα η Ιαπωνία υποστηρίζει πως οι Αμερικανικές δυνάμεις κατοχής διέπραξαν πάνω από 13.000 βιασμούς, παιδιών, γυναικών, αλλά και ανδρών, επί των Ιαπωνικών νήσων το έτος 1945 και εντεύθεν.

Ωστόσο η συμπεριφορά των Αμερικανών στο Ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων του πολέμου, μόνο καλύτερη δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Σύμφωνα λοιπόν με «εμπιστευτικούς» φακέλους που «αποχαρακτηρίστηκαν» από τον Αμερικανικό στρατό το 2006, οι δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών διέπραξαν 426 βιασμούς στην Μεγάλη Βρετανία, πριν ακόμα «πατήσουν το πόδι τους» επί του εχθρικού εδάφους, ενώ σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Λίλλυ (Robert Lilly) και το έργο (σε ελεύθερη μετάφραση) «Δια της βιας: Περιπτώσεις βιασμών από τα Αμερικανικά στρατεύματα στην Ευρώπη κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου» (Taken by Force: Rape and American GIs in Europe during WWII), ο Αμερικανικός στρατός φέρει την ευθύνη για τον διόλου «ευκαταφρόνητο» αριθμό των 14.000 βιασμών στην Γαλλία και την Γερμανία, κατά την διάρκεια του διαστήματος 1944-1945.

Εικόνα: Καταυλισμός Μαροκινών «Γκουμιέρ» (Goumier) στην ευρύτερη περιοχή του «Μόντε Καζίνο» (Monte Cassino), λίγο πριν την ομώνυμη μάχη, τον Ιανουάριο του 1944. Πηγή φωτογραφίας: L’Italia Settimanale.

Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τον Ρόμπερτ Λίλλυ, ο Αμερικανικός στρατός διενέργησε 3.589 βιασμούς μόνον κατά τον Ιούνιο του 1944 στο, κατά τα άλλα, συμμαχικό έδαφος της Γαλλίας, ενώ εντός του Ράιχ αναφέρθηκαν πάρα πολλά φαινόμενα ομαδικών βιασμών, γεγονός το οποίο ωστόσο κάλυψαν τεχνηέντως οι αντίστοιχες Αμερικανικές στρατιωτικές υπηρεσίες ώστε να μην στιγματιστεί το «ηθικό πλεονέκτημα» των Συμμαχικών δυνάμεων.

Βέβαια και από πλευράς τους οι Αγγλογάλλοι δεν θα μπορούσαν να είναι σε καμιά περίπτωση άμοιροι ευθυνών. Η «θρυλική» σήμερα «Μαροκινάτε» (Marocchinate) αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα αυτού. Για όσους δεν γνωρίζουν, ο παραπάνω ενδιαφέρων τίτλος περιγράφει τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην κεντρική Ιταλία, μετά την μάχη του «Μόντε Καζίνο» (Monte Cassino), κατά την διάρκεια της 19ης Μαΐου του 1944. Το απόγευμα λοιπόν της 19ης Μαΐου, μερικές χιλιάδες «Γκουμιέρς» (Goumiers), δηλαδή Μαροκινοί που υπηρετούσαν στον Γαλλικό στρατό, «χτένισαν» τις πλαγιές των λόφων που περιέβαλλαν τις πόλεις και τα χωριά του νοτίου Λατίου, ώστε να κάνουν δικές τους, με την βια, κάθε ανυπεράσπιστο «θήραμα» που θα είχε την ατυχία να βρεθεί στο διάβα τους.

Σήμερα, η «Ενώση Θυμάτων της Μαροκινάτε» (Associazione Nazionale Vittime delle Marocchinate), διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να υποστηρίξει πως 60.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ηλικίας από 11 έως 86 ετών, υπέφεραν από τη βία και τις σεξουαλικού τύπου επιθέσεις των «Γκουμιέρς», καθώς το ένα χωριό μετά το άλλο έπεφταν στα χέρια τους. Ωστόσο, οι πλήρως στοιχειοθετημένες υποθέσεις βιασμών, κατά την διάρκεια της κατοχής του νοτίου Λατίου από τους Μαροκινούς, δεν είναι περισσότερες από 8.000, με το 10% αυτών μάλιστα να χάνει την ζωή του κατά την διάρκεια αυτής της «βδελυρής αυτής πράξεως».

Βέβαια, θα ήταν μεγάλο σφάλμα αν δεν «δίναμε τα εύσημα» στον ηθικό αυτουργό πίσω από αυτές της πράξεις, ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον Στρατηγό Αλφόνς Ζουέν (Alphonse Pierre Juin), ο οποίος πριν από την έναρξη της μάχης του Μόντε Καζίνο (Monte Cassino) δήλωσε προφορικά στα Μαροκινά αποικιακά στρατεύματα πως, «Για πενήντα ώρες θα είστε οι απόλυτοι αφέντες αυτού που θα βρείτε πέρα από τις γραμμές του εχθρού. Κανείς δεν θα σας τιμωρήσει για αυτό που θα κάνετε και κανείς δεν θα σας ρωτήσει για το τι θα θελήσετε να κάνετε».

Εικόνα: Κοσμοσυρροή έξω από το Γερμανικό στρατιωτικό πορνείο του Σμολένσκ. Πηγή φωτογραφίας: Bundesarchive Bild 101II-MO-105-07.

Αντιστοίχως με τα Μαροκινά αποικιακά στρατεύματα, τα Σενεγαλέζικα τμήματα του Γαλλικού στρατού, γνωστά ως «Le Senegalese Tirailleurs», διέπραξαν αντίστοιχα εγκλήματα κατά την διάρκεια της κατάληψης της ιστορικής νήσου Έλβα (Elba), την 17η Ιουνίου του 1944, όπου σύμφωνα με τον Ιταλό ιστορικό Ρομάνο Μπρακαλίνη (Romano Bracalini) και το έργο του «Πατρίδα: Η καθημερινότητα στην Ιταλία έπειτα από την απελευθέρωση της από τους Συμμάχους» (Paisa. Vita quotidiana nell’Italia liberata dagli alleati), ευθύνονται για πάνω από 700 περιπτώσεις βιασμών επί της εν λόγο νήσου.

Έκπληκτος τέλος, είμαι αναγκασμένος να αναφέρω πως ο στρατός της Βρετανικής Κοινοπολιτείας υπήρξε ο πιο πειθαρχημένος σε τέτοια θέματα, καθ΄ όλη την διάρκεια του πολέμου. Το μοναδικό τέτοιο συμβάν που έχει έρθει μέχρι σήμερα στο φως είναι ένα περιστατικό που αφορά Αυστραλιανές δυνάμεις, στην Ιαπωνική πόλη Κούρε (Kure), την άνοιξη του 1946, γεγονός το οποίο αναφέρετε στο έργο των Ρομπερτ Ρίκετ (Robert Rickett) και Σεμπαστιαν Σουάν (Sebastian Swann), «Η Συμμαχική κατοχή της Ιαπωνίας» (The Allied Occupation of Japan).

Βέβαια ότι και να προείπα για τους Δυτικούς, «ερυθριά και υποβάλει τα σέβη του» μπροστά στα εκατομμύρια των βιασμών που διέπραξε ο Κόκκινος Στρατός, στην Ευρώπη, αλλά και στην Ασία. Σύμφωνα με Βρετανούς δημοσιογράφους της εποχής, όταν οι Σοβιετικοί κατέλαβαν το Μάκντεν (Mukden) (σημερινό Σενγιάνγκ -Shenyang) στην Μαντζουρία, αφού πρώτα το λεηλάτησαν ανηλεώς, έπειτα «γλέντησαν» βιάζοντας συνολικά πάνω από 25.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ακολουθώντας την υπόσχεση που τους είχε δοθεί από την ανωτέρα διοίκηση για «τρεις μέρες ελεύθερης λεηλασίας της πόλης». Από την άλλη πλευρά βέβαια, ο Ρώσος ιστορικός Κονσταντίν Ασμόλοφ (Konstantin Asmolov) διαψεύδει αυτούς τους ισχυρισμούς ως «μυθεύματα και ψευδής κατηγορίες εναντίων του Ερυθρού Στρατού και της ευρύτερης Σοβιετικής προσπάθειας να απελευθερώσει την Μαντζουρία από τον Ιαπωνικό ζυγό».

Ωστόσο, εκεί που η Σοβιετική «διακορευτική μηχανή» διέπρεψε ήταν στο «Ευρωπαϊκό θέατρο των επιχειρήσεων» του πολέμου. Σύμφωνα με το «Πολωνικό Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης» (Polish Institute of National Remembrance – I.P.N), οι Σοβιετικοί κατά την επανεισροή τους στην Πολωνία, μετά την απώθηση των Γερμανικών δυνάμεων από το Σοβιετικό έδαφος, επιδόθηκαν στον συστηματικό βιασμό του γυναικείου πληθυσμού της καθημαγμένης χώρας. Συγκεκριμένα στην κατεστραμμένη Κρακοβία οι περισσότεροι ναοί μετετράπησαν σε αυτοσχέδιους «οίκους ανοχής», όπου διεξάγονταν θηριώδεις ομαδικοί βιασμοί, γεγονός που προκάλεσε μέχρι και την αντίδραση της κομμουνιστικής προσωρινής διοίκησης της Πολωνίας, η οποία «τόλμησε» μάλιστα να αποστείλει και σχετική επιστολή διαμαρτυρίας στον «Πατερούλη» Ιωσήφ. Παρ’ όλα αυτά «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».

Εικόνα: Δυο γυναίκες και τρία παιδιά, με εμφανή τα σημάδια των βιασμών που έχουν υποστεί, τουλάχιστον οι γυναίκες, βρίσκονται πεταμένες στην άκρη του δρόμου, αφού πρώτα έχουν δολοφονηθεί. Όλα αυτά έλαβαν χώρα έπειτα από την κατάληψη του Κόνιξμπεργκ (Konigsberg-Kaliningrad) στην Ανατολική Πρωσία και συγκεκριμένα στο προάστειο Metgethen, από δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού. Πηγή φωτογραφίας: Library of Congress, Prints and Photographs Department.

Συνεχίζοντας δυτικότερα και φτάνοντας τα Σοβιετικά στρατεύματα στα Γερμανικά σύνορα, εξαπέλυσαν το πλήρες μένος τους στην ολότητα του. Σύμφωνα με τον ιστορικό Νόρμαν Ναΐμαρκ (Norman Naimark) και το έργο του «Οι Ρώσοι στην Γερμανία: Μια ιστορία της Σοβιετικής Ζώνης Κατοχής, 1945–1949» (The Russians in Germany: A History of the Soviet Zone of Occupation, 1945–1949), οι Σοβιετικοί διέπραξαν πάνω από 2 εκατομμύρια βιασμούς στην Γερμανία, γεγονός που μας κάνει να απονείμουμε «επάξια» σε αυτούς τον τίτλο του «επαγγελματία βιαστή, Α’ τάξεως».

Συνεχίζοντας, μελετώντας το υλικό του «Ινστιτούτου Χούβερ» (Hoover’s Institution), παρ’ όλο που ο ακριβής αριθμός των Σοβιετικών βιασμών στην Γερμανία δεν μπορεί να καθοριστεί επακριβώς, αυτοί μπορούν «άνετα» να υπερβαίνουν ακόμα και τα 3,5 εκατομμύρια περιστατικά. Αν βέβαια συνυπολογίσουμε πως πολλά από αυτά τα περιστατικά αφορούν και βιασμούς που τελέστηκαν κατ’ εξακολούθηση, από «εκατοντάδες άτομα επί του ιδίου θύματος», υπάρχουν μαρτυρίες πως μερικά θύματα βιάσθησαν έως και από 170 (…!!!…) άτομα πριν ξεψυχήσουν, αυτός ο αριθμός μπορεί να διογκωθεί εξαιρετικά. Έτσι λοιπόν, μάλλον θα πρέπει να υπολογίσουμε τις περιπτώσεις βιασμών, όχι σύμφωνα με το πόσα άτομα εβιάσθησαν, αλλά σύμφωνα με το πόσες φορές εβιάσθησαν αυτά τα άτομα που επισήμως κατέγραψαν αυτά που έζησαν.

Χαρακτηριστική είναι η ζωντανή μαρτυρία της φωτογράφου Ναταλίας Γκέσσε (Natalya Gesse), η οποία παρακολουθώντας την επιχειρησιακή δραστηριότητα του Κόκκινου Στρατού και όντας απηυδισμένη από τα όσα έβλεπε, αντέδρασε δηλώνοντας πως, «Οι Ρώσοι στρατιώτες βιάζουν κάθε Γερμανικό θηλυκό που πέφτει στα χέρια τους, και το οποίο έχει ηλικία από 8 έως 80 χρονών. Ήταν πράγματι ένας στρατός βιαστών».

Τώρα αν αναλογισθούμε πως σύμφωνα με τον Άντονι Μπίβορ (Antony Beevor) 1,4 εκατομμύρια γυναίκες βιάσθησαν μόνον στην Ανατολική Πρωσία και την Πομερανία, ενώ ο ίδιος υπολογίζει σύμφωνα με πηγές, πως κατά την διάρκεια της μάχης του Βερολίνου βιάσθησαν «εξοντωτικά» πάνω από 240.000 γυναίκες, με περισσότερες από 100.000 από αυτές να αφήνουν την τελευταία τους πνοή κατά την διάρκεια της απεχθούς αυτής «πράξεως», μπορούμε να αρχίσουμε να διεξάγουμε κάποια συμπεράσματα.

Εικόνα: Στο Ράιχ μάλιστα, το φαινόμενο να παρατηρούνται μαζικές αυτοκτονίες γυναικών, στην είδηση πως ο Κόκκινος Στρατός πλησίαζε στην περιοχή, έλαβε διαστάσεις χιονοστιβάδας. Πηγή φωτογραφίας: U.S Signal Corp.

Σύμφωνα τώρα με σύγχρονες έρευνες, ο προαναφερόμενος ιστορικός Νόρμαν Νέιμαρκ (Norman Naimark) υποστηρίζει πως αυτό το μαζικό κύμα βιασμών στην Γερμανία, κατά την διάρκεια των τελευταίων χρόνων του πολέμου, αλλά και μετά το τέλος αυτού, δημιούργησε μια τραυματική κατάσταση, τεχνηέντως από την πλευρά των Σοβιετικών, η οποία στη συνέχεια συνέχισε να εξαπλώνετε στα Ανατολικά της χώρας μετά την διχοτόμηση της. Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τον Νέιμαρκ, «όσες γυναίκες έμεναν έγκυες από τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, έπειτα από κάποιο επεισόδιο βιασμού, οι Σοβιετικές δυνάμεις κατοχής τους αρνούνταν κάθε δικαίωμα στην άμβλωση ώστε να απαλλαχθούν από αυτόν τον βρωμερό σπόρο του βιασμού», γεγονός που ενέτεινε έτι περισσότερο το κοινωνικό στίγμα που τις φόρτιζε.

Τέλος, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Άντονι Μπίβορ (Antony Beevor) στο έργο του, «Βερολίνο: Η Πτώση» (Berlin: The Downfall), το 90% του γυναικείου πληθυσμού του Βερολίνου έζησε έστω ένα επεισόδιο βιασμού κατά την διάρκεια της ομώνυμης μάχης, αλλά και μετά από αυτήν, ενώ το συγκεκριμένο βιβλίο παραθέτει ικανοποιητικά στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν πως το 37% των παιδιών που γεννήθηκαν στην Γερμανία, ανάμεσα στο 1945 και στο 1947 ήταν προϊόντα βιασμών, με πατέρα που είχε καταγωγή από την Σοβιετική Ένωση, ενώ οι παράνομες αμβλώσεις υπολογίζονται στα 2 εκατομμύρια καθ’ έτος, για τα έτη 1945 έως και το 1948.

Από την άλλη πλευρά, περνώντας στο αντίπαλο στρατόπεδο, ούτε οι δυνάμεις του Άξονα δεν απέφυγαν τέτοιου είδους «ανοσιουργήματα». «Πρωταθλητές» ανάμεσα τους βέβαια δεν ήταν άλλοι από τις δυνάμεις της Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας. Βλέπετε είχαν φροντίσει να εξασκήσουν τα ταλέντα τους ήδη κατά την διάρκεια του «Ρωσο-ιαπωνικού Πολέμου του 1905» (διαβάστε επίσης τα άρθρα μας: «Ο Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος του 1905. (Μερος 1ο) Το διπλωματικό υπόβαθρο μιας καινοφανούς συγκρούσεως» και «Ο Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος του 1905. (Μερος 2ο). Η σαρωτική νίκη των Ιαπώνων») όταν, σύμφωνα με στοιχεία που μας παραθέτει ο ιστορικός Χαλ Γκολντ (Hal Gold), ο Ιαπωνικός Αυτοκρατορικός στρατός διέπραξε πάνω από 20.000 βιασμούς παιδιών και γυναικών, Ρωσικής καταγωγής, όταν αυτοί έπεσαν στα χέρια τους.

Βέβαια αυτά δεν αφορούν την αναζήτηση μας, αλλά σίγουρα τέτοιου είδους αποδεδειγμένα γεγονότα έθεσαν τις βάσεις για ότι ακολούθησε, 40 σχεδόν χρόνια αργότερα στην ανατολική Ασία. Παρόμοιο παράδειγμα αποτελεί και ο γνωστός τοις πάσι «Βιασμός της Νανκίνγκ (Nanking)». Βέβαια αναφέρομαι σε όσα γεγονότα έλαβαν χώρα έπειτα από την πτώση της Κινεζικής πρωτεύουσας, την 13η Δεκεμβρίου του 1937, όταν οι δυνάμεις της «Αυτοκρατορίας του Ανατέλλοντος Ηλίου», βίασαν συστηματικά όλο τον γυναικείο και όχι μόνον, πληθυσμό της πόλης, με τα άτομα που έπεσαν θύματα βιασμού, κατά την διάρκεια της αλώσεως της πόλης, να ανέρχονται, σύμφωνα με τους πιο συγκρατημένους υπολογισμούς της «Διεθνούς Ανακριτικής Επιτροπής για την Άπω Ανατολή» (International Military Tribunal for the Far East) στις 80.000. Άλλες πηγές βέβαια, όπως η ιστορικός Άιρις Τσάνγκ (Iris Chang), έχουν δημοσιεύσει έρευνες οι οποίες υποστηρίζουν πως οι περιπτώσεις βιασμών κατά την διάρκεια της πτώσεως της Νανκίνγκ ανέρχονται σε πάνω από 750.000, ισχυρισμός ωστόσο που δεν έχει τεκμηριωθεί με αδιάσειστα στοιχεία.

Εικόνα: Δυστυχώς η ανθρώπινη εφευρετικότητα, σε ότι έχει να κάνει με τα δεινά που μπορεί να προκαλέσει ο ένας άνθρωπος στον άλλο, δεν γνωρίζει κανένα απολύτως όριο. Η παραπάνω φωτογραφία απεικονίζει ένα από τα θύματα των Ιαπωνικών φρικαλεοτήτων στην ηπειρωτική Κίνα και συγκεκριμένα στην πόλη Ξουζού (Xuzhou) της επαρχίας Ανχουέι (Anhui). Πηγή φωτογραφίας: Moriyasu Murase.

Πέρα όμως απ’ όλα αυτά, θα ρωτήσει εύλογα κανείς, «Ναι αλλά για πιο λόγο ανακατεύεις σε αυτό το άρθρο γεγονότα που συνέβησαν πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου». Η ερωτηματική αυτή σκέψη σας θα είχε κάποια βάση αν ο Β’ Σινοϊαπωνικός Πόλεμος αποτελούσε μια σύγκρουση «ασύνδετη παντελώς» με τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που τον ακολούθησε. Βλέπετε η Ιαπωνική εισβολή στην Κίνα μπορεί, ναι μεν, να εξερράγη την 7η Ιουλίου του 1937, ωστόσο σύντομα αυτή η σύγκρουση «εγκολπώθηκε» ως οργανικό τμήμα του πολέμου που ξέσπασε στην Ευρώπη δυο σχεδόν χρόνια αργότερα, πόσο δε μάλιστα μετά την σύναψη συμμαχίας μεταξύ της Γερμανίας και της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και μετά την επίσημη έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τα πράγματα δεν έγιναν καλύτερα, αλλά ακόμα χειρότερα. Χαρακτηριστικά είναι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο «Στρατιωτικό Νοσοκομείο της νήσου Μπάνγκα (Bangka)», μερικά μίλια νοτιότερα της Σιγκαπούρης, την 16η Φεβρουαρίου του 1942, όταν οι Ιαπωνικές δυνάμεις κατέλαβαν το στρατιωτικό νοσοκομείο του νησιού και μαζί τις 60 νοσοκόμες του, 200 περίπου τραυματίες και 140 Αυστραλούς στρατιώτες.

Η μοίρα όλων τους ήταν το λιγότερο τραγική, σύμφωνα με τον Γκάρυ Ναν (Gary Nan) και το έργο του «Νησος Μπάνγκα: Μια σφαγη του Β’ Παγκοσμιου Πολεμου και μια δυσαρεστη αληθεια» (Bangka Island: The WW2 massacre and a ‘truth too awful to speak). Βλέπετε οι 140 Αυστραλοί στρατιώτες αποκεφαλίστηκαν τελετουργικά, οι τραυματίες πετάχθηκαν από τα παράθυρα της κλινικής, ενώ οι 60 νοσοκόμες βιάσθησαν χωρίς έλεος για βδομάδες πριν τελικά και αυτές υποκύψουν στα τραύματα τους.

Μια ακόμα σημαντική μαρτυρία, δόθηκε στην διασημότητα όταν ο Ιάπωνα βετεράνος του Αυτοκρατορικού Πεζικού, Γιασούτζι Κανέκο (Yasuji Kaneko), παραδέχθηκε σε συνέντευξη του στην «Washington Post» τα παρακάτω. «Πιάναμε γυναίκες στη μέση του δρόμου. Αυτές ούρλιαζαν, αλλά δεν είχε σημασία για εμάς αν ήθελε ή όχι, αν ζούσαν τελικά ή όχι. Είτε βρίσκαμε κάποιο από τα στρατιωτικά πορνεία, είτε απλά εισερχόμασταν σε κάποιο χωριό καμιά τους δεν μπορούσε να μας γλυτώσει. Μάλιστα στην Μπαχαΐ να Πούλα (Bahay na Pula), στις Φιλιππίνες έγινε πραγματικό όργιο».

Εικόνα: Ομαδική φωτογραφία των νοσηλευτριών που υπηρετούσαν στο στρατιωτικό νοσοκομείο της νήσου Μπάνγκα (Bangka Island), τον Σεπτέμβριο του 1941. Όπως ειναι γνωστό, η μοίρα όλων τους υπήρξε το λιγότερο τραγική. Πηγή φωτογραφίας: Australian Copyright Council.

Μια ακόμα μαρτυρία που επιβεβαιώνει τα παραπάνω, είναι και αυτή του Ιάπωνα ιστορικού Χιροφούμι Χαγιάσι (Hirofumi Hayashi), ο οποίος κατάφερε να αναδείξει και να δημοσιεύσει τα αρχεία του «Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου για την Άπω Ανατολή», γνωστό ευρέως και ως «Tokyo Trials». Σε επτά από αυτές τις αναφορές καταγράφετε η μαρτυρία ενός μέλους της «Τοκινταΐ» (Tokkeitai), δηλαδή της μυστικής ναυτικής αστυνομίας της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας, οι οποίες ανέφεραν μεταξύ άλλον, «Οι Αυτοκρατορικές δυνάμεις επιτάσσουν γυναίκες ώστε να υπηρετήσουν σε προωθημένα στρατιωτικά πορνεία στην Κίνα, την Ινδονησία, της Φιλιππίνες και την Ινδοκίνα. Οι άνδρες μας συμβάλουν σε αυτές τις ενέργειες συλλαμβάνοντας τυχαίες γυναίκες, δήθεν για υγειονομική εξέταση και στην συνέχεια της παραδίδουμε στον Αυτοκρατορικό στρατό. Σχεδόν πάντα αυτές χτυπιούνται, αλλά τελικά δεν μπορούν να αντισταθούν».

Αυτά τα «κορίτσια της παρηγοριάς» (Ianfu στα Ιαπωνικά) όπως έγιναν γνωστά, τοποθετούνταν σε ένα «Koain», δηλαδή σε έναν «σταθμό παρηγοριάς» όπως αποκαλούσαν περιπαικτικά οι Ιάπωνες στρατιώτες τα στρατιωτικά πορνεία. Εκεί τα «κορίτσια» αυτά βιάζονταν ανηλεώς από χιλιάδες στρατιώτες, ενώ συχνά όταν πλέον το σώμα τους είχε αχρηστευθεί, χρησιμοποιούνταν ως ζωντανός στόχος για σκοποβολή ή ως ένα ζωντανό ανδρείκελο ώστε να εξασκηθούν στην ξιφασκία οι Ιάπωνες αξιωματικοί.

Η καθηγήτρια ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Τσούο (Chuo), Γιοσιάκι Γιοσίμι (Yoshiaki Yoshimi) υποστηρίζει πως πάνω από 20.000 τέτοιοι «σταθμοί παρηγοριάς» υπήρξαν σε ολόκληρη την ανατολική, αλλά και την νοτιοανατολική Ασία, ενώ τα «κορίτσια» που υπηρέτησαν σε αυτά υπολογίζονται σε 3 με 6 εκατομμύρια γυναίκες. Μάλιστα μια Ολλανδή «Ianfu» που επιβίωσε, η Ζαν Ραφ Ο’Ερνέ (Jan Ruff O’Herne), δήλωσε αργότερα πως «βιαζόμουν μέρα και νύχτα, επί τρεις μήνες από άνδρες του Ιαπωνικού στρατού», κατά την διάρκεια αυτού του βασανιστηρίου, η προαναφερθείσα ήταν μόλις 21 χρονών.

Εικόνα: Η νεαρή τότε Ζαν Ραφ Ο’Ερνέ (Jan Ruff O’Herne) διέσωσε μέχρι και τις μέρες μας, μια από τις πιο ανατριχιαστικές ιστορίες από τα όσα διαδραματίζοντας εντός των Ιαπωνικών στρατιωτικών πορνείων, στα οποια μάλιστα και η ίδια υπήρξε «τρόφιμος», στο έργο της «Fifty years of silence: Cry of the raped». Η προαναφερθείσα απεβίωσε την 19η Αυγούστου του 2019, σε ηλικία 96 ετών. Πηγή φωτογραφίας: Australian War Memorial.

Τέλος όσων αφορά τα πεπραγμένα των Γερμανικών δυνάμεων, θα μπορούσαμε να πούμε λακωνικά πως κατάφεραν, σε γενικά πλαίσια, να συγκρατήσουν τις ορμές τους σε τέτοια θέματα. Κάποια επεισόδια τέτοιου είδους διαπράχθησαν κυρίως κατά Σλαβικών πληθυσμών στην ανατολική Ευρώπη, αλλά και σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως εναντίων κρατουμένων που βρίσκονταν κάτω από το απόλυτο έλεος των δεσμοφυλάκων τους. Ένα χαρακτηριστικό γεγονός τέτοιου είδους είναι, σύμφωνα με την Κέλλυ Ντον (Kelly Dawn) και το έργο της «Εγκλήματα Πολέμου κατά των Γυναικών: Οι Διώξεις του Διεθνούς Δικαστηρίου για τα Εγκλήματα Πολέμου» (War Crimes Against Women: Prosecution in International War Crimes Tribunals), τα όσα διαδραματίστηκαν στο Σμολένσκ, όπου μετά την κατάληψη της πόλης ο Γερμανικός στρατός απήγαγε έναν αδιευκρίνιστο αριθμό γυναικών από την πόλη ώστε να τροφοδοτήσει τις ανάγκες του στρατιωτικού πορνείου της πόλης που προορίζονταν δια την τέρψιν των αξιωματικών της Βέρμαχτ.

Εν κατακλείδι.

Οδεύοντας προς την ολοκλήρωση αυτού του άρθρου, είναι ώρα, αφού παρέθεσα μερικά μόνο από τα στοιχεία που κατάφερα να συγκεντρώσω, να καταγράψω μερικά συμπεράσματα που ο ίδιος εκμαίευσα μέσα από την αναζήτηση μου, κάποιους μύθους που πίστευα αλλά πλέον αναθεώρησα τις αντιλήψεις μου, αλλά και κάποιες γνώσεις που είχαν και επαληθεύθηκαν για μια ακόμα φορά.

Έτσι λοιπόν ξεκινώντας την απαρίθμηση τους, κατά την ίδια σειρά με την οποία παρέθεσα τα αντίστοιχα στοιχεία, πιστεύω ακράδαντα πως εξετάζοντας σχολαστικά τα στατιστικά εκείνα στοιχεία που αφορούν την οικονομική, την παραγωγική, αλλά και την πληθυσμιακή δυναμική των αντιμαχόμενων, οι δυνάμεις του Άξονα δεν διέθεταν την παραμικρή ελπίδα να ανατρέψουν το αποτέλεσμα του πολέμου, πόσο δε μάλιστα, έπειτα από την είσοδο των Αμερικανών στον αγώνα. Μοναδική ίσως ελπίδα για αυτούς να ήταν ο ταχύτατος τερματισμός του πολέμου, ενδεχόμενο το οποίο ωστόσο ακυρώθηκε έπειτα από την εγκατάλειψη της επιχειρήσεως «Θαλάσσιος Λέων» (Unternehmen Seelowe) όταν αυτή κρίθηκε ανεφάρμοστη.

Εικόνα: Η Ιαπωνική αντιπροσωπεία, λίγο πριν υπογράψει την παράδοση της Αυτοκρατορίας του Ανατέλλοντος Ηλίου, γεγονός που σήμανε την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, την 2α Σεπτεμβρίου του 1945, στο κατάστρωμα του θωρηκτού USS Missouri. Πηγή φωτογραφίας: U.S Signal Corp.

Έτσι λοιπόν, τα όσα αναπτύχθηκαν στις παραπάνω παραγράφους, θα μας βοηθήσουν να μεταβολίσουμε μέσα μας τις εξής πέντε απλές προτάσεις:

  1. Ο Γερμανικός στρατός υπήρξε η ποιο «αποδοτική φονική μηχανή» στην έως τώρα ανθρώπινη ιστορία.
  2. Ο Κόκκινος Στρατός αποδείχθηκε, εξαιτίας των πεπραγμένων του, ένας στρατός «πολύ αποδοτικών βιαστών».
  3. Οι Ιαπωνικές Αυτοκρατορικές δυνάμεις υπήρξαν οι μεγαλύτεροι «σαδιστές και λαφυραγωγοί» όλων των εποχών.
  4. Οι Αμερικανοί εκμεταλλεύθηκαν την «ανικανότητα» των Αγγλο-γάλλων να στείλουν την Γερμανία πίσω στην «λίθινη εποχή» και «θησαύρισαν» στις πλάτες τους.
  5. Τέλος οι Κινέζοι θα έπρεπε μετά το τέλος του πολέμου να κάνουν εθνικό τους ύμνο το Αγγλοσαξονικό ελαφρολαϊκό ρητό, «same shit, different day».

Ελπίζω να βρείτε άξια λόγου τα όσα αναπτύχθηκαν, πιστεύω διεξοδικά, παραπάνω, ενώ θα ήθελα να αναφέρω, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, πως ένα αντίστοιχο άρθρο σχετικά με το ίδιο θέμα, αλλά προσαρμοσμένο στα Ελληνικά δεδομένα θα αναρτηθεί σύντομα, διότι υπάρχει πολύ υλικό και όπως πάω το παρόν άρθρο θα βγει 30 σελίδες με συνέπεια να μην το διαβάσει κανείς. Τέλος, αν τα όσα διαβάσατε σας φάνηκαν ενδιαφέροντα, με μεγάλη μου ευχαρίστηση θα δημοσιεύσω και ένα δεύτερο μέρος, ώστε να αναδειχθούν και άλλα σημαντικά ιστορικά στοιχεία που θα ανταποκρίνονται στα κοινά ενδιαφέροντα μας.

Πηγές:

  • Norman Naimark, «The Russians in Germany: A History of the Soviet Zone of Occupation, 1945–1949».
  • John Gimbel, «Science Technology and Reparations: Exploitation and Plunder in Postwar Germany».
  • Kelly Dawn, «War Crimes Against Women: Prosecution in International War Crimes Tribunals».
  • Hirofumi Hayashi, «The Archives of the International Military Tribunal for the Far East».
  • Grigoriy Krivosheyev, «Soviet Casualties and Combat Losses in the Twentieth Century».
  • Robert Lilly, «Taken by Force: Rape and American GI’s in Europe during WWII».
  • Gary Nan, «Bangka Island: The WW2 massacre and a ‘truth too awful to speak».
  • General Records of the Department of the Treasury, «Fact Sheet: Taxes 1939».
  • General Records of the Department of the Treasury, «Fact Sheet: Taxes 1945».
  • Commonwealth War Graves Commission (CWGC) Annual Report 2014–2015.
  • Romano Bracalini, «Paisà. Vita quotidiana nell’Italia liberata dagli alleati».
  • General Records of the Department of the Treasury, «Overall 1939-1949».
  • Address Delivered by President Roosevelt to the Congress, May 16, 1940.
  • Robert Rickett & Sebastian Swann, «The Allied Occupation of Japan».
  • Michael Ellman, «The destruction of the Soviet economic system».
  • Rudiger Overmans, «German Military Losses in World War II».
  • Archives of the International Military Tribunal for the Far East.
  • Dan Kennedy, «Ruthless Management of People and Profits».
  • Susan Linz, «World War II and Soviet Economic Growth».
  • Yasuji Kaneko, «Interview at Washington Post».
  • Polish Institute of National Remembrance.
  • Guo Rugui, «China’s Anti-Japanese War».
  • Lisa Takeuchi Cullen, «Okinawa Nights».
  • Antony Beevor, «Berlin: The Downfall».

Leave a Reply

Your email address will not be published.

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.