Νεότερη Ελληνική Ιστορία
Η μεγάλη προπαρασκευή πριν την «καταιγίδα». Ο ολικός επανεξοπλισμός των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων από την Κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά, κατά την περίοδο 1936-1940.

Η μεγάλη προπαρασκευή πριν την «καταιγίδα». Ο ολικός επανεξοπλισμός των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων από την Κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά, κατά την περίοδο 1936-1940.

Η «Μάχη της Ελλάδος», όπως έμεινε στην ιστορία, για την απόκρουση των απρόκλητων Ιταλικών αρχικά επιθέσεων, αργότερα δε και των Γερμανικών, ήταν ένας υπεράνθρωπος αγώνας που διήρκεσε συνολικά 216 ημέρες, ήτοι 7 μήνες, μέχρι να επιτευχθεί η ολοκλήρωση της καταλήψεως της πατρίδας μας από τις συνδυασμένες στρατιωτικές δυνάμεις του «Ιταλο-Γερμανικού Άξονα». Αυτό το γεγονός προκάλεσε παγκόσμια κατάπληξη και αιτία πολλαπλού γενικευμένου θαυμασμού και εγκωμίων. Ήταν κάτι το μεγαλειώδες, το οποίο δικαίως θεωρήθηκε ως «Ελληνικό θαύμα», ωστόσο η υλοποίηση του υπήρξε πάνω απ’ όλα προϊόν ασύγκριτου ηρωισμού και σχολαστικής προετοιμασίας.

Κατ’ αντιδιαστολή αυτού, όπως αναφέρει ο Πίτερ Γιάνγκ (Peter Young) στο βιβλίο του «The World Almanac of World War II: The Complete and Comprehensive Documentary of World War II», για την κατάληψη της Γαλλίας ο Άξονας χρειάστηκε 45 ημέρες, παρά τη στρατιωτική βοήθεια που της παρασχέθηκε με την εκεί παρουσία ισχυρών Αγγλικών δυνάμεων, του Βελγίου 18 ημέρες, της Ολλανδίας 5 ημέρες, ενώ η Δανία υπέκυψε σε 12 ώρες και οι Αυστρία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Αλβανία προσχώρησαν ή παραδόθηκαν αμαχητί στους εισβολείς.

Η απόφαση για την άμυνα της Ελλάδας κατά των αναμενόμενων Ιταλικών και Γερμανικών επιθέσεων, όπως επισημαίνεται εκτενέστερα στις επόμενες παραγράφους ο Πίτερ Γιάνγκ, δεν πάρθηκε τη στιγμή που εκδηλώθηκαν οι αντίστοιχες επιθέσεις, αλλά ήταν συνειδητή και προμελετημένη επιλογή της πολιτικής ηγεσίας από το 1936, οι οποία έκτοτε συνοδεύτηκε από κάθε δυνατή προετοιμασία σε οχυρωματικά έργα, αμυντικούς εξοπλισμούς, εξύψωση ηθικού, εκπαίδευση προσωπικού, σχεδίαση επιστρατεύσεως και πολεμικών επιχειρήσεως (διαβάστε επίσης το άρθρο μας: «Οι 28 μέρες αγωνίας που οδήγησαν στο ΟΧΙ του Μεταξά»).

Εικόνα: Έλληνας στρατιώτης στο Καλπάκι, τον Νοέμβριο του 1940, κάθεται σε Ιταλική τανκέτα «CV-33», κατά την νικηφόρα μάχη Ελαίας-Καλαμά. Πηγή: Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

Όταν εκδηλώθηκε η Ιταλική αρχικά επίθεση, η κατά τα άλλα «μικρή και φτωχή Ελλάδα», με επαρκή υλική και ηθική προπαρασκευή, σύμπνοια, αυτοθυσία, αλλά και ικανή πολιτική, πνευματική, θρησκευτική και στρατιωτική ηγεσία, νίκησε τις κατά πολύ μεγαλύτερες σε αριθμό Ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις, αγωνιζόμενη μόνη της επί 160 συναπτές ημέρες. Ακολούθως, όταν της επιτέθηκε και η Γερμανία, συνέχισε μαχόμενη με τη βοήθεια μικρών Αγγλικών δυνάμεων στην ηπειρωτική χώρα, ενώ τις τελευταίες 11 ημέρες συμπολέμησε με τα στρατεύματα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας προασπιζόμενοι από κοινού την άμυνα του «αβύθιστου αεροπλανοφόρου» της Μεσογείου, της Κρήτης.

Η διαπίστωση του «τέλματος» και το πολιτικό υπόβαθρο.

Την ανάγκη προπαρασκευής όλων των δυνάμεων της χώρας για την επερχόμενη μεγάλη σύγκρουση και την επιβαλλόμενη ανάληψη εκτάκτων μέτρων συνέλαβε, μεταξύ των πρώτων, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήδη από το 1934. Σε ιδιόγραφες σημειώσεις του μεγάλου πολιτικού άνδρα, που κρατούσε το 1934 και αναδείχθηκαν μετά το θάνατο του το 1936, ενώ δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Ελευθερία» το 1948, ο Βενιζέλος έγραφε μεταξύ άλλων πως, «πρέπει και εις την εκ τής πλειοψηφίας τής Βουλής σχηματισμένη Κυβέρνηση να δοθεί μείζων ελευθερία κινήσεως επί των θεμάτων της ανασυγκροτήσεως των ενόπλων δυνάμεων», ενώ λίγο παρακάτω συμπληρώνει τα εξής. «Η Κυβέρνηση θα πρέπει να δύναται να θέτει νόμους επί των εξοπλιστικών, αφού γνωμοδοτήσουν επ’ αυτών το Οικονομικό Συμβούλιο και το Συμβούλιο τής Επικρατείας, ενώ η Βουλή θα πρέπει να συνέρχεται κατ’ έτος εις τρεις τακτικές συνόδους δια την επικύρωση των εξοπλιστικών, εκάστη εκ των οποίων δεν θα δύναται να διαρκέσει περισσότερο των τριών εβδομάδων, προς αποφυγή άσκοπων καθυστερήσεων».

Ένα βήμα παρακάτω, στο άρθρο του 1948 της εφημερίδας «Ελευθερία», όπου και δημοσιεύθηκαν αυτές οι σημειώσεις του Βενιζέλου, ο διαπρεπείς πανεπιστημιακός και μετέπειτα διευθυντής των «Γενικών Αρχείων του Κράτους», Νικόλαος Τωμαδάκης, που προλόγισε την εξής δημοσίευση επισήμανε τα εξής. «Τον Οκτώβριο τού 1934 ο Βενιζέλος βρισκόταν στα Χανιά. Έμπροσθέν του υπήρχαν δύο δρόμοι. Ο δρόμος τής επαναστάσεως, τον οποίον μοιραίως και υπό την πίεσιν των πολιτικών του φίλων ακολούθησε (Κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935) και ο δρόμος τής συνταγματικής μεταβολής. Η δευτέρα αυτή οδός ήταν κατά βάση επαναστατική, αλλά τα γενόμενα θα καλύπτονταν υπό τής νομιμότητος και γνωρίζουμε πόσον ο Βενιζέλος ήταν ζηλότυπος προσκολλημένος προς αυτόν τον τύπο νομιμότητος. Πέρα λοιπόν τού εσωτερικού ζητήματος το οποίο πολιτικώς ο ίδιος εκμεταλλευόταν, έβλεπε και την ευρύτερα διαμορφούμενη εις την Ευρώπη κατάσταση. Βλέπετε ο ίδιος αισθανόταν ότι η χώρα θα έπρεπε να προπαρασκευασθεί δια την επικείμενη μεγάλη σύγκρουση».

Τελειώνοντας λοιπόν τη εισαγωγή του, ο Τωμαδάκης καταλήγει στις παρακάτω διαπιστώσεις αναφέροντας τα εξής. «Νομίζω ότι η σειρά των σκέψεων του Βενιζέλου εκείνη την περίοδο θα μπορούσε να περιγραφεί ακολουθώντας τα παρακάτω βήματα. Αρχικά ο ίδιος σκόπευε να εκλεγεί στην θέση του Προέδρου τής Δημοκρατίας. Έπειτα θα προσπαθούσε να διαλύσει την Βουλή κατόπιν συγκαταθέσεως τής Γερουσίας, την οποία μέσα από τον θεσμικό του ρόλο θα έλεγχε πλήρως. Κατόπιν θα προκήρυσσε εκλογές ώστε να προκύψει μια αναθεωρητική Βουλή, με συγκεκριμένο πρόγραμμα μεταβολής τού πολιτεύματος, ώστε τελικά να περιορισθούν τα δικαιώματα τής Βουλής και να του δοθεί το δικαίωμα, από αυτή, να διοικήσει συγκεντρωτικά την χώρα για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα».

Εικόνα: Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Καθημερινής», την 2α Μαρτίου του 1935, έπειτα από την καταστολή του «Κινήματος της 1ης Μαρτίου». Στην φωτογραφία διακρίνετε ο Υπουργός Στρατιωτικών, Γεώργιος Κονδύλης. Πηγή: Ιστορικό Αρχείο της Εφημερίδας η «Καθημερινή».

Βέβαια, μετά την αποτυχία του στρατιωτικού κινήματος του Μαρτίου του 1935, για την ένοπλη κατάληψη της εξουσίας και την εφαρμογή των προαναφερθέντων μέτρων, επακολούθησε ο θάνατός του κρητικού πολιτικού, τον Μάρτιο του 1936. Συν τοις άλλοις, περί τα τέλη Απριλίου 1936 πέθανε αιφνιδίως ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Δεμερτζής, τον οποίο και αντικατέστησε ο τότε Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως και Υπουργός Στρατιωτικών, Ιωάννης Μεταξάς.

Ακολούθως η νεοσχηματισθείσα Κυβέρνηση Μεταξά, μετά τις προγραμματικές της δηλώσεις, έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή, με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές. Μετέπειτα η Βουλή διέκοψε επί πεντάμηνο διάστημα τις εργασίες της, από τον Μαΐου μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1936. Κατόπιν με έγκριση του Βασιλέως Γεωργίου Β’, τον Αύγουστο του ιδίου έτους, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, ανέστειλε την ισχύ μερικών εκ των άρθρων του Συντάγματος και προχώρησε στην εξ αποτελέσματος επιτυχημένη προπαρασκευή των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας για την αντιμετώπιση της επερχόμενης λαίλαπας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Γίνεται καταφανές ότι και οι δύο αυτοί πολιτικοί, ο Βενιζέλος και ο Μεταξάς, αν και διακατέχονταν από αντίρροπα πολιτικά αισθήματα, αντιμετώπιζαν κατ’ ανάλογο τρόπο την ανάγκη προετοιμασίας της πατρίδας.

Η «τραγική» κατάσταση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η γενική εικόνα των Ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων ευρύτατα, πριν από το 1936, σύμφωνα με το «Πρακτικό του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου», υπ’ αριθμόν 122, της 14ης Δεκεμβρίου του 1932, ήταν σύμφωνα με την γνώμη των άμεσα εμπλεκομένων σε τραγική κατάσταση. Συγκεκριμένα το προαναφερθέν πρακτικό αναφέρει, «Η κατάστασις αμύνης της χώρας είναι αυτόχρημα τραγική» και «απαιτείται η από τούδε μεθοδική συμπλήρωσις των ελλείψεων προς εξασφάλισιν μιας στοιχειώδους αμύνης, άνευ της οποίας κινδυνεύει η υπόστασις ημών ως κράτους».

Συμπληρωματικά στα παραπάνω, στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», της Εκδοτικής Αθηνών, πληροφορούμαστε ότι, «ο στρατός ξηράς στο τέλος της Αβυσσηνιακής κρίσεως (1935-36), είχε σοβαρότατες ελλείψεις σε πολεμικό υλικό, πράγμα που καθιστούσε προβληματική την επιστράτευση σε περίπτωση πολέμου, το Ναυτικό διέθετε ελάχιστες ετοιμοπόλεμες και σύγχρονες μονάδες, ενώ υπήρχε παντελής έλλειψη παρακτίων Οχυρώσεως. Τέλος η Αεροπορία δεν αποτελούσε υπολογίσιμη δύναμη, από άποψη αεροπλάνων και προσωπικού».

Από αυτό λοιπόν το «κατώτατο’ επίπεδο έπρεπε να αρχίσει η προσπάθεια για την ανάπτυξη των αναγκαίων αμυντικών δυνατοτήτων. Σημειώνεται ότι όλη η προς πόλεμο Ελληνική προπαρασκευή έγινε επιτυχώς στο διάστημα 1936-1940, όπως εκ των αποτελεσμάτων συνάγεται, χωρίς ξένη δωρεάν οικονομική βοήθεια και με ίδια μέσα. Χαρακτηριστικό σημείο προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού είναι το γεγονός πως οι δαπάνες για την εθνική μας άμυνα μεταξύ 1923-36 ανήλθαν σε 3 δισεκατομμύρια δραχμές, ενώ κατά το διάστημα 1936-40 ήταν περίπου πενταπλάσιες, πλησιάζοντας τα 15,7 δισεκατομμύρια δραχμές.

Εικόνα: Ο Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς υποβάλλει τα σέβη του στον Βασιλέα Γεώργιο Β’, υπό το άγρυπνο βλέμμα του φλογερού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, Χρυσάνθου, άλλοτε Μητροπολίτη Τραπεζούντος. Πηγή: Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

Ίσως βέβαια την μοναδική εξαίρεση σε αυτό τον «κανόνα» να αποτελεί η Γερμανία, η οποία για να κερδίσει την ουδετερότητα μας σε ένα μελλοντικό πόλεμο, ενίσχυε αποτελεσματικά την οικονομία της Ελλάδας, μέχρι σημείου να αγοράζει όλα τα καπνά της εθνικής παραγωγής για μια περίοδο έξι ετών, καλύπτοντας σχεδόν όλο το εξαγωγικό μας εμπόριο και χορηγώντας μας σημαντικά δάνεια για εξοπλισμούς, δεχόμενη επίσης πληρωμές με συμψηφισμό «κλήριγκ» (Clearing ). Από την άλλη πλευρά, η Αμερική και οι άλλες Ευρωπαϊκές χώρες με τις οποίες τελικώς και συμμαχήσαμε το 1940, όπως για παράδειγμα. η Αγγλία και η Γαλλία, δεν έδιναν την αναμενόμενη οικονομική συμπαράσταση στην Ελλάδα και για τις παραγγελίες πολεμικού υλικού απαιτούσαν συνεχώς πληρωμές σε συνάλλαγμα.

Η υλική προπαρασκευή του στρατού ξηράς.

Προ του 1935, ο Ελληνικός Στρατός θα μπορούσε να παρομοιαστεί μόνο με μια «ενισχυμένη πολιτοφυλακή», εν συγκρίσει με τις στρατιωτικές δυνάμεις των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Έτσι λοιπόν στα πρόθυρα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κάθε χώρα ξεκινούσε τον επανεξοπλισμό της, με τους ρυθμούς που της επέτρεπαν τα δημοσιονομικά της (διαβάστε επίσης το άρθρο μας: «Η αλήθεια των αριθμών. Τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από μια διαφορετική οπτική γωνία»). Η Γερμανία είχε ήδη μπει σε ένα πραγματικά «γιγαντιαίο» πρόγραμμα επανεξοπλισμού, αδιαφορώντας για τους περιορισμούς που της επέβαλε η «Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών», με την προσπάθειά της να γίνεται ακόμα εντονότερη στα χρόνια που ακολούθησαν.

Από την άλλη πλευρά, στη Μεγάλη Βρετανία, ορισμένες φωνές «γραφικών» εκείνη την περίοδο, διέβλεπαν έναν νέο πόλεμο και ζητούσαν από τις Κυβερνήσεις την παραχώρηση κονδυλίων ικανών ώστε να ανταγωνιστούν την αναδυόμενη δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης, την Γερμανία, ενώ στη Γαλλία, αν και σε επίπεδο βιομηχανίας, τεχνογνωσίας και πρώτων υλών η χώρα δεν υστερούσε σε τίποτα από τις δύο προηγούμενες, η «ασταθής» πολιτική κατάσταση και η κοινωνική στροφή των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων οδήγησαν σε μία ηθική απαξία το «στρατιωτικό πνεύμα» της χώρας και στο κομμάτι της προπαρασκευής η μόνη αξιόλογη εξαίρεση υπήρξε η δημιουργία της ισχυρής οχυρής αμυντικής τοποθεσίας στα σύνορα με τη Γερμανία, τη γνωστή «Γραμμή Μαζινό» (Maginot Line).

Στη χώρα μας, η προσπάθεια για την προετοιμασία των Ενόπλων Δυνάμεων, επικεντρώθηκε ειδικότερα στους ακόλουθους τομείς. Κατ’ αρχάς ο στρατός, ήταν ζωτικής σημασίας να προμηθευτεί σύγχρονο πολεμικό υλικό σε ικανές ποσότητες. Συν τοις άλλοις, οχυρώσεις θα έπρεπε να κατασκευαστούν κατά τέτοιο τρόπο που να καλύπτονται τα Ελληνο-βουλγαρικά σύνορα σε όλο τους το μήκος, ενώ για να γίνει αυτό εφικτό το οδικό δίκτυο της χώρας ήταν απαραίτητο να επισκευαστεί και να επεκταθεί. Επιπλέον το αμυντικό δόγμα της χώρας και τα σχέδια επιστρατεύσεως ήταν αναγκαίο να εκσυγχρονιστούν και σε συνδυασμό με την αύξηση της θητείας των στρατευσίμων να επιτύχουν την μέγιστη, κατά το δυνατό, επάνδρωση όλων των μονάδων των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Ωστόσο πριν επεκταθούμε στην υλική προπαρασκευή των Ελληνικών δυνάμεων, καλό θα ήταν να θυμηθούμε πως στο δόγμα επιχειρήσεων του Ελληνικού στρατού, το πυροβολικό και το πεζικό διαδραμάτιζαν τον κύριο ρόλο, καθότι το γεωγραφικό ανάγλυφο και ότι οικονομικές δυνατότητες της χώρας δεν επέτρεπαν την απόκτηση ισχυρών μηχανοκίνητων μονάδων και σχηματισμών, οπότε η δημιουργία ενός ριζοσπαστικά καινούριου δόγματος κρίθηκε ανεφάρμοστη από τους ιθύνοντες. Όπως καλά γνώριζε ο Μεταξάς, ο νέος αυτός πόλεμος που αργά η γρήγορα θα έφτανε και στις πύλες της Ελλάδος, δε θα ήταν τίποτα άλλο από μια σύγκρουση που θα παρομοίαζε αρκετά με την άλλη μεγάλη σύγκρουση των αρχών του αιώνα, δηλαδή τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά θα διεξαγόταν με πιο σύγχρονα μέσα.

Εικόνα: Ελληνικό πυροβολικό βάλλει κατά του υψώματος Ιβάν, κοντά στην Κορυτσά, την 1η Νοεμβρίου του 1940. Πηγή: Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

Για αυτούς τους λόγους, τα κρατικά κονδύλια στράφηκαν κατά κύριο λόγο προς τα σώματα του πεζικού και του πυροβολικού. Αναλυτικότερα από τις αντίστοιχες υπηρεσίες παραγγέλθηκαν ειδικά για την ευρύτερη αντιαεροπορική άμυνα 24 αντιαεροπορικά πυροβόλα των 88 χιλιοστών με τα πλήρη παρελκόμενα τους, 54 αντιαεροπορικά πυροβόλα των 37  χιλιοστών, 56 αντιαεροπορικά πυροβόλα των 20 χιλιοστών επί βαρέος ρυμουλκούμενου κιλλίβαντος και 52 αντιαεροπορικά ίδιου τύπου επί ελαφρού κιλλίβαντος με πλήρη ανταλλακτικά και παρελκόμενα. Τέλος η απαραίτητη αυτή παραγγελία συμπληρώθηκε από την απόκτηση 18 φορητών προβολέων, μαζί με τα ειδικά οχήματα μεταφοράς τους, αλλά και 6 ειδικών ηχοβολιστικών μηχανημάτων και των αντίστοιχων μεταφορικών τους μέσων.

Στον τομέα των των αντίστοιχων πυρομαχικών, ο στρατός προμηθεύτηκε 600 πλήρη βλήματα των 88 χιλιοστών, ενώ από την επόμενη παραγγελία των 10.560 βλημάτων, ιδίου τύπου, παρελήφθη η μισή ποσότητα ως και τον Οκτώβριο του 1940. Για τα αντίστοιχα αντιαεροπορικά των 88 χιλιοστών ο ελληνικός στρατός παρέλαβε 600 πλήρη βλήματα και άλλα 1000 ίδια άνευ πυροσωλήνων. Ωστόσο σε αυτό το σημείο καλό θα είναι να αναφέρουμε και την ατυχία που είχε ο Ελληνικός στρατός να μην προλάβει να παραλάβει στην ολότητα τους τα 154.000 βλήματα για τα αντιαεροπορικά των 37 χιλιοστών, καθώς μεσολάβησε η έναρξη του πολέμου, από τα οποία παραλήφθηκαν μόλις 10.100 βλήματα. Τέλος ειδική μέριμνα δόθηκε στην απόκτηση 5.000 διατρητικών βλημάτων των 37 χιλιοστών, αλλά και 5.000 βλημάτων ειδικά διαμορφωμένων για την χρήση τους σε ασκήσεις, ώστε να χρησιμοποιηθούν για την εκπαίδευση του έμψυχου δυναμικού.

H έλευση αυτών των πυρομαχικών, αναζωογόνησε τα αποθέματα του Ελληνικού στρατού και έδωσαν νέα ώθηση στην εκπαίδευση των στελεχών και των στρατεύσιμων. Η ποιότητα της εκπαίδευσης στη «Σχολή Εφαρμογής Πυροβολικού» αυξήθηκε κατά πολύ, διότι υπήρχε πληθώρα πυρομαχικών και ανταλλακτικών για τους εκπαιδευόμενους, χωρίς τον φόβο των ελλείψεων που πραγματικά «στοίχειωναν» το πυροβολικό κατά τα προηγούμενα έτη.

Πέρα απ’ όλα αυτά, η έλευση αντιαρματικού οπλισμού και αρμάτων μάχης αποτέλεσαν προτεραιότητα στο ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα. Αρχικά παρελήφθησαν 24 αντιαρματικά πυροβόλα των 37 χιλιοστών κατανεμημένα και οργανωμένα σε 6 πυροβολαρχίες μαζί με 24 έστορες για την χρησιμοποίηση των πυροβόλων σε οχυρές θέσεις. Μαζί με αυτά παρελήφθησαν 23.000 πλήρη τροχιοδεικτικά βλήματα, 12.000 βλήματα διατρητικά-μη τροχιοδεικτικά, 7.000 εκρηκτικά καθώς και 1.200 βλήματα ασκήσεων. Την ίδια στιγμή η «Εφορία Υλικού Πολέμου» κατάφερε να διασκευάσει 10.000 παλαιά βλήματα πεδινού πυροβολικού σε αντιαρματικά για τα πυροβόλα των 75 χιλιοστών και 40.000 βλήματα για οργάνωση αντιαρματικών ναρκοπεδίων.

Κάποιες παραγγελίες βέβαια δεν πρόλαβαν να ικανοποιηθούν εξαιτίας της εκρήξεως του πολέμου. Τέτοια εξοπλιστικά προγράμματα αφορούσαν την παραγγελία 1786 αντιαρματικών τυφεκίων των 14 χιλιοστών, καθώς και μια παραγγελία 14 αρμάτων. Συνολικά τα υλικά και ο εξοπλισμός που παραγγέλθηκαν από το πυροβολικό είχαν συνολικό κόστος που ακουμπούσε τα 1,5 δισεκατομμύρια δραχμές.

Εικόνα: Ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος και ο Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς. Πηγή: Ιστορικό Αρχείο της Εφημερίδας το «Έθνος».

Από την άλλη πλευρά για τον επανεξοπλισμό του πεζικού, παραλήφθηκαν 50.000 βραχύκαννα τυφέκια τύπου «Μάουζερ» (Mauser), των 7.92 χιλιοστών, με τα ανάλογα ανταλλακτικά τους όπως και 400 οπλοπολυβόλα τύπου «Χότσκις» (Hotchkiss) των 7.92 χιλιοστών από τον Γαλλικό στρατό, βαρύτερα από τα αντίστοιχα του Ελληνικού. Μαζί με αυτά, στην κατοχή των Ελληνικών δυνάμεων περιήλθαν και 200 οπλοπολυβόλα «Χότσκις» των 7.92 χιλιοστών με τρίποδες πολυβόλων Σεντ-Ετιέν. Πληθώρα ανταλλακτικών και παρελκομένων αγοράστηκαν για όλα τα πολυβόλα. Μαζί με αυτά παρελήφθησαν και πιστόλια φωτοβολίδων και παράλληλα ανακατασκευάστηκαν σχεδόν όλα τα παλαιά και προβληματικά όπλα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως εκπαιδευτικά και εφεδρικά.

Όσον αφορά την επιμελητεία, τη νομή και τα εφόδια, τα υλικά αυτοκινήτων, τα υλικά χημικού πολέμου, τα μηχανήματα και τα εργαλεία, το υλικό μετεωρολογικής υπηρεσίας, τον στρατωνισμό και τον ιματισμό ο επανεξοπλισμός υπήρξε ολοκληρωτικός. Οι άδειες αποθήκες, της προηγούμενης δεκαετίας, κυριολεκτικά γέμισαν. Αντιασφυξιογόνες μάσκες από τη Γερμανία και τη Γαλλία διανεμήθηκαν σε όλες σχεδόν τις μονάδες, ενώ έγιναν νέες προμήθειες αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, όπως και μεταφορικών μέσων για τα πυροβόλα.

Αγορές σε φυσίγγια τυφεκίων, πολυβόλων και οπλοπολυβόλων συμπλήρωσαν τα μεγάλα κενά στους πίνακες οργάνωσης και υλικού της προηγούμενης δεκαετίας. Αγοράστηκαν όλμοι των 81 χιλιοστών με σάγματα μεταφοράς πυρομαχικών και θωράκια ολμοβολείων. Παρελήφθησαν 145.760 βλήματα έναντι των 245.760 παραγγελθέντων, με 1.500 βλήματα ασκήσεων έναντι 4.500 παραγγελθέντων. Συνολικά δαπανήθηκαν σχεδόν 1 δισεκατομμύριο δραχμές για αγορά πυρομαχικών πεζικού.

Για υλικά επιστρατεύσεως δαπανήθηκαν 1,6 δισεκατομμύρια δραχμές, για υλικά γενικής εφεδρείας 1,1 δισεκατομμύρια δραχμές και για κατασκευές αποθηκών, δρόμων, και λοιπών υλικών του στρατεύματος άλλα 1,9 δισεκατομμύρια δραχμές. Συνολικά, εδόθησαν περισσότερα από 9,8 δισεκατομμύρια δραχμές σε δύο έτη. Παράλληλα με το πρόγραμμα επανεξοπλισμού του στρατεύματος διεξαγόταν και το πρόγραμμα επανεκπαίδευσης του στρατού καθώς και η μεγαλύτερη οχυρωματική κατασκευή της Ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας, η περίφημη «Γραμμή Μεταξά». Αυτό οδηγεί τους δημοσιονομικούς δείκτες ακόμα υψηλότερους όσον αφορά τα κονδύλια που εδόθησαν ουσιαστικά για την προπαρασκευή της άμυνας της χώρας.

Ο «Ελληνικός άθλος» της «Γραμμής Μεταξά».

Από την 1η Αυγούστου του 1936, όταν η Αρχηγεία του «Γενικού Επιτελείου Στρατού» ανατέθηκε στον αντιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο, εντάθηκε σημαντικά η προπαρασκευή, σε όλους τους προαναφερόμενους τομείς. Ακολούθως, σε αυτή την παράγραφο, θα περιοριστούμε, για την οικονομία του χώρου, στα τεράστια, αλλά λιγότερο γνωστά, έργα κατασκευής και εξοπλισμού 21 μεγάλων μονίμων οχυρών στην Ελληνο-Βουλγαρική μεθόριο, μήκους 500 περίπου χιλιομέτρων, τα οποία κατασκευάστηκαν κατά το διάστημα 1936-1940 και παρέμειναν γνωστά ως «Αμυντική Γραμμή Μεταξά».

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ίσως ακούσει μόνο για ένα από αυτά, το οχυρό «Ρούπελ» και αγνοούμε ενδεχομένως την ύπαρξη άλλων 20, επίσης σημαντικών οχυρών, με συνολικό μήκος υπογείων στοών και υπογείων καταφυγίων 37 χιλιομέτρων, διανοιγμένων μέσα στα βουνά, χωρίς βεβαίως τα σημερινά μέσα. Ακόμα και σήμερα λοιπόν, η κατασκευή αυτών των οχυρών, αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού, με τις ίδιες να αποτελούν έναν «Ελληνικό άθλο», όπως περιγράφεται παρακάτω.

Εικόνα: Αντιαρματικά κολλήματα, μερος της «Αμυντικής Γραμμής Μεταξά», κοντά στα Ελληνο-βουλγαρικά σύνορα. Πηγή: Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

Τα κυριότερα στοιχεία και οι διαπιστώσεις που ακολουθούν για τη «Γραμμή Μεταξά», προέρχονται από συνοπτική παρουσίαση στο «Ενημερωτικό Δελτίο» του Ελληνικού Τεχνικού Επιμελητηρίου, που δημοσιεύθηκε την 4η Μαρτίου του 2002, με συγγραφέα τον διεθνούς κύρους ομότιμο καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κύριο Θεοδόση Π. Τάσιο, ο οποίος έγραψε για τα εν λόγω 21 οχυρά. «Στη συνοριακή γραμμή Ελλάδας – Βουλγαρίας, κατασκευάσθηκαν 21 Οχυρά (μεταξύ των οποίων η Παπαδοπούλα, το Ιστίμπεη, το Αρπαλούκι, το Ρούπελ, το Περιθώρι, το Πυραμιδοειδές αλλά και άλλα). Το καθένα τους ήταν ένα περίκλειστο έργο ικανό να αμυνθεί προς κάθε κατεύθυνση, με επιφανειακά έργα βολής και με ποικίλα άλλα υπόγεια έργα εγκαταστάσεων υποστήριξης, όπως διοικητήρια, θάλαμοι, διαβιβάσεις, μαγειρεία, αποθήκες κάθε είδους, δεξαμενές, νοσοκομείο, συστήματα αερισμού, φωτισμού και αποχετεύσεως. Ανάμεσα σε κάθε οχυρό προς τα γειτονικά του και προς τη μεθόριο, είχαν κατασκευασθεί έργα εκστρατείας και θέσεις μάχης για την επιβράδυνση του εχθρού, μαζί με ισχυρά αντιαρματικά κωλύματα».

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προαναφερόμενου έργου, θα αναφέρουμε ενδεικτικά κάποια βασικά στοιχεία. Όπως προείπαμε το έργο ξεκίνησε το 1937, με την συνολική δαπάνη κατασκευής του να φτάνει το 1,5 δισεκατομμύρια δραχμές. Αρχικά έγιναν εκσκαφές της τάξεως των 900.000 κυβικών μέτρων και κατασκευάστηκαν 24 χιλιόμετρα υπογείων στοών και 13.000 τετραγωνικά μέτρα υπογείων καταφυγίων. Για όλα αυτά χρησιμοποιήθηκαν 180.000 κυβικά μέτρα σκυροδέματος, 12.000 τόνοι σιδηροπλισμού και 116 χιλιόμετρα σωλήνων αερισμού, ύδρευσης και αποχέτευσης. Κάθε σύγκριση με τον υπόγειο σιδηρόδρομο των Αθηνών ή μ’ οποιοδήποτε άλλο σύγχρονο τεχνικό έργο, κάνει τον θαυμασμό μας να μεγαλώνει για το επίτευγμα εκείνο ιδίως αν ληφθεί υπόψη η διασπορά του έργου σε δυσπροσπέλαστα βουνά, αλλά και οι δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες. Ωστόσο και παρ’ όλα αυτά, το δημόσιο αυτό έργο πραγματοποιήθηκε φτηνά, σωστά και πάνω απ’ όλα γρήγορα.

Εικόνα: Γερμανικό πυροβολικό προσβάλει στόχους κατά την διάρκεια της μάχης των οχυρών. Πηγή: Bundesarchiv Bild 101I-163-0319-07A.

Όσο για την στρατηγική αποδοτικότητα των οχυρών, φαντασθείτε την προοπτική πλαισίωσις τους με τον κύριο όγκο του του Ελληνικού πεζικού και πυροβολικού, για την αντιμετώπιση του βαλκανικού αντιπάλου, δηλαδή την Βουλγαρία, κατά της οποίας και προοριζόταν εξ’ αρχής, θα καθιστούσε την «Γραμμή Μεταξά» πραγματικά απόρθητη. Αντ’ αυτού, η οχύρωση των βορείων συνόρων πλαισιώθηκε μόνον με τα ανεπαρκέστατα υπόλοιπα του Ελληνοϊταλικού μετώπου, ενώ παρά ταύτα, αν εξαιρέσει κανείς τα δύο άκρα της αμυντικής γραμμής των οχυρών (το μεθοριακό Μπέλες και τον Εχίνο/Νυμφαία, μετά την εκκένωση της Δυτικής Θράκης), οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να παραβιάσουν πουθενά το φράγμα της οχυρωμένης γραμμής Μπέλες-Νέστος.

Μάλιστα, ούτε οι βομβαρδισμοί του πολυάριθμου γερμανικού πυροβολικού, ούτε οι βολές με όπλα ευθυτενούς τροχιάς κατάφεραν τίποτα το ουσιώδες, ενώ σύμφωνα με τα ιστορικά γεγονότα οι φρουρές των οχυρών αυτών μπόρεσαν κατ’ επανάληψη να βγουν στην επιφάνεια, και να εκκαθαρίσουν τα Γερμανικά τμήματα που είχαν «επικαθήσει» στον χώρο τους. Συν τοις άλλοις, μετά την συνθηκολόγηση, ο Γερμανος υποστράτηγος Σνάιντερ (Adalbert Schneider), ως επικεφαλής  της Γερμανικής επιτροπής μελέτης των οχυρώσεων, θα περπατήσει επί έναν μήνα τη «Γραμμή Μεταξά» και θα γράψει ότι τα οχυρά αυτά είχαν επιτύχει το βέλτιστο σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη ανάλογη οχυρωματική γραμμή στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τον Τάσιο μάλιστα, «ο Σνάιντερ ζήτησε απ’ τον καθηγητή της Γεωλογίας κύριο Μητσόπουλο, την ερμηνεία της μεγάλης αντοχής του σκυροδέματος των έργων, μιας και αυτός είχε επιμεληθεί την παρασκευή του».

Η προετοιμασία του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού.

Η προετοιμασία του στόλου, αν και σε αριθμητικά στοιχεία υστερεί σημαντικά σε σχέση με τα μεγέθη του στρατού ξηράς, παρουσιάζει και αυτή σημαντικό ενδιαφέρων. Το 1953 η «Έκθεσις επί της δράσεως του Βασιλικού Ναυτικού κατά τον πόλεμον του 1940-1944», που βραβεύτηκε από την «Ακαδημία Αθηνών», «ως την τε αλήθειαν ομολογούσα και την πάτριον Ιστορίαν προάγουσα», που συνέταξε βάσει επισήμων στοιχείων, ο επί πρωθυπουργίας Σοφοκλή Βενιζέλου ανακληθείς ως Αντιναύαρχος στην ενέργεια το 1951, για το σκοπό αυτό και μετέπειτα ακαδημαϊκός Δημήτριος Φωκάς μας δίνει τα εξής στοιχεία.

Εικόνα: Το αντιτορπιλικό «Βασιλεύς Γεώργιος Α’» (D-14) ήταν τύπου «Greyhound», Βρετανικής κατασκευής και ναυπηγήθηκε στα ναυπηγεία «Yarrow & Company» στη Γλασκώβη της Σκωτίας το διάστημα 1936-1938. Συν τοις άλλοις, το «Βασιλεύς Γεώργιος Α’» ήταν αδελφό πλοίο του αντιτορπιλικού «Βασίλισσα Όλγα» (D-15), ενώ η καθέλκυση αυτού έγινε την 3η Μαρτίου του 1938. Πηγή: Ιστορική Υπηρεσία Ναυτικού, τεκμήριο 480001.

«Το πρόγραμμα επανεξοπλισμού του ναυτικού απέβλεπε σαφώς εις το να προετοιμάσει την Ελλάδα ναυτικώς ως σύμμαχον τής Αγγλίας και να την καταστήσει ικανήν να συνεισφέρει εις την συμμαχία, βασισμένη ιδίως εις την πληρεστέρα αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσεως. Οι πενιχροί οικονομικοί πόροι τού κράτους δεν επέτρεπαν σημαντική αύξηση των ναυτικών δυνάμεων. Έτσι λοιπόν και περιορίσθηκε επομένως η προσπάθεια προς αύξηση τού στόλου εις την παραγγελία των δύο αρίστων αντιτορπιλικών, του «Βασιλέως Γεωργίου» και της «Βασιλίσσης Όλγας», εις Αγγλίαν, παραγγελία συνδεόμενη με εντατική μέριμνα δια την τελειοτέρα, κατά το δυνατόν, εκπαίδευση τού ναυτικού προσωπικού και εις την ενδελεχεστέραν άσκησιν και οργάνωσιν τού στόλου.

Είχεν επίσης αποφασισθεί η κατασκευή δύο ακόμη πανομοιότυπων αντιτορπιλικών, του «Βασιλέως Κωνσταντίνου» και της «Βασιλίσσης Σοφίας», άτινα επρόκειτο να ναυπηγηθούν εις το νέον ναυπηγείον τού Σκαραμαγκά, το οποίον ιδρύετε κατά την ιδίαν εκείνην περίοδον. Δεν έλειψαν, εννοείται κατά το διάστημα τούτο συζητήσεις μεταξύ των μελών τού «Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου – Α.Ν.Σ» δια την αγορά και άλλων πλοίων, ειδικώς δύο Γερμανικών υποβρυχίων και τριών τορπιλακάτων, αίτινες όμως ένεκα αντιγνωμιών δεν ετελεσφόρησαν».

Ένα βήμα παρακάτω, σύμφωνα με την ιδία μελέτη, ο Φωκάς μας πληροφορεί πως εκτός από τα 21 μεγάλα μόνιμα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά», που κατασκευάστηκαν από Ελληνικά χέρια και χρήματα την περίοδο 1936-40 κυρίως στα Ελληνο-βουλγαρικά σύνορα, κατασκευάστηκαν επίσης και εξοπλίστηκαν πλήρως και τα ακόλουθα 8 μεγάλα παράκτια οχυρά:

  • Το βόρειο οχυρό της Αιγίνης.
  • Το νότιο οχυρό της οχυρό Αιγίνης.
  • Το οχυρό των Φλεβών.
  • Το οχυρό του Αράξου.
  • Το οχυρό του βορείου Ευβοϊκού.
  • Το οχυρό του νοτίου Ευβοϊκού.
  • Καθώς και τα οχυρά του Καραμπουρνού και της Τούζλας, στην περιοχή του «Μεγάλου Εμβόλου» στο Θερμαϊκό κόλπο.

Εικόνα: Ένα από τα δύο δίδυμα πυροβόλα του θωρηκτού «Λήμνος» που εγκαταστάθηκαν στην Αίγινα. Πηγή: Ψηφιακό αρχείο του εθνικού ιδρύματος «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος».

Ειδικά για την κατασκευή των οχυρών της Αιγίνης, ο Φωκάς μας πληροφορεί πως, «Το έργον υπήρξε κατ’ εξοχήν τεχνικόν και δυσχερές, η δε επιτυχής πραγματοποίησης του, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς και επιτυχούς εγκαταστάσεως επί κορυφής τής Αιγίνης των δύο διδύμων πυροβόλων των 305 χιλιοστών, τού θωρηκτού «Λήμνος», ολικού βάρους εκάστου τούτων 900 τόνων, απετέλεσε πραγματικόν άθλον, άνευ προηγουμένου εν Ελλάδι και τίτλον τιμής διά την υπηρεσίαν τού Βασιλικού Ναυτικού, όσον και διά την Ελληνικήν βιομηχανίαν».

Εν κατακλείδι, ο μικρός, σε μέγεθος, Ελληνικός στόλος που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον πανίσχυρο, όσο και σύγχρονο, Ιταλικό, αποτελούσαν κυρίως από τα ακόλουθα μάχιμα πολεμικά πλοία:

  • Δυο θωρηκτά, ένα σε κακή κατάσταση, το «Αβέρωφ» και ένα παροπλισμένο, το «Κιλκίς».
  • Έξι σύγχρονα αντιτορπιλικά, δυο Αγγλικής κατασκευής, τα «Βασιλέας Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», καθώς και τέσσερα Ιταλικής κατασκευής, τα «Ψαρά», «Σπέτσαι», «Ύδρα» και το «Κουντουριώτης».
  • Τέσσερα παλαιά αντιτορπιλικά Αγγλικής κατασκευής, τα «Λέων», «Πάνθηρ», «Αετός» και το «Ιέραξ».
  • Έξι υποβρύχια Γαλλικής κατασκευής, τα «Πρωτεύς», «Γλαύκος», «Τρίτων», «Νηρεύς», «Κατσώνης» και το «Παπανικολής».
  • Δεκατρία παλαιά τορπιλοβόλα, τα «Θύελλα», «Σφενδόνη», «Νίκη», «Ασπίς», «Προύσα», «Πέργαμος», «Κύζικος», «Κίος», «Κυδωνίαι», «Αίγλη», «Αλκυώνη», «Αρεθούσα» και το «Δωρίς».
  • Τέσσερα ναρκαλιευτικά, τα «Αλιάκμων», «Αξιός», «Νέστος» και το «Στρυμών».
  • Καθώς και ένα πλωτό συνεργείο, το «Ήφαιστος».

Εικόνα: Τα αεροπλάνα που ανέλαβαν το βάρος των εναέριων μαχών κατά την διάρκεια της Ιταλικής εισβολής ήταν τα τριάντα έξι «PZL P.24» της 21ης, 22ης και 23ης «Μοίρας Διώξεως» της «Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας». Το συμβόλαιο για την προμήθεια των «P.24» υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 1936, με την παράδοση να ολοκληρώνεται τον Μάιο του 1937, λόγω καθυστερημένης παράδοσης των πυροβόλων «LK 32» από την Τσεχοσλοβάκικη εταιρεία κατασκευής. Τα αεροσκάφη είχαν την τυπική διαμόρφωση, περιλαμβάνοντας ασύρματο Γερμανικής κατασκευής και σύστημα οξυγόνου Αμερικανικής κατασκευής. Πηγή: Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας – Διεύθυνση Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας.

Λίγο πριν το τέλος.

Ωστόσο πριν ολοκληρώσουμε αυτό το άρθρο θα ήταν μέγιστη «ιστορική αδικία» από μέρους μας να μην αναφερθούμε σε ένα «όπλο» των Ενόπλων Δυνάμεων μας, που στην εποχή μας τουλάχιστον διαδραματίζει έναν καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση της φυλής μας. Ο λόγος βέβαια για την πολεμική αεροπορία που τόσο πολλές υπηρεσίες έχει προσφέρει σε εμάς σήμερα ώστε να μπορούμε ήσυχοι και ακατάβλητοι να επιδιώκουμε καλύτερες μέρες για τις μελλοντικές γενεές Ελλήνων.

Πασχίζοντας προς αυτό τον τομέα, το «Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας» λοιπόν, σε ένα συνοπτικό τόμο που εξέδωσε το 2000, με τίτλο «Ελληνική Αεροπορία 1908-1944», παρέχει πολλά σημαντικά στοιχεία, από τα οποία έχουν επιλεγεί τα ακόλουθα συναφή με το θέμα μας. Η πολεμική μας αεροπορία, που ξεκίνησε ουσιαστικά από το 1912 ως «Αεροπορία Στρατού και Ναυτικού», θεμελιώθηκε ως ενιαία πολεμική δυναμη το 1930. Τότε η αεροπορία μας διέθετε περί τα 50 αναγνωριστικά αεροσκάφη. Η πρώτη παραγγελία για την προετοιμασία της προς αντιμετώπιση των αναγκών που αναμένετο να ανακύψουν από τη επικείμενη πολεμική σύγκρουση, έγινε στις 30α Σεπτεμβρίου του 1936, με την παραγγελία στην Πολωνία 36 αεροσκαφών διώξεως.

Τον ίδιο μήνα υπογράφηκε σύμβαση με το «Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων» (Κ.Ε.Α), για τη συναρμολόγηση 30 εκπαιδευτικών αεροπλάνων. Μέχρι το 1939 παραγγέλθηκαν και παρελήφθησαν από Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Πολωνία 128  αεροπλάνα διώξεως, βομβαρδισμού, στρατιωτικής και ναυτικής συνεργασίας, 75 εκπαιδευτικά και 3 μεταφορικά για την πολιτική αεροπορία. Ακόμη 107 πολεμικά αεροπλάνα που είχαν παραγγελθεί την ίδια περίοδο στη Γαλλία και Αγγλία, δεν μας παραδόθηκαν, λόγω της εκρήξεως, την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Εικόνα: Οχυρωματικές εργασίες από τον Ελληνικό Στρατό στην γραμμή Ελαίας – Καλαμά, τον Μάρτιος του 1939, εν όψη της επερχόμενης Ιταλικής εισβολής. Πηγή: Γενικό Επιτελείο Στρατού – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού.

Τα αποτελέσματα λοιπόν αυτής της ενδελεχούς προετοιμασίας υπήρξαν απτά καθ’ όλην την διάρκεια της «κατακλυσμιαίας καταιγίδας» που έπληξε την πατρίδα μας, άλλωστε όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Λατίνοι, με τους οπαίους συνυπήρξαμε, συμβιώσαμε και μεγαλουργήσαμε από κοινού, «Amat victoria curam», δηλαδή «Η νίκη αγαπά την προετοιμασία», στεφανώνοντας με άφθαρτες από τα έτη δάφνες αυτούς που έχουν προβεί σε σωστή και προσεκτική προετοιμασία, αυτούς δηλαδή που αγωνίστηκαν, κόπιασαν και ίδρωσαν για την επιτυχία ενός «υπέρ πάντων αγών» που όχι μόνον εξασφάλισε την «επιβίωση» των κόπων των χιλιάδων προγόνων μας που μόχθησαν και μάτωσαν για να ελευθερώσουν αυτά τα χώματα, αλλά πάνω απ’ όλα αυτή η γιγαντιαία προετοιμασία έδωσε τα «μέσα» στους Έλληνες του «τότε», να «ανταγωνιστούν» την δόξα των «Αγώνων» περασμένων εποχών που οι περισσότεροι μεμψιμοιρώντας πίστευαν πως είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Πηγές:

  • Ελληνικό Τεχνικό Επιμελητήριο, 4η Μαρτίου του 2002, «Ενημερωτικό δελτίο με συγγραφέα τον διεθνούς κύρους ομότιμο καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κύριο Θεοδόση Π. Τάσιο, με θέμα την κατασκευή της Αμυντικής Γραμμής Μεταξά».
  • Εφημερίδας «Ελευθερία», 1948, «Ελευθερίου Κ. Βενιζέλου, Ανέκδοτοι σκέψεις περί συντάξεως της πολιτείας, εισαγωγή και σημειώσεις Νικολάου Β. Τωμαδάκη».
  • Αντιναυάρχου Δημητρίου Φωκά, «Έκθεσής επί της δράσεως του Βασιλικού Ναυτικού κατά τον πόλεμο του 1940-1944».
  • «Πρακτικό του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, υπ’ αριθμόν 122, της 14ης Δεκεμβρίου του 1932».
  • Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, «Ελληνική Αεροπορία 1908-1944».
  • Εκδοτικής Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».

Leave a Reply

Your email address will not be published.

error: Content is protected! Copyright @2020 Ιστορικές Μνήμες. All Rights Reserved.